ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 7ης Απριλίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑222/15
Hőszig kft
κατά
Alstom Power Thermal Services
[αίτηση του Pécsi Törvényszék (Ουγγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης — Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις — Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 — Άρθρο 23, παράγραφος 1 — Παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας — Συμφωνία παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των δικαστηρίων συγκεκριμένης πόλεως κράτους μέλους — Γενικοί όροι συναλλαγών»
1.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά πολιτική δίκη μεταξύ δύο εταιριών και έχει ως αντικείμενο σειρά ζητημάτων σχετικά με την έννοια της «συμφωνία[ς] διεθνούς δικαιοδοσίας» κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 ( 2 ), το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα σχετικά με την παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.
Νομικό πλαίσιο
2.
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 ( 3 ), το οποίο επιγράφεται «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει ως εξής:
«2. Αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού τα ακόλουθα:
[…]
ε)
οι συμφωνίες διαιτησίας και επιλογής δικαστηρίου·
[…]».
3.
Το κεφάλαιο II του κανονισμού 44/2001 επιγράφεται «Διεθνής δικαιοδοσία». Το τμήμα του 7, το οποίο επιγράφεται «Παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας», περιέχει δύο άρθρα (23 και 24). Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ορίζει τα εξής:
«Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτισθεί:
α)
είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση·
β)
είτε υπό τύπο ανταποκρινόμενο στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις·
γ)
είτε στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ' αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις, του είδους για το οποίο πρόκειται, στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα».
Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα
4.
Η Höszig, η ενάγουσα της κύριας δίκης, είναι νομικό πρόσωπο με έδρα την Ουγγαρία, ενώ η δικαιοπάροχος της Alstom Power Thermal Services (εναγομένης) ( 4 ) είναι νομικό πρόσωπο με έδρα τη Γαλλία. Η δικαιοπάροχος της Alstom επιδίωξε να επενδύσει σε εγκατεστημένη στη Γαλλία μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, στο πλαίσιο προγράμματος μεγάλης κλίμακας.
5.
Η δικαιοπάροχος της Alstom κάλεσε, μεταξύ άλλων, την Höszig να υποβάλει προσφορά, η πρόσκληση υποβολής της οποίας περιλάμβανε τον κατάλογο των εξαρτημάτων που έπρεπε να κατασκευαστούν και αποτελούσαν το αντικείμενο της συμβάσεως, την περιγραφή των σχετικών τεχνικών προϋποθέσεων και τους γενικούς όρους συναλλαγών, όπως είχαν διατυπωθεί από την δικαιοπάροχο της Alstom και ίσχυαν τον Δεκέμβριο του 2008. Η δικαιοπάροχος της Alstom απέστειλε την εν λόγω πρόσκληση υποβολής προσφοράς στην Höszig με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 18ης Αυγούστου 2009.
6.
Η Höszig υπέβαλε προσφορά για την υλοποίηση του προγράμματος, βάσει της οποίας τα συμβαλλόμενα μέρη συνήψαν μεταξύ τους σειρά συμβάσεων προμήθειας για την κατασκευή μεταλλικών σκελετών που επρόκειτο να παραχθούν στην Ουγγαρία, προκειμένου να τοποθετηθούν σε μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που βρίσκονται στη Γαλλία. Τα συμβαλλόμενα μέρη συνήψαν τις σχετικές με το πρόγραμμα συμβάσεις εξ αποστάσεως.
7.
Η πρώτη εκ των συμβάσεων, συναφθείσα στις 16 Δεκεμβρίου 2010, περιείχε τον εξής κατάλογο υπό τον τίτλο «Επισυναπτόμενα έγγραφα»:
«1)
Το παρόν δελτίο παραγγελίας
2)
Τεχνικές προδιαγραφές υπ’ αριθ. T91000001 / 1200 rev. C.
3)
Οι γενικοί όροι συναλλαγών [της δικαιοπαρόχου της Alstom] (Δεκέμβριος 2008)
Τα έγγραφα έχουν εφαρμογή με τη σειρά αυτή».
8.
Στην τελευταία σελίδα της συμβάσεως προβλεπόταν ότι «στο δελτίο παραγγελίας απαριθμείται το σύνολο των απαραίτητων για την εκτέλεση της παραγγελίας εγγράφων και πληροφοριών. Οφείλετε να βεβαιωθείτε ότι έχετε στη διάθεσή σας τα έγγραφα αυτά με την προσήκουσα αναφορά, καθώς και τα συνοδευτικά τους έγγραφα. Εάν δεν τα έχετε, παρακαλείσθε να ζητήσετε εγγράφως τα ελλείποντα έγγραφα».
9.
Στην τελευταία παράγραφο της συμβάσεως προβλεπόταν πως «ο προμηθευτής δηλώνει ότι έχει λάβει γνώση και αποδέχεται τους όρους του παρόντος δελτίου παραγγελίας, τους ισχύοντες γενικούς όρους συναλλαγών που επισυνάπτονται ως παράρτημα, καθώς και τους όρους ενδεχόμενης συμβάσεως-πλαισίου ή συμφωνίας».
10.
Κατά τη ρήτρα 23.1 των «γενικών όρων συναλλαγών», η οποία επιγράφεται «εφαρμοστέο δίκαιο και επίλυση διαφορών», «[τ]ο δελτίο παραγγελίας καθώς επίσης και η ερμηνεία του διέπονται από το γαλλικό δίκαιο. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τις συμβάσεις διεθνούς πωλήσεως εμπορευμάτων της 11ης Απριλίου 1980 δεν έχει εφαρμογή. Κάθε αναφυόμενη ή σχετιζόμενη με το κύρος, τους όρους, την εκτέλεση ή την ακύρωση της παραγγελίας διαφορά που δεν μπορεί να επιλυθεί με φιλικό διακανονισμό μεταξύ των μερών υπάγεται στην αποκλειστική και πρώτου και τελευταίου βαθμού δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Παρισιού, περιλαμβανομένων των συνοπτικών διαδικασιών, των αποφάσεων περί αναστολής και των ασφαλιστικών μέτρων».
