ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 28ης Ιουλίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑173/15
GE Healthcare GmbH
κατά
Hauptzollamt Düsseldorf
[αίτηση του Finanzgericht Düsseldorf (φορολογικό δικαστήριο του Ντύσσελντορφ, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή — Τελωνειακή ένωση — Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας — Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 — Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 — Δασμολογητέα αξία — Συνυπολογισμός των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος στη δασμολογητέα αξία — Πληρωμή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος υπέρ εταιρίας συνδεόμενης με τον πωλητή και τον αγοραστή των εμπορευμάτων — Τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως λόγω της πωλήσεως των εμπορευμάτων, καθώς και λόγω παροχής υπηρεσιών και χρήσεως προστατευόμενης επωνυμίας — Κατάλληλη κατανομή με βάση αντικειμενικά και μετρήσιμα στοιχεία»
I – Εισαγωγή
1.
Μπορούν τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως σήματος να συμπεριλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία εισαγομένων εμπορευμάτων, ενώ το ύψος τους δεν ήταν γνωστό κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει να καταβληθούν τα τέλη ή τα δικαιώματα αυτά αδείας χρήσεως σήματος, και με ποιες διατυπώσεις, όταν δεν αφορούν αποκλειστικά τα εισαγόμενα εμπορεύματα και όταν τόσο ο αγοραστής όσο και ο πωλητής ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιριών όπως και η επιχείρηση στην οποία πρέπει να καταβληθούν τα δικαιώματα αυτά;
2.
Αυτά είναι, κατ’ ουσίαν, τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλονται από το Finanzgericht Düsseldorf (φορολογικό δικαστήριο του Ντύσσελντορφ, Γερμανία) και αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ( 2 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 ( 3 ) (στο εξής: τελωνειακός κώδικας) ( 4 ), καθώς και αυτών του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 ( 5 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1792/2006, της Επιτροπής, της 23ης Οκτωβρίου 2006 ( 6 ) (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής) ( 7 ).
3.
Τα ερωτήματα αυτά εντάσσονται στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της εταιρίας GE Healthcare GmbH και του Hauptzollamt Düsseldorf (κεντρικού τελωνείου του Ντύσσελντορφ) αναφορικά με αίτηση επιστροφής εισαγωγικών δασμών που υπέβαλε η GE Healthcare, για τον λόγο ότι το ποσό των τελών αδείας χρήσεως σήματος, που καταβλήθηκε στην εταιρία M., δεν έπρεπε να προστεθεί στην δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων που η GE Healthcare εισήγαγε εντός της Κοινότητας από πωλητές τρίτων χωρών που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιριών, ήτοι στον όμιλο General Electric (στο εξής: όμιλος GE).
4.
Πιο συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η εταιρία, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος η GE Healthcare, συνήψε, την 1η Ιανουαρίου 2003, σύμβαση παραχωρήσεως άδειας χρήσεως (trademark agreement) με την εταιρία M., επιχείρηση που ανήκει επίσης στον όμιλο GE. Κατά το άρθρο II A αυτής της συμβάσεως, η εταιρία M. παραχώρησε στην GE Healthcare, έναντι καταβολής δικαιωμάτων, μη αποκλειστική άδεια η οποία της επέτρεπε να κάνει χρήση του σήματος του ομίλου GE για προϊόντα που παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο καθώς και για υπηρεσίες που παρέχονται σε τρίτους, τηρώντας αυστηρά τις ποιοτικές προδιαγραφές ( 8 ). Στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, τα οφειλόμενα προς τούτο δικαιώματα άδειας χρήσεως ανέρχονταν σε 0,95 % του κύκλου εργασιών της GE Healthcare για τη χρήση του σήματος και σε 0,05 % του κύκλου εργασιών της για τη χρήση της εμπορικής επωνυμίας GE. Για τον υπολογισμό του ύψους των τελών, η σύμβαση προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τον τρόπο με τον οποίο η GE Healthcare θα έπρεπε να διαβιβάζει στην εταιρία M. πληροφορίες σχετικές με τις τιμές, καθώς και τον τρόπο επαληθεύσεως του εν λόγω υπολογισμού από τη δεύτερη αυτή εταιρία.
5.
Η εταιρία M., εξάλλου, παραχώρησε δωρεάν στην GE Healthcare μη αποκλειστική άδεια χρήσεως που της επέτρεπε να εμφανίζει κατά την ελεύθερη κρίση της το σήμα επί των προϊόντων που χρησιμοποιούσε για ελέγχους, υποδείγματα προϊόντων, αχρηστευμένα προϊόντα ή απόβλητα. Η GE Healthcare μπορούσε επίσης να χρησιμοποιεί, άνευ υποχρεώσεως καταβολής τελών, προϊόντα με το σήμα αυτό στις εμπορικές σχέσεις της με εταιρίες (μέλη του ομίλου) στις οποίες είχε επιτραπεί να χρησιμοποιούν την άδεια υπό όρους παρόμοιους με αυτούς της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως.
6.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η εταιρία M. είχε, σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως, ευρέα δικαιώματα ελέγχου και, σε περίπτωση μη τηρήσεως των ποιοτικών προδιαγραφών, δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως τηρώντας σύντομη προθεσμία.
7.
Κατά την περίοδο μεταξύ 2007 και 2009, το κεντρικό τελωνείο του Ντύσσελντορφ διαπίστωσε, στο πλαίσιο τελωνειακού ελέγχου, μεταξύ άλλων, ότι η GE Healthcare είχε προμηθευθεί από εταιρίες του ομίλου GE εμπορεύματα από τρίτες χώρες χωρίς όμως να δηλώσει, ως όφειλε, τέλη αδείας χρήσεως για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας αυτών των εμπορευμάτων. Κατόπιν τούτου, το κεντρικό τελωνείο του Ντύσσελντορφ εξέδωσε στις 30 Σεπτεμβρίου 2010 απόφαση εκ των υστέρων εισπράξεως μη καταβληθέντων εισαγωγικών δασμών.
8.
Αφού κατέβαλε αυτούς τους δασμούς, η GE Healthcare ζήτησε την επιστροφή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 236 του τελωνειακού κώδικα. Η αίτηση αυτή στηριζόταν στο ότι τα τέλη που καταβλήθηκαν με βάση τη σύμβαση παραχωρήσεως αδείας χρήσεως δεν συνιστούσαν τέλη παραχωρήσεως αδείας χρήσεως που μπορούσαν να προστεθούν στη δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα. Συγκεκριμένα, κατά την GE Healthcare, τα τέλη αυτά δεν αφορούσαν τα εισαχθέντα εμπορεύματα και, εν πάση περιπτώσει, δεν συνιστούσαν «όρους της πώλησης των […] εμπορευμάτων» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου.
9.
Δεδομένου ότι η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από το κεντρικό τελωνείο του Ντύσσελντορφ, η GE Healthcare άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
10.
Εκτιμώντας ότι η λύση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από την ερμηνεία των διατάξεων του τελωνειακού κώδικα και του κανονισμού εφαρμογής, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία τα δικαιώματα από παραχώρηση άδειας εκμεταλλεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του [τελωνειακού κώδικα], μολονότι ούτε κατά τη σύναψη της συμβάσεως ούτε κατά τον κρίσιμο για τη γένεση της τελωνειακής οφειλής χρόνο ο οποίος, σε περίπτωση διαφοράς, προσδιορίζεται από τα άρθρα 201, παράγραφος 2, και 214, παράγραφος 1, του [εν λόγω] κώδικα, δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί αν οφείλονται δικαιώματα από παραχώρηση άδειας;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι τα δικαιώματα από παραχώρηση άδειας χρήσεως σήματος κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του [τελωνειακού κώδικα] αφορούν τα εισαγόμενα προϊόντα, μολονότι τα δικαιώματα αυτά καταβάλλονται επίσης και για υπηρεσίες καθώς και για τη χρησιμοποίηση βασικών συστατικών της επωνυμίας του κοινού ομίλου επιχειρήσεων;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα: Αποτελούν τα δικαιώματα από παραχώρηση άδειας χρήσεως σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του [τελωνειακού κώδικα], όρο της πωλήσεως προς εξαγωγή των εισαγομένων εμπορευμάτων με προορισμό την Κοινότητα κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 5, στοιχείο βʹ, του [τελωνειακού κώδικα], μολονότι την καταβολή τους απαίτησε και πραγματοποίησε επιχείρηση συνδεδεμένη με τον πωλητή και τον αγοραστή;
4)
Σε περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα 3 και που τα δικαιώματα από παραχώρηση άδειας αφορούν, όπως εν προκειμένω, εν μέρει τα εισαγόμενα εμπορεύματα και εν μέρει υπηρεσίες παρεχόμενες μετά την εισαγωγή: Συνεπάγεται η κατάλληλη κατανομή μόνο με βάση αντικειμενικά και μετρήσιμα στοιχεία κατά το άρθρο 158, παράγραφος 3, του κανονισμού [εφαρμογής] και κατά την ερμηνευτική σημείωση που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 23 του κανονισμού [εφαρμογής] σχετικά με το άρθρο 32, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, ότι είναι δυνατή μόνο η διόρθωση δασμολογητέας αξίας βάσει του άρθρου 29 του τελωνειακού κώδικα ή είναι επίσης δυνατό να γίνει κατανομή σύμφωνα με το άρθρο 158, παράγραφος 3, του κανονισμού [εφαρμογής] κατά τον καθορισμό δασμολογητέας αξίας που υπολογίζεται βάσει του άρθρου 31 του τελωνειακού κώδικα, σε περίπτωση που είναι ανέφικτος ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας βάσει του άρθρου 29 του τελωνειακού κώδικα, εφόσον τα έξοδα αυτά δεν είναι δυνατό να συνυπολογιστούν με άλλον τρόπο;»
II – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
11.
