ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 26ης Μαΐου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑195/15
SCI Senior Home, υπό διαδικασία εξυγιάνσεως
κατά
Gemeinde Wedemark,
Hannoversche Volksbank eG
[αίτηση του Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό δικαστήριο, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Διαδικασίες αφερεγγυότητας — Κανονισμός (ΕΚ) 1346/2000 — Άρθρο 5 — Έννοια των εμπράγματων δικαιωμάτων τρίτων — Φόρος ακίνητης περιουσίας — Κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους προβλέπουσα ότι ο φόρος ακίνητης περιουσίας συνιστά δημόσιο βάρος επί των ακινήτων βάσει του οποίου δύναται να επισπευθεί αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του εκάστοτε κυρίου τους»
I – Εισαγωγή
1.
Η υπό εξέταση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υπεβλήθη στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ειδικού εντολοδόχου στη διαδικασία εξυγιάνσεως εταιρίας με έδρα στη Γαλλία και κοινότητας της Γερμανίας ως προς την αναγκαστική εκποίηση ακινήτου κείμενου στη Γερμανία, κυριότητας της εν λόγω εταιρίας, λόγω ανεξόφλητων οφειλών εκ φόρου ακίνητης περιουσίας ( 2 ).
2.
Προκειμένου να απαντήσει στο υποβληθέν από το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) ερώτημα, το Δικαστήριο καλείται να εγκύψει στην κατ’ άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 ( 3 ) έννοια του εμπράγματου δικαιώματος. Ειδικότερα, το Δικαστήριο θα έχει την ευκαιρία να διευκρινίσει αν, εντός του ιδιαίτερου πλαισίου που διαμορφώνεται στην περίπτωση διεπόμενου από το δημόσιο δίκαιο βάρους επί ακινήτου [στο εξής: δημόσιο βάρος], επιβάλλεται η αυστηρότερη οριοθέτηση του βάσει του εθνικού δικαίου χαρακτηρισμού του εν λόγω βάρους ως εμπράγματου δικαιώματος για τους σκοπούς του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000, μέσω κριτηρίων αυτοτελούς χαρακτηρισμού.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
3.
Το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000, το οποίο επιγράφεται «Εμπράγματα δικαιώματα τρίτων», ορίζει:
«1. Η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί πραγμάτων ή ασωμάτων αντικειμένων, κινητών ή ακινήτων (τόσο συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων όσο και περιουσιών, ως συνόλου που κατά καιρούς αλλάζει), ανηκόντων στον οφειλέτη και ευρισκόμενων σε άλλο κράτος μέλος κατά την έναρξη της διαδικασίας.
2. Εμπράγματα δικαιώματα κατά την έννοια της παραγράφου 1 είναι:
α)
το δικαίωμα απευθείας ή μέσω τρίτου διάθεσης περιουσιακού στοιχείου και ικανοποίησης από το τίμημα ή τις προσόδους του, ιδίως δυνάμει ενεχύρου ή υποθήκης·
β)
το αποκλειστικό δικαίωμα είσπραξης μιας απαιτήσεως, και δη το δικαίωμα το οποίο είναι ασφαλισμένο είτε με ενέχυρο, αντικείμενο του οποίου είναι η απαίτηση, είτε με εκχώρηση της απαιτήσεως αυτής·
γ)
το δικαίωμα διεκδίκησης του περιουσιακού στοιχείου εις χείρας οιουδήποτε κατέχοντος ή καρπουμένου αντίθετα προς την επιθυμία του δικαιούχου ή/και επιστροφής του στον διεκδικούντα·
δ)
το εμπράγματο δικαίωμα καρπώσεως περιουσιακού στοιχείου.
3. Εξομοιώνεται προς εμπράγματο δικαίωμα το δικαίωμα το εγγεγραμμένο σε δημόσιο βιβλίο και αντιτάξιμο έναντι τρίτων, διά του οποίου είναι δυνατή η απόκτηση εμπραγμάτου δικαιώματος, κατά την έννοια της παραγράφου 1.
4. Η παράγραφος 1 δεν κωλύει τις κατ’ άρθρο 4[,] παράγραφος 2[,] στοιχείο ιγ[ʹ,] αγωγές αναγνώρισης της ακυρότητας ή ακυρώσεως ή κήρυξης του ανενεργού της δικαιοπραξίας.»
Β — Το γερμανικό δίκαιο
4.
Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του νόμου περί του φόρου ακίνητης περιουσίας (Grundsteuergesetz, στο εξής: GrStG), ορίζει:
«Η υποχρέωση καταβολής του φόρου γεννάται στην αρχή του έτους για το οποίο έχει καθορισθεί ο φόρος.»
5.
Το άρθρο 12 του GrStG, με τίτλο «Εμπράγματη ασφάλεια», έχει ως εξής:
«Ο φόρος ακίνητης περιουσίας συνιστά δημόσιο βάρος επί του φορολογούμενου ακινήτου.»
6.
Το άρθρο 77, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του φορολογικού κώδικα (Abgabenordnung, στο εξής: AO) ορίζει:
«Οσάκις φόρος βαρύνει ως δημόσιο βάρος ακίνητο, ο κύριος του ακινήτου είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί την αναγκαστική εκτέλεση επί του εν λόγω ακινήτου.»
7.
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του νόμου περί αναγκαστικής εκποιήσεως (Zwangsversteigerungsgesetz) ορίζει:
«Δικαίωμα ικανοποιήσεως από το προϊόν της εκποιήσεως του ακινήτου παρέχουν κατά την ακόλουθη σειρά κατατάξεως [...]:
[...]
3.
οι απαιτήσεις εξοφλήσεως των δημοσίων βαρών τα οποία φέρει το ακίνητο και τα οποία αφορούν ανεξόφλητες οφειλές των τελευταίων τεσσάρων ετών· προκειμένου για περιοδικές καταβολές, ιδίως φόρους ακίνητης περιουσίας, τόκους, προσαυξήσεις ή καταβολές δόσεων […] το εν λόγω προνόμιο χορηγείται μόνο για τις τρέχουσες οφειλές και για τις ανεξόφλητες οφειλές των τελευταίων δύο ετών […]
4.
οι απαιτήσεις από δικαιώματα επί του ακινήτου [...]».
III – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
8.
Η société civile immobilière [αστική εταιρία διαχειρίσεως ακινήτων] Senior Home (στο εξής: οφειλέτρια εταιρία) εδρεύει στη Γαλλία. Η εν λόγω εταιρία είναι κυρία ακινήτου κείμενου στο Wedemark (Γερμανία).
9.
Με απόφαση της 6ης Μαΐου 2013 το tribunal de grande instance de Mulhouse [Πρωτοδικείο Μυλούζης] (Γαλλία) διέταξε την έναρξη διαδικασίας εξυγιάνσεως («redressement judiciaire») για την οφειλέτρια εταιρία και διόρισε ειδικό εντολοδόχο («administrateur judiciaire avec mission d'assistance»).
10.
Τη 15η Μαΐου 2013 η Gemeinde Wedemark (Κοινότητα Wedemark) ζήτησε την αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου λόγω μη καταβληθέντων φόρων ακίνητης περιουσίας για το διάστημα από 1ης Οκτωβρίου 2012 έως την 30ή Ιουνίου 2013, ύψους 7471,19 ευρώ, και βεβαίωσε ότι οι απαιτήσεις μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγκαστικής εκτελέσεως.
11.
Με διάταξη της 21ης Μαΐου 2013 το Amtsgericht Burgwedel (Ειρηνοδικείο Burgwedel, Γερμανία) διέταξε την αναγκαστική εκποίηση. Η ανακοπή που η οφειλέτρια εταιρία άσκησε κατά της εν λόγω αποφάσεως δεν ευδοκίμησε. Το ένδικο μέσο που ασκήθηκε εν συνεχεία απερρίφθη από το Landgericht Hannover (Περιφερειακό Δικαστήριο Αννόβερου, Γερμανία). Με την προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Bundesgerichtshof η οφειλέτρια εταιρία επιδιώκει την ακύρωση της αποφάσεως περί αναγκαστικής εκποιήσεως και την εξάλειψη της σχετικής εγγραφής από τα δημόσια βιβλία.
12.
Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η υποβληθείσα στην κρίση του διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1346/2000. Συμφώνως προς το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, δεύτερη περίοδος, στοιχείο στʹ, του εν λόγω κανονισμού, η διαδικασία αφερεγγυότητας διέπεται από το γαλλικό δίκαιο το οποίο ρυθμίζει, κατ’ αρχήν, ομοίως τα αποτελέσματα της κινήσεως της διαδικασίας των ατομικών διώξεων.
13.
Το εν λόγω δικαστήριο τονίζει ότι, κατά το γαλλικό δίκαιο, η έναρξη της διαδικασίας εξυγιάνσεως συνεπάγεται γενική απαγόρευση εκτελέσεως και ότι δεν προβλέπονται ειδικοί κανόνες ούτε για τους ενέγγυους πιστωτές ούτε για τη φορολογική διοίκηση. Εντούτοις, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000, η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί ακινήτων κείμενων σε άλλο κράτος μέλος.
14.
Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, κατά το γερμανικό δίκαιο και, συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 12 του GrStG, οι απαιτήσεις εκ φόρου ακίνητης περιουσίας συνιστούν βάρη που διέπονται από το δημόσιο δίκαιο και αποτελούν περιουσιακά εμπράγματα δικαιώματα, καθώς ο κύριος υποχρεούται, συμφώνως προς το άρθρο 77, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του AO, να ανεχθεί την αναγκαστική εκτέλεση επί του ακινήτου. Η σύσταση των δημοσίων βαρών χωρεί ανεξαρτήτως της ενάρξεως ή μη διαδικασίας αναγκαστικής εκποιήσεως.
15.
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει, εντούτοις, ότι υφίστανται αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αν το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να ερμηνεύεται ως κανόνας συγκρούσεως κατά τον οποίο το ζήτημα της υπάρξεως ή μη εμπράγματου δικαιώματος κρίνεται βάσει του lex rei sitae, ήτοι, εν προκειμένω, βάσει του γερμανικού δικαίου. Συγκεκριμένα, στη θεωρία γίνεται συχνά δεκτή αυτοτελής ερμηνεία της έννοιας «εμπράγματο δικαίωμα».