11.
Μεταξύ των μερών ανέκυψε νομική διαφορά ως προς την εκτέλεση των συμβάσεων και η Höszig άσκησε αγωγή ενώπιον του Pécsi Törvényszék (πρωτοδικείο Pécs), ως δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία βάσει του τόπου εκπληρώσεως της παροχής.
12.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η ενάγουσα επικαλείται το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 593/2008, το οποίο επιγράφεται «Συναίνεση και ουσιαστικό κύρος», και διατείνεται ότι δεν θα ήταν εύλογο να καθοριστούν οι συνέπειες της συμπεριφοράς της κατά το γαλλικό δίκαιο, καθώς, αφενός, αντικείμενο της συμβάσεως ήταν τα προϊόντα που κατασκεύαζε, αφετέρου, τόπος εκπληρώσεως της παροχής, όπως και τόπος κατασκευής, είναι οι εγκαταστάσεις της ενάγουσας στην Ουγγαρία, με αποτέλεσμα η συνολική διαδικασία κατασκευής έως την παράδοση στο συμβαλλόμενο μέρος που έδωσε την παραγγελία να έχει λάβει χώρα στην Ουγγαρία.
13.
Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι, λόγω της επικλήσεως της σύμφωνης με το ουγγρικό δίκαιο ερμηνείας, η σχέση μεταξύ των «γενικών όρων συναλλαγών» και των συμβάσεων πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του δικαίου αυτού.
14.
Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι –κατά τα άρθρα 205/A και 205/B του ουγγρικού Αστικού Κώδικα σχετικά με την ενσωμάτωση των γενικών όρων συναλλαγών για συμβάσεις πωλήσεως στις συμβάσεις– οι «γενικοί όροι συναλλαγών» της δικαιοπαρόχου της εναγομένης δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος των συμβάσεων που συνήψαν τα συμβαλλόμενα μέρη.
15.
Ως εκ τούτου, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα, η ρήτρα εφαρμοστέου δικαίου που περιλαμβάνεται στους «γενικούς όρους συναλλαγών» της δικαιοπαρόχου της εναγομένης είναι άνευ σημασίας, με αποτέλεσμα να πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 593/2008, κατά το οποίο η σύμβαση παροχής υπηρεσιών διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πάροχος των υπηρεσιών –ήτοι η ενάγουσα– έχει τη συνήθη διαμονή του.
16.
Όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία των ουγγρικών δικαστηρίων, η ενάγουσα διατείνεται ότι –εφόσον οι «γενικοί όροι συναλλαγών» της δικαιοπαρόχου της εναγομένης δεν αποτελούν μέρος των συμβάσεων για τους προεκτεθέντες λόγους– η εν λόγω διεθνής δικαιοδοσία πρέπει να καθοριστεί κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001, κατά το οποίο αρμόδιο να επιληφθεί της υποθέσεως είναι το δικαστήριο του τόπου εκπληρώσεως της παροχής, ήτοι το Pécsi Törvényszék.
17.
Η ενάγουσα προέβαλε επίσης, για την περίπτωση που κριθεί ότι οι «γενικοί όροι συναλλαγών» της δικαιοπαρόχου της εναγομένης αποτελούν μέρος της συμβάσεως, τον επικουρικό ισχυρισμό ότι η ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνεται στους εν λόγω γενικούς όρους συναλλαγών δεν συνάδει με τις απαιτήσεις του άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, καθώς με την εν λόγω ρήτρα γίνεται μνεία στα «δικαστήρια του Παρισιού». Κατ’ αρχάς, το Παρίσι δεν είναι κράτος μέλος, αλλά πόλη, και, δεύτερον, με τον όρο «δικαστήρια του Παρισιού» δεν ορίζεται συγκεκριμένο δικαστήριο, αλλά το σύνολο των δικαστηρίων εντός των διοικητικών ορίων της πόλεως αυτής.
18.
Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι η εναγομένη προβάλλει ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, επικαλούμενη τη ρήτρα 23 των «γενικών όρων συναλλαγών» της δικαιοπαρόχου της εναγομένης σχετικά με τα «εμπορεύματα και [τις] υπηρεσίες», η οποία διέπει τα ζητήματα σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο και την επίλυση των διαφορών.
19.
Κατά την εναγομένη, οι «γενικοί όροι συναλλαγών» αποτελούν μέρος των συμβάσεων και ως εκ τούτου, κατά τη ρήτρα τους 23, το ουγγρικό δικαστήριο δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία επί των συμβατικών διαφορών. Συνεπώς, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα άσκησε την αγωγή της ενώπιον δικαστηρίου που δεν διαθέτει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της επίμαχης υποθέσεως.
20.
Κατά την άποψη της εναγομένης, είναι δυνατή η κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 593/2008 εξέταση του ζητήματος κατά πόσον είναι εύλογη η εφαρμογή του γαλλικού δικαίου όσον αφορά την παροχή συναινέσεως.
21.