Τα ερωτήματα αυτά αποτέλεσαν το αντικείμενο γραπτών παρατηρήσεων εκ μέρους των διαδίκων της κύριας δίκης, της Γερμανικής και της Ιταλικής Κυβερνήσεως, καθώς και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Κατά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι διέθετε αρκετά στοιχεία για να αποφανθεί χωρίς επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
III – Ανάλυση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
12.
Η νομοθεσία της Ένωσης που αφορά την τελωνειακή εκτίμηση ενός εισαγόμενου εμπορεύματος σκοπό έχει τη δημιουργία ενός δίκαιου, ομοιόμορφου και ουδέτερου συστήματος, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών δασμολογητέων αξιών ( 9 ).
13.
Επομένως, η δασμολογητέα αξία πρέπει να αντανακλά την πραγματική οικονομική αξία εισαγομένου εμπορεύματος και να λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία του εμπορεύματος αυτού που έχουν οικονομική αξία ( 10 ).
14.
Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα, η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι, κατ’ αρχήν, η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ενδεχομένως κατόπιν προσαρμογής που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 32 του κώδικα αυτού ( 11 ).
15.
Το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα διευκρινίζει ότι, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας «κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29», στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται «πάσης φύσεως δικαιώματα από παραχώρηση άδειας εκμετάλλευσης σχετικά με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα τα οποία, κατά τους όρους της πώλησης των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, υποχρεούται να καταβάλει ο αγοραστής, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στο μέτρο που τα δικαιώματα αυτά δεν έχουν περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή».
16.
Σύμφωνα με το άρθρο 157, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, πρέπει, ιδίως, να νοούνται ως «royalties [στο εξής: τέλη] και δικαιώματα αδείας», για τους σκοπούς του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, η πληρωμή για τη χρήση δικαιωμάτων σχετικών με «την πώληση για την εξαγωγή των εισαγομένων εμπορευμάτων (ιδίως εμπορικά σήματα, κατατεθέντα πρότυπα)» ή «τη χρησιμοποίηση ή μεταπώληση των εισαγομένων εμπορευμάτων (ιδίως συγγραφικά δικαιώματα, διαδικασίες κατασκευής που είναι αναπόσπαστα ενσωματωμένες στα εισαγόμενα εμπορεύματα)».
17.
Το άρθρο 157, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής διευκρινίζει τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα υπό την έννοια ότι τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως προστίθενται στην τιμή που πληρώνεται ή πρέπει να πληρωθεί μόνο όταν η πληρωμή αυτή, αφενός, «έχει σχέση με τα εμπορεύματα των οποίων εκτιμάται η αξία» και, αφετέρου, «αποτελεί όρο για την πώληση των εμπορευμάτων αυτών».
18.
Συνεπώς, η προσαρμογή που απαιτεί το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, η οποία αφορά την πληρωμή τελών ή δικαιωμάτων αδείας χρήσεως, εξαρτάται από το αν πληρούνται οι ακόλουθες τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις, ήτοι ότι τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας χρήσεως δεν πρέπει να έχουν περιληφθεί στην τιμή που πληρώνεται ή πρέπει να πληρωθεί, ότι πρέπει να έχουν σχέση με τα εισαγόμενα προϊόντα και ότι ο αγοραστής πρέπει να έχει την υποχρέωση να καταβάλει τα τέλη ή τα δικαιώματα αυτά αδείας χρήσεως ως όρο για την πώληση των εισαγομένων εμπορευμάτων.
19.
Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η πρώτη από τις ανωτέρω προϋποθέσεις δεν αποτελεί αντικείμενο των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι η GE Healthcare δεν περιέλαβε στη δασμολογητέα αξία των εισαγομένων από τρίτες χώρες εμπορευμάτων τα τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως του σήματος που αποτελεί το αντικείμενο της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως, η οποία τη συνδέει με την εταιρία M. ( 12 ).
20.
Αντιστρόφως, οι δύο άλλες προϋποθέσεις, οι οποίες αναφέρονται, αφενός, στη «σχέση» ή στη συνάφεια που πρέπει να έχουν τα τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως του σήματος με τα εισαγόμενα προϊόντα και, αφετέρου, στην υποχρέωση πληρωμής τους «ως όρου για την πώληση» αυτών των εμπορευμάτων, βρίσκονται στο επίκεντρο των τριών πρώτων ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου.
21.
Τα δύο πρώτα ερωτήματα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο αφορούν, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα αν τα τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως είναι «σχετικά» με τα εισαγόμενα προϊόντα, μολονότι κατά το χρονικό σημείο συνάψεως της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως ή κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί αν οφείλονται τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως και ενώ τέτοια τέλη ή δικαιώματα καταβάλλονται επίσης λόγω των υπηρεσιών που η GE Healthcare παρέχει σε άλλες επιχειρήσεις και για τη χρήση της εμπορικής επωνυμίας του ομίλου GE. Με το τρίτο ερώτημά του, και υπό την επιφύλαξη καταφατικής απαντήσεως στα δύο πρώτα ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν τα τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως σήματος συνιστούν «όρο για την πώληση» των εισαγομένων εμπορευμάτων, μολονότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, απαιτήθηκαν από επιχείρηση σχετιζόμενη με τον πωλητή και τον αγοραστή των εμπορευμάτων αυτών και καταβλήθηκαν υπέρ της ίδιας αυτής επιχειρήσεως. Όπως θα εκτεθεί αναλυτικότερα κατωτέρω, η εξέταση αυτού του ερωτήματος καθιστά, μεταξύ άλλων, αναγκαία την ερμηνεία του άρθρου 160 του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο διευκρινίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, όταν ο αγοραστής των εισαγομένων εμπορευμάτων καταβάλλει τέλη ή δικαιώματα αδείας σε τρίτον, τα εν λόγω τέλη ή δικαιώματα αδείας θεωρούνται ότι συνιστούν όρο της πωλήσεως αυτών των εμπορευμάτων μόνο όταν ο πωλητής ή πρόσωπο σχετιζόμενο με αυτόν απαιτεί από τον αγοραστή να προβεί στην καταβολή αυτή.
22.
Μόνο στην περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο επίσης ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, με το τέταρτο ερώτημά του, αν η προσαρμογή που προβλέπεται στο άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, η οποία συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 158, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, σε μια κατάλληλη κατανομή μεταξύ, αφενός, των τελών ή δικαιωμάτων αδείας που αφορούν τα εισαγόμενα προϊόντα και, αφετέρου, αυτών που αφορούν τις παρασχεθείσες από την GE Healthcare υπηρεσίες, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον αν η δασμολογητέα αξία μπορεί να καθορισθεί με βάση την κατά το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα συναλλακτική αξία, όχι όμως με βάση την επικουρική μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 31 του εν λόγω κώδικα στο οποίο δεν παραπέμπει ρητώς το άρθρο 32 του ίδιου κώδικα.
23.
Κατόπιν αυτών των διευκρινίσεων, πρέπει να εξετασθούν διαδοχικά τα ερωτήματα αυτά.
Επί των δύο πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων –έχουν σχέση τα τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως σήματος με τα εισαχθέντα προϊόντα;
24.
Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, σε ένα πρώτο στάδιο, αν τα τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως είναι «σχετικά» με τα εισαχθέντα εμπορεύματα, κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, μολονότι κατά το χρονικό σημείο συνάψεως της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως ή κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής είναι αβέβαιο αν τα τέλη ή τα δικαιώματα αυτά αδείας χρήσεως πρέπει να καταβληθούν. Σε ένα δεύτερο στάδιο, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αν τα εν λόγω τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως μπορούν επίσης να πληρούν την ίδια αυτή προϋπόθεση, όταν καταβάλλονται όχι μόνο για την εμπορία των εισαγομένων εμπορευμάτων, αλλά και λόγω των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν από την GE Healthcare σε άλλες επιχειρήσεις και για τη χρήση της εμπορικής επωνυμίας του ομίλου GE.
25.
Ενώ η GE Healthcare φρονεί ότι οι περιστάσεις αυτές αποκλείουν το να μπορούν τα τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως να θεωρηθούν ότι αφορούν τα εισαχθέντα εμπορεύματα, με συνέπεια ότι δεν θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί η προσαρμογή που προβλέπεται στο άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία έχουν όλοι αντίθετη γνώμη.
26.
