ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MICHAL BOBEK
της 22ας Ιουνίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑177/15
Nelsons GmbH
κατά
Ayonnax Nutripharm GmbH
Bachblütentreff Ltd
[αίτηση του Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό δικαστήριο, Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Δημόσια υγεία — Ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας, οι οποίοι διατυπώνονται στα τρόφιμα — Έννοια της φράσεως “ποτά με περιεκτικότητα σε αιθανόλη άνω του 1,2 % κατ’ όγκο” — Συμπερίληψη σε αυτά υγρών υπό τη μορφή σπρέι ή σταγόνων, τα οποία περιέχουν αιθανόλη άνω του 27 % κατ’ όγκο — Υποχρέωση υποβολής επιστημονικών στοιχείων — Μεταβατικό καθεστώς για ήδη υφιστάμενα εμπορικά σήματα»
I – Εισαγωγή
1.
Η εταιρία Nelsons GmbH (στο εξής: Nelsons ή αναιρεσείουσα) διαθέτει στη γερμανική αγορά ανθοϊάματα του Bach. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα προϊόντα υπό την εμπορική ονομασία «RESCUE», τα οποία πωλούνται σε συσκευασίες χωρητικότητας 10 ή 20 ml είτε σε σταγονομετρικά φιαλίδια είτε υπό τη μορφή σπρέι (στο εξής: προϊόντα RESCUE). Τα προϊόντα RESCUE έχουν περιεκτικότητα σε αιθανόλη 27 % κατ’ όγκο.
2.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1924/2006 ( 2 ) θεσπίζει συγκεκριμένους κανόνες σχετικά με ισχυρισμούς επί θεμάτων διατροφής και υγείας, οι οποίοι γίνονται σε σχέση με τρόφιμα. Μεταξύ αυτών των κανόνων συγκαταλέγεται η γενική απαγόρευση να διατυπώνονται ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας ως προς τα «ποτά» με περιεκτικότητα σε αιθανόλη άνω του 1,2 % κατ’ όγκο.
3.
Είναι τα προϊόντα RESCUE της Nelsons «ποτά» κατά την έννοια του κανονισμού 1924/2006; Εάν γίνει δεκτό ότι είναι, η υψηλή τους περιεκτικότητα σε αιθανόλη θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να σημαίνει ότι απαγορεύεται, ως προς αυτά, η διατύπωση οποιουδήποτε ισχυρισμού επί θεμάτων υγείας. Εάν θεωρηθεί ότι δεν είναι, ποια αποδεικτικά στοιχεία (εάν υπάρχουν κάποια) πρέπει να υποβληθούν προκειμένου να τεκμηριωθούν τέτοιου είδους ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας; Τέλος, μπορούν τα προϊόντα RESCUE να εξαιρεθούν από την εφαρμογή των κανόνων του κανονισμού 1924/2006 επειδή διατίθενται επί μακρόν στη γερμανική αγορά; Αυτά είναι τα ερωτήματα που εγείρει το εθνικό δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Δίκαιο της Ένωσης
1. Κανονισμός 1924/2006
4.
Ο κανονισμός 1924/2006 ορίζει υπό ποιες προϋποθέσεις επιτρέπονται ισχυρισμοί επί θεμάτων διατροφής και υγείας για τα «τρόφιμα» ( 3 ) που πωλούνται στην Ένωση.
5.
Κατά τον κανονισμό 1924/2006, η διατύπωση ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας πρέπει, γενικότερα, να επιτρέπεται μόνον κατόπιν επιστημονικής τεκμηριώσεως (αιτιολογική σκέψη 23).
6.
Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, προβλέπει ότι:
«Εμπορικό σήμα, εμπορική ονομασία ή άλλη προσελκυστική ονομασία, που εμφανίζεται στην επισήμανση, την παρουσίαση ή τη διαφήμιση τροφίμου και μπορεί να εκλαμβάνεται ως ισχυρισμός επί θεμάτων διατροφής ή υγείας δύναται να χρησιμοποιείται χωρίς να υπόκειται στις διαδικασίες έγκρισης του παρόντος κανονισμού, εφόσον συνοδεύεται κατά την επισήμανση, παρουσίαση ή διαφήμισή του, από σχετικό ισχυρισμό επί θεμάτων διατροφής ή υγείας ο οποίος είναι σύμφωνος προς τον παρόντα κανονισμό.»
7.
Στο άρθρο 2, παράγραφος 2, οι έννοιες «ισχυρισμός» και «ισχυρισμός επί θεμάτων υγείας» ορίζονται ως εξής:
«1. “ισχυρισμός”: κάθε μήνυμα ή απεικόνιση, η οποία δεν είναι υποχρεωτική σύμφωνα με την κοινοτική ή εθνική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης τυχόν εικαστικής, γραφικής ή συμβολικής απεικόνισης, υπό οποιαδήποτε μορφή, η οποία δηλώνει, υπονοεί ή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το τρόφιμο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά·
[…]
5. “ισχυρισμός επί θεμάτων υγείας”: κάθε ισχυρισμός που δηλώνει, υπονοεί ή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει σχέση μεταξύ κατηγορίας τροφίμων, τροφίμου ή συστατικού του και της υγείας.»
8.
Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του ως άνω κανονισμού ορίζει ότι:
«Τα ποτά με περιεκτικότητα σε αιθανόλη άνω του 1,2 % κατ’ όγκο δεν φέρουν ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας.»
9.
Ο κανονισμός 1924/2006 δεν περιέχει ορισμό του «ποτού». Ωστόσο, κατά την αιτιολογική σκέψη 13, τα «συμπληρώματα διατροφής», όπως ορίζονται στην οδηγία 2002/46/ΕΚ ( 4 ), δεν θεωρούνται «ποτά» όταν παρουσιάζονται σε υγρή μορφή και περιέχουν άνω του 1,2 % κατ’ όγκο αιθανόλη.
10.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, προβλέπει ότι η χρήση ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας επιτρέπεται μόνον εάν:
«η παρουσία, η απουσία ή η μειωμένη περιεκτικότητα, σε τρόφιμο ή κατηγορία τροφίμων, της θρεπτικής ή άλλης ουσίας για την οποία γίνεται ο ισχυρισμός έχει αποδεδειγμένα ευεργετικό θρεπτικό ή φυσιολογικό αποτέλεσμα, σύμφωνα με γενικώς αποδεκτά επιστημονικά στοιχεία.»
11.
Στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ έως δʹ, επισημαίνεται ακόμη ότι η σχετική «θρεπτική ή άλλη ουσία» για την οποία γίνεται ο ισχυρισμός πρέπει όντως να περιέχεται στο τρόφιμο σε σημαντική ποσότητα και σε μορφή που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον οργανισμό.
12.
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, ορίζει επιπλέον ότι:
«Οι ισχυρισμοί επί θεμάτων διατροφής και υγείας βασίζονται και τεκμηριώνονται από γενικώς αποδεκτά επιστημονικά στοιχεία.»
13.
Το άρθρο 10 θέτει τις ειδικές προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει επίσης να πληρούν οι ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας, και έχει ως εξής:
«1. Οι ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας απαγορεύονται, εκτός εάν συνάδουν προς τις γενικές απαιτήσεις του Κεφαλαίου ΙΙ και τις ειδικές απαιτήσεις του παρόντος Κεφαλαίου και έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και περιλαμβάνονται στους καταλόγους εγκεκριμένων ισχυρισμών που προβλέπονται στα άρθρα 13 και 14.
[…]
3. Η μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων, ευεργετικών αποτελεσμάτων της θρεπτικής ουσίας ή του τροφίμου στο σύνολο της υγείας ή στην ευεξία ως αποτέλεσμα καλής υγείας είναι δυνατή μόνον εάν συνοδεύεται από συγκεκριμένο ισχυρισμό επί θεμάτων υγείας, ο οποίος περιλαμβάνεται στους καταλόγους των άρθρων 13 ή 14.»
14.
Κατά το άρθρο 13, η Επιτροπή οφείλει να καταρτίζει καταλόγους με τους επιτρεπόμενους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας ( 5 ). Ο κατάλογος των επιτρεπόμενων ισχυρισμών βάσει του άρθρου 13 καταρτίστηκε αρχικώς ως παράρτημα στον κανονισμό 432/2012/ΕΕ ( 6 ) και, έκτοτε, έχει ενημερωθεί αρκετές φορές.
15.
Το άρθρο 14 έχει εφαρμογή σε συγκεκριμένα είδη ισχυρισμών ( 7 ). Προβλέπει τη δημιουργία καταλόγου ισχυρισμών κατόπιν αιτήσεως η οποία υποβάλλεται βάσει των διαδικασιών των άρθρων 15 έως 17 και του άρθρου 19. Ο κατάλογος των επιτρεπόμενων ισχυρισμών δυνάμει του άρθρου 14 καταρτίστηκε αρχικώς ως παράρτημα στον κανονισμό (ΕΚ) 983/2009 ( 8 ) και, έκτοτε, έχει ενημερωθεί αρκετές φορές.
16.
Το άρθρο 28, παράγραφος 2, προβλέπει τα ακόλουθα μεταβατικά μέτρα:
«Τα προϊόντα που φέρουν εμπορικά σήματα ή εμπορικές ονομασίες που υπήρχαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005 και δεν είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό μπορούν να διατίθενται στην αγορά μέχρι τις 19 Ιανουαρίου 2022, χρονικό σημείο μετά το οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού.»
2. Κανονισμός (ΕΚ) 110/2008 ( 9 )
17.
Κατά τον ορισμό στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 110/2008, τα «αλκοολούχα ποτά» είναι «αλκοολικά ποτά» με ορισμένα χαρακτηριστικά. Το άρθρο 9 προβλέπει ότι αλκοολούχα ποτά τα οποία δεν έχουν ειδική χαρακτηριστική ονομασία (όπως για παράδειγμα, το μπράντι, το ουίσκι, κ.λπ.) πρέπει να φέρουν την επισήμανση «αλκοολούχα ποτά».
III – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα
Α – Τα προϊόντα RESCUE της αναιρεσείουσας
18.
