ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 14ης Ιουνίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑268/15
Fernand Ullens de Schooten
κατά
Ministre des Affaires sociales et de la Santé publique,
Ministre de la Justice
[αίτηση του cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή — Ευθύνη του Δημοσίου για παράβαση του δικαίου της Ένωσης — Αμιγώς εσωτερική κατάσταση — Άρθρο 43 ΕΚ (νυν άρθρο 49 ΣΛΕΕ) — Εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας μόνο πρόσωπα που έχουν άδεια να παρέχουν υπηρεσίες κλινικής βιολογίας μπορούν να εκμεταλλεύονται εργαστήρια κλινικής βιολογίας — Συμβατότητα»
1.
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 43, 49 και 56 ΕΚ (νυν, αντιστοίχως, άρθρων 49, 56 και 63 ΣΛΕΕ), του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και των αρχών της αποτελεσματικότητας και της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, καθώς και την έκταση της υποχρεώσεως την οποία έχουν, δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, τα δικαστήρια οι αποφάσεις των οποίων δεν υπόκεινται σε ένδικο μέσο να υποβάλλουν αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως.
2.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως που ο Fernand Ullens de Schooten άσκησε κατά του Βελγικού Δημοσίου λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης από τη βελγική νομοθετική και δικαστική εξουσία.
3.
Με την αγωγή αυτή, ο F. Ullens de Schooten προσάπτει στον Βέλγο νομοθέτη, κυρίως, ότι παρέβη το άρθρο 43 ΕΚ με τη θέσπιση του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του arrêté royal no 143 du 30 décembre 1982 fixant les conditions auxquelles les laboratoires doivent répondre en vue de l’intervention de l’assurance maladie pour les prestations de biologie clinique (βασιλικού διατάγματος 143 της 30ής Δεκεμβρίου 1982, περί των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούν τα εργαστήρια παροχής υπηρεσιών κλινικής βιολογίας προκειμένου να μπορεί να λάβει χώρα παρέμβαση από την ασφάλιση ασθενείας) ( 2 ), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του loi-programme du 30 décembre 1988 (προγραμματικού νόμου της 30ής Δεκεμβρίου 1988) (στο εξής: βασιλικό διάταγμα 143).
4.
Με το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα εργαστήρια ιατρικών αναλύσεων όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών κλινικής βιολογίας, προκειμένου οι πελάτες τους να τυγχάνουν της αποδόσεως από την ασφάλιση ασθενείας των εξόδων για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες. Από την εν λόγω διάταξη, όπως ίσχυε πριν από την έκδοση του loi du 24 mai 2005 modifiant l’arrêté royal no 143 (νόμου της24ης Μαΐου 2005 για την τροποποίηση του βασιλικού διατάγματος 143), προέκυπτε ότι μόνον εργαστήριο το οποίο εκμεταλλεύονται πρόσωπα που έχουν άδεια να παρέχουν υπηρεσίες κλινικής βιολογίας, δηλαδή ιατροί, φαρμακοποιοί ή πτυχιούχοι χημικοί, δύναται να παρέχει υπηρεσίες τα έξοδα για τις οποίες μπορούν να αποδοθούν ( 3 ).
5.
Επιπλέον, ο F. Ullens de Schooten προσάπτει επίσης στα βελγικά δικαστήρια παράβαση του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, προσάπτει στο Cour de cassation (ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο, Βέλγιο) ότι αρνήθηκε να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, στο cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών, Βέλγιο) ότι παρέβη το άρθρο 43 ΕΚ, στο Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) και στο cour d’appel de Mons (εφετείο του Μονς, Βέλγιο) ότι παρέβησαν το δίκαιο της Ένωσης στηριχθέντα σε εσφαλμένη ερμηνεία της εμβέλειας της αρχής του δεδικασμένου.
6.
Για να γίνουν διακριτά το περίγραμμα και το διακύβευμα της παρούσας υποθέσεως, πρέπει πρώτα απ’ όλα να περιγραφούν τα επεισόδια της μακράς δικαστικής διαμάχης από την οποία ανέκυψε.
I – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
7.
Ο F. Ullens de Schooten εκμεταλλευόταν το εργαστήριο κλινικής βιολογίας BIORIM το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 3 Νοεμβρίου 2000. Για τη χρηματοδότηση των υπηρεσιών του, υπέρ του εργαστηρίου αυτού λάμβανε χώρα παρέμβαση του Institut national d’assurance maladie-invalidité (Εθνικού Ιδρύματος ασφαλίσεως ασθενείας και αναπηρίας – INAMI). Το εργαστήριο εφάρμοζε το σύστημα της απευθείας καταβολής από τον ασφαλιστικό φορέα (ως τρίτο πληρωτή) του αντιτίμου των παρεχόμενων υπηρεσιών.
8.
Μετά από καταγγελία που ο F. Ullens de Schooten υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η τελευταία άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 20 Ιουνίου 1985, προσφυγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που έχει από το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ (στη συνέχεια άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ και, κατόπιν, άρθρο 43 ΕΚ), επειδή απέκλειε την κάλυψη από την κοινωνική ασφάλιση των υπηρεσιών κλινικής βιολογίας που παρέχονταν εντός εργαστηρίων που εκμεταλλεύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, του οποίου τα μέλη, οι εταίροι και οι διαχειριστές δεν είναι όλα φυσικά πρόσωπα έχοντα άδεια να πραγματοποιούν ιατρικές αναλύσεις.
9.
Με την απόφασή του της 12ης Φεβρουαρίου 1987, Επιτροπή κατά Βελγίου (221/85, EU:C:1987:81), το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή αυτή. Ειδικότερα, όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως, έκρινε ότι, υπό την επιφύλαξη ότι τηρείται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, κάθε κράτος μέλος έχει, ελλείψει σχετικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ελευθερία να ρυθμίζει στο έδαφος του τη δραστηριότητα των εργαστηρίων που παρέχουν υπηρεσίες κλινικής βιολογίας ( 4 ). Επίσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επίμαχη βελγική ρύθμιση δεν εμπόδιζε όπως ιατροί ή φαρμακοποιοί, υπήκοοι άλλων κρατών μελών, εγκατασταθούν στο Βέλγιο και εκμεταλλευθούν εκεί εργαστήριο κλινικών αναλύσεων οι υπηρεσίες του οποίου καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση. Επομένως, επρόκειτο για ρύθμιση που είχε αδιακρίτως εφαρμογή επί των Βέλγων υπηκόων και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών και δεν είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δυσμενών διακρίσεων ( 5 ).
10.