16.
Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, υπό το πρίσμα αυτό, πρωταρχικός σκοπός του εν λόγω άρθρου είναι, αφενός, η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας των συναλλαγών, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 24 του εν λόγω κανονισμού. Αφετέρου, κατά την αιτιολογική σκέψη 25 του ιδίου κανονισμού, η εν λόγω ανάγκη είναι επιτακτικότερη στην περίπτωση των εμπράγματων δικαιωμάτων, δεδομένου ότι αυτά έχουν βαρύνουσα σημασία για τη χορήγηση πιστώσεων. Τα συμφέροντα των φορολογικών αρχών διαφέρουν, όμως, ως προς διάφορες πτυχές τους από εκείνα των ιδιωτών δανειστών.
17.
Υπό τις συνθήκες αυτές, με απόφαση της 12ης Μαρτίου 2015 που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 29η Απριλίου 2015, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Άπτεται της κατ’ άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού [1346/2000] έννοιας του εμπράγματου δικαιώματος εθνικός κανόνας όπως αυτός του άρθρου 12 του [GrStG], σε συνδυασμό με το άρθρο 77, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του [AO], κατά τον οποίο οι απαιτήσεις εκ φόρου ακίνητης περιουσίας συνιστούν εκ του νόμου δημόσιο βάρος επί του ακινήτου, με αποτέλεσμα ο κύριος του εν λόγω ακινήτου να υποχρεούται να ανεχθεί την επ’ αυτού αναγκαστική εκτέλεση;»
18.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν το Βασίλειο της Ισπανίας, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το Βασίλειο της Ισπανίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέπτυξαν επίσης προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη τη 10η Μαρτίου 2016.
IV – Ανάλυση
A — Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1. Το ιστορικό θεσπίσεως του κανονισμού 1346/2000
19.
Ο κανονισμός 1346/2000, ο οποίος ετέθη σε ισχύ την 31η Μαΐου 2002, αποτελεί όχι μόνον τον πρώτο αφιερωμένο στις διαδικασίες αφερεγγυότητας κανονισμό ( 4 ), αλλά ομοίως τον καρπό πολυετών διαπραγματεύσεων που ξεκίνησαν τη δεκαετία του ‘60 εντός της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, η οποία περιελάμβανε τότε μόνον τα έξι ιδρυτικά κράτη ( 5 ). Μόλις το 1970 δημοσιεύθηκε μια πρώτη εκδοχή του σχεδίου συμβάσεως ( 6 ), η οποία δεν έτυχε εντούτοις επαρκούς αποδοχής. Απαιτήθηκαν δέκα έτη για τη δημοσίευση δευτέρου σχεδίου ( 7 ). Το προκριθέν με το δεύτερο σχέδιο σύστημα βασιζόταν στις αρχές της ενότητας (ενιαία διαδικασία για το σύνολο της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας) και της καθολικότητας (διαδικασία καλύπτουσα το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού του οφειλέτη, ανεξαρτήτως του τόπου τους) ( 8 ). Αφού συνάντησε αλλεπάλληλα εμπόδια, το σχέδιο αυτό εγκαταλείφθηκε το 1985 ελλείψει επαρκούς συναινέσεως ( 9 ). Εν συνεχεία συνετάχθη νέο σχέδιο συμβάσεως, εμπνευσμένο αυτή τη φορά από τη θεωρία της σχετικής καθολικότητας των πτωχεύσεων ( 10 ).
20.
Η σύμβαση περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, η οποία βασιζόταν στο άρθρο K3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, άνοιξε προς υπογραφή στις Βρυξέλλες την 23η Νοεμβρίου 1995, πλην όμως δεν υπεγράφη από όλα τα κράτη μέλη ( 11 ). Κατόπιν της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ και με πρωτοβουλία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, το κείμενο της συμβάσεως του 1995 υιοθετήθηκε εν τέλει με τη μορφή κανονισμού εκδοθέντος επί τη βάσει των άρθρων 61, στοιχείο γʹ, ΕΚ και 67, παράγραφος 1, ΕΚ ( 12 ).
2. Η οικονομία του μηχανισμού που καθιερώνεται με τον κανονισμό 1346/2000
21.
Υπενθυμίζεται ότι, όπως η σύμβαση περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ο κανονισμός 1346/2000 δεν ακολουθεί πρότυπο βασισμένο στην αρχή της καθολικότητας των διαδικασιών αφερεγγυότητας, αλλά πρότυπο σχετικής καθολικότητας. Ο εν λόγω κανονισμός βασίζεται, επομένως, σε καθολικό πρότυπο, προβλέποντας, ωστόσο, σειρά ειδικών κανόνων οι οποίοι λειτουργούν ως εξαιρέσεις και διορθώνουν ή μετριάζουν την καθολικότητά του ( 13 ).
22.
Η ύπαρξη ειδικών κανόνων οι οποίοι διορθώνουν ή μετριάζουν την καθολικότητα των διαδικασιών αφερεγγυότητας θεμελιώνεται εν γένει επί διττής δικαιολογητικής βάσεως. Αφενός, επί της προστασίας των δικαιωμάτων που έχουν κτηθεί σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας έναντι της εφαρμογής του lex concursus άλλου κράτους μέλους και ( 14 ), αφετέρου, επί της αναγκαιότητας απλουστεύσεως των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Ιδιαιτέρως σαφής είναι συναφώς η αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού, κατά την οποία, «ως αποτέλεσμα των σημαντικών διαφορών που υπάρχουν όσον αφορά το ουσιαστικό δίκαιο, δεν είναι πρακτικό να καθιερωθεί μια ενιαία διαδικασία αφερεγγυότητας γενικής εφαρμογής για ολόκληρη την Κοινότητα. Για το λόγο αυτό, η άνευ εξαιρέσεων εφαρμογή του δικαίου του κράτους έναρξης της διαδικασίας θα οδηγούσε συχνά σε δυσκολίες. Αυτό ισχύει ιδίως για τα δικαιώματα ασφαλείας, τα οποία διαφέρουν σημαντικά στα κράτη μέλη. Τα προνόμια που διαθέτουν ορισμένοι πιστωτές στη διαδικασία αφερεγγυότητας είναι επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, πολύ διαφορετικά» ( 15 ).
23.
Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου για τον μηχανισμό που καθιερώνεται με τον κανονισμό 1346/2000, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι εφαρμοστέο επί της διαδικασίας αφερεγγυότητας και επί των αποτελεσμάτων της δίκαιο είναι εκείνο του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας (lex fori concursus). Όπως επισημαίνεται με την αιτιολογική σκέψη 23 του ιδίου κανονισμού, το δίκαιο αυτό διέπει το σύνολο των όρων ενάρξεως, διεξαγωγής και περατώσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 16 ). Εντούτοις, χάριν της διαφυλάξεως της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου στις συναλλαγές εντός κρατών μελών διάφορων του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, τα άρθρα 5 έως 15 του κανονισμού 1346/2000 ( 17 ) εισάγουν ορισμένες εξαιρέσεις στον κανόνα του εφαρμοστέου δικαίου προκειμένου για ορισμένα δικαιώματα και έννομες καταστάσεις που, όπως υπεμνήσθη με το προηγούμενο σημείο, θεωρούνται, κατά την αιτιολογική σκέψη 11 του εν λόγω κανονισμού, ιδιαιτέρως σημαντικά ( 18 ). Οι εν λόγω εξαιρέσεις από την εφαρμογή του lex concursus προβλέπονται επί καταστάσεων στο πλαίσιο των οποίων οι παράγοντες συνδέσεως (επί παραδείγματι, η κατάσταση περιουσιακού στοιχείου) συνδέουν συγκεκριμένη κατάσταση με το δίκαιο άλλου κράτους μέλους ( 19 ).
24.
Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να εξετασθεί το υποβληθέν από το αιτούν δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα.
Β — Επί του προδικαστικού ερωτήματος
25.
Με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί εάν, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000, δημόσιο βάρος επί ακινήτου συσταθέν υπέρ της φορολογικής αρχής, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, εμπίπτει στην κατά το εν λόγω άρθρο έννοια του εμπράγματου δικαιώματος.
26.
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό επιβάλλεται να εξετασθεί το ζήτημα κατά πόσον δημόσιο βάρος επί ακινήτου συνιστά τω όντι εμπράγματο δικαίωμα και, συνεπώς, κατά πόσον οι όροι του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού πληρούνται εν προκειμένω. Πράγματι, μόνον εάν το δημόσιο βάρος συνιστά εμπράγματο δικαίωμα υποχρεούται η κυρία του ακινήτου οφειλέτρια εταιρία να ανεχθεί την επ’ αυτού αναγκαστική εκτέλεση. Επομένως, σε πρώτο χρόνο, θα εξετασθεί το εννοιολογικό περιεχόμενο του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 και, εν συνεχεία, τα όρια που δύνανται να επιβληθούν στον βάσει του εθνικού δικαίου χαρακτηρισμό δικαιώματος ως εμπράγματου για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου.
1. Επί του εννοιολογικού περιεχομένου του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000
27.
Διευκρινίζεται κατ’ αρχάς ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 τυγχάνει εφαρμογής μόνον εάν το δίκαιο του τόπου όπου ευρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο (lex rei sitae) χαρακτηρίζει το υπό εξέταση δικαίωμα ως εμπράγματο δικαίωμα.
28.
Όσον αφορά, εν συνεχεία, την προστασία των εμπράγματων δικαιωμάτων την οποία εξασφαλίζει το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού, υπενθυμίζεται ότι η οικονομία του μηχανισμού που το εν λόγω άρθρο καθιερώνει έχει ως βάση της τoν μη επηρεασμό των εμπράγματων δικαιωμάτων επί περιουσιακών στοιχείων που ευρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη, γεγονός που ισοδυναμεί, κατ’ αρχήν, με αποκλεισμό των εν λόγω δικαιωμάτων από την εμβέλεια των αποτελεσμάτων της διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 20 ). Η λύση αυτή προκρίθηκε για λόγους ουσίας, όπως ο σκοπός προστασίας του εμπορίου στο κράτος μέλος εντός του οποίου ευρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία και η ασφάλεια δικαίου ως προς τα συναφή με τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία δικαιώματα. Τα εμπράγματα δικαιώματα επιτελούν ιδιαιτέρως σημαντική λειτουργία στο πλαίσιο των πιστώσεων και της παραγωγικής χρήσεως του πλούτου. Πράγματι, τα εν λόγω δικαιώματα προστατεύουν τους κατόχους τους έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας του οφειλέτη και παρέχουν τη δυνατότητα λήψεως πιστώσεων υπό προνομιακούς όρους ( 21 ). Υπό την έννοια αυτή, η ασφάλεια δικαίου και η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πιστωτών στις διενεργηθείσες συναλλαγές συνιστούν στοιχεία κεφαλαιώδους σημασίας.