Από την πλευρά μου, επιθυμώ καταρχάς να υπενθυμίσω ότι, στο πλαίσιο της προδικαστικής παραπομπής, εναπόκειται αποκλειστικά στο αιτούν δικαστήριο και όχι στο Δικαστήριο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, ειδικότερα δε τους όρους της συναφθείσας μεταξύ της GE Healthcare και της εταιρίας M. συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως.
27.
Συναφώς, από τις διευκρινίσεις που παρέχει το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι, κατά την εν λόγω σύμβαση, ενώ τα εισαγόμενα εμπορεύματα που φέρουν το προστατευόμενο σήμα πωλούνται σε τρίτους σε σχέση με τον όμιλο GE δια της καταβολής τελών ή δικαιωμάτων αδείας χρήσεως από την GE Healthcare, η εταιρία αυτή μπορεί επίσης να εισάγει εμπορεύματα, στα οποία έχει τεθεί το προστατευόμενο σήμα, χωρίς να οφείλει δικαιώματα, ήτοι τα εμπορεύματα που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς σκοπούς, ως συσκευές επιδείξεως ή ως αχρηστευμένα προϊόντα ή απόβλητα και αυτά τα οποία μεταπωλούνται σε άλλες εταιρίες του ομίλου GE οι οποίες υπέχουν παρόμοια υποχρέωση καταβολής τελών ή δικαιωμάτων αδείας χρήσεως όπως και η GE Healthcare. Επιπλέον, κατά τα εκτιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο, το ύψος των τελών ή δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος καθορίζεται σε συνάρτηση με τον ετήσιο κύκλο εργασιών της GE Healthcare, ο οποίος περιλαμβάνει επίσης τις υπηρεσίες που παρέχει η εν λόγω εταιρία με τη χρήση των εισαγομένων εμπορευμάτων.
28.
Τα στοιχεία αυτά δημιουργούν, επομένως, αμφιβολίες στο αιτούν δικαστήριο ως προς το ζήτημα αν τα τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως αφορούν την εισαγωγή των εμπορευμάτων. Πράγματι, αφενός, η πληρωμή των μεν φαίνεται να εξαρτάται από τη χρήση των δε, δηλαδή από μια πράξη που έπεται της εισαγωγής τους, κατά τη στιγμή κατά την οποία έχει ήδη γεννηθεί η τελωνειακή οφειλή και τα εμπορεύματα έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία. Αφετέρου, το ύψος των πληρωτέων τελών ή δικαιωμάτων αδείας χρήσεως δεν καθορίζεται με βάση την τιμή κάθε εισαγόμενου εμπορεύματος.
29.
Ως προς το πρώτο σημείο, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η υποχρέωση καταβολής τελών ή δικαιωμάτων αδείας χρήσεως, τα οποία αντιστοιχούν στη χρήση του σήματος που έχει τεθεί επί των εισαγόμενων από την GE Healthcare εμπορευμάτων, προβλέπεται από τη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας χρήσεως, με εξαίρεση τις ειδικές περιπτώσεις που μνημονεύθηκαν ανωτέρω στο σημείο 27, οι οποίες αποτελούν λόγο απαλλαγής. Επομένως, τα τέλη ή δικαιώματα αυτά αδείας χρήσεως αφορούν πράγματι τα εισαγόμενα προϊόντα, έστω και αν το ακριβές ύψος τους δεν έχει καθοριστεί κατά το χρονικό σημείο της συνάψεως της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως ή μεταγενεστέρως, κατά την αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως ή κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής.
30.
Όπως ορθώς επισήμαναν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα δεν απαιτεί, μεταξύ των προϋποθέσεων εφαρμογής του, το ύψος των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως που πρέπει να καταβάλει ο αγοραστής των εισαγομένων εμπορευμάτων να έχει ήδη καθοριστεί κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής.
31.
Οι διατάξεις του κανονισμού εφαρμογής επιβεβαιώνουν ότι εκ των υστέρων προσαρμογή της τιμής που πρέπει να πληρωθεί μετά τη γένεση της τελωνειακής οφειλής είναι απολύτως δυνατή. Συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 156α, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, οι τελωνειακές υπηρεσίες, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν ορισμένα στοιχεία, τα οποία προστίθενται στην πραγματικά πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή και τα οποία δεν είναι δυνατόν να καθοριστούν ποσοτικά κατά τη χρονική στιγμή γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, να καθορίζονται με βάση κατάλληλα και ειδικά κριτήρια. Επιπλέον, το άρθρο 254 του κανονισμού αυτού επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές, μετά από αίτηση του διασαφιστή, να αποδέχονται μια ελλιπή διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, η οποία, κατά το άρθρο 257 του κανονισμού αυτού, μπορεί να φέρει προσωρινή ένδειξη της δασμολογητέας αξίας. Η διασάφηση αυτή μπορεί να συμπληρωθεί μεταγενεστέρως, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 256, 257 και 259 του ίδιου κανονισμού.
32.
Εξάλλου, αν τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας χρήσεως δεν μπορούν επ’ ουδενί να αναγνωρισθούν ως δικαιώματα που αφορούν τα εισαγόμενα εμπορεύματα, εφόσον το ύψος τους δεν είχε καθοριστεί κατά το χρονικό σημείο γένεσης της τελωνειακής οφειλής, η κατάσταση αυτή θα έβλαπτε την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα. Πράγματι, όπως προκύπτει από το σημείο 14 του σχόλιου 3 της επιτροπής τελωνειακού κώδικα (τμήμα της δασμολογητέας αξίας) για την επίπτωση των τελών και των δικαιωμάτων αδείας στη δασμολογητέα αξία, τα τέλη και τα δικαιώματα αυτά αδείας χρήσεως υπολογίζονται γενικώς μετά την εισαγωγή των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων ( 13 ). Το γεγονός αυτό καθιστά ακριβώς αναγκαίο είτε να αναβάλλεται ο οριστικός καθορισμός της δασμολογητέας αξίας, σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 257 του κανονισμού εφαρμογής, είτε να γίνεται χρήση της προσαρμογής που προβλέπεται στο άρθρο 156α του εν λόγω κανονισμού.
33.
Από τα ανωτέρω συνάγεται, κατά την άποψή μου, ότι το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα δεν απαιτεί το ύψος των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος να καθορίζεται, το αργότερο, κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, προκειμένου η προσαρμογή της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων, που προβλέπεται από το άρθρο αυτό, να μπορεί να έχει εφαρμογή.
34.
Ως προς το δεύτερο σημείο, που αφορά την περίσταση κατά την οποία, κατά τους όρους της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως, το ύψος των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως που πρέπει να καταβληθούν καθορίζεται ανεξάρτητα από την τιμή κάθε εισαγόμενου εμπορεύματος, αυτό δεν αποκλείει, κατά τη γνώμη μου, τα δικαιώματα αδείας άδειας χρήσεως σήματος να έχουν σχέση ή συνάφεια με τα εισαγόμενα εμπορεύματα.
35.
Είναι αληθές ότι, κατά το άρθρο 161, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής, η καταβολή του τέλους ή του δικαιώματος αδείας χρήσεως θεωρείται ότι έχει σχέση με τα εμπορεύματα των οποίων εκτιμάται η αξία, όταν ο τρόπος υπολογισμού του ποσού του εν λόγω τέλους ή δικαιώματος αδείας χρήσεως αναφέρεται στην τιμή των εισαγομένων εμπορευμάτων.
36.
Η διάταξη αυτή δεν σημαίνει εντούτοις ότι σε μια περίπτωση, όπως αυτή της κύριας δίκης, κατά την οποία το τέλος ή το δικαίωμα αδείας χρήσεως δεν καθορίσθηκε σε συνάρτηση με την τιμή κάθε εισαγόμενου εμπορεύματος, αποκλείεται κάθε σχέση μεταξύ του τέλους ή του δικαιώματος αυτού και του εμπορεύματος που εισάγεται.
37.
Πράγματι, από το άρθρο 161, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής, προκύπτει ότι η καταβολή του τέλους ή του δικαιώματος αδείας χρήσεως «μπορεί να έχει σχέση με τα εμπορεύματα των οποίων εκτιμάται η αξία» ακόμη και όταν το ποσό αυτού του τέλους ή του δικαιώματος αδείας χρήσεως «υπολογίζεται ανεξάρτητα από την τιμή των εισαγομένων εμπορευμάτων».
38.
Εν προκειμένω, όμως, είναι βέβαιο ότι το ποσό των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως που πρέπει να καταβληθούν αντιστοιχεί σε ποσοστό του κύκλου εργασιών που προέκυψε από την πώληση των εισαχθέντων εμπορευμάτων στα οποία έχει τεθεί το σήμα που αποτελεί το αντικείμενο της συμβάσεως παραχωρήσεως χρήσεως. Επομένως, τα τέλη ή δικαιώματα καταβάλλονται ως αντιπαροχή για τη χρήση του σήματος που έχει τεθεί επί των εισαχθέντων προϊόντων.
39.