Η Nelsons διαθέτει στην αγορά, μέσω των φαρμακείων στη Γερμανία, ανθοϊάματα του Bach. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα προϊόντα RESCUE τα οποία κυκλοφορούν είτε σε σταγονομετρικά φιαλίδια είτε υπό μορφή σπρέι σε συσκευασίες χωρητικότητας 10 ή 20 ml. Τα προϊόντα αυτά φέρουν τη χαρακτηριστική ονομασία «Spirituose» (αλκοολούχο ποτό) και έχουν περιεκτικότητα αιθανόλης 27 % κατ’ όγκο. Η συνιστώμενη δοσολογία είναι τέσσερις σταγόνες ή δύο ψεκασμοί ημερησίως.
19.
Η Nelsons άρχισε να διαθέτει τα προϊόντα RESCUE στη γερμανική αγορά πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005 ( 10 ). Καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, η σύνθεση των εν λόγω προϊόντων δεν έχει αλλάξει και, ήδη πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005, αυτά πωλούνται υπό το εμπορικό σήμα της Ένωσης «RESCUE».
20.
Αρχικώς, τα προϊόντα RESCUE της Nelsons πωλούνταν ως φάρμακα και το εμπορικό σήμα RESCUE είχε καταχωριστεί για φάρμακα (και όχι για τρόφιμα). Το 2007, η Nelsons καταχώρισε το σημείο «RESCUE» ως σήμα της Ένωσης και για τρόφιμα. Τον Φεβρουάριο του 2008, κατόπιν μιας δίκης στην οποία η Nelsons δεν ήταν διάδικος, το Oberlandesgericht Hamburg (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο του Αμβούργου) διαπίστωσε με απόφασή του ότι παρόμοια ανθοϊάματα του Bach, τα οποία πωλούνταν από ανταγωνίστριες εταιρίες της Nelsons, δεν αποτελούσαν φάρμακα άλλα τρόφιμα ( 11 ). Λόγω αυτής της αποφάσεως του Oberlandesgericht Hamburg (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου του Αμβούργου), η Nelsons ξεκίνησε να διαθέτει στη γερμανική αγορά τα προϊόντα RESCUE ως τρόφιμα.
Υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως
21.
Οι αναιρεσίβλητες της κύριας δίκης —Ayonnax Nutripharma GmbH και Bachblütentreff Ltd (στο εξής: αναιρεσίβλητες)— πωλούν στη Γερμανία δικά τους ανθοϊάματα του Bach, τα οποία είναι ανταγωνιστικά προς τα προϊόντα RESCUE της Nelsons.
22.
Οι αναιρεσίβλητες άσκησαν αγωγή κατά της Nelsons ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων. Στον βαθμό που έχει σημασία για την υπό κρίση υπόθεση, κατηγόρησαν τη Nelsons για αθέμιτο ανταγωνισμό, προβάλλοντας κατά βάση την αιτίαση ότι πωλούσε αλκοολούχα ποτά τα οποία έφεραν ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας. Κατά την άποψή τους, ισχυρισμός επί θεμάτων υγείας είναι ο ίδιος ο όρος «RESCUE», ο οποίος υπονοεί ότι οι καταναλωτές των προϊόντων της Nelsons, κατά κάποιον τρόπο, θα «σωθούν» από τους κινδύνους που εγκυμονεί η κακή κατάσταση της υγείας.
23.
Με την αγωγή τους, οι αναιρεσίβλητες ζήτησαν να απαγορευθεί στη Nelsons να διαθέτει τα προϊόντα της υπό την ονομασία «RESCUE».
24.
Στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, η αγωγή των αναιρεσίβλητων απορρίφθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Ωστόσο, κατ’ έφεση, έγινε δεκτό το αίτημα για απαγόρευση, με την αιτιολογία ότι τα προϊόντα RESCUE ήταν «ποτά» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006. Ως εκ τούτου, δεν επιτρεπόταν να φέρουν ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας.
25.
Στη συνέχεια, κατά της δευτεροβάθμιας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακού δικαστηρίου). Το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό δικαστήριο) έλαβε ως δεδομένο ότι ο όρος «RESCUE» στα φερώνυμα προϊόντα συνιστά πράγματι ισχυρισμό επί θεμάτων υγείας. Ωστόσο, εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των προϊόντων RESCUE ως «ποτών». Επιπλέον, το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό δικαστήριο) διερωτήθηκε πώς θα πρέπει να εφαρμοστούν εν προκειμένω οι διάφορες απαιτήσεις τις οποίες θέτουν τα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού 1924/2006 ως προς την επιστημονική τεκμηρίωση των ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας, εφόσον κριθεί ότι τα οικεία προϊόντα δεν αποτελούν «ποτά». Τέλος, το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό δικαστήριο) διατύπωσε αμφιβολίες και ως προς τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 28 του κανονισμού 1924/2006 και την ενδεχόμενη εφαρμογή τους επί εμπορικού σήματος το οποίο υπήρχε μεν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005, αλλά τα προϊόντα που αφορούσε πωλούνταν, κατά τον χρόνο εκείνο, ως φάρμακα.
26.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το εθνικό δικαστήριο ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Μπορούν τα περιεχόμενα σε σταγονομετρικά φιαλίδια των 10 ή 20 ml υγρά που διατίθενται στα φαρμακεία και υπό μορφή σπρέι και φέρουν την ένδειξη «οινοπνευματώδη ποτά», με περιεκτικότητα σε αιθανόλη 27 % κατ’ όγκο, να χαρακτηριστούν ως ποτά με περιεκτικότητα σε αιθανόλη άνω του 1,2 % κατ’ όγκο, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006, εφόσον η συνιστώμενη δοσολογία που αναγράφεται στις συσκευασίες τους είναι,
α)
τέσσερις σταγόνες του υγρού αραιωμένες σε ένα ποτήρι νερό, που λαμβάνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας, ή, εάν κριθεί απαραίτητο, τέσσερις σταγόνες αδιάλυτες,
β)
δύο ψεκασμοί πάνω στη γλώσσα στην περίπτωση που το υγρό διατίθεται σε σπρέι;
2.
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1 α και β:
Επιβάλλεται η υποβολή αποδεικτικών στοιχείων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, ακόμη και όταν πρόκειται για μνεία γενικών, μη προσδιοριζόμενων, ευεργετικών αποτελεσμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006;
3.
Εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 28, παράγραφος 2, πρώτο σκέλος της περιόδου, του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006, εάν το οικείο προϊόν δεν είχε διατεθεί στην αγορά υπό την εμπορική του ονομασία πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005 ως τρόφιμο, αλλά ως φαρμακευτικό προϊόν;»
27.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Ελληνική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή. Πλην της Ελληνικής Κυβερνήσεως, όλοι οι λοιποί διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη στις 6 Απριλίου 2016.
IV – Ανάλυση
Α – Είναι «ποτά » τα προϊόντα RESCUE;
28.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί ερμηνευτικές διευκρινίσεις ως προς το εάν προϊόντα που έχουν χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά της σειράς RESCUE καλύπτονται από τον όρο «ποτά» όπως χρησιμοποιείται στον κανονισμό 1924/2006.
29.
Κατά την άποψή μου, δεν καλύπτονται.
30.
Ο κανονισμός 1924/2006 δεν περιέχει ορισμό της έννοιας «ποτά». Ωστόσο, στην αιτιολογική σκέψη 13 του εν λόγω κανονισμού, διευκρινίζεται ότι συμπληρώματα διατροφής σε υγρή μορφή, τα οποία περιέχουν αιθανόλη άνω του 1,2 % κατ’ όγκο, δεν θεωρούνται «ποτά» ( 12 ).
31.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 13 ), η σημασία και το περιεχόμενο μιας έννοιας για την οποία δεν παρέχει ορισμό το δίκαιο της Ένωσης ( 14 ), πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου όπου αυτή χρησιμοποιείται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσεται.
32.
Οι ορισμοί των λεξικών για τον όρο «ποτά» είναι, γενικώς, πολύ ευρείς και περιλαμβάνουν οτιδήποτε μπορεί, από θεωρητικής απόψεως, να προσφέρεται για κατάποση, χωρίς να συγκαταλέγεται, από επιστημονικής απόψεως, μεταξύ των στερεών ή των αερίων ( 15 ). Ωστόσο, είναι προφανές ότι στην καθομιλουμένη ο όρος «ποτό» δεν χρησιμοποιείται με τόσο ευρύ τρόπο: για παράδειγμα, το ξύδι είναι ένα υγρό το οποίο μπορεί να προορίζεται για κατάποση αλλά στην καθομιλουμένη είναι μάλλον απίθανο να αναφερθεί ως «ποτό» ή «ρόφημα». Παρομοίως, ένα σπρέι για τον λαιμό μπορεί να περιέχει συμπυκνωμένα σταγονίδια τα οποία ψεκάζονται είτε στη γλώσσα είτε στον ουρανίσκο του ανθρώπινου στόματος και καταπίνονται, αλλά, και πάλι, στο πλαίσιο μιας φυσιολογικής συζητήσεως, ποτέ δεν θα χαρακτηριζόταν ως «ποτό».
33.
Εξάλλου, τόσο η συστηματική όσο και η τελεολογική ερμηνεία του κανονισμού συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι ο όρος «ποτά» στο άρθρο 4, παράγραφος 3, δεν σημαίνει όλα τα υγρά τα οποία είναι πόσιμα, αλλά αναφέρεται μόνο σε εκείνα που προορίζονται για κατάποση σε σημαντικές ποσότητες (ήτοι, παραπάνω από λίγες σταγόνες ή μερικούς ψεκασμούς).
34.
Πρώτον, η απαγόρευση που επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 έχει ως σκοπό να αποτρέψει τις συγκεκριμένες επιβλαβείς συνέπειες τις οποίες έχουν τα οινοπνευματώδη ποτά για την υγεία του ανθρώπου ( 16 ). Όμως, για να εκδηλωθούν αυτές οι επιπτώσεις, η αιθανόλη πρέπει να καταναλώνεται σε μη αμελητέες ποσότητες. Κατά την άποψή μου, στην υπό κρίση υπόθεση, η ελάχιστη ποσότητα του υγρού, σε συνδυασμό με τη μέθοδο καταναλώσεώς του (σταγόνες στο στόμα, ανάμειξη με άλλα υγρά ή ψεκασμός), σημαίνουν ότι, υπό κανονικές συνθήκες, στην περίπτωση των προϊόντων RESCUE της Nelsons ( 17 ) δεν τίθεται καν ζήτημα ως προς τις επιφυλάξεις για την ανθρώπινη υγεία στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006.
35.