29.
Επιπροσθέτως, η αυξημένη προστασία των εμπράγματων δικαιωμάτων δικαιολογείται και από παραμέτρους διαδικαστικής φύσεως, όπως είναι οι θεσμικοί στόχοι του κανονισμού 1346/2000 που συνδέονται με την αναγκαιότητα απλουστεύσεως και διευκολύνσεως της διοικήσεως της περιουσίας ( 22 ). Επισημαίνεται συναφώς ότι οι διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι σχετικώς συνθέτες και η διεκπεραίωση τους αρκετά δαπανηρή. Η μείωση του κόστους ενδέχεται να ευνοεί ορισμένους πιστωτές, παράλληλα όμως λειτουργεί ευνοϊκώς και για τους λοιπούς, στον βαθμό κατά τον οποίο μειώνεται αντιστοίχως το συνολικό διαχειριστικό κόστος ( 23 ).
30.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το εννοιολογικό περιεχόμενο του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 αποσαφηνίζεται από τις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 25 αυτού, κατά τις οποίες είναι αναγκαίο να προβλεφθούν για τα εμπράγματα δικαιώματα ειδικές συνδετικές έννοιες «που θα παρεκκλίνουν από τη νομοθεσία του κράτους έναρξης», δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά κρίνονται ιδιαιτέρως σημαντικά για τη χορήγηση πιστώσεων. Ως εκ τούτου, κατά την αιτιολογική σκέψη 25, η αιτιολόγηση, η ισχύς και η εμβέλεια ενός τέτοιου εμπράγματου δικαιώματος θα πρέπει κατά κανόνα να καθορίζονται δυνάμει του δικαίου του τόπου όπου ευρίσκεται το πράγμα (lex rei sitae) και να μην θίγονται από ενδεχόμενη έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 24 ).
31.
Συνεπώς, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να ερμηνεύεται ως διάταξη η οποία, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα που ορίζει ως εφαρμοστέο το δίκαιο του κράτους ενάρξεως, επιτρέπει την εφαρμογή επί του εμπράγματου δικαιώματος πιστωτή ή τρίτου επί ορισμένων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του δικαίου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο (lex rei sitae) ( 25 ). Στο προστατευτικό πεδίο του εν λόγω άρθρου εμπίπτουν μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα που αφορούν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους ενάρξεως της διαδικασίας ( 26 ). Πράγματι, το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 δεν αποτελεί κανόνα συγκρούσεως, αλλά «αρνητικό» κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( 27 ) που έχει ως αντικείμενο την προστασία των κτηθέντων προ της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας εμπράγματων δικαιωμάτων ( 28 ).
32.
Επισημαίνεται εντούτοις ότι, εφόσον η προστασία των εμπράγματων δικαιωμάτων των πιστωτών και των τρίτων και, συνεπώς, η «ασυλία» αυτών είναι σχετική, ο αποκλεισμός των εν λόγω δικαιωμάτων από το πεδίο του lex fori concursus δεν είναι απόλυτος ( 29 ).
33.
Πρώτον, ο κανόνας του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000 δεν εμποδίζει τον σύνδικο να ζητήσει την έναρξη δευτερεύουσας διαδικασίας εντός του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία, εάν ο οφειλέτης διαθέτει εγκατάσταση στο εν λόγω κράτος μέλος ( 30 ). Τα αποτελέσματα μιας τέτοιας δευτερεύουσας διαδικασίας επί των εμπράγματων δικαιωμάτων ταυτίζονται με εκείνα κύριας διαδικασίας. Το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 ορίζει ότι η διαδικασία αφερεγγυότητας δεν θίγει τα εμπράγματα δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων που ευρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη και όχι ότι η διαδικασία δεν θίγει τα περιουσιακά στοιχεία (ή τις απαιτήσεις) που ευρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος και προστατεύονται από τα δικαιώματα αυτά. Ως διαδικασία κατ’ αρχήν καθολική, η κύρια διαδικασία καταλαμβάνει το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό εάν η αξία της ασφάλειας υπερκαλύπτει την αξία της απαιτήσεως η οποία ασφαλίζεται με το εμπράγματο δικαίωμα. Επομένως, σε περίπτωση μη ενάρξεως δευτερεύουσας διαδικασίας, ο πιστωτής υποχρεούται να αποδώσει στον σύνδικο της κύριας διαδικασίας το τυχόν υπερβάλλον του προϊόντος της εκποιήσεως (βλ. αιτιολογική σκέψη 25 και άρθρο 20 του κανονισμού 1346/2000). Αντιθέτως, εάν η απαίτηση καλύπτεται από την αξία της ασφάλειας, ο πιστωτής που ικανοποιείται για τις ασφαλισμένες με εμπράγματα δικαιώματα απαιτήσεις του ουδέν υποχρεούται να αποδώσει στους λοιπούς πιστωτές ( 31 ).
34.
Δεύτερον, το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000 εισάγει εξαίρεση στην προβλεπόμενη από το ίδιο άρθρο εξαίρεση, ορίζοντας ότι η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου δεν εμποδίζει τις κατ’ άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του εν λόγω κανονισμού αγωγές αναγνωρίσεως της ακυρότητας, ακυρώσεως ή κηρύξεως ανενεργού της δικαιοπραξίας ( 32 ). Ως εκ τούτου, ο lex fori concursus εφαρμόζεται όταν η σύσταση ή η άσκηση των εμπράγματων δικαιωμάτων συγκρούεται με τα συμφέροντα της διαδικασίας αφερεγγυότητας και οι πράξεις μπορούν να χαρακτηρισθούν ως επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών. Το συγκεκριμένο άρθρο δεν αφορά, επομένως, τις αγωγές ανακλήσεως που στηρίζονται στους κανόνες του κοινού δικαίου (τακτικές αγωγές του αστικού και του εμπορικού δικαίου) ( 33 ), αλλά εκείνες που στηρίζονται στους κανόνες των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Εντούτοις, το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 εισάγει εξαίρεση στην εφαρμογή του lex fori concursus, δυνάμει της οποίας η επίμαχη πράξη δεν μπορεί να προσβληθεί νομίμως εάν αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιζήμιας για το σύνολο των πιστωτών αποδεικνύει ότι «η δικαιοπραξία αυτή διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος έναρξης και ότι το δίκαιο αυτό δεν παρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα μέσο προσβολής της δικαιοπραξίας αυτής» ( 34 ).
35.
Τέλος, τρίτον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 δεν δύναται να χρησιμοποιείται για τη βελτίωση της θέσεως του κατόχου του εμπράγματου δικαιώματος, εν σχέσει προς άλλα προνόμια, εκτός του πλαισίου της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Άλλως ειπείν, το εν λόγω άρθρο αναγνωρίζει το δικαίωμα του κατόχου για χωριστή εκτέλεση, χωρίς να μεταβάλλει το καθεστώς προνομίων προς το οποίο το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα οφείλει να συμμορφώνεται εκτός του πλαισίου της διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 35 ).
2. Επί των ορίων του χαρακτηρισμού, βάσει του εθνικού δικαίου, δικαιώματος ως «εμπράγματου» για τους σκοπούς του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000
36.
Ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό δικαιώματος ως εμπράγματου, επισημαίνεται ευθύς εξαρχής ότι ο κανονισμός 1346/2000 παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου του 5, παράγραφοι 2 και 3 ( 36 ).
37.
Συναφώς, όπως επισήμανα με τα σημεία 34 και 35 των προτάσεών μου στην υπόθεση Lutz ( 37 ), ο χαρακτηρισμός δικαιώματος υπό το πρίσμα του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να διέρχεται δύο σαφώς διαφοροποιημένα χρονικά στάδια.
38.
Σε πρώτο χρόνο επιβάλλεται να εξετάζεται αν ο χαρακτηρισμός δικαιώματος ως «εμπράγματου» άπτεται του εθνικού δικαίου, το οποίο, δυνάμει κανόνων συγκρούσεως εν ισχύι προ της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, διέπει τα εμπράγματα δικαιώματα (κατά κανόνα, lex rei sitae) ( 38 ). Η σύσταση, το κύρος και το περιεχόμενο αυτών των εμπράγματων δικαιωμάτων διέπονται επομένως από το δίκαιο του τόπου στον οποίο ευρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο που αποτελεί αντικείμενο του εμπράγματου δικαιώματος ( 39 ).
39.
Σε δεύτερο χρόνο, εφόσον αναγνωρισθεί η εμπράγματη φύση του υπό εξέταση δικαιώματος υπό το πρίσμα του lex rei sitae, επιβάλλεται να εξακριβώνεται κατά πόσον το δικαίωμα αυτό πληροί τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1346/2000. Τα εν λόγω κριτήρια αυτοτελούς νομικού χαρακτηρισμού ( 40 ) επιβάλλουν επομένως όρια στον βάσει του εθνικού δικαίου νομικό χαρακτηρισμό δικαιώματος ως εμπράγματου για τους σκοπούς του άρθρου 5 του κανονισμού αυτού ( 41 ).
40.
Κρίνονται σκόπιμες ορισμένες παρατηρήσεις, συμπληρωματικές εκείνων που διατύπωσα με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Lutz ( 42 ).
41.