Η περίπτωση αυτή ανταποκρίνεται στα δύο κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 159 του κανονισμού εφαρμογής, σκοπός των οποίων είναι να διευκρινισθεί, στο ιδιαίτερο πλαίσιο των εμπορικών ή βιομηχανικών σημάτων, η προϋπόθεση που αφορά τη «σχέση» η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ της πληρωμής των τελών και των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος και των εισαγομένων εμπορευμάτων. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό, το ως άνω άρθρο διευκρινίζει ότι τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας σχετικά με το δικαίωμα χρήσεως εμπορικού ή βιομηχανικού σήματος προστίθενται στην πληρωτέα ή πληρωθείσα τιμή για τα εισαγόμενα προϊόντα «όταν τα [τέλη] ή τα δικαιώματα αδείας αναφέρονται σε εμπορεύματα που μεταπωλούνται στην αρχική τους κατάσταση ή σε κατάσταση που προκύπτει μετά από δευτερεύουσας σημασίας κατεργασία μετά την εισαγωγή» και όταν «τα εμπορεύματα αυτά αποτελούν αντικείμενο εμπορίας έχοντας σήμα που έχει τεθεί πριν ή μετά την εισαγωγή, για το οποίο καταβάλλονται [τέλη] ή δικαιώματα αδείας».
40.
Δεδομένου ότι αυτό πράγματι συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, η πληρωμή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως εμφανίζει, επομένως, σαφώς μια «σχέση» με τα εισαχθέντα εμπορεύματα που φέρουν το προστατευόμενο σήμα ειδικότερα δε με το κέρδος που αποφέρει η πώληση των εμπορευμάτων αυτών ( 14 ).
41.
Όπως υποστήριξε η Γερμανική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι τα δικαιώματα αδείας χρήσεως μπορούν, εν μέρει, να αφορούν επίσης παροχές υπηρεσιών μεταγενέστερες της εισαγωγής των εν λόγω εμπορευμάτων ή, σε ελάχιστο ποσοστό, της χρήσεως της εμπορικής επωνυμίας GE δεν σημαίνει ότι τα τέλη ή τα δικαιώματα χρήσεως στερούνται οποιασδήποτε σχέσεως με τα εισαγόμενα εμπορεύματα, κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα.
42.
Στην πραγματικότητα, όπως ορθώς επισήμαναν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ο κανονισμός εφαρμογής προέβλεψε την περίπτωση στην οποία αποδεικνύεται αναγκαία μια κατανομή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως στον βαθμό που αυτά αφορούν μόνον εν μέρει τα εισαγόμενα προϊόντα. Πράγματι, κατά το άρθρο 158, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, «[α]ν τα [τέλη] ή τα δικαιώματα αδείας αφορούν εν μέρει τα εισαγόμενα προϊόντα και εν μέρει άλλα συστατικά ή μέρη που προστίθενται στα προϊόντα μετά την εισαγωγή τους, ή σε δραστηριότητες ή υπηρεσίες μετά την εισαγωγή, δεν γίνεται κατάλληλη κατανομή παρά μόνο με βάση αντικειμενικά και μετρήσιμα στοιχεία, σύμφωνα με την ερμηνευτική σημείωση που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 23 [του κανονισμού εφαρμογής] και αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2, του [τελωνειακού] κώδικα».
43.
Το άρθρο 158, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής προϋποθέτει, επομένως, ότι ο όρος που προβλέπεται στο άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα πληρούται, έστω και αν τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας αφορούν μόνον εν μέρει τα εισαγόμενα προϊόντα. Σε αυτή την περίπτωση, η προσαρμογή που πρέπει να γίνει στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων αυτών θα στηριχθεί σε αντικειμενικά και μετρήσιμα στοιχεία που καθιστούν δυνατό τον καθορισμό του ύψους των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας που αφορούν μόνον τα εισαγόμενα εμπορεύματα, αποκλειομένων των άλλων στοιχείων ή μεταγενέστερων πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των παροχών υπηρεσιών, που δεν έχουν σχέση με την εισαγωγή των εμπορευμάτων.
44.
Επομένως, η προϋπόθεση του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, κατά την οποία τα δικαιώματα αδείας χρήσεως πρέπει να έχουν σχέση με τα υπό εκτίμηση εισαγόμενα προϊόντα, πληρούται, ακόμη και αν τα τέλη ή τα δικαιώματα αυτά αδείας χρήσεως αφορούν μόνον εν μέρει τα εισαγόμενα προϊόντα.
45.
Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα ως ακολούθως. Αφενός, το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί το ύψος των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος να έχει ήδη καθοριστεί κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, προκειμένου η προσαρμογή, που προβλέπεται σε αυτό το άρθρο, της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων με το εν λόγω σήμα εμπορευμάτων να μπορεί να έχει εφαρμογή. Αφετέρου, το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα δέχεται ότι τα δικαιώματα αδείας χρήσεως σήματος είναι «σχετικά» με τα εισαγόμενα με το ίδιο σήμα εμπορεύματα, κατά την έννοια αυτού του άρθρου και του άρθρου 157, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, ακόμη και αν τα δικαιώματα αυτά αδείας χρήσεως αφορούν μόνον εν μέρει τα εισαγόμενα προϊόντα.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος – συνιστά η πληρωμή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος «όρο για την πώληση » των εισαγομένων εμπορευμάτων;
46.
Με το τρίτο ερώτημά του, και υπό την επιφύλαξη καταφατικής απαντήσεως στα δύο πρώτα ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας χρήσεως συνιστούν «όρο για την πώληση» των εισαγομένων εμπορευμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, μολονότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, την καταβολή τους απαίτησε και πραγματοποίησε προς όφελός της επιχείρηση σχετιζόμενη με τον πωλητή και τον αγοραστή.
47.
Υπενθυμίζω ότι, κατά το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, τέλη ή τα δικαιώματα αδείας χρήσεως περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων, αν ο αγοραστής «υποχρεούται» να τα καταβάλει, είτε άμεσα είτε έμμεσα, ως «όρο της πώλησης» των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων. Το άρθρο 157, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής επαναλαμβάνει αυτή την προϋπόθεση.
48.
Εντούτοις, ούτε το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα ούτε το άρθρο 157, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής διευκρινίζουν τι πρέπει να νοείται με την έκφραση «όρο για την πώληση» των εισαγομένων εμπορευμάτων.
49.
Κατά το σημείο 12 του σχολίου 3 της επιτροπής τελωνειακού κώδικα (τμήμα της δασμολογητέας αξίας) σχετικά με την επίπτωση των τελών και των δικαιωμάτων αδείας στη δασμολογητέα αξία, πρόκειται για το ζήτημα αν ο πωλητής είναι διατεθειμένος να πωλήσει τα εμπορεύματα χωρίς να έχουν καταβληθεί τέλη ή δικαιώματα αδείας χρήσεως. Η προϋπόθεση αυτή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, χωρίς αυτό να προκύπτει κατ’ ανάγκη από τους όρους της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως.
50.
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι γνώμες και τα συμπεράσματα της επιτροπής τελωνειακού κώδικα, μολονότι δεν έχουν δεσμευτική ισχύ, αποτελούν σημαντικά μέσα για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών και δύνανται, ως τέτοιου είδους, να θεωρηθούν ως έγκυρα για την ερμηνεία του κώδικα αυτού μέσα ( 15 ).
51.
Συγκεκριμένα, είναι απολύτως ορθό, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτό ότι η πληρωμή ενός τέλους ή δικαιώματος αδείας χρήσεως συνιστά «όρο για την πώληση» των εισαγομένων εμπορευμάτων, αν ο πωλητής (ή το σχετιζόμενο με αυτόν πρόσωπο) δεν είναι διατεθειμένος να πωλήσει ή δεν μπορεί να πωλήσει τα εμπορεύματα χωρίς να έχει καταβληθεί το δικαίωμα αδείας χρήσεως ή, κατ’ άλλη διατύπωση, αν ο αγοραστής δεν είναι σε θέση να αποκτήσει τα εισαγόμενα εμπορεύματα χωρίς να καταβάλει το δικαίωμα αδείας χρήσεως ( 16 ).
52.
Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει κατά πόσον πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση, υπό το πρίσμα του συνόλου των εγγράφων, μεταξύ των οποίων, ιδίως, της συμφωνίας παραχωρήσεως άδειας χρήσεως και των συμβάσεων πωλήσεως των εμπορευμάτων, καθώς και των περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης.
53.
Συναφώς, επισημαίνω ότι το τρίτο ερώτημα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να εκκινεί από την παραδοχή ότι η προϋπόθεση αυτή που διατυπώνεται στο άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα και στο άρθρο 157, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής θα μπορούσε, a priori, να πληρούται.
54.
Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εντούτοις αν η υπόθεση της κύριας δίκης, που χαρακτηρίζεται από μια τριγωνική σχέση (αγοραστής-λήπτης της άδειας, πωλητής και παρέχων την άδεια) εντός του ίδιου ομίλου εταιριών, αντιστοιχεί στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 160 του κανονισμού εφαρμογής. Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη αυτή, «[ό]ταν ο αγοραστής καταβάλλει [τέλη] ή δικαιώματα αδείας σε τρίτον, οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 157, παράγραφος 2, [του κανονισμού εφαρμογής] θεωρούνται ότι πληρούνται μόνο όταν ο πωλητής ή πρόσωπο σχετιζόμενο με αυτόν απαιτεί από τον αγοραστή να προβεί στην καταβολή αυτή» ( 17 ).