Δεύτερον, η αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 1924/2006 διευκρινίζει ότι συμπληρώματα διατροφής σε υγρή μορφή, τα οποία έχουν περιεκτικότητα σε αιθανόλη μεγαλύτερη του 1,2 % κατ’ όγκο, δεν θεωρούνται «ποτά». Η ανακοίνωση της Επιτροπής που απαντά στην κοινή θέση του Συμβουλίου και είναι σύμφωνη με τη διευκρίνιση που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 13, αναφέρει ρητώς ότι ο λόγος υπάρξεως της αιτιολογικής σκέψεως 13 συνίσταται στο ότι «[…] η ποσότητα αιθανόλης που παρέχεται από την κατανάλωση τέτοιου είδους τροφίμων είναι αμελητέα» ( 18 ). Τούτο θα μπορούσε να εκληφθεί υπό την έννοια ότι οι ανησυχίες ως προς τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν για την υγεία του ανθρώπου τα οινοπνευματώδη ποτά και αποτυπώνονται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 δεν αφορούν υγρά τα οποία προορίζονται για κατάποση σε πάρα πολύ μικρές ποσότητες και, ως εκ τούτου, σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι ανεκτή η διατύπωση ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας.
36.
Τρίτον, το παράρτημα XIII του κανονισμού (ΕΕ) 1169/2011 ( 19 ) (του γενικού κανονισμού για την επισήμανση των τροφίμων) ορίζει ότι στα ποτά μπορούν να γίνουν δεκτές μικρότερες συγκεντρώσεις βιταμινών και ανόργανων συστατικών σε σχέση με τα μη ποτά. Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή στις γραπτές της παρατηρήσεις, τούτο σημαίνει ότι τα «ποτά» είναι σύνηθες να καταναλώνονται σε μεγαλύτερες ποσότητες σε σχέση με τα λοιπά τρόφιμα ( 20 ).
37.
Για τους ως άνω λόγους, φρονώ ότι ο όρος «ποτά»δεν καλύπτει προϊόντα με τα χαρακτηριστικά αυτών που περιγράφει το εθνικό δικαστήριο στο ερώτημά του. Υπό το πρίσμα του σκοπού του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 και βάσει μιας εννοιολογικής και συστηματικής ερμηνείας, επιβάλλεται, εν προκειμένω, ο τελεολογικός περιορισμός της ευρείας έννοιας του όρου «ποτά» όπως αυτός παρατίθεται στα λεξικά. Ο εν λόγω όρος πρέπει να περιλαμβάνει μόνον υγρά η περιεκτικότητα των οποίων σε αιθανόλη υπερβαίνει το 1,2 % κατ’ όγκο τα οποία, εάν χρησιμοποιηθούν κατά τον φυσιολογικό και συνήθη τρόπο, μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου.
38.
Επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι, όπως συνάγεται από τη συλλογιστική που αναπτύχθηκε ανωτέρω, η ίδια απάντηση θα πρέπει να δοθεί και στα επιμέρους ερωτήματα α και β του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, τα οποία, αντίστοιχα, αφορούν το ίδιο υγρό υπό τη μορφή σπρέι ή σταγόνων. Πράγματι, όπως συνάγεται από το ίδιο το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, η ουσία του προϊόντος παραμένει η ίδια (υγρό). Το μοναδικό στοιχείο που μεταβάλλεται είναι ο τρόπος με τον οποίον αυτό καταναλώνεται.
39.
Εν είδει τελικής παρατηρήσεως ως προς την έννοια του όρου «ποτά», αρκετοί διάδικοι αναφέρθηκαν στο γεγονός ότι τα προϊόντα RESCUE φέρουν την επισήμανση «αλκοολούχα ποτά».
40.
Είναι πιθανό η επισήμανση αυτή να αποσκοπούσε στην εφαρμογή του κανονισμού 110/2008 (ο οποίος επιτάσσει τα «οινοπνευματώδη ποτά» να επισημαίνονται ως «αλκοολούχα ποτά»).
41.
Τούτο ωστόσο, ουδόλως επηρεάζει το συμπέρασμα στο οποίο έχω καταλήξει. Ακόμη και αν τα προϊόντα RESCUE θεωρηθούν, από τεχνικής απόψεως, «αλκοολούχα ποτά» κατά την έννοια του κανονισμού 110/2008, τούτο επ’ ουδενί συνεπάγεται αυτομάτως τον χαρακτηρισμό τους ως «ποτών» κατά την έννοια του κανονισμού 1924/2006. Τουναντίον, δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες περί του συντονισμού ή χρήσεως κοινών ορισμών μεταξύ των δύο αυτών κανονισμών ( 21 ).
42.
Με αυτά τα δεδομένα κατά νου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο ότι υγρά με χαρακτηριστικά παρόμοια των προϊόντων της κύριας δίκης τα οποία έχουν περιεκτικότητα σε αιθανόλη 27 % κατ’ όγκο, περιγράφονται ως αλκοολούχα ποτά, διατίθενται μέσω φαρμακείων σε σταγονομετρικά φιαλίδια ή υπό τη μορφή σπρέι σε συσκευασίες χωρητικότητας 10 ή 20 ml και, σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσεως που τα συνοδεύουν, προορίζονται για κατανάλωση σε πολύ μικρές ποσότητες υπό τη μορφή σταγόνων ή ψεκασμών, δεν συνιστούν «ποτά» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006.
Πρέπει η μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων να υποστηρίζεται από επιστημονικά στοιχεία;
1. Εισαγωγή
43.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει εάν η μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 θα πρέπει να υποστηρίζεται από επιστημονικά στοιχεία κατά την έννοια των άρθρων 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού.
44.
Για τους λόγους που παρέθεσα ανωτέρω, φρονώ ότι αυτού του είδους οι αναφορές δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύονται από άμεσα επιστημονικά στοιχεία. Ωστόσο, όπως συνάγεται με σαφήνεια από το γράμμα του άρθρου 10, παράγραφος 3, οι αναφορές αυτές πρέπει να συνοδεύονται από «συγκεκριμένους» ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας. Αυτοί οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί θα πρέπει επίσης, με τη σειρά τους, να στηρίζονται σε επιστημονικά στοιχεία κατά την έννοια των άρθρων 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 6, παράγραφος 1. Κατά συνέπεια, η μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων θα πρέπει πάντοτε να στηρίζεται, τουλάχιστον εμμέσως, σε επιστημονικά αποδεικτικά στοιχεία.
2. Πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006
45.
Το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 αναφέρεται σε δύο τύπους δηλώσεων (α) τη «μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων» και (β) τους «συγκεκριμένους ισχυρισμούς υγείας». Πριν απαντήσω στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αναφορικά με τις απαιτήσεις που αφορούν την υποβολή των αποδεικτικών στοιχείων, επιβάλλεται να εξετασθεί το νόημα και το πεδίο εφαρμογής αυτών των δύο εννοιών, οι ορισμοί των οποίων δεν παρατίθενται στον κανονισμό 1924/2006.
46.
Είναι δεδομένο ότι η προσθήκη του επιθετικού προσδιορισμού «συγκεκριμένος», καθιστά την κυριολεκτική έννοια της φράσεως «συγκεκριμένος ισχυρισμός επί θεμάτων υγείας» πιο περιορισμένη σε σχέση με την έννοια του «ισχυρισμού επί θεμάτων υγείας» (η οποία ορίζεται από τον κανονισμό). Η πρώτη ως άνω φράση αναφέρεται σε πιο ακριβείς ισχυρισμούς σχετικά με τις συνέπειες που μπορεί να έχει ένα προϊόν στην υγεία ενός ατόμου. Με άλλα λόγια, οι «συγκεκριμένοι ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας» αποτελούν λογικό υποσύνολο των «ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας».
47.
Αντιθέτως, η «μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων […]» είναι μια πιο ασαφής δήλωση η οποία αφορά τα θετικά αποτελέσματα που μπορεί να έχει ένα προϊόν για την «υγεία» ή την «ευεξία». Η υπόθεση ότι αυτή η «μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων» αποτελεί μορφή «ισχυρισμού επί θεμάτων υγείας» όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, σημείο 5, του κανονισμού, δεν είναι απολύτως προφανής.
48.
Πάντως, μια πιθανή ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 3, θα μπορούσε να είναι ότι η εν λόγω διάταξη θεσπίζει κανόνες που αφορούν τους «ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας» και ότι έχει το ίδιο πεδίο εφαρμογής με το άρθρο 2, παράγραφος 2, σημείο 5, του κανονισμού 1924/2006. Ωστόσο, σε αντίθεση με το άρθρο 2, παράγραφος 2, σημείο 5, το άρθρο 10, παράγραφος 3, διακρίνει μεταξύ δύο διαφορετικών τύπων «ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας», ήτοι, αφενός, τους «γενικούς ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας» (οι οποίοι στον κανονισμό αναφέρονται ως «μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων […]») και, αφετέρου, τους «συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας».
49.
Έτσι, το ακριβές νόημα των εννοιών που παρατίθενται στο άρθρο 10, παράγραφος 3, παραμένει διφορούμενο. Επομένως, κρίνεται αναγκαίο να εξετασθούν τόσο το περιεχόμενο όσο και ο σκοπός της εν λόγω διατάξεως.
50.
Το ιστορικό της εκδόσεως του κανονισμού 1924/2006 είναι διδακτικό. Το άρθρο 10 της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής ( 22 ) καθόριζε συγκεκριμένες προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπονται οι ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας. Αντιθέτως, το άρθρο 11 παρέθετε ένα κατάλογο αρκετών ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας, οι οποίοι δεν επιτρέπονταν. Ειδικότερα, το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, όριζε ότι «Δεν επιτρέπονται οι ακόλουθοι υπαινισσόμενοι ισχυρισμοί για τις υγιεινές ιδιότητες: (α) ισχυρισμοί που κάνουν αναφορά σε γενικά, μη προσδιοριζόμενα οφέλη της θρεπτικής ουσίας ή του τροφίμου για τη συνολική καλή υγεία και την ευεξία […]».
51.
Μετά την πρώτη ανάγνωση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέρριψε αυτή τη συνολική απαγόρευση που επέβαλε το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και τη διέγραψε ( 23 ). Η εν λόγω διαγραφή έγινε δεκτή από το Συμβούλιο στην κοινή του θέση ( 24 ). Προστέθηκε ένα νέο άρθρο 10, παράγραφος 3, υπό τη διατύπωση που επικράτησε στο οριστικό κείμενο. Στην αιτιολογική του έκθεση ( 25 ), το Συμβούλιο σημείωσε ότι συμφωνούσε με την προτεινόμενη από την Επιτροπή απαγόρευση όσον αφορά ορισμένους ισχυρισμούς αλλά επέλεξε να επιτρέψει τους λοιπούς υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αναφερόμενο συναφώς ρητά στο νυν άρθρο 10, παράγραφος 3.