Συγκεκριμένα, κατά τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 593/2008, και λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, η επιλογή του γαλλικού δικαίου ως εφαρμοστέου δικαίου για τον καθορισμό των συνεπειών της συμπεριφοράς της ενάγουσας είναι απολύτως εύλογη, καθώς, αφενός, η δικαιοπάροχος της εναγομένης ήταν υπεργολάβος αναδόχου διαγωνισμού για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων που είχε διενεργηθεί στη Γαλλία σχετικά με σημαντική επένδυση σε γαλλικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αφετέρου, το γαλλικό δίκαιο διήπε την προσωπική κατάσταση της εναγομένης, ενώ η εναγομένη και η ενάγουσα υπάγονταν σε ευρύ συμβατικό πλαίσιο σχετικά με τα έργα που ήταν αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, αποτελούμενο από πολυάριθμες συμβάσεις για την κατασκευή μεταλλικών σκελετών. Συνεπώς, βάσει των προεκτεθέντων λόγων, η εναγομένη διατείνεται ότι ο ορισμός του δικαίου που διέπει την προσωπική κατάσταση ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, ήτοι του αγοραστή, ως εφαρμοστέου δικαίου είναι απολύτως εύλογος και σύμφωνος προς τα ισχύοντα συναλλακτικά ήθη, ιδίως όταν το αντικείμενο της συμβάσεως πωλήσεως πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη χώρα του εν λόγω αγοραστή, σε μια αυστηρώς ρυθμισμένη αγορά· ως εκ τούτου, είναι εύλογη η εφαρμογή του γαλλικού δικαίου, προκειμένου να αξιολογηθεί η συμπεριφορά της ενάγουσας.
22.
Κατά την εναγομένη, η ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνεται στη ρήτρα 23 των «γενικών όρων συναλλαγών» συνάδει απολύτως προς τη διάταξη του άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, καθώς τα δικαστήρια της πόλεως του Παρισιού αποτελούν δικαστήρια κράτους μέλους (Γαλλία). Το γεγονός ότι τα δικαστήρια του Παρισιού δεν αποτελούν το σύνολο των δικαστηρίων της Γαλλίας δεν συνεπάγεται ακυρότητα της ρήτρας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας. Η εναγομένη υποστηρίζει ότι η προτεινόμενη από την ενάγουσα συσταλτική ερμηνεία δεν λαμβάνει υπόψη την αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 44/2001, κατά την οποία πρέπει να τηρείται η αυτονομία των συμβαλλομένων μερών μιας συμβάσεως.
23.
Στο πλαίσιο της δίκης αυτής, με διάταξη της 4ης Μαΐου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Μαΐου 2015, το Pécsi Törvényszék υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«I. Ως προς τον κανονισμό [593/2008] […]:
1.
Δύναται εθνικό δικαστήριο κράτους μέλους να ερμηνεύσει την περιεχόμενη στο άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 593/2008 φράση “από τις περιστάσεις συνάγεται” υπό την έννοια ότι η εξέταση “των περιστάσεων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη”, προκειμένου να διαπιστωθεί ο εύλογος χαρακτήρας της μη παροχής συναινέσεως κατά το δίκαιο της χώρας στην οποία το συμβαλλόμενο μέρος έχει τη συνήθη διαμονή του, έχει ως αντικείμενο τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση, το αντικείμενο της συμβάσεως και την εκτέλεσή της;
1.1. Πρέπει το κατ’ άρθρο 10, παράγραφος 2, αποτέλεσμα που απορρέει από την περιγραφόμενη στο ανωτέρω σημείο 1 κατάσταση να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, εάν γίνει δεκτό ότι από τις περιστάσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη, δεδομένης της επικλήσεως από ένα συμβαλλόμενο μέρος [του δικαίου της χώρας συνήθους διαμονής], συνάγεται ότι η παροχή συναινέσεως για το εφαρμοστέο κατά την παράγραφο 1 δίκαιο δεν ήταν το λογικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του μέρους αυτού, το δικαστήριο οφείλει να εκτιμήσει την ύπαρξη και το κύρος της συμβατικής ρήτρας κατά το δίκαιο της χώρας στην οποία έχει τη συνήθη διαμονή του το συμβαλλόμενο μέρος που προέβη στην επίκληση αυτή;
2.
Δύναται το δικαστήριο αυτού του κράτους μέλος να ερμηνεύσει τη διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 593/2008 υπό την έννοια ότι το δικαστήριο μπορεί να εκτιμά ελεύθερα, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των επίμαχων περιστάσεων της υποθέσεως, εάν, βάσει των περιστάσεων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, η παροχή συναινέσεως για το εφαρμοστέο κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, δίκαιο δεν ήταν το εύλογο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του συμβαλλόμενου μέρους;
3.
Στην περίπτωση που, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 593/2008, ένα συμβαλλόμενο μέρος επικαλεστεί το δίκαιο της χώρας στην οποία έχει τη συνήθη διαμονή του προκειμένου να αποδείξει ότι δεν έχει παράσχει τη συναίνεσή του, οφείλει το δικαστήριο κράτους μέλους να λάβει υπόψη του το δίκαιο της χώρας της συνήθους διαμονής του μέρους αυτού προκειμένου να κρίνει εάν, λαμβανομένων υπόψη των προβαλλόμενων “περιστάσεων”, η συναίνεση του μέρους αυτού για την εφαρμογή συγκεκριμένου δικαίου δεν αποτελούσε εύλογη συμπεριφορά κατά το δίκαιο αυτό;
3.1. Στην περίπτωση αυτή, αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία δικαστηρίου κράτους μέλους κατά την οποία η εξέταση των “περιστάσεων” για τη διαπίστωση του ευλόγου χαρακτήρα της μη συναινέσεως αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση, το αντικείμενο της συμβάσεως και την εκτέλεσή της;
II Ως προς τον κανονισμό […] [44/2001]:
1.
Είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ερμηνεία δικαστηρίου κράτους μέλους κατά την οποία απαιτείται ο ακριβής καθορισμός του αρμόδιου δικαστηρίου ή αρκεί, λαμβανομένων υπόψη των προβλεπόμενων στην αιτιολογική σκέψη 14 του εν λόγω κανονισμού απαιτήσεων, να συνάγεται σαφώς από τη σύμβαση η βούληση ή η πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών;
1.1. Συνάδει προς τις απαιτήσεις του άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ερμηνεία δικαστηρίου κράτους μέλους κατά την οποία ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας περιλαμβανόμενη στους γενικούς όρους συναλλαγών, όπως αυτοί έχουν διατυπωθεί από ένα εκ των συμβαλλομένων μερών, και ορίζουσα τα δικαστήρια συγκεκριμένης πόλεως κράτους μέλους, εν προκειμένω του Παρισιού (Γαλλία), στην αποκλειστική και πρώτου και τελευταίου βαθμού δικαιοδοσία των οποίων υπάγονται οι αναφυόμενες ή σχετιζόμενες με το κύρος, την εκτέλεση ή την ακύρωση της παραγγελίας διαφορές που δεν μπόρεσαν να επιλυθούν με φιλικό διακανονισμό μεταξύ των μερών είναι αρκούντως σαφής ώστε να συνάγεται σαφώς από τη διατύπωσή της, λαμβανομένων υπόψη των προβλεπόμενων στην αιτιολογική σκέψη 14 απαιτήσεων, η βούληση ή η πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών όσον αφορά το ορισθέν κράτος μέλος;
24.
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Alstom, η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι δύο τελευταίες ανέπτυξαν επίσης προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 21ης Ιανουαρίου 2016.
Ανάλυση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
25.
Το αιτούν δικαστήριο εξετάζει εάν διαθέτει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ενώπιον του υποθέσεως. Στο πλαίσιο αυτό, υπέβαλε δύο προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία του άρθρου 10 του κανονισμού 593/2008, ενώ με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ζητείται καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία του άρθρου 23 του κανονισμού 44/2001.
26.
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 593/2008 ρητώς εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του «συμφωνίες […] επιλογής δικαστηρίου». Συνεπώς, ο εν λόγω κανονισμός είναι άνευ σημασίας για τη θεμελίωση διεθνούς δικαιοδοσίας.
27.
Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 είναι σύμφωνο με ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας, περιλαμβανόμενη στους γενικούς όρους συναλλαγών ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, κατά την οποία οι μεταξύ των μερών διαφορές υπάγονται στην αποκλειστική και πρώτου και τελευταίου βαθμού δικαιοδοσία των δικαστηρίων συγκεκριμένης πόλεως κράτους μέλους, εν προκειμένω της πόλεως του Παρισιού. Αυτό το ζήτημα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επιλυθεί από το Δικαστήριο.
28.
Στις παρούσες προτάσεις μου παραπέμπω επανειλημμένα στη νομολογία του Δικαστηρίου επί της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( 5 ) (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών), δεδομένου ότι, καθόσον ο κανονισμός 44/2001 αντικαθιστά τη Σύμβαση των Βρυξελλών, η ερμηνεία των διατάξεων της Συμβάσεως των Βρυξελλών από το Δικαστήριο ισχύει και για τις διατάξεις του κανονισμού 44/2001, εφόσον οι διατάξεις των πράξεων αυτών μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμες ( 6 ). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει ήδη ρητώς αποφανθεί ότι τούτο ισχύει όσον αφορά το άρθρο 17, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών και το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, το γράμμα των οποίων είναι σχεδόν πανομοιότυπο ( 7 ).
29.
Οι συμφωνίες παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη διεθνή επίλυση διαφορών ( 8 ). Το άρθρο 23, το οποίο ορθώς έχει χαρακτηριστεί ως μια εκ των πλέον σημαντικών διατάξεων του κανονισμού 44/2001 ( 9 ), έχει ως σκοπό την αναγνώριση της αρχής της αυτονομίας των συμβαλλομένων μερών εντός του συστήματος του κανονισμού 44/2001 ( 10 ). Αποσκοπεί στη διαφύλαξη της ασφάλειας δικαίου μέσω της δυνατότητας να προβλέπεται με βεβαιότητα το αρμόδιο δικαστήριο ( 11 ). Συνέπεια μιας ρήτρας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας είναι ο αποκλεισμός της διεθνούς δικαιοδοσίας που θεμελιώνεται, ιδίως, δυνάμει των άρθρων 2 και 5 του κανονισμού 44/2001 ( 12 ). Μπορεί επομένως με ασφάλεια να συναχθεί ότι το άρθρο 23 του κανονισμού 44/2001 «κατισχύει» ( 13 ) των υπολοίπων περί διεθνούς δικαιοδοσίας διατάξεων του κανονισμού.
30.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 διέπει μόνο την παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας, και όχι τις ουσιαστικές διατάξεις των συμβάσεων. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει στην απόφαση Benincasa ότι «ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, η οποία εξυπηρετεί δικονομικούς σκοπούς, διέπεται από τις διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών, οι οποίες σκοπούν στη δημιουργία ενιαίων κανόνων δικαστικής διεθνούς δικαιοδοσίας. Αντιθέτως, οι ουσιαστικές διατάξεις της κύριας συμβάσεως, στην οποία έχει περιληφθεί η ρήτρα, καθώς και κάθε αμφισβήτηση περί του κύρους της, διέπονται από τη lex causae η οποία ορίζεται από το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους του forum» ( 14 ). Επομένως, η ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας δεν εξαρτάται από το κύρος της μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμβάσεως ( 15 ).
31.
Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Powell Duffryn ότι η έννοια της «συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας» κατά το άρθρο 23 του κανονισμού 44/2001 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως απλή παραπομπή στο εσωτερικό δίκαιο του ενός ή του άλλου εκ των οικείων κρατών, αλλά ως αυτοτελής έννοια ( 16 ).
32.