Το 1989, το εργαστήριο BIORIM αποτέλεσε το αντικείμενο ποινικής έρευνας λόγω υπόνοιας φοροδιαφυγής. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας αυτής, ο F. Ullens de Schooten παραπέμφθηκε, με άλλα άτομα, ενώπιον του tribunal correctionnel de Bruxelles (πλημμελειοδικείο Βρυξελλών, Βέλγιο). Διώχθηκε για σειρά πλαστογραφιών που διαπράχθηκαν, μεταξύ άλλων, προκειμένου να αποκρυβεί η παράνομη εκμετάλλευση εργαστηρίων ιατρικών αναλύσεων, κατά παράβαση του άρθρου 3 του βασιλικού διατάγματος 143.
11.
Με απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1998, το tribunal correctionnel de Bruxelles (πλημμελειοδικείο Βρυξελλών, Βέλγιο) καταδίκασε τον F. Ullens de Schooten σε ποινή φυλακίσεως πέντε ετών χωρίς αναστολή και σε χρηματική ποινή. Επιπλέον, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε τα αιτήματα των ασφαλιστικών φορέων που είχαν παραστεί ως πολιτική αγωγή, και υποχρέωσε τον F. Ullens de Schooten να τους καταβάλει προσωρινώς το ποσό του ενός ευρώ.
12.
Η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε με απόφαση του cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών) της 7ης Σεπτεμβρίου 2000. Πάντως, το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο καταδίκασε τον F. Ullens de Schooten για τα ίδια αδικήματα σε ποινή φυλακίσεως πέντε ετών, με αναστολή του μέρους της ποινής το οποίο υπερβαίνει υα τέσσερα έτη, και σε χρηματική ποινή. Τα αιτήματα των πολιτικώς εναγόντων κρίθηκαν απαράδεκτα ή αβάσιμα.
13.
Όσον αφορά τις πράξεις που τελέστηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του άρθρου 3 του βασιλικού διατάγματος 143, το cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών), αρνούμενο να θέσει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, απέρριψε την αιτίαση του F. Ullens de Schooten ότι η εν λόγω διάταξη αντιβαίνει προς το δίκαιο της Ένωσης.
14.
Με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2001, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) απέρριψε τις αιτήσεις αναιρέσεως του καταδικαστικού ποινικού μέρους της αποφάσεως του cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών), δέχθηκε τις αιτήσεις αναιρέσεως ποτ είχαν καταθέσει οι πολιτικώς ενάγοντες και παρέπεμψε την υπόθεση στο cour d’appel de Mons (εφετείο του Μονς).
15.
Με απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2005, το cour d’appel de Mons (εφετείο του Μονς) έκρινε εν μέρει βάσιμο το χρηματικό αίτημα που έξι ασφαλιστικοί φορείς είχαν υποβάλει κατά του F. Ullens de Schooten για τα ποσά που κακώς είχαν καταβληθεί στο εργαστήριο BIORIM κατά την περίοδο από την 1η Αυγούστου 1989 έως τις 16 Απριλίου 1992.
16.
Το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα του F. Ullens de Schooten ότι το άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος 143 αντιβαίνει προς το δίκαιο της Ένωσης. Κρίνοντας ότι δεσμεύεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως του cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών) της 7ης Σεπτεμβρίου 2000, το cour d’appel de Mons (εφετείο του Μονς) καταδίκασε τον F. Ullens de Schooten να καταβάλει προσωρινώς το ποσό του ενός ευρώ στους εν λόγω ασφαλιστικούς φορείς, τους οποίους κάλεσε να επανυπολογίσουν τη ζημία που υπέστησαν όσον αφορά τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 30 Απριλίου 1990.
17.
Επιληφθέν αιτήσεων αναιρέσεως της εν λόγω αποφάσεως της 23ης Νοεμβρίου 2005, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) τις απέρριψε με απόφαση της 14ης Ιουνίου 2006.
18.
Παράλληλα με αυτή τη δικαστική διαδικασία που αφορούσε την ευθύνη του F. Ullens de Schooten, η επιτροπή κλινικής βιολογίας, με απόφαση της 18ης Μαρτίου 1999, ανέστειλε την άδεια του εργαστηρίου BIORIM για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών.
19.
Με απόφαση της 9ης Ιουλίου 1999, ο Υπουργός Δημόσιας Υγείας απέρριψε τη διοικητική προσφυγή που είχε ασκηθεί κατά της εν λόγω αποφάσεως.
20.
Με απόφαση της 8ης Ιουνίου 2000, η επιτροπή κλινικής βιολογίας παρέτεινε την αναστολή της άδειας κατά δώδεκα μήνες.
21.
Με απόφαση της 24ης Ιουλίου 2000, ο Υπουργός Δημόσιας Υγείας απέρριψε τη διοικητική προσφυγή που είχε ασκηθεί κατά της νέας αυτής αποφάσεως.
22.
Το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Βέλγιο), ενώπιον του οποίου κατατέθηκαν δύο αιτήσεις ακυρώσεως των υπουργικών αυτών αποφάσεων, έθεσε στο Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο, Βέλγιο) προδικαστικό ερώτημα ως προς τη συνταγματικότητα του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143.
23.
Με την απόφαση 160/2007 της 19ης Δεκεμβρίου 2007, το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο) έκρινε ότι η εν λόγω διάταξη, όπως είχε εφαρμογή πριν από την τροποποίηση που επήλθε με τον νόμο της 24ης Μαΐου 2005, συνάδει με τα άρθρα 10 και 11 του Συντάγματος.
24.
Κατά συνέπεια, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) με αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου και 22ας Δεκεμβρίου 2008 απέρριψε τις αιτήσεις ακυρώσεως.
25.
Παράλληλα, η Επιτροπή, στην οποία είχε υποβληθεί καταγγελία, μεταξύ άλλων, από τον F. Ullens de Schooten, διατύπωσε, στις 17 Ιουλίου 2002, αιτιολογημένη γνώμη κατά του Βασιλείου του Βελγίου, με την οποία εκτίμησε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 αντιβαίνει προς το άρθρο 43 ΕΚ.
26.
Δεδομένου ότι το άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος 143 τροποποιήθηκε με τον νόμο της 24ης Μαΐου 2005 προκειμένου να καταστεί σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης, η Επιτροπή έθεσε την καταγγελία στο αρχείο στις 4 Απριλίου 2006.
27.