52.
Η Επιτροπή έκανε δεκτή αυτή την τροποποίηση ( 26 ) όπως ακριβώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά τη δεύτερη ανάγνωση ( 27 ).
53.
Εκτιμώ ότι αυτές οι πτυχές του ιστορικού εκδόσεως του εν λόγω κανονισμού ενισχύουν την ερμηνεία που παρατέθηκε ανωτέρω. Έτσι, μολονότι δεν αναφέρεται ρητώς, το άρθρο 10, παράγραφος 3, φαίνεται να αφορά τους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, σημείο 5, του κανονισμού 1924/2006. Συνεπώς, το άρθρο 10, παράγραφος 3, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι διακρίνει μεταξύ, αφενός, α) «γενικών ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας» (οι οποίοι αποκαλούνται «μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων […]») και, αφετέρου, β) «συγκεκριμένων ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας».
54.
Μια πιο εννοιολογική και συστηματική ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 3, συνηγορεί επίσης —ή, τουλάχιστον, δεν αντιβαίνει— στην ίδια διαπίστωση.
55.
Συναφώς, καθίσταται εμφανής ο παραλληλισμός μεταξύ του άρθρου 10, παράγραφος 3 και του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, ορίζει ότι προκειμένου ένα εμπορικό σήμα να μπορεί να εκλαμβάνεται ως ισχυρισμός επί θεμάτων υγείας (ο οποίος δεν υπόκειται στις διαδικασίες εγκρίσεως), θα πρέπει να συνοδεύεται από έναν σχετικό ισχυρισμό επί θεμάτων υγείας (ο οποίος θα πρέπει να είναι σύμφωνος με τον κανονισμό 1924/2006).
56.
Τόσο το άρθρο 10, παράγραφος 3, όσο και το άρθρο 1, παράγραφος 3, έχουν ως αντικείμενό τους πιθανές ανησυχίες ότι ορισμένα είδη ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας λαμβάνουν μια μορφή η οποία ενδέχεται να καταστήσει δυσχερέστερη την πλήρη συμμόρφωση προς τον κανονισμό 1924/2006, δικαιολογώντας την εξαίρεση από (ορισμένες) απαιτήσεις που επιβάλλει ο κανονισμός. Κατά την άποψή μου, ούτε το άρθρο 10, παράγραφος 3, ούτε το άρθρο 1, παράγραφος 3, έχουν ως σκοπό τους τη θέσπιση μιας νέας διαφορετικής κατηγορίας δηλώσεων που θα εμφανίζονται στα προϊόντα, αλλά αντιθέτως, επιδιώκουν την αναγνώριση δύο ξεχωριστών τύπων ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας —τους γενικούς και τους συγκεκριμένους— οι οποίοι χρήζουν διαφορετικής μεταχειρίσεως.
57.
Έτσι, κατ’ εμέ, η φράση «μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων […]» στο άρθρο 10, παράγραφος 3, έχει την έννοια των «γενικών ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας», οι οποίοι διακρίνονται από τους «συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας». Ως εκ τούτου, στην ανάλυσή μου που έπεται και αφορά τις υποχρεώσεις ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία, θα χρησιμοποιήσω αυτή την ορολογία αντί του πιο περιφραστικού «μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων […]».
3. Υποχρεώσεις που αφορούν τα αποδεικτικά στοιχεία ως προς τη μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 3
58.
Το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 επιβάλλει την υποχρέωση οι γενικοί ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας να συνοδεύονται από συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας, οι οποίοι περιλαμβάνονται στους καταλόγους των άρθρων 13 ή 14 του ιδίου κανονισμού.
59.
Από τη διαπίστωση αυτή καθίσταται σαφές ότι οι γενικοί ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας δεν απαιτείται να συμπεριλαμβάνονται στους καταλόγους των άρθρων 13 ή 14. Τούτο, ωστόσο, ουδόλως καταλήγει αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι οι γενικοί ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας εξαιρούνται από όλες τις υπόλοιπες υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κανονισμός (συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα άρθρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ή 6, παράγραφος 1). Τουναντίον, υπάρχουν πολύ ισχυρά επιχειρήματα περί του αντιθέτου, τα οποία στηρίζονται στο ίδιο το άρθρο 10.
60.
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1924/2006 θεσπίζει τον κανόνα κατά τον οποίο οι ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας πρέπει να συμμορφώνονται προς τις γενικές απαιτήσεις που προβλέπει το κεφάλαιο II (στο οποίο περιλαμβάνονται τα άρθρα 5 και 6). Το άρθρο 10, παράγραφος 3, προβλέπει μια εξαίρεση στον κανόνα του άρθρου 10, παράγραφος 1 και, ως εκ τούτου, επιβάλλεται να ερμηνεύεται συσταλτικά. Η επέκταση του άρθρου 10, παράγραφος 3, πέραν της εξαιρέσεως από τις υποχρεώσεις που απαριθμούνται στα άρθρα 13 και 14, απαιτεί ισχυρή αιτιολόγηση ( 28 ).
61.
Για να γίνει αντιληπτό το ακριβές πεδίο εφαρμογής των αποδεικτικών υποχρεώσεων που επιβάλλουν τα άρθρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 6, παράγραφος 1, κρίνεται σκόπιμη η λεπτομερέστερη εξέταση των εν λόγω διατάξεων.
62.
Τι αποκαλύπτει η κυριολεκτική έννοια των άρθρων 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 6, παράγραφος 1, ως προς την εφαρμογή τους στους γενικούς ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας;
63.
Ούτε το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ούτε το άρθρο 6, παράγραφος 1, προβαίνουν σε ρητή διάκριση μεταξύ των επιστημονικών στοιχείων που απαιτούνται, αφενός, για τους γενικούς και, αφετέρου, τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας.
64.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1924/2006 απαιτεί την ύπαρξη γενικώς αποδεκτών επιστημονικών στοιχείων για τα ευεργετικά αποτελέσματα της «θρεπτικής ή άλλης ουσίας για την οποία γίνεται ο ισχυρισμός» ( 29 ). Κατά την άποψή μου, η κυριολεκτική έννοια αυτής της φράσεως είναι ότι πρέπει να υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία τουλάχιστον όσον αφορά τους ισχυρισμούς που συνδέονται με «θρεπτικ[ές] ή άλλ[ες] ουσί[ες]». Δεν καθίσταται ωστόσο σαφές εάν αυτή η απαίτηση ισχύει (ή μπορεί να ισχύει), κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όσον αφορά ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας οι οποίοι αφορούν γενικότερα το προϊόν και δεν συνδέονται με συγκεκριμένες «θρεπτικ[ές] ή άλλ[ες] ουσί[ες]».
65.
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού απαιτεί, γενικότερα, οι ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας να «βασίζονται και [να] τεκμηριώνονται» από γενικώς αποδεκτά επιστημονικά στοιχεία. Η κυριολεκτική έννοια αυτής της φράσεως είναι ότι η εν λόγω διάταξη τυγχάνει εφαρμογής τόσο στους γενικούς όσο και στους συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας. Πάντως, δεν είναι απολύτως σαφές εάν η υποχρέωση υποβολής επιστημονικών στοιχείων πρέπει (ή, έστω, μπορεί) να πληρούται κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο τόσο για τους γενικούς όσο και για τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας.
66.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων, η κυριολεκτική έννοια των άρθρων 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 6, παράγραφος 1, και 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, δεν καταλήγει σε ένα αδιάψευστο συμπέρασμα ως προς το πεδίο εφαρμογής των αποδεικτικών υποχρεώσεων που έχουν εφαρμογή στους γενικούς ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας. Ωστόσο, κατ’ εμέ, οι εν λόγω διατάξεις επ’ ουδενί δημιουργούν μια πλήρη και γενικώς εφαρμοστέα εξαίρεση από την υποχρέωση υποβολής κάποιας, έστω, μορφής επιστημονικών στοιχείων προς στήριξη των γενικών ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας.
67.
Για την αποσαφήνιση του συγκεκριμένου ζητήματος χρήσιμη βοήθεια μπορεί να παράσχει η συστηματική και τελεολογική ερμηνεία. Πρώτον, το σαφές μήνυμα που εκπέμπουν πολλές από τις διατάξεις του κανονισμού 1924/2006 είναι ότι στους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας ελλοχεύει ο κίνδυνος παραπλανήσεως των καταναλωτών και, για τον λόγο αυτό, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να στηρίζονται σε επιστημονικά στοιχεία (βλ., για παράδειγμα, αιτιολογικές σκέψεις 9, 14, 16, 17 και 23). Και πάλι, καμία διάκριση δεν γίνεται μεταξύ γενικών και συγκεκριμένων ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας. Ωστόσο, αυτό το ζήτημα αρχής ουδόλως εμποδίζει να πληρούται η απαίτηση για υποβολή επιστημονικών στοιχείων με διαφορετικούς τρόπους, αφενός, για τους γενικούς και, αφετέρου, για τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας.
68.
Δεύτερον, όπως σημείωσε τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και η Nelsons και η Επιτροπή στις γραπτές τους παρατηρήσεις, υπάρχουν γενικοί ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας οι οποίοι, στην πράξη, είναι υπερβολικά γενικοί για να αξιολογηθούν και, ως εκ τούτου, είναι εγγενώς αδύνατον να αποδειχθούν βάσει επιστημονικών στοιχείων ( 30 ). Επομένως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η επιβολή αποδεικτικής υποχρεώσεως με γενικώς αποδεκτά επιστημονικά στοιχεία ως προς τους γενικούς ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας, ισοδυναμεί με την de facto απαγόρευση διατυπώσεως τέτοιου είδους ισχυρισμών. Τούτο όμως αντιβαίνει στην εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ρητή απόρριψη της συνολικής απαγορεύσεως διατυπώσεως γενικών ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας (βλ. σημείο 51 των παρουσών προτάσεων).
69.