55.
Δεν αμφισβητείται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το πρόσωπο υπέρ του οποίου καταβάλλεται το ποσό των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως είναι η ίδια οντότητα με αυτή που απαιτεί από την GE Healthcare να προβεί στην εξόφληση.
56.
Από την άποψη της ερμηνείας του άρθρου 160 του κανονισμού εφαρμογής, πρόκειται για το ζήτημα αν ο «τρίτος» δικαιούχος και το «σχετιζόμενο με [τον πωλητή] πρόσωπο» μπορούν εγκύρως να είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Ουσιαστικά, αν αυτό συμβαίνει, η προϋπόθεση που προβλέπεται στο άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα και στο άρθρο 157, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, κατά την οποία η πληρωμή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας πρέπει να αποτελεί «όρο για την πώληση» των εισαγομένων εμπορευμάτων, θα μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται.
57.
Πλην της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, η οποία στηρίζεται κυρίως στη γερμανική απόδοση του άρθρου 160 του κανονισμού εφαρμογής και θεωρεί, τελικώς, ότι το άρθρο αυτό εφαρμόζεται μόνο σε τετράπλευρες σχέσεις, στις οποίες ο «τρίτος» είναι πρόσωπο διαφορετικό από τον αγοραστή, τον πωλητή και το «σχετιζόμενο με τον πωλητή [πρόσωπο]», οι μετέχοντες στη διαδικασία που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις υποστηρίζουν ότι ούτε ο τελωνειακός κώδικας ούτε ο κανονισμός εφαρμογής αποκλείουν ο δικαιούχος της καταβολής των δικαιωμάτων αδείας και το σχετιζόμενο με τον πωλητή των εισαγομένων εμπορευμάτων πρόσωπο να είναι η ίδια και η αυτή οντότητα ή το ίδιο και το αυτό πρόσωπο.
58.
Συμμερίζομαι πλήρως την άποψη αυτή.
59.
Θα ήθελα καταρχάς να διευκρινίσω ότι το αιτούν δικαστήριο δεν ερωτά το Δικαστήριο ως προς τη φύση των σχέσεων ή την ένταση των δεσμών που πρέπει να διατηρούν ο πωλητής και το «σχετιζόμενο με αυτόν [πρόσωπο]». Συγκεκριμένα, λαμβάνει ως δεδομένο ότι η εταιρία M. σχετίζεται με τ(ους) πωλητ(ές) των εισαγομένων από την GE Healthcare εμπορευμάτων, λόγω του γεγονότος ότι όλες αυτές οι επιχειρήσεις είναι εταιρίες οι οποίες ανήκουν στον όμιλο GE και ελέγχονται, άμεσα ή έμμεσα, από τη μητρική εταιρία του ομίλου.
60.
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, έχω τη γνώμη ότι η παραδοχή αυτή είναι ορθή. Πράγματι, από το άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο είναι κρίσιμο για την ερμηνεία των διατάξεων του τελωνειακού κώδικα και του κανονισμού εφαρμογής που αφορούν τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, προκύπτει ότι πρόσωπα θεωρούνται ως συνδεόμενα μεταξύ τους «αν και τα δύο ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από ένα τρίτο πρόσωπο».
61.
Εν συνεχεία, όπως παραδέχθηκε η Γερμανική Κυβέρνηση, η απόδοση στη γερμανική γλώσσα του άρθρου 160 του κανονισμού εφαρμογής, καθόσον φαίνεται να αναφέρεται, στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου, σε ένα τρίτο πρόσωπο τόσο ως προς τον πωλητή όσο και ως προς το σχετιζόμενο με αυτόν πρόσωπο ( 18 ), δεν αποκλείει την ερμηνεία υπέρ της οποίας τάσσεται η προσφεύγουσα της κύριας δίκης.
62.
Κατά πάγια πάντως νομολογία, η διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε στην απόδοση διατάξεως του δικαίου της Ένωσης σε μια γλώσσα δεν μπορεί να αποτελέσει τη μοναδική βάση για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής ούτε μπορεί να της δίδεται προτεραιότητα σε σχέση με το κείμενο στις άλλες γλώσσες. Πράγματι, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά ομοιόμορφο τρόπο με βάση τις αποδόσεις τους σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης. Σε περίπτωση διαστάσεως μεταξύ των αποδόσεων ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης στις διάφορες γλώσσες, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται βάσει της όλης οικονομίας και του σκοπού που επιδιώκεται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος ( 19 ).
63.
Ωστόσο, καμία όμως από τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 160 του κανονισμού εφαρμογής δεν περιέχει μια δεύτερη αναφορά στον «τρίτο» στον οποίο πραγματοποιείται η πληρωμή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας ( 20 ).
64.
Το σημείο αυτό, εντούτοις, δεν έχει αποφασιστική σημασία. Πράγματι, η υποχρέωση που υπέχει ο αγοραστής να προβεί «στην καταβολή αυτή» (στην αγγλική that payment) αφορά, προδήλως, την καταβολή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας στην οποία πρέπει να προβεί ο αγοραστής αυτός υπέρ του «τρίτου».
65.
Το ότι ένα σχετιζόμενο με τον πωλητή πρόσωπο δεν χαρακτηρίζεται ως «τρίτος», κατά την έννοια του άρθρου 160 του κανονισμού εφαρμογής, δεν σημαίνει ότι η καταβολή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας δεν αποτελεί «όρο για την πώληση» των εισαγομένων εμπορευμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα.
66.
Πράγματι, αυτό που, κατά την άποψή μου, έχει σημασία δεν είναι τόσο το πρόσωπο υπέρ του οποίου καταβάλλονται μεταξύ άλλων, τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας, αλλά, όπως ήδη τονίσθηκε, το ζήτημα αν ο αγοραστής των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι ή όχι σε θέση να τα αποκτήσει από τον πωλητή χωρίς να καταβάλει τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας. Κατ’ άλλη διατύπωση, είτε πρόκειται για τριγωνική είτε για τετράπλευρη σχέση, το γεγονός αυτό δεν έχει καθοριστική σημασία από τη στιγμή που ο πωλητής ή το σχετιζόμενο με αυτόν πρόσωπο ζητεί, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, από τον αγοραστή των εισαγομένων εμπορευμάτων να προβεί στην καταβολή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας. Το ζήτημα περί του πρόκειται, τελικά, είναι αν το σχετιζόμενο με τον πωλητή πρόσωπο έχει ικανότητα εξαναγκασμού ή ελέγχου του αγοραστή και/ή του πωλητή, κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται ότι τα εμπορεύματα, τα οποία φέρουν το σήμα που αποτελεί το αντικείμενο της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως, εισάγονται μόνο με πληρωμή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως του σήματος.
67.
Ασφαλώς, αν ο αγοραστής είναι υποχρεωμένος να καταβάλει τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας στον πωλητή των εισαγομένων εμπορευμάτων, το κριτήριο του «όρου για την πώληση», κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, πληρούται και το ζήτημα αν το άρθρο 160 του κανονισμού εφαρμογής τυγχάνει εφαρμογής δεν τίθεται. Ομοίως, αν η πληρωμή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας πρέπει να πραγματοποιείται σε πρόσωπο σχετιζόμενο με τον πωλητή, προκειμένου αυτός να συναινέσει στην παράδοση των εμπορευμάτων στον αγοραστή, τεκμαίρεται ότι η πληρωμή αυτή αποτελεί «όρο για την πώληση» των εν λόγω εμπορευμάτων.
68.
Στην περίπτωση της υποθέσεως τη κύριας δίκης, όπου, όπως προκύπτει, εντός ενός πολυεθνικού ομίλου εταιριών που συνδέονται μεταξύ τους, την εκπλήρωση της υποχρεώσεως καταβολής των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος ζήτησε το σχετιζόμενο με τον πωλητή πρόσωπο υπέρ του ίδιου αυτού σχετιζομένου προσώπου, τεκμαίρεται επίσης ότι ο πωλητής παραδίδει τα εμπορεύματα που φέρουν το προστατευόμενο σήμα στον αγοραστή μόνο διότι αυτός οφείλει να καταβάλει τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας χρήσεως σήματος στο σχετιζόμενο με τον πωλητή αυτόν πρόσωπο.
69.
Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το σημείο 13 του σχολίου 3 της επιτροπής τελωνειακού κώδικα (τμήμα της δασμολογητέας αξίας) σχετικά με την επίπτωση των τελών και των δικαιωμάτων αδείας στη δασμολογητέα αξία, κατά το οποίο ο πωλητής των εμπορευμάτων, ή ένα σχετιζόμενο με αυτόν πρόσωπο, μπορεί να θεωρηθεί ως αυτός που απαιτεί να καταβάλει ο αγοραστής το ποσό των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας, όταν, στο πλαίσιο ενός πολυεθνικού ομίλου, αγοράζονται εμπορεύματα από ένα κατάστημα του ομίλου, αλλά τα τέλη πρέπει να καταβληθούν σε άλλο κατάστημα του ίδιου αυτού ομίλου.
70.