Επίσης, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 23, παράγραφος 1, έχει την έννοια ότι η επιλογή δικαστηρίου μέσω ρήτρας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας εκτιμάται αποκλειστικά υπό το πρίσμα παραμέτρων που άπτονται των επιταγών του άρθρου αυτού. Εκτιμήσεις σχετικά με τους δεσμούς μεταξύ του υποδειχθέντος δικαστηρίου και της επίδικης σχέσεως, το κύρος της ρήτρας και τους ουσιαστικούς κανόνες περί ευθύνης που τυγχάνουν εφαρμογής ενώπιον του επιλεγέντος δικαστηρίου είναι ξένες προς τις εν λόγω επιταγές ( 17 ).
33.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εξαρτώντας το κύρος ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας από την ύπαρξη «συμφωνίας» μεταξύ των μερών, η διάταξη αυτή επιβάλλει στο επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο να εξετάζει κατ’ αρχάς εάν η υπέρ αυτού ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας υπήρξε πράγματι αντικείμενο συμφωνίας των μερών, η οποία πρέπει να εκδηλώνεται κατά τρόπο σαφή και ακριβή, ενώ ο τύπος που επιβάλλει το άρθρο 23 εξασφαλίζει ότι υφίσταται πράγματι συμφωνία μεταξύ των μερών ( 18 ).
34.
Με άλλα λόγια, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη συμφωνίας μπορεί να συναχθεί από το ότι έχουν πληρωθεί οι τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001.
35.
Προφανώς, ιδίως όσον αφορά το ζήτημα της συναινέσεως, μια συμφωνία αποτελείται ως εκ της φύσεώς της και από υποκειμενικά στοιχεία, πέραν των αμιγώς τυπικών προϋποθέσεων, πράγμα που οδηγεί στο ερώτημα σε ποιον βαθμό τα εν λόγω υποκειμενικά στοιχεία διέπονται από το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, και αν, ή μάλλον σε ποιον βαθμό, η διάταξη αυτή επιτρέπει την εφαρμογή του εθνικού δικαίου όσον αφορά τις υπόλοιπες προϋποθέσεις συνάψεως συμβάσεως, όπως η ικανότητα δικαίου, η διαπίστωση ελαττώματος της βουλήσεως ( 19 ) και ούτω καθεξής ( 20 ). Τα όρια μεταξύ των συγκεκριμένων στοιχείων που εμπίπτουν και αυτών που δεν εμπίπτουν στο άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 δεν είναι επομένως ακόμη εντελώς σαφή ( 21 ).
36.
Πάντως, επισημαίνω στο Δικαστήριο ότι η υπό κρίση υπόθεση μπορεί να επιλυθεί βάσει της υφιστάμενης νομολογίας και δεν αφορά, κατά την άποψή μου, τον ευρύτερο διάλογο ως προς την εν λόγω οριοθέτηση.
37.
Προφανώς, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αποφασίσει εάν η ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας αποτελούσε πράγματι αντικείμενο συναινέσεως μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Βάσει των εκτιμήσεων που διατυπώνονται στα σημεία 28 έως 33 των ανά χείρας προτάσεων καθώς και των πληροφοριών που έχω στη διάθεσή μου, φρονώ πως τούτο συμβαίνει.
Συναίνεση
38.
Προκειμένου να καθοριστεί εάν τα μέρη συνήψαν συμφωνία που να εκδηλώνεται κατά τρόπο σαφή και ακριβή, όπως απαιτείται κατά την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, είναι απαραίτητο να εξεταστεί εάν έχουν πληρωθεί οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 23, παράγραφος 1.
39.
Δύο ζητήματα χρήζουν αναλυτικότερης εξετάσεως, ήτοι εάν η προβλεπόμενη στο άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, προϋπόθεση του έγγραφου τύπου έχει πληρωθεί και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, εάν ο περιγραφικός όρος «δικαστήρια του Παρισιού» είναι αρκούντως σαφής.
40.
Προτείνω να δοθεί καταφατική απάντηση σε αμφότερα τα ερωτήματα αυτά.
41.
Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι «δεν πληρούται η απαίτηση του έγγραφου τύπου που επιβάλλει το άρθρο 17, εδάφιο 1, της συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, στην περίπτωση που η ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας περιλαμβάνεται στους γενικούς όρους πωλήσεως ενός των μερών, οι οποίοι έχουν τυπωθεί στο πίσω μέρος της συμβάσεως, παρά μόνον αν η σύμβαση που υπογράφηκε από τα δύο μέρη περιλαμβάνει ρητή παραπομπή ( 22 ) στους γενικούς αυτούς όρους» ( 23 ).
42.
Η ρήτρα 23 των γενικών όρων συναλλαγών της δικαιοπαρόχου της Alstom, στην οποία γινόταν άμεση παραπομπή στη σύμβαση, ορίζει με σαφήνεια και κατά τρόπο που δεν επιδέχεται διαφορετικής ερμηνείας ότι αρμόδια είναι τα δικαστήρια του Παρισιού.
43.
Όσον αφορά το ζήτημα εάν ο όρος «δικαστήρια του Παρισιού» είναι αρκούντως σαφής, φρονώ ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το άρθρο 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να είναι κατά τέτοιον τρόπο διατυπωμένη ώστε το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία να μπορεί να προσδιοριστεί βάσει του γράμματός της και μόνον. Αρκεί η ρήτρα να προσδιορίζει τα αντικειμενικά στοιχεία ως προς τα οποία τα μέρη ήλθαν σε συμφωνία προκειμένου να επιλέξουν το δικαστήριο ή τα δικαστήρια στα οποία επιθυμούν να υποβάλουν τις διαφορές τους που έχουν ανακύψει ή θα ανακύψουν. Τα στοιχεία αυτά, τα οποία πρέπει να είναι αρκούντως ακριβή ώστε να παρέχουν στον δικάζοντα δικαστή τη δυνατότητα να καθορίσει αν έχει διεθνή δικαιοδοσία, μπορούν εν ανάγκη να συγκεκριμενοποιηθούν από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως ( 24 ). Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι πλείονα δικαστήρια εντός των ορίων του Παρισιού είναι εν δυνάμει αρμόδια να επιληφθούν ζητημάτων όπως αυτό της επίμαχης υποθέσεως, το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Meeth ( 25 ) ότι το άρθρο 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι έχει σκοπό να αποκλείσει τη δυνατότητα των συμβαλλομένων μερών να ορίσουν δύο ή περισσότερα δικαστήρια για την επίλυση ενδεχομένων διαφορών ( 26 ).