Εντούτοις, είναι επίσης αληθές ότι η πλήρης και γενικώς εφαρμοστέα εξαίρεση από την υποχρέωση υποβολής επιστημονικών στοιχείων για τους γενικούς ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας είναι εξίσου προβληματική. Δεν αντιβαίνει απλώς στο κυριολεκτικό νόημα του κειμένου αλλά και στον σκοπό του κανονισμού που συνίσταται στην προστασία των καταναλωτών και, ιδίως, στην αποτροπή διατυπώσεως παραπλανητικών ισχυρισμών, στους οποίους περιλαμβάνονται και αυτοί που δεν στηρίζονται σε επιστημονικά στοιχεία.
70.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, φρονώ ότι το άρθρο 10, παράγραφος 3, απλώς δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι προβλέπει μια γενική εξαίρεση από την υποχρέωση για υποβολή στοιχείων που επιβάλλουν τα άρθρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 6, παράγραφος 1, του κανονισμού.
71.
Ωστόσο, συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής ότι δεν είναι απαραίτητο να παρέχονται άμεσα επιστημονικά στοιχεία όσον αφορά τους γενικούς ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας. Τουναντίον, αυτού του είδους οι ισχυρισμοί πρέπει να συνοδεύονται από συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας, οι οποίοι στηρίζονται σε τέτοιου είδους στοιχεία. Τούτο, έχει ως αποτέλεσμα να παρέχονται εμμέσως στοιχεία και ως προς τον οικείο γενικό ισχυρισμό.
72.
Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με μια συστηματική ανάγνωση του κανονισμού, ενώ παράλληλα σέβεται τη σαφή βούληση του νομοθέτη, αφενός, να μην επιβάλει ολική απαγόρευση των γενικών ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας αλλά, αφετέρου, να απαιτεί την επιστημονική τους τεκμηρίωση, έστω και εμμέσως.
73.
Τέλος, επισημαίνω ότι η ως άνω ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 3, συνεπάγεται την ύπαρξη ενός συνδέσμου μεταξύ του γενικού ισχυρισμού και του συγκεκριμένου ισχυρισμού που τον συνοδεύει. Η λεπτομερέστερη ανάλυση σχετικά με την ακριβή φύση αυτού του συνδέσμου βαίνει πέραν του πεδίου εφαρμογής των ερωτημάτων που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο και δεν χρήζει λεπτομερούς εξετάσεως στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων. Ωστόσο, βάσει της ανωτέρω συλλογιστικής, η σχέση μεταξύ των γενικών και των συγκεκριμένων ισχυρισμών επί θεμάτων υγείας θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός να είναι συναφή προς τον γενικό ισχυρισμό και ικανά να στηρίξουν εμμέσως και αυτόν ( 31 ).
4. Πρόταση
74.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου ότι η μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 δεν απαιτεί την υποβολή άμεσων επιστημονικών στοιχείων κατά την έννοια των άρθρων 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 6, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού. Ωστόσο, επιτάσσει την υποβολή εμμέσων στοιχείων, υπό τη μορφή γενικώς αποδεκτών επιστημονικών δεδομένων, τα οποία θα στηρίζουν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό που πρέπει να συνοδεύει την αναφορά σε γενικά, μη προσδιοριζόμενα ευεργετικά αποτελέσματα.
75.
Εν κατακλείδι, μολονότι δεν ετέθη ρητώς στο πλαίσιο των ερωτημάτων που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, επισημαίνω ότι η απόφαση περί παραπομπής δέχεται την άποψη ότι η υποχρέωση σύμφωνα με την οποία οι γενικοί ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας πρέπει να συνοδεύονται από συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας τίθεται σε ισχύ μόνο μετά την οριστικοποίηση των καταλόγων των άρθρων 13 ή 14.
76.
Δεν θεωρώ ότι αυτή είναι η ορθή ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 3. Κανένας τέτοιος περιορισμός δεν τίθεται όσον αφορά τη διαχρονική εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Ούτε μπορεί να συναχθεί ένας τέτοιος περιορισμός από τη συστηματική ή την τελεολογική ερμηνεία της οικείας διατάξεως. Ειδικότερα δε, το άρθρο 28 του κανονισμού 1924/2006 προβλέπει ρητώς διάφορα μεταβατικά μέτρα ( 32 ). Σε αυτά δεν περιλαμβάνεται οποιουδήποτε είδους αναστολή των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 10, παράγραφος 3. Γενικότερα, λόγω της ίδιας της φύσεώς τους, οι κατάλογοι των άρθρων 13 και 14 ενδέχεται να εξελίσσονται συνεχώς και να μην καταστούν ουδέποτε οριστικοί ( 33 ). Ως εκ τούτου, φρονώ ότι οι απαιτήσεις που προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 3, μπορούν, ήδη, να εφαρμοστούν πλήρως.
Έχει σημασία η εξαίρεση του άρθρου 28, παράγραφος 2, εάν το οικείο προϊόν διατίθετο στην αγορά ως φάρμακο;
1. Εισαγωγή
77.
Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν η εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 28, παράγραφος 2, απαιτεί το σχετικό προϊόν να διατίθετο στο εμπόριο ως τρόφιμο πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005.
78.
Εν είδει εισαγωγής στο εν λόγω ερώτημα, φρονώ ότι είναι σκόπιμο να υπενθυμίσω ορισμένες πολύ ιδιόμορφες πτυχές της υπό κρίση υποθέσεως.
79.
Τα προϊόντα RESCUE υφίσταντο υπό την ίδια ακριβώς φυσική μορφή και έφεραν το ίδιο εμπορικό σήμα πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005. Αυτό που μεταβλήθηκε είναι ο τρόπος με τον οποίο διατίθενται στην αγορά τα προϊόντα RESCUE και οι κατηγορίες προϊόντων για τις οποίες είναι καταχωρισμένο το οικείο εμπορικό σήμα.
80.
Μέχρι το 2007, τα προϊόντα RESCUE διατίθεντο στην αγορά ως φάρμακα και το εμπορικό τους σήμα είχε καταχωρισθεί για φαρμακευτικά προϊόντα (μεταξύ άλλων). Από το 2007/2008 και έπειτα, τα προϊόντα RESCUE διατίθενται στην αγορά ως τρόφιμα και το εμπορικό τους σήμα είναι καταχωρισμένο για τρόφιμα. Ωστόσο, αυτή η μεταβολή στην προσέγγιση της εμπορικής τους διαθέσεως δεν επήλθε ως αποτέλεσμα κατόπιν μιας μονομερούς αποφάσεως της αναιρεσείουσας. Τουναντίον, επιβλήθηκε από μια δικαστική απόφαση, ήτοι την απόφαση του Oberlandersgericht Hamburg (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου του Αμβούργου), κατά την οποία η προγενέστερη εμπορική προσέγγιση που ακολουθούσε η αναιρεσείουσα ήταν εσφαλμένη. Τα σχετικά προϊόντα δεν έπρεπε να διατίθενται στην αγορά ως φάρμακα αλλά ως τρόφιμα.
81.
Αυτά τα πραγματικά περιστατικά αναδεικνύουν το ζήτημα που εγείρεται με το τρίτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, δηλαδή: ποιοι παράγοντες που υπήρχαν πριν από το 2005 έχουν σημασία για την εφαρμογή της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 28, παράγραφος 2 [τα φυσικά χαρακτηριστικά του προϊόντος; ο νομικός τους χαρακτηρισμός (από τον πωλητή ή από τις αρμόδιες αρχές); η διάθεσή του στην αγορά; κ.λπ.].
2. Ανάλυση
82.
Σύμφωνα με το γράμμα του, το άρθρο 28, παράγραφος 2, εφαρμόζεται σε «προϊόντα» τα οποία φέρουν εμπορικά σήματα (ή εμπορικές ονομασίες) ( 34 ) που «υπήρχαν» πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005 και δεν είναι σύμφωνα με τον κανονισμό 1924/2006.
83.
Από το γράμμα του άρθρου 28, παράγραφος 2, δεν συνάγεται με σαφήνεια τι ακριβώς θα έπρεπε να «υπάρχει» πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005 (το προϊόν, το οικείο εμπορικό σήμα ή τα προϊόντα που έφεραν το σχετικό εμπορικό σήμα). Αυτός καθαυτός ο όρος «υπάρχει» είναι επίσης ασαφής. Δεν φαίνεται να υπονοεί κάποια συγκεκριμένη μορφή εμπορικής διαθέσεως του προϊόντος (ή την μη εμπορική του διάθεση συνολικά).
84.
Πάντως, είναι σαφές ότι, βάσει μιας αμιγώς γραμματικής ερμηνείας, φάρμακα τα οποία διατίθεντο στην αγορά πριν από το 2005 και έφεραν εμπορικά σήματα τα οποία επίσης υπήρχαν πριν από το 2005, εμπίπτουν στην έννοια των «προϊόντ[ων] που φέρουν εμπορικά σήματα ή εμπορικές ονομασίες που υπήρχαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005».
85.
Ακολούθως, το άρθρο 28, παράγραφος 2, ορίζει ότι τα προϊόντα που φέρουν εμπορικά σήματα δεν πρέπει να «είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό». Η φράση «είναι σύμφωνα» χρησιμοποιείται σε ενεστώτα χρόνο. Ως εκ τούτου, από γραμματικής απόψεως, τα «προϊόντα που φέρουν εμπορικά σήματα» δεν απαιτείται να μην ήταν σύμφωνα με τον κανονισμό την 1η Ιανουαρίου 2005, αλλά να μην είναι σύμφωνα με τον κανονισμό κατά την χρονική στιγμή που γίνεται επίκληση της εξαιρέσεως που προβλέπει η οικεία μεταβατική διάταξη. Με βάση αυτά τα δεδομένα, και πάλι το άρθρο 28, παράγραφος 2, μπορεί να έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως αυτή που περιγράφει το εθνικό δικαστήριο με τα ερωτήματα που υπέβαλε, η οποία αφορά προϊόντα τα οποία διατίθεντο στην αγορά ως φάρμακα αλλά πλέον διατίθενται και χαρακτηρίζονται νομικά ως τρόφιμα.
86.
Στις παρατηρήσεις τους, τόσο οι αναιρεσείουσες όσο και η Επιτροπή υποστήριξαν ότι το άρθρο 28, παράγραφος 2, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Το βασικό τους επιχείρημα συνίσταται στο ότι, επί της ουσίας, το άρθρο 28, παράγραφος 2, αφορά τα τρόφιμα. Μόνον τα τρόφιμα μπορούν να φέρουν ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας και, κατά συνέπεια, μπορούν να μην είναι σύμφωνα με τον κανονισμό 1924/2006. Ως εκ τούτου, το άρθρο 28, παράγραφος 2, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα φάρμακα.