Όπως υποστήριξαν, κατ’ ουσίαν, η Γερμανική και η Ιταλική Κυβέρνηση, μόνον η ερμηνεία αυτή μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι σχέσεις μεταξύ των θυγατρικών εταιριών ενός πολυεθνικού ομίλου εταιριών, εντός του οποίου αυτές τελούν υπό τις εσωτερικές οδηγίες της μητρικής εταιρίας του ομίλου σύμφωνα με ένα στρατηγικό επιχειρηματικό μοντέλο, δεν εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα.
71.
Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η εταιρία M., η οποία παρέχει την άδεια χρήσεως και σχετίζεται με τους πωλητές που ανήκουν στον όμιλο GE, είχε ευρείες δυνατότητες επιτηρήσεως της GE Healthcare.
72.
Είναι αληθές ότι, σε μια κατάσταση όπως αυτή της κύριας δίκης, ο αγοραστής είναι σε θέση να προκαλέσει κάποιον ανταγωνισμό μεταξύ των πωλητών που ανήκουν στον όμιλο, διότι ο αγοραστής μπορεί να απευθυνθεί σε περισσότερους προμηθευτές για την εισαγωγή των εμπορευμάτων επί των οποίων έχει τεθεί το προστατευόμενο σήμα.
73.
Κατά το άρθρο 159, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής, τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας που αφορούν το δικαίωμα χρήσεως βιομηχανικού ή εμπορικού σήματος προστίθενται στην πληρωτέα ή πληρωθείσα τιμή για τα εισαγόμενα προϊόντα όταν «ο αγοραστής δεν είναι ελεύθερος να προμηθευτεί τέτοια εμπορεύματα από άλλους προμηθευτές που δεν συνδέονται με τον πωλητή».
74.
Αυτή η προϋπόθεση πληρούται, κατά την άποψή μου, και η προσαρμογή που προβλέπεται στο άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να διενεργηθεί, αν προκύπτει, πράγμα περί του οποίου είμαι πεπεισμένος και το οποίο μπορεί να τεκμαίρεται, αλλά περί του οποίου το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας, ότι οι εν λόγω προμηθευτές δεσμεύονται επίσης από τις εσωτερικές οδηγίες του ομίλου εταιριών και δεν θα μπορούν να πωλούν τα εμπορεύματα στον αγοραστή παρά μόνον αν αυτός καταβάλλει τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας χρήσεως σήματος. Πράγματι, καθόσον η σύμβαση παραχωρήσεως άδειας χρήσεως έχει συναφθεί με άλλη εταιρία του ομίλου, πριν από την πώληση των εμπορευμάτων που φέρουν το προστατευόμενο σήμα, τεκμαίρεται γενικώς ότι οι προμηθευτές των εμπορευμάτων αυτών συναινούν στην πώλησή τους στον αγοραστή για τον λόγο και μόνον ότι αυτός δεσμεύεται ήδη από τη σύμβαση παραχωρήσεως αδείας χρήσεως.
75.
Το γεγονός, το οποίο αναφέρει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, ότι το ύψος των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας δεν είναι γνωστό κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής των εμπορευμάτων και της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, διότι το ύψος αυτό εξαρτάται από τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιεί η GE Healthcare χάρη στην πώληση σε τρίτους των εισαγομένων εμπορευμάτων που φέρουν το προστατευόμενο σήμα, δεν μεταβάλλει την περίσταση ότι τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας οφείλονται πράγματι, κατά τη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας χρήσεως, για τα εμπορεύματα αυτά. Μπορεί επομένως να συναχθεί ότι, εντός του ίδιου ομίλου εταιριών, ελλείψει πληρωμής των εν λόγω τελών ή των εν λόγω δικαιωμάτων αδείας, ο πωλητής των εμπορευμάτων δεν θα είχε δεχθεί να εφοδιάσει την GE Healthcare με τα εμπορεύματα.
76.
Τέλος, αν έπρεπε να γίνει δεκτή η τυπική, κατά γράμμα, ερμηνεία του άρθρου 160 του κανονισμού εφαρμογής, την οποία υποστηρίζει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, μόνον η καταβολή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας από τον αγοραστή των εμπορευμάτων που εισάγονται από τρίτη προς τον όμιλο εταιριών επιχείρηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «όρος για την πώληση» των εμπορευμάτων κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα. Δυσκολεύομαι ωστόσο να αντιληφθώ γιατί ο όρος αυτός δεν θα πληρούνταν υπό πανομοιότυπες περιστάσεις για τον λόγο και μόνον ότι η πληρωμή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος θα πραγματοποιούνταν εντός ενός και του αυτού ομίλου εταιριών.
77.
Κατά την άποψή μου, μια τέτοια τυπική ερμηνεία του άρθρου 160 του κανονισμού εφαρμογής θα είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα ένα μέρος της πρακτικής του αποτελεσματικότητας. Πράγματι, η ερμηνεία αυτή θα επηρέαζε, χωρίς καμία οικονομική αιτιολογία, τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο αυτό –και γενικότερα οι διατάξεις του τελωνειακού κώδικα που αφορούν τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων– και ο οποίος, υπενθυμίζω, συνίσταται στο να εξασφαλίζεται ότι οι προσαρμογές της πληρωθείσας ή πληρωτέας για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμής καθιστούν δυνατό να αντανακλάται η πραγματική αξία των εμπορευμάτων αυτών λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική αξία του συνόλου των στοιχείων που τα απαρτίζουν.
78.
Επομένως, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση: το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα και τα άρθρα 159 και 160 του κανονισμού εφαρμογής έχουν την έννοια ότι η πληρωμή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος μπορεί να αποτελεί «όρο για την πώληση» των εισαγομένων εμπορευμάτων, όταν, εντός ενός και του αυτού ομίλου εταιριών, η επιχείρηση υπέρ της οποίας καταβάλλονται τα τέλη ή τα δικαιώματα αυτά αδείας χρήσεως σήματος σχετίζεται τόσο με τον πωλητή όσο και με τον αγοραστή των εν λόγω εμπορευμάτων και ο δεύτερος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας χρήσεως σήματος μετά από αίτημα του πωλητή ή της σχετιζόμενης με αυτόν επιχειρήσεως, χωρίς να μπορεί να προμηθευθεί από άλλον μη σχετιζόμενο με τον πωλητή προμηθευτή. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές στην υπόθεση της κύριας δίκης.
Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος – έχει η προβλεπόμενη στο άρθρο 32 του τελωνειακού κώδικα προσαρμογή εφαρμογή μόνο στη δασμολογητέα αξία που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 29 αυτού του κώδικα;
79.
Με το τέταρτο ερώτημά του, που διατυπώνεται μόνο για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, ως προς το αν η προβλεπόμενη στο άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα προσαρμογή –που συνίσταται σε κατάλληλη κατανομή με βάση αντικειμενικά και μετρήσιμα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 158, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής μεταξύ, αφενός, των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος που έχουν σχέση με τα εισαγόμενα εμπορεύματα και, αφετέρου, αυτών που αφορούν τις παρεχόμενες από την GE Healthcare υπηρεσίες– μπορεί να πραγματοποιείται μόνον αν η δασμολογητέα αξία είναι δεκτική καθορισμού με βάση την κατά το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα συναλλακτική αξία, όχι όμως με βάση την επικουρική μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 31 του εν λόγω κώδικα στο οποίο παραπέμπει ρητώς το άρθρο 32 του ίδιου κώδικα.
80.
Με βάση την αίτηση και μόνον προδικαστικής αποφάσεως δεν καθίστανται ευχερώς αντιληπτοί οι λόγοι υποβολής αυτού του ερωτήματος, ούτε εξάλλου η χρησιμότητα απαντήσεως από το Δικαστήριο.
81.
Πληροφοριακά στοιχεία χρήσιμα για την απάντηση του Δικαστηρίου προκύπτουν, εντούτοις, από τη δικογραφία και τις παρατηρήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία. Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι, όσον αφορά τη φορολογική χρήση 2009, το κεντρικό τελωνείο του Ντύσσελντορφ, αφού ενημερώθηκε σχετικά με την κατανομή του κύκλου εργασιών της GE Healthcare μεταξύ του μέρους που αφορούσε τα εισαγόμενα προϊόντα που φέρουν το προστατευόμενο σήμα και αυτού που αφορούσε τις παρασχεθείσες από την εν λόγω επιχείρηση υπηρεσίες, εφάρμοσε την προσαρμογή που στηρίζεται στο άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα (και επομένως προσαύξησε την κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29 του εν λόγω κώδικα προσδιοριζόμενη συναλλακτική αξία), η οποία αντιστοιχεί σε ποσοστό μόνο του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε από την πώληση των εισαγομένων εμπορευμάτων.
82.
Αντιθέτως, όσον αφορά προηγούμενες φορολογικές χρήσεις, το κεντρικό τελωνείο του Ντύσσελντορφ φαίνεται ότι δεν έλαβε επαρκή πληροφοριακά στοιχεία που θα του έδιναν τη δυνατότητα να προβεί σε μια τέτοια προσαρμογή της συναλλακτικής αξίας. Επομένως, το κεντρικό τελωνείο του Ντύσσελντορφ, μη μπορώντας να στηριχθεί στο άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα, ούτε, όπως φαίνεται, στη μέθοδο του άρθρου 30 του ίδιου κώδικα, εφάρμοσε προφανώς την επικουρική μέθοδο καθορισμού της δασμολογητέας αξίας που προβλέπει το άρθρο 31 του εν λόγω κώδικα.