Εντούτοις, ο F. Ullens de Schooten υπέβαλε δεύτερη καταγγελία στην Επιτροπή στις 10 Απριλίου 2007, με θέμα νέες παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης, τις οποίες προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου, και συγκεκριμένα παραβάσεις από τη δικαστική εξουσία, λόγω φερόμενης παραβάσεως, από τα βελγικά δικαστήρια, του δικαίου της Ένωσης, και παράβαση από τη νομοθετική εξουσία λόγω της διατηρήσεως σε ισχύ και της εφαρμογής από τις βελγικές αρχές, για το παρελθόν, των αποτελεσμάτων του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημεία3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143.
28.
Με δύο δικόγραφα της 14ης Δεκεμβρίου 2006 και 3ης Μαρτίου 2008, ο F. Ullens de Schooten άσκησε, επιπλέον, προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), ζητώντας να διαπιστωθεί παραβίαση από το βελγικό κράτος της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που υπογράφτηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 ( 6 ).
29.
Με την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2011, Ullens de Schooten και Rezabek κατά Βελγίου ( 7 ), το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ.
30.
Στις 17 Ιουλίου 2007, ο F. Ullens de Schooten άσκησε ενώπιον του tribunal de première instance de Bruxelles (πρωτοδικείο Βρυξελλών, Βέλγιο) αγωγή κατά του Βελγικού Δημοσίου, ζητώντας να υποχρεωθεί το τελευταίο να παράσχει εγγυήσεις όσον αφορά, πρώτον, όλες τις οικονομικές συνέπειες της καταδίκης του από το cour d’appel de Mons (εφετείο του Μονς) με την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2005, δεύτερον, όλες τις συνέπειες ενδεχόμενων καταδικαστικών αποφάσεων εις βάρος του κατόπιν αγωγής του εργαστηρίου BIORIM ή του πρώην διαχειριστή του και, τρίτον, όλες τις συνέπειες καταδικαστικής αποφάσεως εις βάρος του στο πλαίσιο φορολογικών διαφορών.
31.
Με την ίδια αγωγή, ο F. Ullens de Schooten ζήτησε επίσης να καταδικαστεί το Βελγικό Δημόσιο να του καταβάλει το ποσό των 500000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 34500000 ευρώ, προσωρινώς καθοριζόμενο, λόγω της αδυναμίας εκμεταλλεύσεως εργαστηρίου κλινικής βιολογίας, από την 1η Ιανουαρίου 1990 έως την 1η Δεκεμβρίου 2005, καθώς και το ποσό του ενός ευρώ, προσωρινώς καθοριζόμενο, για δικηγορική αμοιβή και δικηγορικά έξοδα στις διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίων και της Επιτροπής.
32.
Για την περίπτωση που το tribunal de première instance de Bruxelles (πρωτοδικείο Βρυξελλών) είχε αμφιβολίες ως προς την εν προκειμένω δυνατότητα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, ο F. Ullens de Schooten ζήτησε από το tribunal de première instance de Bruxelles (πρωτοδικείο Βρυξελλών) να θέσει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
33.
Με απόφαση της 19η Ιουνίου 2009, το tribunal de première instance de Bruxelles (πρωτοδικείο Βρυξελλών) κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω παραγραφής.
34.
Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο F. Ullens de Schooten άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου έφεση με την οποία επαναλαμβάνει τα αιτήματα που είχε διατυπώσει ενώπιον του tribunal de première instance de Bruxelles (πρωτοδικείο Βρυξελλών).
35.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Απαιτεί το [δίκαιο της Ένωσης], και ιδίως η αρχή της αποτελεσματικότητας, υπό ορισμένες περιστάσεις, και ιδίως υπό τις περιστάσεις που εκτίθενται αναλυτικά στη σκέψη 38 [της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως], η εθνική προθεσμία παραγραφής, όπως κατά το άρθρο 100 της εναρμονισμένης νομοθεσίας περί δημοσίου λογιστικού, που έχει εφαρμογή σε αγωγή αποζημιώσεως ασκηθείσα από ιδιώτη κατά του Βελγικού Δημοσίου λόγω παραβάσεως του άρθρου 43 της Συνθήκης ΕΚ […] από τον νομοθέτη, να αρχίζει μόνον όταν η παράβαση αυτή έχει διαπιστωθεί, ή, a contrario, διασφαλίζεται επαρκώς η αρχή της αποτελεσματικότητας υπ’ αυτές τις συνθήκες από τη δυνατότητα που έχει ο ιδιώτης να διακόψει την παραγραφή μέσω επιδόσεως από δικαστικό επιμελητή;
2)
Πρέπει τα άρθρα 43 ΕΚ, 49 ΕΚ και 56 ΕΚ και η έννοια της “αμιγώς εσωτερικής καταστάσεως”, η οποία είναι ικανή να περιορίσει την επίκληση των διατάξεων αυτών από ιδιώτη στο πλαίσιο διαφοράς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται στην εφαρμογή του [δικαίου της Ένωσης] σε διαφορά μεταξύ Βέλγου υπηκόου και του Βελγικού Δημοσίου, έχουσα ως αντικείμενο την ανόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν από την προβαλλόμενη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, συγκεκριμένα δε από τη θέσπιση και διατήρηση σε ισχύ βελγικής ρυθμίσεως, όπως αυτή του άρθρου 3 του βασιλικού διατάγματος 143 […], η οποία έχει αδιακρίτως εφαρμογή επί των ημεδαπών και επί των υπηκόων των άλλων κρατών μελών;
3)
Πρέπει η αρχή της υπεροχής του [δικαίου της Ένωσης] και το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπουν να μείνει ανεφάρμοστος ο κανόνας του δεδικασμένου, όταν πρόκειται για επανεξέταση ή εξαφάνιση δικαστικής αποφάσεως έχουσας αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, η οποία αποδεικνύεται αντίθετη προς το [δίκαιο της Ένωσης], αλλά, αντιθέτως, ότι επιτρέπουν να μείνει ανεφάρμοστος εθνικός κανόνας περί δεδικασμένου, όταν αυτός θα επέβαλλε την έκδοση, με βάση την απόφαση αυτή που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, αντίθετης όμως προς το [δίκαιο της Ένωσης], άλλης δικαστικής αποφάσεως, που θα διαιώνιζε την παραβίαση του [δικαίου της Ένωσης] από την πρώτη αυτή δικαστική απόφαση;
4)
Θα μπορούσε το Δικαστήριο να επιβεβαιώσει ότι το ζήτημα αν ο κανόνας του δεδικασμένου πρέπει να μείνει ανεφάρμοστος στην περίπτωση δικαστικής αποφάσεως που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου αντίθετης προς το [δίκαιο της Ένωσης] στο πλαίσιο αιτήσεως επανεξετάσεως ή εξαφανίσεως της αποφάσεως αυτής, δεν αποτελεί ζήτημα στην ουσία ταυτόσημο, κατά την έννοια των αποφάσεων [της 27ης Μαρτίου 1963, Da Costa κ.λπ. (28/62 έως 30/62, EU:C:1963:6)] και [της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit κ.λπ. (283/81, EU:C:1982:335)], με το ζήτημα αν ο κανόνας του δεδικασμένου [κάμπτεται σε περίπτωση δικαστικής αποφάσεως με ισχύ δεδικασμένου, αντίθετης] προς το [δίκαιο της Ένωσης] στο πλαίσιο αιτήσεως εκδόσεως (νέας) αποφάσεως που θα επανελάμβανε την παραβίαση του [δικαίου της Ένωσης], οπότε το δικάζον σε τελευταίο βαθμό δικαιοδοτικό όργανο δεν δύναται να διαφύγει την υποχρέωσή του προδικαστικής παραπομπής;»
II – Η ανάλυσή μου
36.