87.
Το αδύνατο σημείο αυτής της συλλογιστικής είναι ότι δεν εξετάζει το συγκεκριμένο πρόβλημα στην υπό κρίση υπόθεση, το οποίο συνίσταται στο ότι μεταβλήθηκε η νομική κατηγορία στην οποία υπάγονται τα επίμαχα προϊόντα. Εάν τα προϊόντα RESCUE συνέχιζαν να διατίθενται στην αγορά και να χαρακτηρίζονται νομικώς ως φάρμακα, η εξαίρεση του άρθρου 28, παράγραφος 2, δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής. Όμως, σε μια τέτοια περίπτωση, και ο ίδιος ο κανονισμός θα ήταν, κατ’ αρχήν, άνευ σημασίας.
88.
Για τους λόγους που παρατέθηκαν ανωτέρω, εκτιμώ ότι το γράμμα του άρθρου 28, παράγραφος 2, σαφώς μπορεί να καλύπτει τέτοιου είδους (πολύ ιδιόμορφες) καταστάσεις. Ωστόσο, ο όρος «προϊόντα» στο άρθρο 28, παράγραφος 2, εξετάσθηκε υπό διαφορετικό πρίσμα στην απόφαση του Δικαστηρίου Green‑Swan ( 35 ), στην οποία παραπέμπουν όλοι οι διάδικοι.
α) Απόφαση Green-Swan και η έννοια των «προϊόντων» σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 2
89.
Με την απόφαση Green-Swan, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 1924/2006 «[…] πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αφορά αποκλειστικώς τρόφιμα φέροντα εμπορικό σήμα ή εμπορική ονομασία που πρέπει να θεωρούνται ως ισχυρισμός επί θεμάτων διατροφής ή υγείας κατά την έννοια του κανονισμού αυτού και τα οποία, υπό τη μορφή αυτή, υπήρχαν προ της 1ης Ιανουαρίου 2005» ( 36 ).
90.
Επομένως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι στο πλαίσιο της αποφάσεως Green-Swan, το Δικαστήριο ερμήνευσε τον όρο «προϊόντα» που παρατίθεται στο άρθρο 28, παράγραφος 2, ως «τρόφιμα». Επικαλούμενες αυτήν την απόφαση, οι αναιρεσίβλητες και η Επιτροπή, υποστηρίζουν βασικά ότι ένα προϊόν το οποίο κατά το παρελθόν διατίθετο στην αγορά ως φάρμακο δεν είναι ποτέ δυνατόν να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως που εισάγει το άρθρο 28, παράγραφος 2.
91.
Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη. Το συμπέρασμα ότι ο όρος «προϊόντα» πρέπει να ερμηνεύεται ως «τρόφιμα» δεν είναι και τόσο αυταπόδεικτο και, κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο, στην απόφαση Green-Swan, δεν κατέληξε ρητώς σε αυτό το συμπέρασμα.
92.
Οι μεμονωμένες δηλώσεις στις οποίες προβαίνει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της απαντήσεώς του σε μια αίτηση προδικαστικής αποφάσεως θα πρέπει να ερμηνεύονται με βάση τα συμφραζόμενά τους και σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε υποθέσεως. Η δήλωση την οποία επικαλούνται οι αναιρεσίβλητες και η Επιτροπή και περιέχεται στην απόφαση Green-Swan είναι απλώς μια απομονωμένη δήλωση, διατυπωμένη κατά συγκεκριμένο τρόπο ώστε να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που είχε υποβάλει το εθνικό δικαστήριο. Αναπαράγει την ακριβή διατύπωση του ερωτήματος του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο αναφερόταν σε τρόφιμα και όχι σε προϊόντα. Πάντως, το ζήτημα του κατά πόσον ο όρος «προϊόντα» πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια των «τροφίμων» δεν είχε καθοριστική σημασία στο πλαίσιο της υποθέσεως Green-Swan. Δεν εξετάσθηκε καν λεπτομερώς.
93.
Για τους λόγους αυτούς, η επίκληση της αποφάσεως Green-Swan μπορεί να προσφέρει περιορισμένες μόνον κατευθυντήριες γραμμές στην υπό κρίση υπόθεση.
94.
Γενικότερα, η κυριολεκτική έννοια του όρου «προϊόντα» είναι σαφώς διαφορετική και ευρύτερη από αυτή του «τρόφιμα». Από συστηματικής απόψεως, ο όρος «τρόφιμα» χρησιμοποιείται περισσότερες από 70 φορές στον κανονισμό, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του άρθρου 28. Ο όρος «προϊόντα» εμφανίζεται δύο φορές —μία στην αιτιολογική σκέψη 1 και μία στο άρθρο 28, παράγραφος 2. Επομένως, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης είχε επίγνωση της ορολογικής διακρίσεως την οποία επιθυμούσε να επιβάλει μέσω της διατυπώσεως της εν λόγω διατάξεως, η οποία φαίνεται να παραμένει ίδια σε όλες τις επίσημες γλώσσες. Πράγματι, υπ’ αυτές τις περιστάσεις, απαιτείται η ύπαρξη μιας σημαντικά αναλυτικότερης και πιο επικεντρωμένης δικανικής συλλογιστικής προκειμένου να υποκατασταθεί ο όρος «προϊόντα» από τον όρο «τρόφιμα».
95.
Πάντως, ανεξαρτήτως αυτού, φρονώ ότι ακόμη και αν ο όρος «προϊόντα» στο άρθρο 28, παράγραφος 2, ερμηνευθεί υπό την έννοια των «τροφίμων», τούτο δεν αποκλείει την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως σε υποθέσεις όπως η προκειμένη.
96.
Συναφώς υπογραμμίζω ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά μια πολύ ιδιαίτερη κατάσταση. Τα επίμαχα προϊόντα στην πραγματικότητα είναι τρόφιμα, πλην όμως διατίθεντο στην αγορά ως φάρμακα μέχρι να αποσαφηνισθεί ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός τους δυνάμει μιας αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου. Τούτο συνέβη όχι πολύ αργότερα από την καταληκτική προθεσμία της 1ης Ιανουαρίου 2005 που θέτει η εξαίρεση του άρθρου 28, παράγραφος 2.
97.
Αυτές οι πραγματικές περιστάσεις καθορίζουν τα ειδικά χαρακτηριστικά του εκάστοτε εφαρμοστέου κανονιστικού καθεστώτος. Κατά το δίκαιο της Ένωσης, ο χαρακτηρισμός ενός προϊόντος ως φαρμάκου ή ως τροφίμου έχει πολύ σημαντικές κανονιστικές συνέπειες. Όμως, στην πράξη, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ φαρμάκων και τροφίμων δεν είναι κατ’ ανάγκην πάντοτε ευκρινής και ενδέχεται να διαφοροποιείται με την πάροδο του χρόνου ή μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών ( 37 ). Ως εκ τούτου, στην υπό κρίση υπόθεση, η απλή διαπίστωση ότι στο άρθρο 28, παράγραφος 2, ο όρος «προϊόντα» θα πρέπει να ερμηνεύεται ως «τρόφιμα» δεν παράσχει μια πλήρη λύση. Τουναντίον, θέτει επιτακτικά το ακόλουθο ερώτημα: [να ερμηνεύονται ως] τρόφιμα σε ποια χρονική στιγμή και σύμφωνα με ποιόν;
98.
Τούτο είναι ένα αίνιγμα το οποίο εγείρεται απλώς και μόνο λόγω των πολύ ιδιόμορφων πραγματικών περιστατικών. Τα προϊόντα ενδέχεται να μετακινούνται μεταξύ των νομικών κατηγοριών των φαρμάκων και των τροφίμων, αλλά τούτο θα πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Με άλλα λόγια, το ερώτημα «τρόφιμα σε ποια χρονική στιγμή και σύμφωνα με ποιόν», θα έπρεπε να τίθεται μόνον σε οριακές περιπτώσεις.
99.
Θα επανέλθω σε αυτό το ζήτημα σε επόμενα σημεία των παρουσών προτάσεών μου. Ως επίλογος σε αυτό το τμήμα, αρκεί να προστεθεί ότι ακόμη και αν ο όρος «προϊόντα» ερμηνευθεί ως «τρόφιμα», τούτο από μόνο του δεν αρκεί για να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 28, παράγραφος 2, σε προϊόντα τα οποία, πριν από το 2005, διατίθεντο στην αγορά ως φάρμακα αλλά πλέον έχουν χαρακτηρισθεί και διατίθενται στο εμπόριο ως τρόφιμα (και συνεχίζουν να υφίστανται με την ίδια φυσική μορφή και να φέρουν το ίδιο εμπορικό σήμα).
β) Ευρύτερη εννοιολογική, συστηματική και τελολογική ερμηνεία
100.
Η αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 1924/2006 επιβεβαιώνει ότι ο κανονισμός εφαρμόζεται στα εμπορικά σήματα που μπορούν να ερμηνευθούν ως ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας ( 38 ). Ο κανονισμός περιλαμβάνει δύο ακόμη διατάξεις που αφορούν εμπορικά σήματα. Πρώτον, το άρθρο 1, παράγραφος 3, το οποίο, κατ’ ουσίαν, εξαιρεί από τις απαιτήσεις εγκρίσεως του κανονισμού οποιοδήποτε εμπορικό σήμα μπορεί να εκλαμβάνεται ως ισχυρισμός επί θεμάτων υγείας, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από σχετικό ισχυρισμό ο οποίος είναι εγκεκριμένος. Δεύτερον, την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 28, παράγραφος 2.
101.
Η συνδυαστική ανάγνωση των άρθρων 1, παράγραφος 3 και 28, παράγραφος 2, διασαφηνίζει το πώς πρέπει να εφαρμόζεται ο κανονισμός 1924/2006 στα εμπορικά σήματα. Οι διατάξεις αυτές δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής για τον κανονισμό, η οποία δεν προέβλεπε καμία ειδική μεταχείριση για τα εμπορικά σήματα ( 39 ). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά τη δεύτερη ανάγνωση, πρότεινε να μην περιλαμβάνονται καθόλου τα εμπορικά σήματα στον κανονισμό. Είχε την άποψη ότι η εφαρμογή του κανονισμού στα εμπορικά σήματα θα μπορούσε να προκαλέσει ανασφάλεια δικαίου και να «θέσει σε μειονεκτική θέση τους υφιστάμενους ιδιοκτήτες σημάτων οι οποίοι εν μέρει εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αναγνώριση του σήματος» ( 40 ). Εν τέλει, αυτή η πρόταση περί ολικής απομακρύνσεως απορρίφθηκε και ως τελικό αποτέλεσμα του συμβιβασμού προέκυψαν τα άρθρα 1, παράγραφος 3 και 28, παράγραφος 2.