83.
Καθόσον το εισαγωγικό μέρος του άρθρου 32 του τελωνειακού κώδικα, που αφορά τις προσαρμογές που πρέπει να πραγματοποιούνται, αναφέρεται ρητώς μόνο στον καθορισμό της «δασμολογητέας αξίας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29» του εν λόγω κώδικα και όχι στον καθορισμό κατά το άρθρο 31 αυτού, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, τελικά, αν η αδυναμία καθορισμού της συναλλακτικής αξίας, λόγω της αρνήσεως της GE Healthcare να παράσχει το σύνολο των πληροφοριακών στοιχείων που αφορούν την κατανομή του κύκλου εργασιών της για τις οικείες φορολογικές χρήσεις, εμποδίζει το κεντρικό τελωνείο του Ντύσσελντορφ να προσαυξήσει τη δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων που φέρουν το προστατευόμενο σήμα με βάση τα στοιχεία που διαθέτει για τη φορολογική χρήση 2009.
84.
Κατόπιν αυτών των διευκρινίσεων, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι δεν αμφισβητείται ότι η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων πρέπει, κατά προτεραιότητα, να καθορίζεται με βάση τη συναλλακτική αξία που προβλέπεται στο άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα. Αν δεν μπορεί να καθορισθεί δυνάμει αυτού του άρθρου, η τελωνειακή εκτίμηση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του κώδικα. Στην περίπτωση που η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων δεν μπορεί να καθοριστεί ούτε βάσει του τελευταίου αυτού άρθρου, η τελωνειακή εκτίμηση διενεργείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 31 του τελωνειακού κώδικα. Οι τρεις αυτές διατάξεις συνδέονται, επομένως, μεταξύ τους με σχέση επικουρικότητας ( 21 ).
85.
Ως επικουρική μέθοδος, το άρθρο 31, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα καθιστά δυνατό τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων «με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία εντός της Κοινότητας, με εύλογο τρόπο συμβιβαζόμενο με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις», μεταξύ άλλων, «των διατάξεων του […] κεφαλαίου [3 του κώδικα αυτού, σχετικού με τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων]».
86.
Η παραπομπή αυτή στις διατάξεις του κεφαλαίου 3 του τελωνειακού κώδικα συνεπάγεται ότι οι αρχές και οι γενικές διατάξεις του κεφαλαίου αυτού, μέρος του οποίου αποτελεί το άρθρο 32 του εν λόγω κώδικα, έχουν εφαρμογή ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η δασμολογητέα αξία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
87.
Επομένως, στο πλαίσιο της διατάξεως αυτής, οι μέθοδοι εκτιμήσεως της δασμολογητέας αξίας θα πρέπει να εφαρμόζονται με μια «εύλογη ελαστικότητα», τηρουμένων, μεταξύ άλλων, των αρχών που διέπουν τον καθορισμό αυτής της αξίας ( 22 ).
88.
Η παραπομπή αυτή στις αρχές του κεφαλαίου 3 του τελωνειακού κώδικα σημαίνει, αφενός, ότι η τελωνειακή εκτίμηση αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών δασμολογητέων αξιών ( 23 ), πράγμα εξάλλου που υπενθυμίζει το άρθρο 31, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, του τελωνειακού κώδικα.
89.
Υπό το πρίσμα αυτό, είναι επομένως δυνατό, κατά την άποψή μου, όπως και κατά το αιτούν δικαστήριο, να γίνει χρήση, κατ’ αναλογίαν, της κατανομής που προβλέπεται στο άρθρο 158, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, κατά το οποίο, αν «τα [τέλη] ή τα δικαιώματα αδείας αφορούν εν μέρει τα εισαγόμενα προϊόντα και εν μέρει […] σε δραστηριότητες ή υπηρεσίες μετά την εισαγωγή, δεν γίνεται κατάλληλη κατανομή παρά μόνο με βάση αντικειμενικά και μετρήσιμα στοιχεία». Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, σε αυτό εναπόκειται να εξακριβώσει αν υφίστανται «αντικειμενικά και μετρήσιμα στοιχεία» με βάση τα οποία είναι δυνατή η διενέργεια κατανομής ανάλογης με αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 158, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής.
90.
Αφετέρου, και συνακόλουθα, ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα πρέπει επίσης να γίνεται σε συμμόρφωση με την αρχή κατά την οποία η αξία αυτή πρέπει να αντανακλά την πραγματική αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που τα απαρτίζουν και έχουν οικονομική αξία.
91.
Στην περίπτωση κατά την οποία μια επιχείρηση δεν παρέχει ή διαβιβάζει ελλιπώς στις τελωνειακές αρχές ενός κράτους μέλους τα πληροφοριακά στοιχεία που αφορούν μία ή περισσότερες φορολογικές χρήσεις και τα οποία είναι αναγκαία για τον καθορισμό της συναλλακτικής αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων που φέρουν ένα προστατευόμενο σήμα, οι αρχές αυτές εγκύρως μπορούν, υπό τον έλεγχο των εθνικών δικαστηρίων, να κάνουν χρήση της μεθόδου που προβλέπεται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα και να λαμβάνουν υπόψη τα διαθέσιμα εντός της Κοινότητας στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή τους, ιδίως δε αυτά που αφορούν άλλες φορολογικές χρήσεις της οικείας επιχειρήσεως. Τα τελευταία αυτά στοιχεία μπορούν, κατ’ αρχήν, να θεωρηθούν ως «αντικειμενικά και μετρήσιμα» κατά την έννοια του άρθρου 158, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής και, επομένως, να καταστήσουν δυνατή την πραγματοποίηση της κατάλληλης κατανομής στην οποία αναφέρεται το άρθρο αυτό. Όπως ορθώς υποστήριξαν η Επιτροπή και η Γερμανική Κυβέρνηση, διαφορετική κρίση θα επέτρεπε σε έναν επιχειρηματία να απολαύει αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος, αντλώντας όφελος από την άρνησή του να διαβιβάσει το σύνολο των απαιτούμενων πληροφοριακών στοιχείων τα οποία θα καθιστούσαν δυνατή την ορθή εκτίμηση της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων.
92.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι η προσαρμογή που προβλέπεται στο άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα και η κατάλληλη κατανομή με βάση αντικειμενικά και μετρήσιμα στοιχεία, που προβλέπεται στο άρθρο 158, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, μεταξύ, αφενός, των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος που έχουν σχέση με τα εισαγόμενα εμπορεύματα και, αφετέρου, αυτών που αφορούν παροχές υπηρεσιών μετά την εισαγωγή μπορούν να πραγματοποιούνται στην περίπτωση κατά την οποία η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων μπορεί να καθορισθεί όχι με βάση την κατά το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα συναλλακτική αξία, αλλά μόνο με βάση την επικουρική μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού.
IV – Πρόταση
93.
Υπό το πρίσμα του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στην υποβληθείσα από το Finanzgericht Düsseldorf (φορολογικό δικαστήριο του Ντύσσελντορφ, Γερμανία) αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ως εξής:
1)
Το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί το ύψος των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος να καθορίζεται ήδη κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, προκειμένου να μπορεί να έχει εφαρμογή η προσαρμογή, που προβλέπεται από αυτό το άρθρο, της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων που φέρουν το εν λόγω σήμα.
2)
Το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2913/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1791/2006, έχει την έννοια ότι δέχεται ότι τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας χρήσεως σήματος είναι «σχετικά» με τα εισαγόμενα εμπορεύματα που φέρουν το εν λόγω σήμα, κατά την έννοια αυτού του άρθρου και του άρθρου 157, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1792/2006, της Επιτροπής, της 23ης Οκτωβρίου 2006, ακόμη και αν τα τέλη ή τα δικαιώματα αυτά αδείας χρήσεως αφορούν μόνον εν μέρει τα εισαγόμενα προϊόντα.
3)
Το άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2913/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1791/2006, καθώς και τα άρθρα 159 και 160 του κανονισμού 2454/93, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1792/2006, έχουν την έννοια ότι η πληρωμή των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος μπορεί να αποτελεί «όρο για την πώληση» των εισαγομένων εμπορευμάτων, όταν, εντός ενός και του αυτού ομίλου εταιριών, η επιχείρηση υπέρ της οποίας καταβάλλονται τα τέλη αυτά ή τα δικαιώματα αυτά αδείας χρήσεως σήματος σχετίζεται τόσο με τον πωλητή όσο και με τον αγοραστή των εν λόγω εμπορευμάτων και ο δεύτερος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει τα τέλη ή τα δικαιώματα αδείας χρήσεως σήματος μετά από αίτημα του πωλητή ή της σχετιζόμενης με αυτόν επιχειρήσεως, χωρίς να μπορεί να προμηθευθεί από άλλον μη σχετιζόμενο με τον πωλητή προμηθευτή. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές στην υπόθεση της κύριας δίκης.