Κατ’ αρχάς, κατά την έκθεση Virgós/Schmit, σκοπός της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 είναι η διευκόλυνση της εφαρμογής της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου. Όπως προκύπτει από τις παραγράφους 100 και 102 της συγκεκριμένης εκθέσεως, η λειτουργία της εν λόγω παραγράφου 2 συνίσταται στην περαιτέρω οριοθέτηση του βάσει του εθνικού δικαίου χαρακτηρισμού δικαιώματος ως εμπράγματου για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 5, άνευ, ωστόσο, εισαγωγής αυτοτελούς ορισμού της έννοιας του εμπράγματου δικαιώματος ( 43 ).
42.
Εκτιμώ συναφώς ότι το γεγονός ότι ο κανονισμός 1346/2000 δεν προσφέρει έναν τέτοιο ορισμό ουδόλως σημαίνει ότι ο κανονισμός αυτός δεν επιβάλλει ορισμένα όρια σε σχέση με την έννοια του εμπράγματου δικαιώματος για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου του 5. Όπως επισημαίνεται με την παράγραφο 102 της εκθέσεως Virgós/Schmit, «πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 εισάγει σημαντική εξαίρεση στην εφαρμογή του δικαίου του κράτους ενάρξεως και στην καθολική εμβέλεια της κύριας διαδικασίας». Κατά την άποψή μου, από την ανάγνωση της εν λόγω εκθέσεως εν όλω προκύπτει ότι, ως αλληλοσυμπληρούμενες, οι παράγραφοι 100 και 102 αυτής απαιτούν συνδυαστική ανάγνωση. Εφόσον η συγκεκριμένη έκθεση παρέχει στοιχεία χρήσιμα για την ερμηνεία του κανονισμού 1346/2000 ( 44 ), διατηρώ αμφιβολίες ως προς τη λυσιτέλεια μεμονωμένης αναγνώσεως των διαφόρων παραγράφων που αναλύουν το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού (παράγραφοι 94 έως 106).
43.
Δεύτερον, επισημαίνεται ότι η εν λόγω έκθεση εμμένει στο γεγονός ότι μια ιδιαιτέρως ευρεία ερμηνεία της κατά το εθνικό δίκαιο έννοιας του εμπράγματου δικαιώματος, η οποία θα εμπεριέκλειε, επί παραδείγματι, δικαιώματα απλώς ενισχυμένα με αξίωση προνομιακής καταβολής, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ορισμένων προνομίων, θα καθιστούσε το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 κενό περιεχομένου ( 45 ).
44.
Τρίτον, μολονότι η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1346/2000 απαρίθμηση των δικαιωμάτων που θεωρούνται, κατ’ αρχήν, εμπράγματα στα νομικά συστήματα των κρατών μελών δεν είναι αποκλειστική ( 46 ), η έκθεση Virgós/Schmit φαίνεται να παραδέχεται ( 47 ) ότι η απαρίθμηση αυτή διαπνέεται, μεταξύ άλλων, από την αντίληψη ότι ένα εμπράγματο δικαίωμα χαρακτηρίζεται κατά βάση από δύο στοιχεία ( 48 ). Πρόκειται, αφενός, για την «ευθεία και άμεση σχέση του εμπράγματου δικαιώματος με το περιουσιακό στοιχείο που αποτελεί αντικείμενό του και το οποίο παραμένει προορισμένο για την ικανοποίησή του, ανεξαρτήτως της ιδιότητας του περιουσιακού στοιχείου ως μέρους της περιουσίας προσώπου ή τη σχέσεως του κατόχου του δικαιώματος με άλλο πρόσωπο» και, αφετέρου, για τον «απόλυτο χαρακτήρα του δεσμού του εν λόγω δικαιώματος με τον κάτοχό του, στοιχείο που σημαίνει ότι ο κάτοχος δύναται να αντιτάξει το εμπράγματο δικαίωμά του σε οιονδήποτε το θίγει ή το προσβάλλει άνευ της συναινέσεώς του […]· ότι το δικαίωμα παρακολουθεί την κυριότητα σε περίπτωση εκποιήσεως του περιουσιακού στοιχείου σε τρίτον (είναι αντιτάξιμο erga omnes, με τους περιορισμούς που ισχύουν για την προστασία του καλόπιστου αγοραστή)· [και] ότι το δικαίωμα δεν θίγεται, ως εκ τούτου, από ατομικά μέτρα εκτελέσεως τρίτων και από μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο συλλογικών διαδικασιών αφερεγγυότητας (τούτο δε μέσω του αποχωρισμού του ή της ατομικής ικανοποιήσεως) ( 49 ).
45.
Τέλος, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000 ορίζει ότι η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων και επί «περιουσιών, ως συνόλου που κατά καιρούς αλλάζει». Άλλως ειπείν, για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου, σύσταση εμπράγματου δικαιώματος χωρεί όχι μόνον επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων, αλλά ομοίως επί του συνόλου της περιουσίας ( 50 ).
46.
Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των στοιχείων επιβάλλεται η εξέταση του χαρακτηρισμού δημοσίου βάρους, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, για τους σκοπούς του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000.
α) Ο χαρακτηρισμός του δημοσίου βάρος κατά το δίκαιο του τόπου όπου ευρίσκεται το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο (lex rei sitae)
47.
Υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι το αιτούν δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει και να αξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, καθώς και να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο ( 51 ). Συνεπώς, απόκειται σε αυτό να κρίνει εάν, κατά το εθνικό δίκαιο, ένα τέτοιο δημόσιο βάρος συνιστά εμπράγματο δικαίωμα.
48.
Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, δίκαιο του τόπου όπου κείται το επίμαχο ακίνητο, οι απαιτήσεις εκ φόρου ακίνητης περιουσίας βάσει των οποίων εκδίδεται απόφαση διατάσσουσα την αναγκαστική εκποίηση συνιστούν δημόσια βάρη, συμφώνως προς το άρθρο 12 του GrStG, τα οποία αποτελούν περιουσιακά εμπράγματα δικαιώματα και, ως εκ τούτου, ο κύριος του ακινήτου υποχρεούται να ανεχθεί την επ’ αυτού αναγκαστική εκτέλεση, συμφώνως προς το άρθρο 77, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του AO ( 52 ). Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι απαιτήσεις αυτές αντιστοιχούν σε εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτου και δεν εγγράφονται στα δημόσια βιβλία.
49.
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 2, του GrStG, η υποχρέωση καταβολής του φόρου ακίνητης περιουσίας γεννάται στην αρχή του έτους και ότι, εν προκειμένω, τουλάχιστον οι σχετικές με το διάστημα μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 2012 και 5ης Μαΐου 2013 απαιτήσεις γεννήθηκαν προ της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας και, συνεπώς, καλύπτονται από το βάρος επί ακινήτου. Το εν λόγω βάρος είναι, όπως η υποθήκη, παρεπόμενο, δεδομένου ότι εξαρτάται από την ύπαρξη φορολογικής οφειλής. Εντούτοις, το βάρος αυτό δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην ότι ο υπόχρεος του φόρου ταυτίζεται με τον κύριο του ακινήτου και ότι αυτός ευθύνεται προσωπικώς. Το εν λόγω βάρος διατηρείται σε περίπτωση εκποιήσεως του ακινήτου μετά τη βεβαίωση της φορολογικής απαιτήσεως, εφόσον η εν λόγω οφειλή είναι απαιτητή και δύναται να αποτελέσει αντικείμενο εκτελέσεως. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αφερεγγυότητας η φορολογική αρχή απολαύει, επί τη βάσει του δημοσίου βάρους, του δικαιώματος χωριστής και προνομιακής ικανοποιήσεως των απαιτήσεών της ( 53 ). Η εν λόγω αρχή δύναται επομένως να αξιώσει την αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου, όπως συνέβη εν προκειμένω.
50.
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει με σαφήνεια ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, το δημόσιο βάρος επί του οικείου ακινήτου συνιστά εμπράγματη ασφάλεια. Συνεπώς, δεδομένου ότι ο «ex lege causae» χαρακτηρισμός προκύπτει με σαφήνεια από τη διάταξη περί παραπομπής, ανακύπτει το ερώτημα αν το επίμαχο στην υπόθεση της κυρίας δίκης δημόσιο βάρος δύναται να χαρακτηρισθεί εμπράγματο δικαίωμα για τους σκοπούς του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000.
51.
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο εν λόγω ερώτημα επιβάλλεται να εξακριβωθεί εάν τα αυτοτελή κριτήρια χαρακτηρισμού που προβλέπονται από το άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1346/2000 πληρούνται (βλ., ανωτέρω, σημεία 41 έως 45 των προτάσεων).
β) Ο χαρακτηρισμός του δημοσίου βάρους επί ακινήτου υπό το πρίσμα του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000
52.
Πρώτον, όπως προκύπτει από το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο ά, του κανονισμού 1346/2000, ως εμπράγματο δικαίωμα νοείται, μεταξύ άλλων, «το δικαίωμα απευθείας ή μέσω τρίτου διάθεσης περιουσιακού στοιχείου και ικανοποίησης από το τίμημα ή τις προσόδους του, ιδίως δυνάμει ενεχύρου ή υποθήκης». Κατά το αιτούν δικαστήριο, δημόσιο βάρος όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης αντιστοιχεί σε εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτου. Συνεπώς, η προστασία του κατόχου του δικαιώματος, εν προκειμένω της φορολογικής αρχής, εξασφαλίζεται κατ’ αρχήν μέσω του δικαιώματός της αναγκαστικής εκτελέσεως επί του ακινήτου της οφειλέτριας εταιρίας, συμφώνως προς το άρθρο 77, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του AO. Συγκεκριμένα, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας, η φορολογική αρχή απολαύει, επί τη βάσει του δημοσίου βάρους, του δικαιώματος χωριστής ικανοποιήσεως των απαιτήσεών της, συμφώνως προς το άρθρο 49 του νόμου περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (Insolvenzordnung) ( 54 ).
53.