44.
Παραμένει το ζήτημα του καθορισμού του δικαίου βάσει του οποίου θα προσδιοριστεί το αρμόδιο δικαστήριο του Παρισιού. Εν προκειμένω, παραπέμπω στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Capotorti στην υπόθεση Meeth, ο οποίος τόνισε, σχετικά με ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των δικαστηρίων ορισμένης χώρας ότι «[θεωρούσε] προφανές ότι μια ρήτρα που έχει διατυπωθεί κατά τον τρόπο αυτό παραπέμπει σιωπηρά, για τον ακριβή καθορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου πρέπει να ασκηθεί η αγωγή, στο σύστημα των κανόνων της κατά τόπο αρμοδιότητας, ανάλογα με το ποσό ή το είδος του επιδίκου αντικειμένου, που ισχύουν στο συγκεκριμένο κράτος» ( 27 ). Με την απόφασή του στην εν λόγω υπόθεση ( 28 ) το Δικαστήριο φαίνεται πως έλαβε τούτο ως δεδομένο, και δεν προέβη σε περαιτέρω ανάλυση επί του ζητήματος. Κατά την άποψή μου, το αυτό σκεπτικό ισχύει και εν προκειμένω. Το γαλλικό δικονομικό δίκαιο διέπει το ζήτημα ποιο συγκεκριμένο δικαστήριο του Παρισιού είναι αρμόδιο ( 29 ).
Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 και Σύμβαση της Χάγης του 2005
45.
Όπως είναι γνωστό, ο κανονισμός 44/2001 έχει αντικατασταθεί από τον κανονισμό 1215/2012 ( 30 ). Ο τελευταίος αυτός κανονισμός δεν έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων που περιέχονται στο άρθρο του 66 ( 31 ). Εντούτοις, δεδομένου ότι εκ των κύριων σκοπών της αναθεωρήσεως ήταν η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των συμφωνιών παρεκτάσεως αρμοδιότητας, καίτοι όσον αφορά τη σχέση τους με την εκκρεμοδικία ( 32 ), προτείνω τη σύντομη επισκόπηση του νέου κειμένου.
46.
Το άρθρο 25 του κανονισμού 1215/2012 ορίζει πλέον ότι, «[α]ν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους» ( 33 ) .
47.
Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η νέα αυτή διατύπωση καλύπτει πλέον το σύνολο των ουσιαστικού δικαίου ζητημάτων, περιλαμβανομένων των προϋποθέσεων συνάψεως συμφωνίας, και ότι ως εκ τούτου σκοπός της αναθεωρηθείσας διατάξεως είναι η ανατροπή της νομολογίας του Δικαστηρίου περί του αυτοτελούς καθορισμού του ζητήματος εάν πράγματι υφίσταται συναίνεση ( 34 ). Διατηρώ επιφυλάξεις ως προς την ορθότητα της απόψεως αυτής. Από τη φράση «εκτός αν» φαίνεται πως συνάγεται τεκμήριο εγκυρότητας των συμφωνιών παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας ( 35 ). Επιπροσθέτως, από το ιστορικό της αναθεωρήσεως ουδεμία ένδειξη προκύπτει ότι σκοπός της ήταν η ανατροπή ή η μεταβολή της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου ( 36 ). Η τροποποιηθείσα διάταξη φαίνεται πως βασίζεται μάλλον στην προσέγγιση που υιοθέτησε ο γενικός εισαγγελέας G. Slynn στην υπόθεση Elefanten Schuh, κατά τον οποίον, προκειμένου να αποδειχθεί ότι υφίσταται συμφωνία παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας –σε ζητήματα που δεν ρυθμίζονται από το δίκαιο της Ένωσης– ( 37 ) είναι απαραίτητη η παραπομπή στο δίκαιο του κράτους μέλους του οποίου τα δικαστήρια έχουν επιλεγεί ( 38 ). Αντιθέτως, από το άρθρο 23 του κανονισμού 44/2001 προκύπτει μάλλον ότι το ζήτημα αυτό διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους του οποίου τα δικαστήρια έχουν επιληφθεί της υποθέσεως.
48.
Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία ένδειξη υφίσταται στην παρούσα υπόθεση ότι υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το κατά το ουσιαστικό κύρος της συμφωνίας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας. Επομένως, παρέλκει η παραπομπή σε οποιοδήποτε ουσιαστικό δίκαιο.
49.
Ο κύριος λόγος για τον οποίο η προαναφερθείσα διάταξη εισήχθη στο υφιστάμενο άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 συνίσταται, κατά την άποψή μου, στην εναρμόνιση του άρθρου αυτού προς το γράμμα του άρθρου 5 της Συμβάσεως της Χάγης για τις συμφωνίες παρεκτάσεως της δικαιοδοσίας ( 39 ), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2015 ( 40 ). Κατά την πρώτη παράγραφο της διατάξεως αυτής, «[τ]ο δικαστήριο ή τα δικαστήρια ενός συμβαλλόμενου κράτους που ορίζονται αρμόδια σε συμφωνία παρέκτασης αποκλειστικής δικαιοδοσίας είναι αρμόδια να εκδικάζουν διαφορά η οποία υπάγεται στην εν λόγω συμφωνία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη βάσει του δικαίου του εν λόγω κράτους» ( 41 ) .