Θα εξετάσω πρώτα το δεύτερο ερώτημα, στο οποίο κλήθηκαν να επικεντρώσουν τις αγορεύσεις τους όσοι έλαβαν μέρος στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Στη συνέχεια, θα προτείνω την αναδιατύπωση των λοιπών ερωτημάτων που όλα βασίζονται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 ήταν ασύμβατο με το άρθρο 43 ΕΚ και, τέλος, θα προτείνω να διορθωθεί η εν λόγω παραδοχή προς την κατεύθυνση της ορθής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, όπως θεωρώ ότι απορρέει από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την κυριότητα του κεφαλαίου των φαρμακείων και των εργαστηρίων αναλύσεων κλινικής βιολογίας.
Α – Επί του δευτέρου ερωτήματος που αφορά τις συνέπειες της υπάρξεως αμιγώς εσωτερικής καταστάσεως όσον αφορά τη δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 43 ΕΚ στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως κατά κράτους μέλους λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης
37.
Ο F. Ullens de Schooten υποστηρίζει, στην ουσία, τα εξής. Κατ’ αυτόν, τα εθνικά δικαστήρια που έκριναν τις υποθέσεις οι οποίες τον αφορούσαν δεν έδωσαν σημασία στην επιχειρηματολογία του ότι το άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος 143 ήταν ασύμβατο με το άρθρο 43 ΕΚ. Παρά την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης, το άρθρο αυτό 3 συνέχισε να εφαρμόζεται. Συνεπώς, επανελήφθησαν πρόδηλες παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης, παρά τις ενέργειες της Επιτροπής, από πολλά εθνικά δικαστήρια. Οι παραβιάσεις αυτές παγιώθηκαν λόγω του κανόνα του εθνικού δικαίου ο οποίος αφορά το δεδικασμένο.
38.
Όπως η Βελγική Κυβέρνηση, θεωρώ ότι η επίκληση των άρθρων 49 και 56 ΕΚ στο πλαίσιο του δευτέρου ερωτήματος είναι καθαρά τυπική. Πράγματι, ο εκκαλών της κύριας δίκης στην ουσία στηρίζει τις αιτιάσεις του στο άρθρο 43 ΕΚ ( 8 ). Κατά συνέπεια, το ερώτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα μόνο την ελευθερία εγκαταστάσεως, τη μόνη την οποία αφορά το πρώτο ερώτημα.
39.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν, παρά το ότι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης περιορίζονται μόνο σε ένα κράτος μέλος, είναι δυνατόν, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως ασκηθείσας κατά του ίδιου κράτους λόγω παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, να επικαλεστεί ο ενάγων το άρθρο 43 ΕΚ.
40.
Ο πειρασμός θα μπορούσε να είναι να απαντήσει κάποιος λακωνικά στο ερώτημα εφαρμόζοντας με αυστηρό τρόπο τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι εντός του πλαισίου αμιγώς εσωτερικών καταστάσεων δεν έχουν εφαρμογή οι κανόνες της Συνθήκης που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.
41.
Ως αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις μπορούν να θεωρηθούν οι καταστάσεις οι οποίες δεν έχουν κάποιο στοιχείο «που να τις συνδέει με μια οποιαδήποτε από τις καταστάσεις τις οποίες ρυθμίζει το [δίκαιο της Ένωσης]» ( 9 ) και επομένως είναι «ξένες προς τον τομέα εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης» ( 10 ), «[ελλείψει] επαρκούς συνδετικού στοιχείου με τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών» ( 11 ).
42.
Κατά το Δικαστήριο, «οι σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία διατάξεις της Συνθήκης και οι πράξεις που έχουν εκδοθεί για την εκτέλεσή τους δεν εφαρμόζονται σε δραστηριότητες που δεν έχουν κανένα συνδετικό στοιχείο με οποιαδήποτε από τις καταστάσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο και των οποίων όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό μόνο ενός κράτους μέλους» ( 12 ).
43.
Πάντως, δεν αμφισβητείται ότι ο εκκαλών της κύριας δίκης, ο οποίος είναι Βέλγος υπήκοος, στρέφεται κατά του Βελγικού Δημοσίου αμφισβητώντας τη βασιμότητα των καταδικών που του επιβλήθηκαν όσον αφορά την εκμετάλλευση εργαστηρίου ιατρικής βιολογίας ευρισκόμενου στο Βέλγιο. Με την επιφύλαξη της εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο των στοιχείων τα οποία ο εκκαλών της κύριας δίκης επικαλείται ως δυνάμενα να αποδείξουν την ύπαρξη στοιχείων αλλοδαπότητας ( 13 ), η ύπαρξη αμιγώς εσωτερικής καταστάσεως είναι κατάφωρη.
44.
Λαμβανομένης υπόψη της θέσεως που το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο) έλαβε με την απόφασή του της 19ης Δεκεμβρίου 2007, εν προκειμένω δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί η νομολογία του Δικαστηρίου ότι, σε αμιγώς εσωτερική κατάσταση, η απάντηση που δίδεται από το Δικαστήριο θα μπορούσε να είναι χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο στην περίπτωση που το εθνικό δίκαιο θα του επέβαλλε να αναγνωρίσει σε υπήκοο ενός κράτους μέλους τα ίδια δικαιώματα με εκείνα που υπήκοος άλλου κράτους μέλους θα αντλούσε από το δίκαιο της Ένωσης υπό τις ίδιες συνθήκες ( 14 ).
45.
Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφασή του της 19ης Δεκεμβρίου 2007, το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο) εξέτασε προδικαστικό ερώτημα του Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) ως προς το αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 αντιβαίνει προς τις κατά τα άρθρα 10 και 11 του Συντάγματος αρχές της ισότητας και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, επειδή εισάγει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ, αφενός, των ιατρών, των φαρμακοποιών και των πτυχιούχων χημικών και, αφετέρου, των λοιπών οικονομικών μονάδων, στο μέτρο που μόνον υπέρ των πρώτων μπορεί να γίνει παρέμβαση από την ασφάλιση ασθενείας και αναπηρίας για τις υπηρεσίες που αυτοί παρέχουν. Με την εν λόγω απόφαση, το Cour constitutionnelle επισήμανε ότι «[η] SPRL “BIORIM” είναι εταιρία βελγικού δικαίου, εγκατεστημένη στο Βέλγιο, ενώ ο πρώτος παρεμβαίνων ενώπιον του Conseil d’État είναι Βέλγος υπήκοος· προβάλλουν την αιτίαση ότι δεν μπορούν να εκμεταλλευθούν εργαστήριο κλινικής βιολογίας παρά μόνον υπό τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσουν οι διατάξεις σχετικά με τις οποίες τέθηκε προδικαστικό ερώτημα στο Cour constitutionnelle. Δεδομένου ότι οι έννομες αυτές σχέσεις εντάσσονται καθ’ ολοκληρίαν στην εσωτερική σφαίρα ενός κράτους μέλους, οι αιτούντες δεν μπορούν να επικαλεστούν τα άρθρα 43, 49 και 56 [ΕΚ]» ( 15 ).
46.
Κατά συνέπεια, όπως αναφέρει η Βελγική Κυβέρνηση, από την απόφαση του Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο) προκύπτει ότι το εσωτερικό βελγικό δίκαιο δεν επιβάλλει να τύχει ο ενάγων της κύριας δίκης των ίδιων δικαιωμάτων με αυτά που υπήκοος άλλου κράτους μέλους εξ ορισμού θα αντλούσε από το δίκαιο της Ένωσης όσον αφορά τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143.
47.
Ορθώς η Βελγική Κυβέρνηση προέβη σε σύγκριση με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Omalet (C‑245/09, EU:C:2010:808), η οποία αφορούσε διαφορά μεταξύ του βελγικού Εθνικού Ιδρύματος κοινωνικών ασφαλίσεων και ενός κύριου εργολάβου, εγκατεστημένου στο Βέλγιο, ο οποίος ήταν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνος δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας για οφειλές του υπεργολάβου του, ο οποίος επίσης ήταν εγκατεστημένος στο Βέλγιο. Στο πλαίσιο της δίκης εκείνης, το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο, Βέλγιο) είχε ήδη αποφανθεί ως προς την αδυναμία εφαρμογής του άρθρου 49 ΕΚ στην αμιγώς εσωτερικής φύσεως διαφορά η οποία είχε φθάσει ενώπιόν του. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι αναρμόδιο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του είχαν τεθεί, εφόσον το δίκαιο της Ένωσης δεν είχε εφαρμογή.
48.
Εκτιμώ, όμως, ότι, στο συγκεκριμένο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, αυστηρή εφαρμογή της νομολογίας περί των αμιγώς εσωτερικών καταστάσεων έχουσα ως αποτέλεσμα ο εκκαλών της κύριας δίκης να μην μπορεί να επικαλεστεί το δίκαιο της Ένωσης στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως που έχει ασκήσει κατά του Βελγικού Δημοσίου δεν είναι ούτε σκόπιμη ούτε κατάλληλη, και τούτο για διάφορους λόγους.
49.
Πρώτον, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι οι δικαστικές διαδικασίες που κινήθηκαν κατά του F. Ullens de Schooten ή τις οποίες κίνησε ο ίδιος εδώ και μια εικοσαετία περίπου στρέφονται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, γύρω από το κεντρικό επιχείρημα περί ασυμβατότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 με το άρθρο 43 ΕΚ. Τα δικαστήρια, και ειδικότερα το cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών) στην απόφασή του της 7ης Σεπτεμβρίου 2000, εφάρμοσαν το άρθρο 43 ΕΚ.
50.
Δεύτερον, υπενθυμίζω ότι η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη, που κοινοποιήθηκε στο Βασίλειο του Βελγίου στις 17 Ιουλίου 2002, με την οποία θεώρησε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 αντέβαινε προς το άρθρο 43 ΕΚ. Υπογραμμίζω ότι θα ήταν παράδοξο να λεχθεί, στο πλαίσιο της κρινόμενης αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, ότι ο εκκαλών της κύριας δίκης δεν μπορεί να επικαλεστεί το δίκαιο της Ένωσης προς στήριξη της αγωγής του αποζημιώσεως κατά του Βελγικού Δημοσίου, ενώ η Επιτροπή έχει λάβει επίσημα τη θέση ότι υπάρχει ασυμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης.
51.
Είναι γνωστό ότι τα έννομα αποτελέσματα της αιτιολογημένης γνώμης είναι περιορισμένα, και ειδικότερα ότι η αιτιολογημένη γνώμη δεν αποτελεί απόδειξη της υπάρξεως παραβάσεως. Εντούτοις, φέρνει στο προσκήνιο τη δυνητική ύπαρξη παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης και οι ιδιώτες μπορούν βασίμως να προβάλουν τις συνέπειες των εν λόγω παραβάσεων ενώπιον των δικαστηρίων της ημεδαπής, προκειμένου να επιτύχουν την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν.
52.
Εξάλλου, ας φανταστούμε ότι το Βασίλειο του Βελγίου αρνήθηκε να τροποποιήσει τη νομοθεσία του κατόπιν της αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής και ότι η υπόθεση έφθασε στο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι το εν λόγω κράτος μέλος, θεσπίζοντας το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143, παρέβη τις υποχρεώσεις που έχει από το άρθρο 43 ΕΚ. Θα μπορούσε στη συνέχεια να κρίνει το Δικαστήριο, στο πλαίσιο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, απαντώντας σε ερώτημα πανομοιότυπο με το δεύτερο ερώτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση, ότι το επιχείρημα περί ασυμβατότητας της εν λόγω εθνικής διατάξεως με το δίκαιο της Ένωσης δεν μπορεί να προβληθεί από ενάγοντα ενώπιον του εθνικού δικαστή για να στηριχθεί αγωγή αποζημιώσεως κατά του Βελγικού Δημοσίου λόγω παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, απλώς και μόνον επειδή πρόκειται για αμιγώς εσωτερική κατάσταση, με άλλα λόγια απλώς και μόνον επειδή ο ενάγων είναι πολίτης του κράτους μέλους που θέσπισε το προσβαλλόμενο μέτρο; Δεν το νομίζω και δεν βλέπω για ποιον λόγο θα πρέπει να δοθεί διαφορετική λύση όταν η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία σταμάτησε στο στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης.