Δεύτερον, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι, βάσει της περιλαμβανόμενης στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1346/2000 απαριθμήσεως ( 55 ), καθώς και των προαναφερθέντων, με το σημείο 44 των προτάσεων, κριτηρίων αυτοτελούς χαρακτηρισμού που περιέχονται στην έκθεση Virgós/Schmit, δημόσιο βάρος επί ακινήτου το οποίο θεμελιώνεται στο άρθρο 12 του GrStG συγκεντρώνει τα δύο βασικά γνωρίσματα του εμπράγματου δικαιώματος: συγκεκριμένα, το εμπράγματο δικαίωμα, αφενός, είναι άμεσα συνδεδεμένο με το ίδιο το περιουσιακό στοιχείο, ανεξαρτήτως της περιουσίας στην οποία το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο εντάσσεται και της σχέσεως με πρόσωπο άλλο από τον κάτοχο του δικαιώματος και, αφετέρου, έχει απόλυτο χαρακτήρα, όπερ σημαίνει ότι ο κάτοχός του δύναται να εναγάγει οιονδήποτε θίγει ή προσβάλλει το εν λόγω δικαίωμα άνευ της συναινέσεώς του, διατηρείται σε περίπτωση εκποιήσεως του πράγματος σε τρίτους, ενώ διατηρείται ακόμη και σε περίπτωση επικλήσεως, εκ μέρους τρίτων, ατομικών δικαιωμάτων, καθώς και σε περίπτωση συλλογικής διαδικασίας ικανοποιήσεως, μέσω του αποχωρισμού ή της ατομικής ικανοποιήσεως.
γ) Επιμέρους συμπέρασμα
54.
Εκ των παρασχεθέντων από το αιτούν δικαστήριο στοιχείων συνάγεται μετά βεβαιότητος ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, ήτοι το εθνικό δίκαιο του τόπου όπου κείται το ακίνητο (lex rei sitae), το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης δημόσιο βάρος συνιστά εμπράγματη ασφάλεια επί του οικείου ακινήτου. Συγκεκριμένα, κατά το αιτούν δικαστήριο, το εν λόγω βάρος «[...] διατηρείται σε περίπτωση εκποιήσε[ως] […], μπορεί να αντιταχθεί σε τρίτους και θεμελιώνει δικαίωμα χωριστής ικανοποιήσεως στη διαδικασία αφερεγγυότητας». Συνεπώς, ένα τέτοιο βάρος πληροί τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1346/2000.
55.
Επισημαίνεται επίσης ότι, κατά τις παραδοχές του αιτούντος δικαστηρίου, το επίμαχο δημόσιο βάρος επί ακινήτου συγκεντρώνει ομοίως τα βασικά γνωρίσματα του εμπράγματου δικαιώματος που προσδιορίζονται στην έκθεση Virgós/Schmit ( 56 ). Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί από το Δικαστήριο αν η διαπίστωση αυτή συνάδει με τον σκοπό του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 και εν γένει με τη ratio του εν λόγω κανονισμού.
3. Επί της φορολογικής φύσεως του δημοσίου βάρους και επί της συμβατότητάς του με τον κανονισμό 1346/2000
56.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, βασικός σκοπός του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 είναι η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και η ασφάλεια των συναλλαγών (αιτιολογική σκέψη 24). Κατά τον εν λόγω κανονισμό, η προστασία αυτή είναι ιδιαιτέρως αναγκαία στην περίπτωση των εμπράγματων δικαιωμάτων, δεδομένου ότι αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη χορήγηση πιστώσεων. Τα συμφέροντα των φορολογικών αρχών διαφέρουν, ωστόσο, εκείνων των ιδιωτών δανειστών ως προς διάφορες πτυχές ( 57 ).
57.
Κατά την Επιτροπή, η οποία προτείνει αποφατική απάντηση επί του προδικαστικού ερωτήματος, για την εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 δεν αρκεί ένα δικαίωμα να θεωρείται εμπράγματο δυνάμει του lex rei sitae. Συγκεκριμένα, μια απλή παραπομπή στον lex rei sitae θα μπορούσε να αποδειχθεί αντίθετη προς την προβλεπόμενη από το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού αρχή της αποκλειστικής εφαρμογής του lex fori concursus (δίκαιο του κράτους ενάρξεως). Κατά την Επιτροπή, ως παρέκκλιση από την εν λόγω αρχή, το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 πρέπει επομένως να τυγχάνει στενής ερμηνείας ( 58 ).
58.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο επιδιωκόμενος από το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 σκοπός δικαιολογεί τη στενή ερμηνεία του, κατά την οποία τα δικαιώματα που εκχωρούνται από τον οφειλέτη στον πιστωτή στο πλαίσιο εμπορικής συναλλαγής πρέπει να θεωρούνται εμπράγματα δικαιώματα. Κατά την Επιτροπή, ο σκοπός αυτός δεν δικαιολογεί, ωστόσο, την προστασία φορολογικής αρχής. Η υπεροχή του δημοσίου βάρους έναντι των δικαιωμάτων των δανειστών στη διαδικασία αναγκαστικής εκποιήσεως, περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, θα είχε ως συνέπεια ακόμη και τη δυσμενή μεταχείριση των εν λόγω δανειστών, τούτο δε ενώ το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 σκοπεί στην προστασία τους.
59.
Αντιθέτως, η Ισπανική Κυβέρνηση, η οποία θεωρεί ότι επί του προδικαστικού ερωτήματος προσήκει καταφατική απάντηση, εκτιμά ότι, δεδομένης της ποικιλομορφίας των νομικών συστημάτων και παραδόσεων των κρατών μελών και προκειμένου να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του εν λόγω κανονισμού, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να καθορίσει τα δικαιώματα τα οποία, λόγω των χαρακτηριστικών τους και χάριν της ασφάλειας δικαίου, απαιτούν την αναγνώριση της εν λόγω εξαιρέσεως, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους ή μη ως «εμπράγματων» από το κράτος μέλος που τα αναγνωρίζει. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1346/2000 ορίζει ότι ορισμένα δικαιώματα πρέπει να θεωρούνται ως εμπράγματα για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου.
60.
Ανακύπτει επομένως το ακόλουθο ερώτημα: συνιστά η φορολογική φύση του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης δημοσίου βάρους παράγοντα καθοριστικό ώστε να γίνει δεκτό ότι το προστατευτικό πεδίο του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 δεν καλύπτει την περίπτωση δημοσίου πιστωτή, εν προκειμένω της φορολογικής αρχής;
61.
Φρονώ ότι επί του ερωτήματος αυτού προσήκει αποφατική απάντηση.
62.
Πρώτον, ως προς το γράμμα του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000, από τις παραγράφους 1 και 2 αυτού δεν προκύπτει ότι η πίστωση πρέπει να είναι ιδιωτικής φύσεως ούτε ότι αυτή πρέπει να συνδέεται αποκλειστικώς με πράξη αμιγώς εμπορική ( 59 ).
63.
Δεύτερον, όσον αφορά τους σκοπούς του κανονισμού 1346/2000, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, με τα σημεία 28 και 29 των προτάσεων, η προκριθείσα με το άρθρο 5 αυτού λύση ανάγεται όχι μόνο σε λόγους ουσίας, όπως η προστασία του εμπορίου στο κράτος μέλος εντός του οποίου ευρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία, η ασφάλεια δικαίου ως προς τα συναφή με τα στοιχεία αυτά δικαιώματα και η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των πιστωτών και των τρίτων, αλλά ομοίως σε λόγους διαδικαστικής φύσεως, σχετικούς με την αναγκαιότητα απλουστεύσεως και διευκολύνσεως της διοικήσεως της περιουσίας. Τονίζεται δε συναφώς ότι μια ιδιαιτέρως στενή ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000, η οποία θα περιόριζε εν γένει το προστατευτικό πεδίο του άρθρου αυτού ( 60 ), δεν θα ελάμβανε αρκούντως υπόψη ούτε το ιστορικό θεσπίσεώς του (βλ., ανωτέρω, σημεία 21 έως 23 των προτάσεων) ούτε τους μηχανισμούς που ο εν λόγω κανονισμός καθιερώνει προς αποφυγή φαινομένων «καταχρηστικής προστασίας» συνεπεία της προβλεπόμενης από την εν λόγω διάταξη εξαιρέσεως (βλ., ανωτέρω, σημεία 32 έως 35 των προτάσεων).
64.
Τρίτον, επισημαίνεται ότι μεταξύ των βασικών σκοπών του κανονισμού 1346/2000 καταλέγονται η εξάλειψη των διακρίσεων και ίση μεταχείριση των πιστωτών. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού, ο lex fori concursus ορίζει τις προϋποθέσεις ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ρυθμίζει τη διεξαγωγή και την περάτωσή της και καθορίζει, μεταξύ άλλων, τη σειρά κατατάξεως των απαιτήσεων. Εντούτοις, τα άρθρα 39 έως 42 του κανονισμού 1346/2000 περιλαμβάνουν τους σχετικούς με την ενημέρωση των πιστωτών και την αναγγελία των απαιτήσεών τους κανόνες. Ειδικότερα, το άρθρο 39 του εν λόγω κανονισμού περιέχει ρητή μνεία στις φορολογικές αρχές των κρατών μελών ( 61 ). Η ιθαγένεια των πιστωτών ουδεμία επιρροή ασκεί, επομένως, επί της αναγγελίας των απαιτήσεών τους, ενώ οι πιστωτές δεν δύνανται να αποκλεισθούν από τη διαδικασία αφερεγγυότητας ούτε λόγω του γεγονότος ότι έχουν την έδρα τους σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους ενάρξεως της διαδικασίας ούτε σε σχέση με τον χαρακτήρα των απαιτήσεών τους ως δημοσίου δικαίου ( 62 ).
65.
Στο πλαίσιο αυτό, ως προς την υποχρέωση των αρμοδίων δικαστηρίων (του κράτους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας) και του διορισθέντος από αυτά συνδίκου περί ενημερώσεως των πιστωτών, αφενός, το άρθρο 40, παράγραφος 2, του κανονισμού 1346/2000 ορίζει ότι το ενημερωτικό σημείωμα «αναφέρει επίσης κατά πόσον πρέπει να αναγγείλουν την απαίτησή τους […] οι έχοντες εμπράγματον ασφάλεια πιστωτές» και, αφετέρου, το άρθρο 41 του ιδίου κανονισμού ορίζει ότι ο πιστωτής αποστέλλει τυχόν αντίγραφο των αποδεικτικών εγγράφων και δηλώνει, μεταξύ άλλων, «αν έχει […] εμπράγματη ασφάλεια […] και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία συνιστούν αντικείμενο της ασφάλειας την οποία επικαλείται». Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 39 έως 41 του κανονισμού 1346/2000 προκύπτει, επομένως, ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν αποκλείει την αναγγελία απαιτήσεων εκ μέρους των φορολογικών αρχών, ομοίως στην περίπτωση κατά την οποία οι απαιτήσεις αυτών είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες.