102.
Από τις παρατηρήσεις αυτές συνάγω τα ακόλουθα γενικά συμπεράσματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 2.
103.
Πρώτον, εμπορικά σήματα τα οποία μπορούν να ερμηνευθούν ως ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας αναγνωρίζεται ρητώς ότι δηλώνουν συγκεκριμένα ζητήματα σύμφωνα με τον κανονισμό 1924/2006, ώστε σε αυτά να μην μπορεί να εφαρμοστεί το ισχύον καθεστώς κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
104.
Δεύτερον, φρονώ ότι οι ως άνω παρατηρήσεις επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση ότι το άρθρο 28, παράγραφος 2, απαιτεί τόσο το προϊόν όσο και το οικείο εμπορικό σήμα να υπήρχαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005 (και όχι να υπήρχε μόνο το προϊόν ή μόνο το εμπορικό σήμα).
105.
Από το ιστορικό εκδόσεως του κανονισμού συνάγεται ότι σκοπός του άρθρου 28, παράγραφος 2, είναι να παρασχεθεί μια κάποια μεταβατική προστασία σε ήδη κατοχυρωμένα εμπορικά σήματα. Εταιρίες οι οποίες έχουν επενδύσει σε ένα εμπορικό σήμα και στηρίζονται σε αυτή τη συσσωρευμένη επένδυση και την εξ αυτής προερχόμενη αναγνώριση του εμπορικού τους σήματος προκειμένου να διαθέσουν τα προϊόντα τους θα αντιμετώπιζαν δυσανάλογες επιπτώσεις εάν ο κανονισμός επέβαλε απαγόρευση χρήσεως του οικείου εμπορικού σήματος εν μία νυκτί.
106.
Τούτο, κατά την άποψή μου, καταδεικνύει πολύ έντονα ότι το άρθρο 28, παράγραφος 2, δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι χορηγεί γενική εξαίρεση στα εμπορικά σήματα που μπορούν να εκληφθούν ως ισχυρισμοί επί θεμάτων υγείας και υπήρχαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005, ανεξάρτητα από τα προϊόντα που φέρουν τα εν λόγω σήματα. Αντιθέτως, το άρθρο 28, παράγραφος 2, παρέχει προστασία στην περίπτωση που ένα συγκεκριμένο προϊόν σε συνδυασμό με το οικείο εμπορικό του σήμα (στο εξής: σχετικός συνδυασμός προϊόντος/σήματος) υπήρχαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005. Σε διαφορετική περίπτωση, ένα εμπορικό σήμα που υπήρχε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο σε εντελώς νέα προϊόντα μετά από την ημερομηνία εκείνη και να συνεχίσει να επωφελείται από την εξαίρεση, ακόμη και αν σε αυτή την περίπτωση δεν συντρέχει καμία εμφανώς δυσανάλογη και άδικη κατάσταση.
107.
Η άποψη αυτή ευθυγραμμίζεται επίσης με την απόφαση Green-Swan, η οποία ορίζει ότι τα τρόφιμα που φέρουν τα σχετικά εμπορικά σήματα θα πρέπει να υπήρχαν «με αυτή τη μορφή» την 1η Ιανουαρίου 2005. Τόσο από το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου στην υπόθεση Green-Swan όσο και από την απάντηση του Δικαστηρίου, καθίσταται σαφές ότι η φράση «με τη μορφή αυτή» αναφέρεται στα τρόφιμα που φέρουν τα σχετικά σήματα (και όχι μόνο στα τρόφιμα ( 41 ) ή μόνο στα εμπορικά σήματα).
108.
Τρίτον, το άρθρο 28, παράγραφος 2, απαιτεί ο σχετικός συνδυασμός προϊόντος/σήματος να «υπήρχε» πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005. Κατ’ εμέ, η κυριολεκτική έννοια του όρου «υπήρχε», υπό τις παρούσες περιστάσεις, είναι ότι ο σχετικός συνδυασμός προϊόντος/σήματος υφίστατο υπό την ίδια φυσική μορφή κατά την ημερομηνία εκείνη. Από κανένα στοιχείο του περιεχομένου, της όλης οικονομίας ή του σκοπού του κανονισμού 1924/2006 δεν δικαιολογείται μια διαφορετική ερμηνεία.
109.
Ιδίως, δεν βρίσκω κανέναν λόγο που να δικαιολογεί την αλλαγή του τρόπου εφαρμογής του άρθρου 28, παράγραφος 2, ανάλογα με τον τρόπο που διατίθετο στην αγορά το προϊόν κατά το παρελθόν ή βάσει ενός προφανώς εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού εκ μέρους του πωλητή.
110.
Τέταρτον, το άρθρο 28, παράγραφος 2, θέτει την προϋπόθεση ότι ο σχετικός συνδυασμός προϊόντος/σήματος «δεν είναι σύμφων[ος]» με τον κανονισμό. Και πάλι, ως προς τον σκοπό της εν λόγω διατάξεως, επιβάλλεται να σημειωθεί ότι αυτός συνίσταται στο να αποτραπεί η δυσανάλογη επίπτωση που θα είχε για τον δικαιούχο του σήματος η εν μία νυκτί αποστέρηση του δικαιώματός του να χρησιμοποιεί το εν λόγω σήμα διότι τούτο δεν είναι σύμφωνο με τον κανονισμό. Στην υπό κρίση υπόθεση, πρόκειται πράγματι για μια περίπτωση υποθετικής μη συμμορφώσεως με τον κανονισμό (εκτιμώ ότι αυτή είναι η βασική επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας). Το εάν αυτή η μη συμμόρφωση προέκυψε ως αποτέλεσμα της μεταβολής του τρόπου εμπορικής διαθέσεως του προϊόντος ή του νέου νομικού χαρακτηρισμού του είναι, κατ’ εμέ, αδιάφορο. Εν προκειμένω, δεν πρόκειται για μια περίπτωση κατά την οποία ένας νέος συνδυασμός προϊόντος/εμπορικού σήματος διατέθηκε στην αγορά κατά παράβαση του κανονισμού. Ο σχετικός συνδυασμός προϊόντος/σήματος διατίθετο στην αγορά για πολλά έτη πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005 υπό την ίδια ακριβώς φυσική μορφή. Κατά την άποψή μου, αυτά ακριβώς τα προϊόντα επιδιώκει να προστατεύσει η μεταβατική εξαίρεση του άρθρου 28, παράγραφος 2.
111.
Τέλος, κατά την ερμηνεία, γενικότερα, του πεδίου εφαρμογής της μεταβατικής εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 28, παράγραφος 2, επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη όχι μόνο το γεγονός ότι οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά αλλά και ότι τα εμπορικά σήματα αποτελούν μια μορφή ιδιοκτησίας ( 42 ). Όπως κατέστη ήδη προφανές από τη νομοθετική διαδικασία που περιγράφηκε ανωτέρω στο σημείο 101 των παρουσών προτάσεων, η ενδεχόμενη απουσία οποιωνδήποτε μεταβατικών διατάξεων θα μπορούσε, υπό ακραίες περιστάσεις, να θεωρηθεί ότι συνιστά μια μορφή απαλλοτριώσεως.
3. Πρόταση
112.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προτείνω η απάντηση που θα δοθεί στο τρίτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου να είναι ότι η διάταξη του άρθρου 28, παράγραφος 2, πρώτο σκέλος της περιόδου, του κανονισμού 1924/2006 εφαρμόζεται στην περίπτωση που το οικείο προϊόν δεν είχε διατεθεί στην αγορά υπό την εμπορική του ονομασία, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005, ως τρόφιμο αλλά ως φαρμακευτικό προϊόν. Σε αυτή την περίπτωση, το άρθρο 28, παράγραφος 2, απαιτεί το οικείο προϊόν να υφίστατο κατά την ημερομηνία εκείνη (α) υπό την ίδια φυσική μορφή και (β) με το ίδιο εμπορικό σήμα.
V – Πρόταση
113.
Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό Δικαστήριο), ως ακολούθως:
Πρώτο ερώτημα
Υγρά με χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά των επίμαχων στην κύρια δίκη προϊόντων, τα οποία έχουν περιεκτικότητα σε αιθανόλη 27 % κατ’ όγκο, περιγράφονται ως οινοπνευματώδη ποτά και διατίθενται στην αγορά μέσω φαρμακείων σε σταγονομετρικά φιαλίδια ή υπό τη μορφή σπρέι σε συσκευασίες χωρητικότητας 10 ή 20 ml και, σύμφωνα με τις οδηγίες που τα συνοδεύουν, προορίζονται για κατανάλωση σε πολύ μικρές ποσότητες υπό τη μορφή σταγόνων ή ψεκασμών, δεν συνιστούν «ποτά» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006.
Δεύτερο ερώτημα
Η μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων ευεργετικών αποτελεσμάτων κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 δεν απαιτεί την υποβολή άμεσων επιστημονικών στοιχείων κατά την έννοια των άρθρων 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 6, παράγραφος 1, του κανονισμού. Ωστόσο, επιτάσσει την υποβολή έμμεσων αποδεικτικών στοιχείων υπό τη μορφή γενικώς αποδεκτών επιστημονικών δεδομένων, τα οποία θα στηρίζουν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό που συνοδεύει την αναφορά σε γενικά, μη προσδιοριζόμενα ευεργετικά αποτελέσματα.
Τρίτο ερώτημα
Η διάταξη του άρθρου 28, παράγραφος 2, πρώτο σκέλος της περιόδου, του κανονισμού 1924/2006 εφαρμόζεται στην περίπτωση που το οικείο προϊόν δεν είχε διατεθεί στην αγορά υπό την εμπορική του ονομασία, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005 ως τρόφιμο, αλλά ως φαρμακευτικό προϊόν. Σε αυτή την περίπτωση, το άρθρο 28, παράγραφος 2, απαιτεί το οικείο προϊόν να υφίστατο κατά την ημερομηνία εκείνη (α) υπό την ίδια φυσική μορφή και (β) με το ίδιο εμπορικό σήμα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τους ισχυρισμούς επί θεμάτων διατροφής και υγείας που διατυπώνονται στα τρόφιμα (ΕΕ 2006, L 404, σ. 9).