50.
Η Ένωση είναι αφενός μέλος της Συνδιασκέψεως της Χάγης για το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο ( 42 ), αφετέρου συμβαλλόμενο μέρος της Συμβάσεως της Χάγης για τις συμφωνίες παρεκτάσεως της δικαιοδοσίας ( 43 ). Δεδομένου ότι το αντικείμενο της Συμβάσεως εμπίπτει σε τομέα στον οποίο η Ένωση έχει, δυνάμει των κανονισμών 44/2001 και 1215/2012 ασκήσει την αρμοδιότητά της, είναι σκόπιμη η μέγιστη εναρμόνιση της Συμβάσεως και του συστήματος που θέσπισε η Ένωση με τους κανονισμούς αυτούς.
51.
Γενικότερα, δυνάμει του άρθρου 3, στοιχείο βʹ, της Συμβάσεως της Χάγης του 2005, συμφωνία παρεκτάσεως αρμοδιότητας με την οποία ορίζονται ως αρμόδια τα δικαστήρια ενός συμβαλλομένου κράτους ή ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα δικαστήρια ενός συμβαλλόμενου κράτους λογίζεται ότι απονέμει αποκλειστική δικαιοδοσία, εκτός αν οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ρητώς το αντίθετο. Επιπροσθέτως, όπως ορθά επισημαίνει η Επιτροπή, στην αιτιολογική έκθεση της Συμβάσεως ( 44 ) εξετάζεται ειδικώς το ζήτημα των συμφωνιών παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των δικαστηρίων ενός κράτους γενικώς ή υπέρ ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων δικαστηρίων σε ορισμένο κράτος ( 45 ).
Πρόταση
52.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Pécsi Törvényszék ως εξής:
Ρήτρα περιλαμβανόμενη στους γενικούς όρους συναλλαγών ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, στην οποία γίνεται παραπομπή στη σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, που υπάγει διαφορές που δεν μπορούν να επιλυθούν με φιλικό διακανονισμό μεταξύ των μερών στην αποκλειστική και πρώτου και τελευταίου βαθμού δικαιοδοσία των δικαστηρίων συγκεκριμένης πόλεως κράτους μέλους πρέπει να λογίζεται ως «συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας», κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12, σ. 1).
( 3 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ L 177, σ. 6).
( 4 ) Στο εξής: δικαιοπάροχος της Alstom.
( 5 ) ΕΕ 1982, L 388, σ. 7. Όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στην εν λόγω Σύμβαση.
( 6 ) Απόφαση TNT Express Nederland (C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 7 ) Βλ. απόφαση Refcomp (C‑543/10, EU:C:2013:62, σκέψη 19).
( 8 ) Βλ., Hess, B., Europäisches Zivilprozessrecht, C. F. Müller, Χαϊδελβέργη, 2010, σ. 310, σημείο 128.
( 9 ) Βλ., Magnus, U., σε U. Magnus και P. Mankowski, Brussels I Regulation, 2η έκδ., Sellier, 2012, Μόναχο, άρθρο 23, σημείο 1.
( 10 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 44/2001, κατά την οποία «[η] αυτονομία των μερών μιας σύμβασης […] πρέπει να τηρείται με την επιφύλαξη των αποκλειστικών βάσεων δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τον ανά χείρας κανονισμό».
( 11 ) Βλ. απόφαση Benincasa (C‑269/95, EU:C:1997:337, σκέψη 28).
( 12 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Galeries Segoura (25/76, EU:C:1976:178, σκέψη 6).
( 13 ) Κατά την ορολογία που χρησιμοποιεί ο Magnus, U., σε U. Magnus και P. Mankowski, Brussels I Regulation, 2η έκδ., Sellier, 2012, Μόναχο, άρθρο 23, σημείο 15.
( 14 ) Βλ. απόφαση Benincasa (C‑269/95, EU:C:1997:337, σκέψη 25).
( 15 ) Βλ. Kropholler, J., von Hein, J., Europäisches Zivilprozessrecht, Verlag Recht und Wirtschaft, Φρανκφούρτη (Μάιν), 9η έκδ., 2011, Άρθρο 23 EuGVO, σημείο 17.
( 16 ) Βλ. αποφάσεις Powell Duffryn (C‑214/89, EU:C:1992:115, σκέψεις 13 και 14) και Refcomp (C‑543/10, EU:C:2013:62, σκέψη 21).
( 17 ) Βλ. απόφαση Castelletti (C‑159/97, EU:C:1999:142, σκέψη 52).
( 18 ) Βλ. αποφάσεις MSG (C‑106/95, EU:C:1997:70, σκέψη 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και El Majdoub (C‑322/14, EU:C:2015:334, σκέψη 29).
( 19 ) Vice du consentement κατά τη γαλλική νομική ορολογία.
( 20 ) Το ζήτημα ποιο εθνικό δίκαιο διέπει τα ζητήματα αυτά ερίζεται στη θεωρία, βλ. Kropholler, J., von Hein, J., Europäisches Zivilprozessrecht, Verlag Recht und Wirtschaft, Φρανκφούρτη (Μαίν), 9η έκδ., Άρθρο 23 EuGVO, σημείο 28.
( 21 ) Βλ., μεταξύ άλλων, Gebauer, M., Das Prorogationsstatut im Europäischen Zivilprozessrecht, σε H. Kronke/ K. Thorn (επιμέλεια), Grenzen überwinden – Prinzipien bewahren, Festschrift für Bernd von Hoffmann zum 70. Geburtstag, Verlag Ernst und Werner Gieseking, Bielefeld, 2001, σ. 577-588, ιδίως σ. 577.