66.
Εξάλλου, ως προς την αναγγελία απαιτήσεων, υπενθυμίζεται περαιτέρω ότι οι οδηγίες 2001/24/ΕΚ ( 63 ) και 2009/138/ΕΚ ( 64 ), σχετικές, αντιστοίχως, με την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλίσεως και αντασφαλίσεως, περιλαμβάνουν διατάξεις ανάλογες προς το άρθρο 39 του κανονισμού 1346/2000, οι οποίες περιέχουν ρητή μνεία στις δημόσιες αρχές των κρατών μελών ( 65 ). Εκτιμώ ότι το τελευταίο αυτό στοιχείο είναι χρήσιμο για την ανάλυσή μου. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω άρθρα ορίζουν ότι οι απαιτήσεις όλων των πιστωτών που έχουν την κατοικία, τη συνήθη διαμονή ή την καταστατική ή εταιρική έδρα τους σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους καταγωγής τυγχάνουν της αυτής μεταχειρίσεως και κατατάξεως με εκείνες των ομοειδών απαιτήσεων τις οποίες ενδέχεται να αναγγείλουν πιστωτές που έχουν την κατοικία, τη συνήθη διαμονή ή την καταστατική ή εταιρική έδρα τους στο κράτος μέλος καταγωγής ( 66 ).
67.
Συνεπώς, κατά την άποψή μου, ο κανονισμός 1346/2000 δεν απομένει κάποιο προνόμιο ούτε προβλέπει κάποια προτίμηση υπέρ των απαιτήσεων του Δημοσίου· στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι οι εθνικές δημόσιες αρχές απολαύουν τέτοιου προνομίου, προτιμήσεως ή εμπράγματης ασφάλειας, αυτά θα πρέπει ομοίως να αναγνωρίζονται υπέρ των δημοσίων απαιτήσεων άλλων κρατών μελών ( 67 ). Η λυσιτέλεια της ερμηνείας αυτής συνδέεται, κατά την άποψή μου, με το γεγονός ότι ο κανονισμός 1346/2000 καθιερώνει, ως γενικός κανόνας, το σύστημα αφερεγγυότητας του δικαίου της Ένωσης, ενώ οι ειδικοί κανόνες εισάγονται, μεταξύ άλλων, με τις οδηγίες περί εξυγιάνσεως και εκκαθαρίσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων και περί αναλήψεως και ασκήσεως δραστηριοτήτων ασφαλίσεως και αντασφαλίσεως ( 68 ), στις οποίες έγινε μνεία με το προηγούμενο σημείο των προτάσεων. Η συνοχή του εν λόγω συστήματος επιτάσσει, επομένως, την επίλυση των προβλημάτων ερμηνείας όλων αυτών των πράξεων κατά τρόπο συνεπή και με συνεκτίμηση του συστήματος εν όλω.
68.
Ασφαλώς, τα επιχειρήματα αυτά (βλ. ανωτέρω, σημεία 64 έως 66 των προτάσεων) αφορούν κατ’ αρχήν, την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 1346/2000 (και, ιδίως, των οδηγιών που παρετέθησαν κατ’ αναλογίαν) περί της ενημερώσεως των πιστωτών και περί της αναγγελίας των απαιτήσεών τους. Εντούτοις και για τους λόγους που εξετέθησαν με το προηγούμενο σημείο, ενδεχόμενος αποκλεισμός των εμπράγματων δικαιωμάτων δημοσίου δικαίου από το προστατευτικό πεδίο του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού θα διακύβευε τη συνοχή του κανονισμού αυτού.
69.
Τέταρτον, υπενθυμίζεται ότι με την απόφαση Lutz ( 69 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι δικαίωμα ενέχυρου βάσει του οποίου ηδύνατο να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση (κατάσχεση επί τραπεζικών λογαριασμών) συνιστούσε εμπράγματο δικαίωμα, καίτοι δεν επρόκειτο για δικαίωμα πηγάζον από δικαιοπραξία, αλλά για δικαίωμα ipso jure ( 70 ).
70.
Πέμπτον, συντάσσομαι βεβαίως με τη θέση ότι, ως εξαίρεση ή ειδικός κανόνας, το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να τυγχάνει στενής ερμηνείας. Κρίνω σκόπιμη εντούτοις την υπόμνηση ότι το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης δημόσιο βάρος πληροί κατά γράμμα όχι μόνο τους όρους του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000, αλλά ομοίως τα κριτήρια αυτοτελούς χαρακτηρισμού εμπράγματου δικαιώματος για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου τα οποία μνημονεύονται στην έκθεση Virgós/Schmit και τα οποία γίνονται δεκτά από τη θεωρία.
71.
Επιπροσθέτως, κατά την άποψή μου, ενδεχόμενη θεμελίωση του αποκλεισμού του επιμάχου δημοσίου βάρους επί ενός και μόνον εκ των σκοπών του κανονισμού 1346/200, ήτοι επί της προστασίας του εμπορίου στο κράτος μέλος όπου ευρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία, άνευ συνεκτιμήσεως των σκοπών που συνδέονται με την ασφάλεια δικαίου και την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πιστωτών και τρίτων, με την αναγκαιότητα απλουστεύσεως και διευκολύνσεως της διοικήσεως της περιουσίας, καθώς και με την εξάλειψη των διακρίσεων και την ίση μεταχείριση των πιστωτών, θα ήταν αντίθετη προς το ιστορικό θεσπίσεως και προς τον ίδιο τον μηχανισμό που ο εν λόγω κανονισμός καθιερώνει.
72.
Τέλος, ενδεχόμενος αποκλεισμός του επιμάχου δημοσίου βάρους θα μπορούσε να έχει σημαντικές συνέπειες επί των νομικών συστημάτων των κρατών μελών που αναγνωρίζουν δημόσια βάρη παρεμφερή ή ανάλογα προς αυτό της υποθέσεως της κύριας δίκης ( 71 ).
73.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι με τον νέο κανονισμό 2015/848, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ο νομοθέτης της Ένωσης μετέφερε αυτούσια τη διάταξη του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 στο άρθρο 8 του νέου κανονισμού, χωρίς να επιφέρει καμία ουσιαστική μεταβολή ( 72 ).
V – Πρόταση
74.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει επί του υποβληθέντος από το Bundesgerichtshof προδικαστικού ερωτήματος την ακόλουθη απάντηση:
Κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 583/2011 του Συμβουλίου, της 9ης Ιουνίου 2011, δημόσιο βάρος συσταθέν επί ακινήτου υπέρ φορολογικής αρχής, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, εμπίπτει στην έννοια του εμπράγματου δικαιώματος για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Επισημαίνεται ότι η διάταξη περί παραπομπής δεν παρέχει κανένα στοιχείο σχετικό με τον ρόλο της Hannoversche Volksbank eG στην κύρια δίκη.
( 3 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2000, L 160, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 583/2011 του Συμβουλίου, της 9ης Ιουνίου 2011 (ΕΕ 2011, L 160, σ. 52) (στο εξής: κανονισμός 1346/2000).
( 4 ) Ο εν λόγω κανονισμός καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2015, L 141, σ. 19). Εντούτοις, συμφώνως προς το άρθρο του 84, ο κανονισμός 2015/848 εφαρμόζεται αποκλειστικώς επί των διαδικασιών αφερεγγυότητας με ημερομηνία ενάρξεως μετά την 26η Ιουνίου 2017.
( 5 ) Υπενθυμίζεται ότι οι πτωχεύσεις, οι συμβιβασμοί και οι λοιπές ανάλογες διαδικασίες αποκλείονταν από την τότε Σύμβαση των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπεγράφη στις Βρυξέλλες την 27η Σεπτεμβρίου 1968 (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7) (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών του 1968).
( 6 ) Η πρώτη εκδοχή του σχεδίου συμβάσεως, η οποία βασιζόταν στο άρθρο 220, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΟΚ, συνετάχθη το 1970. Βλ. υπ’ αριθ. 3.327/1/XIV/70 έγγραφο της Επιτροπής. Βλ. επίσης Noël, J., και Lemontey, J., Projet de convention relative à la faillite, aux concordats et aux procédures analogues, 1970, 16.775/XIV/70-E.
( 7 ) Βλ. σχέδιο συμβάσεως του 1980, συνδημοσιευθέν με την εισαγωγική έκθεση του J. Lemontey στο Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συμπλήρωμα 2/82.
( 8 ) Για τις εν λόγω αρχές, βλ., μεταξύ άλλων, Lopucki, L. M., «Cooperation in international bankruptcy: A post-universalist approach», Cornell Law Review, 1999, 84/3, σ. 696 έως 762.
( 9 ) Κατά την παράγραφο 3 της επεξηγηματικής εκθέσεως των M. Virgós και E. Schmit επί της συμβάσεως περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας της 3ης Μαΐου 1996, έγγραφο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 6500/96, DRS 8 (CFC) (στο εξής: έκθεση Virgós/Schmit), το σχέδιο συμβάσεως του 1980 προέβλεπε «μία μόνο διαδικασία [αποκλειστική δικαιοδοσία του κράτους στο οποίο ευρίσκεται το κέντρο των κύριων συμφερόντων του οφειλέτη] η οποία έπρεπε να αναγνωρίζεται στα λοιπά συμβαλλόμενα κράτη, χωρίς να επιτρέπονται παράλληλες εγχώριες διαδικασίες στα κράτη αυτά. Το εν λόγω κείμενο ακολουθούσε, επομένως, αυστηρώς τις αρχές της ενότητας […] και της καθολικότητας […] της διαδικασίας». Από την έκθεση αυτή προκύπτει ότι το σχέδιο συμβάσεως του 1980 κατέληγε σε ιδιαιτέρως περίπλοκες διατάξεις.