53.
Τρίτον, όπως μαρτυρούν οι ενέργειες στις οποίες προέβη η Επιτροπή προκειμένου το Βασίλειο του Βελγίου να τροποποιήσει την εθνική του νομοθεσία και όπως θα εξηγήσω λεπτομερέστερα στη συνέχεια, το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 είναι μέτρο ικανό να εμποδίσει την πρόσβαση επιχειρηματιών εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη στη βελγική αγορά των εργαστηρίων ιατρικών αναλύσεων.
54.
Αντιμέτωπο με τέτοια ρύθμιση έχουσα διασυνοριακά αποτελέσματα, το Δικαστήριο επανειλημμένως δέχθηκε να ερμηνεύσει το δίκαιο της Ένωσης έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών στις κύριες δίκες όπου υποβλήθηκαν οι αιτήσεις προδικαστικών αποφάσεων περιορίζονταν στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους ( 16 ).
55.
Στο πλαίσιο της νομολογίας αυτής, το Δικαστήριο αρχίζει με τη διαπίστωση ότι ρύθμιση κράτους μέλους έχουσα, σύμφωνα με το γράμμα της, αδιακρίτως εφαρμογή επί των υπηκόων του εν λόγω κράτους μέλους και επί των υπηκόων των άλλων κρατών μελών δεν δύναται, κατά γενικό κανόνα, να υπαχθεί στις διατάξεις περί των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη, παρά μόνον αν έχει εφαρμογή σε καταστάσεις που συνδέονται με το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Στη συνέχεια, επισημαίνει, για να στηρίξει την αρμοδιότητά του, ότι ουδόλως δύναται να αποκλειστεί το ενδεχόμενο επιχειρηματίες εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη να ενδιαφέρονται να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα στο κράτος μέλος του οποίου αμφισβητείται η ρύθμιση.
56.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, εκτιμώ ότι ο καλύτερος τρόπος να απαντήσει το Δικαστήριο στο αιτούν δικαστήριο δεν είναι να εφαρμόσει αυστηρά τη νομολογία του περί των αμιγώς εσωτερικών καταστάσεων προκειμένου να κρίνει απαράδεκτη την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, αλλά αντιθέτως να την κρίνει παραδεκτή, σύμφωνα με το πνεύμα συνεργασίας που χαρακτηρίζει τη σχετική διαδικασία, και στη συνέχεια να αναδιατυπώσει τα τεθέντα ερωτήματα προκειμένου να δώσει στο αιτούν δικαστήριο απάντηση που θα του δώσει τη δυνατότητα να λύσει χωρίς διφορούμενο τρόπο τη διαφορά της κύριας δίκης.
57.
Ασφαλώς, τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους. Ανεξαρτήτως αυτού, απάντηση που δίδεται από το Δικαστήριο αντιστοιχεί σε εγγενή ανάγκη λύσεως της διαφοράς της κύριας δίκης. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο ουδόλως υπερβαίνει τα όρια του ρόλου του να συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης στα κράτη μέλη, στο πνεύμα συνεργασίας που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής ( 17 ).
58.
Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, «το άρθρο 43 ΕΚ αποκλείει κάθε εθνικό μέτρο το οποίο, ακόμη και αν εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, ενδέχεται να παρακωλύσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους [υπηκόους της Ευρωπαϊκής Ένωσης], της ελευθερίας εγκαταστάσεως που διασφαλίζει η Συνθήκη» ( 18 ).
59.
Το νομολογιακό ρεύμα υπέρ του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων λόγω των δυνητικών αποτελεσμάτων εθνικού μέτρου όσον αφορά την ικανότητα επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη να ασκήσουν την ελευθερία εγκαταστάσεώς τους στο κράτος μέλος που θέσπισε το μέτρο αυτό, καθιστά δυνατό να τεθεί τέλος στην ασυνέπεια που θα προκαλούνταν αν η συμβατότητα του εν λόγω μέτρου με το δίκαιο της Ένωσης μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο προσφυγής επί παραβάσει, αλλά όχι, λόγω των ιδιομορφιών της συγκεκριμένης περιπτώσεως που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη στοιχείων αλλοδαπότητας, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής.
60.
Με αυτή την οπτική, προτείνω στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως παραδεκτή και να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, δύναται να γίνει επίκληση του άρθρου 43 ΕΚ στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως κατά κράτους μέλους λόγω παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης.
Β – Επί της συμβατότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 με το δίκαιο της Ένωσης
61.
Πρέπει, κατ’ αρχάς, να σημειωθεί ότι, αν και το αιτούν δικαστήριο δεν θέτει ερώτημα που αφορά ρητώς τη συμβατότητα του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 με τους σχετικούς με την ελευθερία εγκαταστάσεως κανόνες της Συνθήκης, παρά ταύτα εξετάζει το ενδεχόμενο εφαρμογής των εν λόγω κανόνων στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, στην περίπτωση που το Δικαστήριο, με την απάντηση που θα δώσει στο δεύτερο ερώτημα, άρει το εμπόδιο που συνδέεται με την ύπαρξη αμιγώς εσωτερικής καταστάσεως.
62.
Πάντως, για να εξακριβώσει αν η αγωγή αποζημιώσεως κατά του Βελγικού Δημοσίου είναι βάσιμη ή όχι, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει αναγκαστικά να αποφανθεί σχετικά με την ύπαρξη ή μη παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης από τον εθνικό νομοθέτη, καθώς και από τα εθνικά δικαστήρια που διαδοχικά αποφάνθηκαν επί της διαφοράς.
63.
Επισημαίνω συναφώς ότι η επιχειρηματολογία του ανέπτυξε ο F. Ullens de Schooten στηρίζεται, στην ουσία, στην παραδοχή ότι τα εθνικά δικαστήρια έσφαλαν κρίνοντας ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 ήταν συμβατό με το άρθρο 43 ΕΚ. Αυτή η εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης συνεχίστηκε, κατ’ αυτόν, παρά τα διαδοχικά ένδικα βοηθήματα, λόγω του δεδικασμένου που αναγνωρίστηκε ότι έχει δημιουργήσει η απόφαση του cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών) της 7ης Σεπτεμβρίου 2000.
64.