4)
Η προσαρμογή που προβλέπεται στο άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2913/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1791/2006, και η κατάλληλη κατανομή με βάση αντικειμενικά και μετρήσιμα στοιχεία, που προβλέπεται στο άρθρο 158, παράγραφος 3, του κανονισμού 2454/93, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1792/2006, μεταξύ, αφενός, των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος που έχουν σχέση με τα εισαγόμενα εμπορεύματα και, αφετέρου, αυτών που αφορούν παροχές υπηρεσιών μετά την εισαγωγή μπορούν να πραγματοποιούνται στην περίπτωση κατά την οποία η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων μπορεί να καθορισθεί όχι με βάση την κατά το άρθρο 29 του κανονισμού 2913/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1791/2006, συναλλακτική αξία, αλλά μόνο με βάση την επικουρική μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1791/2006.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 1992, L 302, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ 2006, L 363, σ. 1.
( 4 ) Σημειωτέον ότι ο τελωνειακός κώδικας, κατά τον κανονισμό 2913/92, αποτέλεσε κατ’ αρχάς το αντικείμενο ενός «εκσυγχρονισμού» [κανονισμός (ΕΚ) 450/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (εκσυγχρονισμένος τελωνειακός κώδικας) (ΕΕ 2008, L 145, σ. 1)], κατόπιν δε αντικαταστάθηκε, από την 1η Μαΐου 2016, με τον τελωνειακό κώδικα της Ευρωπαϊκής Ένωσης [κανονισμός (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, περί θεσπίσεως του τελωνειακού κώδικα της Ένωσης (ΕΕ 2013, L 269,σ. 1)].
( 5 ) ΕΕ 1993, L 253, σ. 1.
( 6 ) ΕΕ 2006, L 362, σ. 1.
( 7 ) Σημειωτέον ότι ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε από την 1η Μαΐου 2016 με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2016/481 της Επιτροπής της 1ης Απριλίου 2016 (ΕΕ 2016, L 87, σ. 24).
( 8 ) Κατά το παράρτημα της συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως, πρόκειται για ένα εικονιστικό σήμα GE, συνοδευόμενο με τα διαφημιστικά μηνύματα «We Bring Good Things to Life» και «Imagination at Work».
( 9 ) Βλ. υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Νοεμβρίου 2003, Kyocera (C‑152/01, EU:C:2003:623, σκέψη 35), της 16ης Νοεμβρίου 2006, Compaq Computer International Corporation (C‑306/04, EU:C:2006:716, σκέψη 30), της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Χριστοδούλου κ.λπ. (C‑116/12, EU:C:2013:825, σκέψη 36), και της 16ης Ιουνίου 2016, EURO 2004. Hungary (C‑291/15, EU:C:2016:455, σκέψη 23).
( 10 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 2006, Compaq Computer International Corporation (C‑306/04, EU:C:2006:716, σκέψη 30), της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Χριστοδούλου κ.λπ. (C‑116/12, EU:C:2013:825, σκέψη 40) και της 16ης Ιουνίου 2016, EURO 2004. Hungary (C‑291/15, EU:C:2016:455, σκέψη 26).
( 11 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 2006, Compaq Computer International Corporation (C‑306/04, EU:C:2006:716, σκέψη 19), της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Χριστοδούλου κ.λπ. (C‑116/12, EU:C:2013:825, σκέψεις 38, 44 και 50), της 21ης Ιανουαρίου 2016, Valsts ieņēmumu dienests (C‑430/14, EU:C:2016:43, σκέψη 15), και της 16ης Ιουνίου 2016, EURO 2004. Hungary (C‑291/15, EU:C:2016:455, σκέψη 24).
( 12 ) Το ζήτημα αν δικαιολογημένα η GE Healthcare δεν περιέλαβε αρχικώς αυτά τα τέλη και δικαιώματα αδείας χρήσεως στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων που είχε εισαγάγει εξαρτάται από το αν πληρούνται ή όχι οι άλλες προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα.
( 13 ) Σε κάθε περίπτωση, υπενθυμίζω ότι η επιτροπή τελωνειακού κώδικα δημιουργήθηκε με σκοπό την εξασφάλιση μιας στενής και αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής σε αυτόν τον τομέα. Κατά το άρθρο 249 του τελωνειακού κώδικα, η επιτροπή αυτή μπορεί να εξετάζει κάθε ζήτημα σχετικό με την τελωνειακή νομοθεσία που της υποβάλλει ο πρόεδρός της, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήσεως αντιπροσώπου κράτους μέλους. Οι γνώμες ή τα συμπεράσματα της επιτροπής τελωνειακού κώδικα δεν έχουν νομικώς δεσμευτική ισχύ, αλλά αποτελούν σημαντικά μέσα για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών και δύνανται, ως τέτοιου είδους, να θεωρηθούν ως έγκυρα για την ερμηνεία του εν λόγω κώδικα μέσα [βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 11ης Μαΐου 2006, Friesland Coberco Dairy Foods (C‑11/05, EU:C:2006:312, σκέψεις 39 και 40), της 22ας Μαΐου 2008, Ecco Sko (C‑165/07, EU:C:2008:302, σκέψη 47), καθώς και της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Humeau Beaupréau (C‑2/13, EU:C:2014:48, σκέψη 51)].
( 14 ) Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως, είναι προφανές ότι η υιοθέτηση αυτού του τρόπου υπολογισμού των τελών ή των δικαιωμάτων αδείας χρήσεως σήματος σε συνάρτηση με το κέρδος που αποφέρει η πώληση των εισαγομένων εμπορευμάτων σκοπό έχει να εξασφαλίσει μια ισορροπημένη κατανομή των κινδύνων μεταξύ του δικαιούχου και του λήπτη της άδειας χρήσεως, δεδομένου ότι ο δεύτερος δεν θα πρέπει να φέρει τον κίνδυνο να οφείλει να προκαταβάλει τέλη ή δικαιώματα σε συνάρτηση με την τιμή αγοράς των προϊόντων ή τον αριθμό αγοραζομένων μονάδων προϊόντος, χωρίς να γνωρίζει αν θα έχει κέρδη από την πώληση των προϊόντων που καλύπτονται από την άδεια. Γι’ αυτόν τον λόγο επίσης, στο πλαίσιο της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως, τα εισαγόμενα προϊόντα που καλύπτονται από την άδεια, τα οποία χρησιμοποιούνται ιδίως ως υποδείγματα προϊόντων, χάριν ελέγχων ή για μη εμπορικούς σκοπούς, εξαιρούνται από την πληρωμή τελών ή δικαιωμάτων αδείας χρήσεως.
( 15 ) Βλ. υποσημείωση 13 των παρουσών προτάσεων.
( 16 ) Βλ. επίσης το σημείο 1 του σχόλιου 11 της επιτροπής τελωνειακού κώδικα (τμήμα της δασμολογητέας αξίας) για την εφαρμογή του άρθρου 32, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα σε σχέση με την καταβολή τελών και δικαιωμάτων αδείας σε τρίτον σύμφωνα με το άρθρο 160 του κανονισμού 2454/93.
( 17 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 18 ) Η γερμανική απόδοση του άρθρου 160 του κανονισμού εφαρμογής έχει ως εξής: «Zahlt der Käufer eine Lizenzgebühr an einen Dritten, so gelten die Voraussetzungen des Artikels 157 Absatz 2 nur dann als erfüllt, wenn der Verkäufer oder eine mit diesem verbundene Person die Zahlung an diese dritte Person vom Käufer verlangt» (η υπογράμμιση δική μου).
( 19 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2012, Kurcums Metal (C‑558/11, EU:C:2012:721, σκέψη 48), και της 9ης Απριλίου 2014, GSV (C‑74/13, EU:C:2014:243, σκέψη 27).
( 20 ) Βλ., μεταξύ άλλων, εκτός από την απόδοση στη γαλλική γλώσσα, τις αποδόσεις του άρθρου 160 του κανονισμού εφαρμογής στην ισπανική γλώσσα «[…], vendedor, o una persona vinculada al mismo, pide al comprador que efectúe dicho pago», στην αγγλική γλώσσα «When the buyer pays royalties or licence fees to a third party, the conditions provided for in Article 157 (2) shall not be considered as met unless the seller or a person related to him requires the buyer to make that payment», στην ιταλική γλώσσα «[…] se il venditore o una persona ad esso legata chiede all’acquirente di effettuare tale pagamento», στην πορτογαλική γλώσσα «[…] vendedor o uma persoa a este vinculada pedir ao comprador para efectuar esse pagamento» και στη φινλανδική γλώσσα «myyjä tai myyjään etuyhteydessä oleva henkilö pyytää ostajaa suosittamaan tämään maskun».
( 21 ) Βλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Χριστοδούλου κ.λπ. (C‑116/12, EU:C:2013:825, σκέψεις 41 έως 43), και της 16ης Ιουνίου 2016, EURO 2004. Hungary (C‑291/15, EU:C:2016:455, σκέψεις 27 έως 29).
( 22 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Carboni e derivati (C‑263/06, EU:C:2008:128, σκέψεις 60 και 61).
( 23 ) Βλ. μεταξύ άλλων, υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Carboni e derivati (C‑263/06, EU:C:2008:128, σκέψη 60).
Full & Egal Universal Law Academy