( 10 ) Το σχέδιο αυτό ήταν εμπνευσμένο από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για ορισμένες διεθνείς πτυχές της πτωχεύσεως, που υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη την 5η Ιουνίου 1990, καρπό των διαπραγματεύσεων που είχαν ξεκινήσει στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία, ωστόσο, δεν ετέθη σε ισχύ. Η προσέγγιση την οποία ακολουθούσε η εν λόγω σύμβαση ήταν ήδη η ελαστικοποίηση των αρχών της ενότητας και της καθολικότητας. Βλ., συναφώς, Ευρωπαϊκή Σύμβαση για ορισμένες διεθνείς πτυχές της πτωχεύσεως, Συμβούλιο της Ευρώπης, Séries de traités européennes αριθ. 136. Βλ., επίσης, τη συνδημοσιευθείσα με τη σύμβαση επεξηγηματική έκθεση. Για τη σύμβαση αυτή βλ., μεταξύ άλλων, Volken, P., «L’harmonisation du droit international privé de la faillite», Recueil de Cours de La Haye [Συλλογή του Δικαστηρίου της Χάγης], 1991, τόμος 230, σ. 343. Υπό το πρίσμα του συγκριτικού δικαίου διαπιστώθηκε ότι επικρατέστερα σε πολλά κράτη μέλη είναι τα «ενδιάμεσα» συστήματα. Βλ., συναφώς, Watté, N., και Marquette, V., «Les sûretés dans les faillites internationales», γενική έκθεση στο Συνέδριο Συγκριτικού Δικαίου του Bristol, European Review of Private Law, 1999, σ. 287 έως 317.
( 11 ) Κατά συνέπεια, η έκθεση Virgós/Schmit, η οποία συνόδευε το σχέδιο της εν λόγω συμβάσεως, δεν δημοσιεύθηκε επισήμως. Επισημαίνεται ήδη ότι, μολονότι η εν λόγω έκθεση αφορά αποκλειστικώς τη σύμβαση περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, κατά τη θεωρία, η έκθεση αυτή παρέχει στοιχεία λυσιτελή για την ερμηνεία του κανονισμού 1346/2000. Βλ., επ’ αυτού, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs επί της υποθέσεως Eurofood IFSC (C‑341/04, EU:C:2005:579, σημείο 2).
( 12 ) Βλ. Watt[é], N., και Marquette, V., «Le Règlement communautaire, du 29 mai 2000, relatif aux procédures d’insolvabilité», Revue de droit commercial belge, 2000, σ. 564.
( 13 ) Βλ., συναφώς, έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 5.
( 14 ) Είναι επομένως εύλογο, υπό ορισμένες συνθήκες, η εμπιστοσύνη στον νόμο υπό την ισχύ του οποίου διαμορφώθηκε συγκεκριμένο δικαίωμα να προστατεύεται προκειμένου, μεταξύ άλλων, να αντανακλά, στο πλαίσιο κανόνα συγκρούσεως, την ένταση με την οποία τα ουσιαστικά δικαιώματα προστατεύουν ορισμένους πιστωτές έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των εμπράγματων δικαιωμάτων. Εξάλλου, η κανονιστική λειτουργία ορισμένων πεδίων του δικαίου συνίσταται στην παροχή ασφάλειας στα δικαιώματα, όπως, επί παραδείγματι, ισχύει με τις νομικές διατάξεις περί προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως. Βλ., συναφώς, Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., Comentario al Reglamento europeo de insolvencia, Thomson-Civitas, Μαδρίτη, 2003, σ. 92, καθώς και Virgós, M., και Garcimartín, F., The European Insolvency Regulation: Law and Practice, Kluwer Law International, Χάγη, 2004, σ. 90.
( 15 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 16 ) Απόφαση της 5ης Ιουλίου 2012, ERSTE Bank Hungary (C‑527/10, EU:C:2012:417, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 17 ) Η μετριασμένη καθολικότητα είναι επίσης απότοκος της δυνατότητας ενάρξεως δευτερευουσών διαδικασιών αφερεγγυότητας. Βλ. αιτιολογική σκέψη 25, καθώς και σημείο 33 των προτάσεων. Βλ., επίσης, Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F., όπ.π., σ. 27.
( 18 ) Απόφαση της 5ης Ιουλίου 2012, ERSTE Bank Hungary (C‑527/10, EU:C:2012:417, σκέψη 39). Βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 24 του κανονισμού 1346/2000.
( 19 ) Οι εξαιρέσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται μάλλον ως ειδικοί κανόνες παρά ως «εξαιρέσεις». Βλ., συναφώς, Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 98, καθώς και Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 96.
( 20 ) Επισημαίνεται ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 προϋποθέτει ότι τα περιουσιακά στοιχεία δεν ευρίσκονται δολίως σε κράτος μέλος άλλο από αυτό της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βλ. επ’ αυτού έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 105, και Ingelmann, T., «Article 5», European Insolvency Regulation, K. Pannen (επιμ.), De Gruyter Recht, Βερολίνο, 2007, σ. 252.
( 21 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 97. Βλ. επίσης Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., Moss, Fletcher and Isaacs on the EC Regulation on Insolvency Procedures, Oxford University Press, 3η έκδ., 2016, σ. 170.
( 22 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 97.
( 23 ) Βλ., συναφώς, Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 92.
( 24 ) Απόφαση της 5ης Ιουλίου 2012, ERSTE Bank Hungary (C‑527/10, EU:C:2012:417, σκέψη 41). Βλ., επίσης, απόφαση της 16ης Απριλίου 2015, Lutz (C‑557/13, EU:C:2015:227, σκέψη 27).
( 25 ) Απόφαση της 5ης Ιουλίου 2012, ERSTE Bank Hungary (C‑527/10, EU:C:2012:417, σκέψη 42).
( 26 ) Η τελεολογική ερμηνεία του εν λόγω άρθρου επιτάσσει, προκειμένου το άρθρο αυτό να καταστεί λειτουργικό, τη διενέργεια όλων των αναγκαίων για τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος πράξεων προ της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Εάν το εμπράγματο δικαίωμα έχει συσταθεί μετά την έναρξη της διαδικασίας, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού 1346/2000. Βλ έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφοι 95 και 96· Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 96 και 101, καθώς και Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 171 και 347.
( 27 ) Για τον ουσιαστικό χαρακτήρα της εν λόγω διατάξεως, βλ. έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 99· Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 163· Ingelmann, T., «Article 5», όπ.π., σ. 250· Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 346· Hess, B., Oberhammer, P., και Pfeiffer, T., European Insolvency Law. The Heidelberg-Luxembourg-Vienna Report on the Application of the Regulation No 1346/2000/EC on Insolvency Proceedings, Beck-Hart-Nomos, C. H., Μόναχο/Οξφόρδη, 2014, σ. 178, και Klyta, W., Uznanie zagranicznych postępowań upadłościowych, Oficyna Wolters Kluwer business, Βαρσοβία, 2008, σ. 149. Βλ. επίσης Haubold, J., Gebauer, M., και Wiedmann, T., Zivilrecht unter europäischem Einfluss, 2η έκδ., Στουτγάρδη, 2010, κεφάλαιο 32, σημείο 110.
( 28 ) Με την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, German Graphics Graphische Maschinen (C‑292/08, EU:C:2009:544, σκέψη 35), το Δικαστήριο έκρινε ως προς το άρθρο 7 του κανονισμού 1346/2000, διάταξη ανάλογη προς αυτήν του άρθρου 5 του ιδίου κανονισμού, ότι, «[μ]ε άλλα λόγια, η εν λόγω διάταξη είναι απλώς ένας κανόνας ουσιαστικού δικαίου ο οποίος σκοπό έχει να προστατεύσει τον πωλητή όταν πρόκειται για περιουσιακά στοιχεία που ευρίσκονται εκτός του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας». Κατά τους Hess, B., Oberhammer, P., και Pfeiffer, T., όπ.π., η κρατούσα άποψη στη θεωρία δεκαεπτά κρατων μελών αντιμετωπίζει το άρθρο 5 ως ουσιαστικό κανόνα (σ. 181).
( 29 ) Η προστασία δύναται να είναι απόλυτη στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης δεν διαθέτει εγκατάσταση στο κράτος μέλος όπου ευρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία. Εφαρμόζεται εντούτοις το καθεστώς των αγωγών αναγνωρίσεως της ακυρότητας, ακυρώσεως ή κηρύξεως ανενεργού της δικαιοπραξίας. Βλ., ανωτέρω, σημεία 33 και 34 των προτάσεων.
( 30 ) Βλ., συναφώς, Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 347. Βλ. επίσης άρθρο 27 του κανονισμού 1346/2000.
( 31 ) Βλ., συναφώς, έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφοι 99 και 173, και Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 106 και 236. Βλ. επίσης Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 348, καθώς και Porzycki, M., Zabezpieczenia rzeczowe w transgranicznym postępowaniu upadłościowym w Unii Europejskiej, Czasopismo kwartalne całego prawa handlowego, upadłościowego oraz rynku kapitałowego, Nr 3 (5) 2008, σ. 405.
( 32 ) Συναφώς, βλ. απόφαση της 16ης Απριλίου 2015, Lutz (C‑557/13, EU:C:2015:227), καθώς και τις προτάσεις μου στην αυτή υπόθεση (C‑557/13, EU:C:2014:2404). Βλ. επίσης άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 1346/2000.
( 33 ) Οι αγωγές αυτές διέπονται από τους γενικούς κανόνες συγκρούσεως. Οι εν λόγω αγωγές του κοινού δικαίου είναι, ωστόσο, παραδεκτές μόνο στον βαθμό που το επιτρέπει ο lex fori concursus. Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 135.
( 34 ) Για το εννοιολογικό περιεχόμενο του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, βλ. απόφαση της 16ης Απριλίου 2015, Lutz (C‑557/13, EU:C:2015:227, σκέψεις 32 έως 49), καθώς και τις προτάσεις μου στην αυτή υπόθεση (C‑557/12, EU:C:2014:2404, σημεία 56 έως 61).
( 35 ) Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 100.
( 36 ) Υπενθυμίζεται ότι για τους σκοπούς του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 η παράγραφος 3 του ιδίου άρθρου θεωρεί ως εμπράγματο δικαίωμα, άμεσα και αυτοτελώς εν σχέσει προς το εθνικό δίκαιο, το εγγεγραμμένο σε δημόσιο βιβλίο και αντιτάξιμο έναντι τρίτων δικαίωμα. Πρόκειται επομένως για τη μόνη εξαίρεση από την παραπομπή στον lex rei sitae που ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει στο πλαίσιο του άρθρου του 5. Βλ. έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 101, in fine. Βλ. επίσης Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 99.