Είναι αυτονόητο ότι, αν η παραδοχή ότι παραβιάστηκε το δίκαιο της Ένωσης απορριφθεί, πράγμα που θεωρώ ορθό όπως θα εκθέσω στη συνέχεια, η λύση της παρούσας διαφοράς, η οποία εμφανίζεται σε μας με, κατά την άποψή μου, ανώφελα περίπλοκες πτυχές, θα καταστεί απλούστερη.
65.
Ακριβώς για τον λόγο αυτόν νομίζω ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ως προς το αν το άρθρο 43 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική διάταξη όπως το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143.
66.
Έχω πλήρη επίγνωση ότι ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν είναι να προσπαθεί να λύσει προβλήματα άλλα από εκείνα που επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο με την αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως.
67.
Εντούτοις, νομίζω ότι, εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν βρίσκεται μπροστά σε έναν τέτοιο σκόπελο.
68.
Επισημαίνω συναφώς ότι από τη σκέψη 24 της αποφάσεως περί παραπομπής προκύπτει ρητώς ότι ο F. Ullens de Schooten, προκειμένου να στηρίξει την αγωγή του αποζημιώσεως κατά του Βελγικού Δημοσίου, προσάπτει παράβαση του άρθρου 43 ΕΚ τόσο στη νομοθετική όσο και στη δικαστική εξουσία.
69.
Θεωρώ τουλάχιστον παράδοξο, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής σκοπός της οποίας είναι να παρασχεθεί στο αιτούν δικαστήριο η δυνατότητα να λύσει τη διαφορά της κύριας δίκης, το Δικαστήριο να μην εξετάσει την προβληματική αυτή μολονότι βρίσκεται στο επίκεντρο της διαφοράς.
70.
Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο δεν ζήτησε ρητώς την ερμηνεία του άρθρου 43 ΕΚ σε σχέση με το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 δεν νομίζω ότι εμποδίζει το Δικαστήριο να εξετάσει αυτή την προβληματική. Εξάλλου, σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία έχει θεσμοθετήσει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που θα του δώσει τη δυνατότητα να λύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Το Δικαστήριο εκφράζει συχνά τη μέριμνα να δώσει πλήρη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο ( 19 ). Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο οφείλει, αν είναι αναγκαίο, να αναδιατυπώσει τα ερωτήματα που του έχουν τεθεί. Το γεγονός ότι, από τυπικής απόψεως, εθνικό δικαστήριο διατύπωσε προδικαστικό ερώτημα παραπέμποντας σε ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να είναι χρήσιμα για την απόφανση στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί, ασχέτως του αν στα τεθέντα ερωτήματα γίνεται μνεία των στοιχείων αυτών. Συναφώς, στο Δικαστήριο απόκειται να εξαγάγει από το σύνολο των στοιχείων που του παρέσχε το εθνικό δικαστήριο, και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς ( 20 ).
71.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το πνεύμα συνεργασίας που διέπει τη διαδικασία προδικαστικής παραπομπής και προκειμένου να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα στοιχεία ως την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που μπορούν να του είναι χρήσιμα για τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης, να του δώσει στοιχεία που θα του επιτρέψουν να εξετάσει το βάσιμο της παραδοχής σχετικά με την παράβαση του δικαίου της Ένωσης στην οποία στηρίζεται η παρούσα προδικαστική παραπομπή.
72.
Αυτή η βασική πτυχή της παρούσας υποθέσεως αναφέρθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Η Επιτροπή ανέφερε ότι εμμένει στη θέση που είχε διατυπώσει με την αιτιολογημένη γνώμη της 17ης Ιουλίου 2002. Ο F. Ullens de Schooten, από την πλευρά του, υπενθύμισε τη θέση που η Επιτροπή είχε υποστηρίξει με την εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη. Τέλος, το Βασίλειο του Βελγίου ανέφερε ότι, το 2005, τροποποίησε την επίμαχη εθνική διάταξη προκειμένου να συμμορφωθεί οικειοθελώς και προληπτικώς με την εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη και έτσι να αποφύγει την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά ότι η τροποποίηση αυτή δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση από μέρους του της ασυμβατότητας της εν λόγω διατάξεως με το δίκαιο της Ένωσης.
73.
Από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της εθνικής δίκης στην οποία εκδόθηκε η απόφαση του cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών) της 7ης Σεπτεμβρίου 2000, οι εκκαλούντες υποστήριξαν ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 ήταν ασύμβατο με το άρθρο 43 ΕΚ.
74.
Στην εν λόγω απόφαση, το ανωτέρω δικαστήριο δεν δέχθηκε στο σημείο αυτό την άποψη των εκκαλούντων. Υπενθύμισε ότι τα εθνικά μέτρα που είναι ικανά να θίξουν ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες τέσσερις προϋποθέσεις, να εφαρμόζονται κατά τρόπο μη δημιουργούντα δυσμενείς διακρίσεις, να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και να μην υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο προς τούτο.
75.
Κατά το cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών), η επίμαχη εθνική διάταξη πληρούσε τις τέσσερις αυτές προϋποθέσεις. Επισήμανε ότι η προϋπόθεση το εργαστήριο να εκμεταλλεύονται πρόσωπα έχοντα άδεια να παρέχουν υπηρεσίες κλινικής βιολογίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, επειδή η άδεια απαιτείται τόσο για τους Βέλγους υπηκόους όσο και για τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών.
76.
Το cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών) επισήμανε επίσης ότι ο σκοπός της επίμαχης ρυθμίσεως ήταν η καταπολέμηση της υπερκαταναλώσεως υπηρεσιών κλινικής βιολογίας, η οποία είναι δυνατόν να δημιουργήσει ελλείμματα στον προϋπολογισμό της κοινωνικής ασφαλίσεως. Έκρινε επίσης ότι η προϋπόθεση να έχουν άδεια τα πρόσωπα που εκμεταλλεύονται εργαστήρια, όποια και αν είναι τα πρόσωπα αυτά, επιτρέπει, κατά τρόπο χρήσιμο και αναλογικό με τον επιδιωκόμενο σκοπό, να περιοριστεί ο αριθμός των εργαστηρίων, να εμποδιστεί η χειραγώγησή τους από εμπορικά συμφέροντα, να αποτραπεί το πλεόνασμα προσφοράς υπηρεσιών κλινικής βιολογίας και να καταπολεμηθεί η υπερκατανάλωση.
77.
Θεωρώ ότι η ανάλυση στην οποία το cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών) προέβη στην απόφασή του της 7ης Σεπτεμβρίου 2000 είναι απολύτως σύμφωνη με τις αρχές τις οποίες το Δικαστήριο έχει διατυπώσει στη νομολογία του σχετικά με την κυριότητα του κεφαλαίου των φαρμακείων και των εργαστηρίων ιατρικής βιολογίας.