( 3 ) Όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ 2002, L 31, σ. 1).
( 4 ) Άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2002/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των συμπληρωμάτων διατροφής (ΕΕ 2002, L 183, σ. 51).
( 5 ) Το άρθρο 13 ισχύει για τους ισχυρισμούς επί θεμάτων υγείας, εξαιρουμένων όσων αφορούν τη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης ασθενείας και την ανάπτυξη και την υγεία των παιδιών. Αυτοί διέπονται από το άρθρο 14.
( 6 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 2012, σχετικά με τη θέσπιση καταλόγου επιτρεπόμενων ισχυρισμών υγείας που διατυπώνονται για τα τρόφιμα, εξαιρουμένων όσων αφορούν τη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης ασθένειας και την ανάπτυξη και υγεία των παιδιών (ΕΕ 2012, L 136, σ. 1).
( 7 ) Στους σχετικούς με τη μείωση του κινδύνου εκδηλώσεως ασθένειας και με την ανάπτυξη και την υγεία των παιδιών.
( 8 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με την έγκριση και την απόρριψη ορισμένων ισχυρισμών υγείας στα τρόφιμα οι οποίοι αφορούν τη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης ασθένειας, καθώς και την ανάπτυξη και την υγεία των παιδιών (ΕΕ 2009, L 277, σ. 3).
( 9 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με τον ορισμό, την περιγραφή, την παρουσίαση, την επισήμανση και την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων των αλκοολούχων ποτών και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1576/89 του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 39, σ.16).
( 10 ) Μια ενδεχομένως σημαντική ημερομηνία υπό το πρίσμα του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 1924/2006 (βλ. σημείο 16 των παρουσών προτάσεων).
( 11 ) Απόφαση του Oberlandesgericht Hamburg (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου του Αμβούργου) (21 Φεβρουαρίου 2008 — 3 U 235/06).
( 12 ) Σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, τα ανθοϊάματα του Bach δεν είναι συμπληρώματα διατροφής όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2002/46.
( 13 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2014, Deckmyn και Vrijheidsfonds (C‑201/13, EU:C:2014:2132, σκέψη 19).
( 14 ) Αποφάσεις της 3ης Απριλίου 2008, Endendijk (C‑187/07, EU:C:2008:197, σκέψη 15), της 27ης Ιανουαρίου 2000, DIR International Film κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑164/98 P, EU:C:2000:48, σκέψη 26), και της 27ης Ιανουαρίου 1988, Δανία κατά Επιτροπής (349/85, EU:C:1988:34, σκέψη 9).
( 15 ) Στην αγγλική γλώσσα «a drink of any type» (λεξικό Cambridge), στη γερμανική γλώσσα «zum Trinken zubereitete Flüssigkeit» (λεξικό Duden), στη γαλλική γλώσσα «tout liquid qui peut être bu» (λεξικό της γαλλικής ακαδημίας), στην τσεχική γλώσσα «tekutina určená k pití, k ukojení žízně» (λεξικό Slovník spisovného jazyka českého).
( 16 ) Βλ. συναφώς, για παράδειγμα, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, Deutsches Weintor (C‑544/10, EU:C:2012:526, σκέψεις 48 επ.).
( 17 ) Το συμπέρασμα αυτό εξάλλου, ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι τα εν λόγω προϊόντα διατίθενται από τα φαρμακεία.
( 18 ) COM(2006) 2 τελικό.
( 19 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1925/2006 και την κατάργηση της οδηγίας 87/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της οδηγίας 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 2002/67/ΕΚ και 2008/5/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 608/2004 της Επιτροπής (ΕΕ 2011, L 304, σ. 18).
( 20 ) Επιπλέον, το παράρτημα XIII αναφέρεται ρητώς σε προϊόντα άλλα από τα ποτά τα οποία μετρούνται σε ml, καθιστώντας σαφές ότι δεν θεωρούνται όλα τα υγρά «ποτά».
( 21 ) Βλ. οδηγία 2002/46: Ο κανονισμός 1924/2006 εφαρμόζεται «με την επιφύλαξη» αυτής της οδηγίας (άρθρο 1, παράγραφος 5, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1924/2006)· βλ., επίσης, ιδίως κανονισμό 178/2002, του οποίου ο ορισμός του «τροφίμου» προστέθηκε στον κανονισμό 1924/2006 (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1924/2006).
( 22 ) Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους ισχυρισμούς για τις θρεπτικές και υγιεινές ιδιότητες που διατυπώνονται για τρόφιμα, COM(2003) 424 τελικό (ΕΕ 2004, C 96, σ. 8), τροποποίηση 42.
( 23 ) Έκθεση επί της προτάσεως κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους ισχυρισμούς για τις θρεπτικές και υγιεινές ιδιότητες που διατυπώνονται για τρόφιμα, A6-0128/2005.
( 24 ) Κοινή θέση (ΕΚ) 3/2006, της 8ης Δεκεμβρίου 2005, που καθορίστηκε από το Συμβούλιο (ΕΕ 2006, C 80 Ε/43), βλ., ιδίως, σ. 3 και 7.
( 25 ) Exposé des motifs du Conseil, 8 Δεκεμβρίου 2005, 2003/0165 (COD), σ. 7.
( 26 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, COM(2006) 2 τελικό, σ. 4.
( 27 ) Σύσταση για δεύτερη ανάγνωση σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου για την έκδοση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους ισχυρισμούς για τις θρεπτικές και υγιεινές ιδιότητες που διατυπώνονται για τρόφιμα, A6-0122/2006.
( 28 ) Τούτο καθίσταται ιδιαιτέρως προφανές εάν αναλογισθούμε τον θεμελιώδη χαρακτήρα ορισμένων από τις λοιπές απαιτήσεις που επιβάλλει το κεφάλαιο II, από τις οποίες ζητείται η εξαίρεση (για παράδειγμα, οι ισχυρισμοί δεν πρέπει να είναι ψευδείς, διφορούμενοι ή παραπλανητικοί ή να ενθαρρύνουν την υπερβολική κατανάλωση ενός τροφίμου). Βλ. άρθρο 3, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1924/2006.
( 29 ) Η υπογράμμιση δική μου. Η ίδια φράση επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ, γʹ και δʹ.
( 30 ) Βλ., επίσης, εκτελεστική απόφαση 2013/63/ΕΕ της Επιτροπής, της 24ης Ιανουαρίου 2013, σχετικά με τη θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών για την εφαρμογή ειδικών όρων για τους ισχυρισμούς υγείας που καθορίζονται στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 22, σ. 25), σ. 28, τελική παράγραφος.
( 31 ) Βλ., επίσης, εκτελεστική απόφαση 2013/63 της Επιτροπής, κατά την οποία ο συγκεκριμένος ισχυρισμός επί θεμάτων υγείας «[…] θα πρέπει να έχει κάποια συνάφεια» με τον γενικό ισχυρισμό· το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, το οποίο είναι ανάλογο προς το άρθρο 10, παράγραφος 3 (βλ. σημείο 55 των παρουσών προτάσεων), ορίζει ότι ο εγκεκριμένος ισχυρισμός επί θεμάτων υγείας πρέπει να είναι «σχετικός» με τον ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στο εμπορικό σήμα.
( 32 ) Σε αυτά περιλαμβάνεται το άρθρο 28, παράγραφος 5, το οποίο προβλέπει μεταβατικά μέτρα μέχρι την έγκριση του καταλόγου του άρθρου 13, παράγραφος 3.
( 33 ) Βλ. επίσης, επί του συγκεκριμένου ζητήματος, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στην υπόθεση Ehrmann (C‑609/12, EU:C:2013:746, σημείο 97).
( 34 ) Για λόγους απλότητας της παρουσιάσεως, εφεξής θα αναφέρομαι μόνο σε εμπορικά σήματα.
( 35 ) Απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013Green‑Swan Pharmaceuticals CR (C‑299/12, EU:C:2013:501).
( 36 ) Στη σκέψη 37.
( 37 ) Η υπό κρίση υπόθεση είναι ένα παράδειγμα αυτής της καταστάσεως. Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1991, Delattre (C‑369/88, EU:C:1991:137, σκέψεις 27 και 29), της 9ης Ιουνίου 2005, HLH Warenvertrieb και Orthica (C‑211/03, C‑299/03 και C‑316/03 έως C‑318/03, EU:C:2005:370, σκέψη 56), της 5ης Μαρτίου 2009, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑88/07, EU:C:2009:123, σκέψη 69).
( 38 ) Αιτιολογική σκέψη 4: «Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης στα εμπορικά σήματα και στις λοιπές εμπορικές ονομασίες που μπορούν να ερμηνευθούν ως ισχυρισμοί επί θεμάτων διατροφής ή υγείας».
( 39 ) COM(2003) 424 τελικό (ΕΕ 2004 C 96, σ. 8).
( 40 ) Έκθεση σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τους ισχυρισμούς για τις θρεπτικές και υγιεινές ιδιότητες που διατυπώνονται για τα τρόφιμα, A6-0128/2005, τροποποίηση 19.
( 41 ) Στην υπόθεση Green Swan, το εθνικό δικαστήριο ρωτούσε, επί της ουσίας, εάν η εξαίρεση του άρθρου 28, παράγραφος 2, τυγχάνει εφαρμογής (α) σε τρόφιμα «με τη μορφή αυτή» ή (β) σε τρόφιμα που φέρουν εμπορικό σήμα «με τη μορφή αυτή».
( 42 ) Άρθρο 17, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης· βλ., γενικότερα, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Coty Germany (C‑580/13, EU:C:2015:485, σκέψη 29)· βλ., επίσης, απόφαση του τμήματος μείζονος συνθέσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 11ης Ιανουαρίου 2007, Anheuser-Busch Inc. κατά Πορτογαλίας (ECLI:CE:ECHR:2007:0111JUD007304901, σκέψεις 66 έως 78), με την οποία επεκτείνεται η παρεχόμενη από το άρθρο 1, του πρωτοκόλλου 1, προστασία ακόμη και στις απλές αιτήσεις για την κατοχύρωση εμπορικού σήματος.
Full & Egal Universal Law Academy