( 22 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 23 ) Βλ. απόφαση Estasis Saloti di Colzani (24/76, EU:C:1976:177, σκέψη 10). Βλ., επίσης, Torbus, A., Umowa Jurysdykcyjna w Systemie Międzynarodowego Postępowania Cywilnego, Toruń, 2012, σ. 262.
( 24 ) Βλ. απόφαση Coreck (C‑387/98, EU:C:2000:606, σκέψη 15).
( 25 ) Απόφαση Meeth (23/78, EU:C:1978:198).
( 26 ) Απόφαση Meeth (23/78, EU:C:1978:198, σκέψη 5).
( 27 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Capotorti στην υπόθεση Meeth (23/78, EU:C:1978:183, σημείο 2).
( 28 ) Απόφαση Meeth (23/78, EU:C:1978:198).
( 29 ) Βλ., επίσης, σημείο 51 των παρουσών προτάσεων.
( 30 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351, σ. 1).
( 31 ) Κατά την πρώτη παράγραφο της διατάξεως αυτής, ο κανονισμός 1215/2012 εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται κατά ή μετά τη 10η Ιανουαρίου 2015.
( 32 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 22 του κανονισμού 1215/2012 και αιτιολογική έκθεση της προτάσεως της Επιτροπής, COM(2010) 748 τελικό, Βρυξέλλες, 14.12.2000, ιδίως σ. 3-4, διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://eur‑/LexUriServ/LexUriS?uri=COM:2010:0748:FIN:EN:PDF.
( 33 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 34 ) Η δυνατότητα αυτή επισημαίνεται από τον Magnus, U., σε U. Magnus και P. Mankowski, Brussels I bis Regulation, Verlag Otto Schmidt, Κολωνία, 2016, Άρθρο 23, σημείο 79a, μολονότι ο εν λόγω συγγραφέας δεν πρεσβεύει την άποψη αυτή.
( 35 ) Βλ., επίσης, Lenaerts, K., Stapper, Th., Die Entwicklung der Brüssel I-Verordnung im Dialog des Europäischen Gerichtshofs mit dem Gesetzgeber, σε 78 Rabels Zeitschrift für ausländisches und internationales Privatrecht (RabelsZ), 2014, σ. 252-293, ιδίως σ. 282, και Magnus, U., σε U. Magnus και P. Mankowski, Brussels I bis Regulation, Verlag Otto Schmidt, Κολωνία, 2016, άρθρο 25, σημείο 79a.
( 36 ) Βλ. Magnus, U., σε U. Magnus και P. Mankowski, Brussels I bis Regulation, Verlag Otto Schmidt, Κολωνία, 2016, άρθρο 25, σημείο 79a.
( 37 ) Βλ. σημείο 35 των παρουσών προτάσεων.
( 38 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Slynn στην υπόθεση Elefanten Schuh (150/80, EU:C:1981:112, σ. 1698). Βλ., επίσης, Mankowski, P., σε Rauscher, T. (επιμέλεια), Brüssel Ia-VO, 4η έκδ., Verlag Otto Schmidt, Κολωνία, 2016, άρθρο 25, σημείο 26.
( 39 ) Σύμβαση της 30ής Ιουνίου 2005 για τις συμφωνίες παρεκτάσεως της δικαιοδοσίας, διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση .
( 40 ) Ήτοι, κατόπιν του κρίσιμου για την παρούσα υπόθεση χρόνου και της ημερομηνίας που το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.
( 41 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 42 ) Βλ. απόφαση του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 2006, για την προσχώρηση της Κοινότητας στη Συνδιάσκεψη της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (2006/719/EΚ), ΕΕ 2006, L 297, σ. 1.
( 43 ) Η Ένωση έχει υπογράψει και κυρώσει τη Σύμβαση αυτή. Δεδομένου ότι η Ένωση έχει αρμοδιότητα επί του συνόλου των ζητημάτων που ρυθμίζονται από τη Σύμβαση, τα κράτη μέλη της Ένωσης (εξαιρουμένης της Δανίας, βλ. άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας), δεσμεύονται αυτοδικαίως από τη Σύμβαση αυτή δυνάμει της κυρώσεως από την Ένωση. Επί του παρόντος, 29 υποκείμενα δικαίου δεσμεύονται από τη Σύμβαση αυτή: η Ευρωπαϊκή Ένωση, 27 εκ των κρατών μελών της (όλα πλην της Δανίας) και το Μεξικό, βλ. .
( 44 ) Αιτιολογική έκθεση της Συμβάσεως της Χάγης του 2005 για τις συμφωνίες παρεκτάσεως της δικαιοδοσίας του Trevor Hartley και του Masato Dogauchi (στο εξής: αιτιολογική έκθεση), διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση .
( 45 ) Βλ. σημείο 103 της αιτιολογικής εκθέσεως: «Επομένως, συμφωνία που ορίζει “τα δικαστήρια της Γαλλίας” ερμηνεύεται ως αποκλειστική για τους σκοπούς της Συμβάσεως, καίτοι δεν διευκρινίζει ενώπιον τίνος δικαστηρίου στη Γαλλία θα διεξαχθεί η δίκη ούτε ρητώς αποκλείει τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων άλλων κρατών. Στην περίπτωση αυτή, τυγχάνει εφαρμογής το γαλλικό δίκαιο για τον καθορισμό του δικαστηρίου ή των δικαστηρίων ενώπιον των οποίων μπορεί να ασκηθεί αγωγή. Με την επιφύλαξη διατάξεων αυτού του είδους, ο ενάγων δύναται να επιλέξει οποιοδήποτε δικαστήριο στη Γαλλία».
Full & Egal Universal Law Academy