( 37 ) C‑557/13, EU:C:2014:2404.
( 38 ) Ingelmann, T., «Article 5», όπ.π., σ. 253.
( 39 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφοι 95 και 100.
( 40 ) Βλ., συναφώς, Veder, P.M., Cross-border insolvency proceedings and security rights: a comparison of Dutch and German law, the EC Insolvency Regulation and the UNCITRAL Model Law on Cross-Border Insolvency, Deventer, 2004, σ. 334 έως 336: «An independent interpretation of rights in rem is facilitated by the references that the second paragraph contains of the types of rights Art. 5 IR refers to». Βλ., επίσης, Klyta, W., όπ.π., σ. 150.
( 41 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 100. Βλ. επίσης Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 96.
( 42 ) C‑557/13, EU:C:2014:2404.
( 43 ) Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 96: «Its function [of article 5] is to operate as a limit to the characterization of a right as a right in rem for the purposes of Article 5. Only those rights conferred by national laws that conform to its typological characterization are protected by Article 5.1 of Regulation».
( 44 ) Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 11 των προτάσεων.
( 45 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 102.
( 46 ) «Εμπράγματα δικαιώματα [ήτοι όχι: Τα εμπράγματα δικαιώματα] κατά την έννοια της παραγράφου 1 είναι [...]». Η εντός αγκύλης διευκρίνιση δική μου.
( 47 ) Βλ. παράγραφο 103 της εν λόγω εκθέσεως.
( 48 ) H έκθεση αυτή παραπέμπει επίσης στο σημείο 166 της εκθέσεως Schlosser, σχετικής με τη σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978, περί προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας στη σύμβαση για τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων και την αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και στο πρωτόκολλο σχετικά με την ερμηνεία της από το Δικαστήριο (ΕΕ 1986, C 298, σ. 99).
( 49 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 103, και Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 173.
( 50 ) Πρόκειται ιδίως για την περίπτωση των αναγνωρισμένων από το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας «floating charges», τα οποία δύνανται, ως εκ τούτου, να θεωρούνται εμπράγματα δικαιώματα για τους σκοπούς του κανονισμού 1346/2000. Βλ. έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 104, καθώς και Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 172.
( 51 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2012, Rintisch (C‑553/11, EU:C:2012:671, σκέψη 15).
( 52 ) Κατά το αιτούν δικαστήριο, μολονότι ο GrStG δεν ορίζει την έννοια του δημοσίου βάρους, γίνεται ομοφώνως δεκτό ότι αυτό αποτελεί υποχρέωση καταβολής η οποία διέπεται από το δημόσιο δίκαιο, εκπληρώνεται με περιοδικές ή εφάπαξ χρηματικές καταβολές και προϋποθέτει όχι μόνο την προσωπική ευθύνη του οφειλέτη αλλά και την εμπράγματη επιβάρυνση του ακινήτου. Η υπογράμμιση δική μου.
( 53 ) Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, σημείο 3, του νόμου περί αναγκαστικής εκποιήσεως, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκποιήσεως, οι απαιτήσεις εκ φόρου ακίνητης περιουσίας του εκάστοτε τρέχοντος έτους και των τελευταίων δύο ετών τυγχάνουν προνομιακής μεταχειρίσεως. Κατά τη διανομή του προϊόντος της πωλήσεως οι εν λόγω απαιτήσεις προηγούνται επομένως στη σειρά κατατάξεως έναντι ιδίως των εμπράγματων ασφαλειών των δανειστών επί του ακινήτου, όπως είναι οι υποθήκες και οι οφειλές που έχουν εξασφαλισθεί εμπραγμάτως επί του ακινήτου.
( 54 ) Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι τέτοια είδη δημοσίων βαρών διαφέρουν των προνομίων«των εννόμων τάξεων του ρωμαϊκού δικαίου», τα οποία εξασφαλίζουν στους δικαιούχους τους μόνο δικαίωμα προνομιακής ικανοποιήσεως και τα οποία θεωρείται ότι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000. Η υπογράμμιση δική μου.
( 55 ) Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται επίσης στην έννοια του εμπράγματου δικαιώματος η οποία κείται στη βάση του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1), στην οποία παραπέμπει και η παράγραφος 103 της εκθέσεως Virgós/Schmit.
( 56 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 44 των προτάσεων.
( 57 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 16 των προτάσεων.
( 58 ) Συναφώς, η Επιτροπή παραπέμπει στην παράγραφο 97 της εκθέσεως Virgós/Schmit, χωρίς να μνημονεύει άλλες παραγράφους της εν λόγω εκθέσεως.
( 59 ) Ubi lex non distinguit, nec nos distinguere debemus.
( 60 ) Η απλούστευση της διοικήσεως της περιουσίας αποτελεί έναν εκ των θεσμικών στόχων του εν λόγω κανονισμού. Βλ. συναφώς Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 92, 106 και 107. Η θεωρία παραθέτει ως παραδείγματα στενής ερμηνείας τις απόπειρες περιορισμού του εύρους της εξαιρέσεως στις διαδικασίες εξυγιάνσεως ή τις προσεγγίσεις που υπεραμύνονται του χαρακτήρα του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 ως κανόνα συγκρούσεως και όχι ουσίας. Όπ.π., σ. 106.
( 61 ) Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι «[ο]ι πιστωτές οι έχοντες συνήθη διαμονή ή κατοικία ή έδρα σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος έναρξης, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών αρχών […] των κρατών μελών, δικαιούνται να αναγγέλλουν εγγράφως τις απαιτήσεις τους, στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας». Η υπογράμμιση δική μου.
( 62 ) Κατά τη θεωρία, μολονότι το εν λόγω άρθρο αφορά αποκλειστικώς την αναγγελία των απαιτήσεων, η διάκριση των πιστωτών, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών αρχών, δεν είναι δυνατή ούτε ως προς τη μερική ικανοποίηση των απαιτήσεων, διότι τούτο θα ήταν αντίθετο προς τη ratio του άρθρου 39 του κανονισμού 1346/2000. Βλ., συναφώς, Fletcher, I. F., Insolvency in Private International Law, 2η έκδ., Oxford University Press, 2005, σ. 436.
( 63 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 2001, L 125, σ. 15), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 (ΕΕ 2014, L 173, σ. 190).
( 64 ) Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2009, L 335, σ. 1). Η οδηγία αυτή καταργήθηκε με την οδηγία 2001/17/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (ΕΕ 2001, L 110, σ. 28).
( 65 ) Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/24 και το άρθρο 282, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/138 (πρώην άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/17) ορίζουν ότι κάθε πιστωτής, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων αρχών των κρατών μελών, ο οποίος έχει την κατοικία, τη συνήθη διαμονή ή την καταστατική ή εταιρική έδρα του σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους καταγωγής δικαιούται να αναγγέλλει τις απαιτήσεις του ή να υποβάλλει εγγράφως τις σχετικές με αυτές παρατηρήσεις του. Η υπογράμμιση δική μου. Βλ., για τα άρθρα αυτά, Moss, G., και Wessels, B., EU Banking and Insurance Insolvency, Moss G., και Wessels, B., Oxford University Press, 2006, σ. 76 και 136. Για τον ορισμό του «κράτους μέλους καταγωγής», βλ. άρθρο 2 της οδηγίας 2001/24 και άρθρο 268, παράγραφος 2, στοιχείο ά, της οδηγίας 2009/138. Όπ.π., σ. 53 και 114.
( 66 ) Συναφώς, στη θεωρία διατυπώνεται ομοίως η άποψη ότι «it would seem contrary to the coherence of the Community law system to allow any other solution in the context of this Regulation», Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 150 και 151.
( 67 ) Όπ.π., σ. 151: «The same argument can be made in favour of admitting claims of Member States’ public authorities other than tax or social security autorithies».
( 68 ) Ειδικότερα, το άρθρο 286 της οδηγίας 2009/138, το οποίο αφορά τα εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, είναι ανάλογο προς το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000.
( 69 ) Απόφαση της 16ης Απριλίου 2015 (C‑557/13, EU:C:2015:227, σκέψεις 27 και 28).
( 70 ) Το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα βασιζόταν στην κοινοποίηση διαταγής πληρωμής στον οφειλέτη. Κατά τη θεωρία, εμπράγματα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 δεν είναι μόνον αυτά που πηγάζουν από δικαιοπραξία, αλλά και εκείνα που γεννώνται και παράγονται αυτοδικαίως (ipso jure). Porzycki, M., όπ.π., σ. 405.
( 71 ) Βάρη των οποίων η σύσταση επιτρέπεται εκ του νόμου υπέρ του Δημοσίου ως πιστωτή φαίνεται να προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο αυστριακό δίκαιο και στο δανικό δίκαιο (σημειωτέον ότι ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται επί του Βασιλείου της Δανίας). Το ελληνικό δίκαιο φαίνεται να προβλέπει προνόμιο υπέρ του Δημοσίου, επιτρέπον στο Δημόσιο Ταμείο να προβαίνει στην κατάσχεση ακινήτων για την ικανοποίηση φορολογικών απαιτήσεων. Οι εθνικοί νομοθέτες έχουν προβλέψει επίσης εμπράγματες ασφάλειες (εκ του νόμου υποθήκες), συχνά δημοσίου δικαίου, όπως φαίνεται να ισχύει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση του γαλλικού, του πολωνικού και του πορτογαλικού δικαίου. Οι εθνικοί νομοθέτες έχουν προβλέψει επίσης βάρη επί ακινήτων προς εξασφάλιση απαιτήσεων του Δημοσίου, επί παραδείγματι υπό τη μορφή νομικών προνομίων στο γαλλικό δίκαιο, ενεχύρου του Δημοσίου Ταμείου στο πολωνικό δίκαιο ή ναυτικών ενεχύρων στο κυπριακό, το δανικό, το φινλανδικό και το σουηδικό δίκαιο.
( 72 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 22 και 68 του κανονισμού 2015/848. Βλ., στο ίδιο πνεύμα, Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 455.
Full & Egal Universal Law Academy