78.
Επισημαίνω συναφώς ότι η άποψη την οποία η Επιτροπή υποστήριξε στην αιτιολογημένη γνώμη της σχετικά με την ασυμβατότητα του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 με το άρθρο 43 ΕΚ αντίκειται στη νομολογία του Δικαστηρίου ( 21 ).
79.
Ο F. Ullens de Schooten επικαλείται την απόφαση της 21ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑140/03, EU:C:2005:242), σχετικά με τα καταστήματα οπτικών ειδών. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα μέτρα που προέβλεπε η επίμαχη ελληνική ρύθμιση, η οποία απαγόρευε σε οπτικό να εκμεταλλεύεται περισσότερα του ενός καταστήματα οπτικών, ενώ περιόριζε στο 50 % κατ’ ανώτατο όριο το ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου που μπορούσαν να κατέχουν πρόσωπα εκτός του οπτικού που έχει την άδεια εκμεταλλεύσεως, αντέβαιναν προς τα άρθρα 43 και 48 ΕΚ. Κατά τον F. Ullens de Schooten, θα πρέπει να γίνει παραλληλισμός μεταξύ, αφενός, της ρυθμίσεως σχετικά με την οποία εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση και, αφετέρου, της επίμαχης στην παρούσα υπόθεση βελγικής διατάξεως.
80.
Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι το Δικαστήριο ακολούθησε διαφορετική προσέγγιση στις αποφάσεις του που αφορούσαν περιορισμούς όσον αφορά την κυριότητα του κεφαλαίου των φαρμακείων ( 22 ). Πράγματι, στις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ελευθερία εγκαταστάσεως δεν εμποδίζει την εφαρμογή εθνικών ρυθμίσεων, όπως η ιταλική και η γερμανική ρύθμιση, οι οποίες μόνο σε φαρμακοποιούς επιτρέπουν να διατηρούν και να εκμεταλλεύονται φαρμακείο.
81.
Στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772), η Επιτροπή υποστήριζε, με την πρώτη αιτίασή της, ότι η σχετική με τα εργαστήρια αναλύσεων ιατρικής βιολογίας γαλλική ρύθμιση ήταν αντίθετη προς το άρθρο 43 ΕΚ, στο μέτρο που προέβλεπε ότι άτομο που δεν έχει την ιδιότητα του βιολόγου δεν μπορεί να κατέχει άνω του ενός τετάρτου του εταιρικού κεφαλαίου, και επομένως των δικαιωμάτων ψήφου, εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ελεύθερων επαγγελματιών (Selarl) η οποία εκμεταλλεύεται εργαστήρια αναλύσεων ιατρικής βιολογίας.
82.
Στην υπόθεση εκείνη, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η προσέγγιση που το Δικαστήριο ακολούθησε σχετικά με τα φαρμακεία εξηγείται από τον όλως ιδιαίτερο χαρακτήρα των φαρμάκων ( 23 ). Πάντως, κατά την άποψή της, οι δραστηριότητες ιατρικής βιολογίας ασκούνται μόνο βάσει ιατρικής συνταγής, πράγμα που συνεπάγεται μεγαλύτερες εγγυήσεις τόσο από πλευράς προστασίας της δημόσιας υγείας όσο και από πλευράς ελέγχου του κόστους για το σύστημα υγείας. Πράγματι, η δέσμευση την οποία συνεπάγεται η ιατρική συνταγή ισχύει όσον αφορά τόσο τη φύση των εξετάσεων που πρέπει να πραγματοποιηθούν όσο και την ποσότητά τους ( 24 ).
83.
Η Επιτροπή υποστήριζε επίσης ότι ο τομέας της ιατρικής βιολογίας χαρακτηρίζεται από ανάγκες σημαντικής χρηματοδοτήσεως, πράγμα το οποίο τον διακρίνει ιδίως από τον τομέα των φαρμακείων. Πάντως, οι επίμαχες διατάξεις εμπόδιζαν συνενώσεις που παρέχουν τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως των αναγκαίων επενδύσεων για την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών ( 25 ).
84.
Ο σκοπός τον οποίο είχε προβάλει η Γαλλική Δημοκρατία ήταν η προστασία της δημόσιας υγείας. Πράγματι, κατ’ αυτό το κράτος μέλος, οι επίμαχες διατάξεις αποσκοπούσαν στη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας των βιολόγων, κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο οι αποφάσεις που αυτοί λαμβάνουν να υπαγορεύονται από σκέψεις οικονομικής φύσεως και όχι από σκέψεις δημόσιας υγείας ( 26 ).
85.
Στην απόφασή του, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι τόσο από τη νομολογία του όσο και από το άρθρο 152, παράγραφος 5, ΕΚ προκύπτει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να διαρρυθμίζουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως και, ειδικότερα, να θεσπίζουν διατάξεις για την οργάνωση και την παροχή υγειονομικών υπηρεσιών και ιατρικής περιθάλψεως ( 27 ).
86.
Εντούτοις, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως τις διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία, περιλαμβανομένης της ελευθερίας εγκαταστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 43 ΕΚ. Οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν στα κράτη μέλη να εισάγουν ή να διατηρούν αδικαιολόγητους περιορισμούς για την άσκηση των ελευθεριών αυτών στον τομέα της υπηρεσιών υγείας ( 28 ).
87.
Τούτων λεχθέντων, για να κριθεί αν τηρείται η υποχρέωση αυτή, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η υγεία και η ζωή των ανθρώπων κατέχουν την πρώτη θέση μεταξύ των αγαθών και των συμφερόντων που προστατεύει η Συνθήκη ΕΚ και ότι στα κράτη μέλη απόκειται να καθορίζουν το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας που επιθυμούν να διασφαλίσουν, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο θα επιτυγχάνεται το επίπεδο αυτό. Δεδομένου ότι το επίπεδο προστασίας μπορεί να διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη έχουν διακριτική ευχέρεια στον τομέα αυτόν ( 29 ).
88.
Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 43 ΕΚ αντιτίθεται σε κάθε εθνικό μέτρο το οποίο, ακόμη και αν έχει εφαρμογή χωρίς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, δύναται να εμποδίσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους πολίτες της Ένωσης, της ελευθερίας εγκαταστάσεως που εγγυάται η Συνθήκη ( 30 ).
89.
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι η έννοια του «περιορισμού», κατά το άρθρο 43 ΕΚ, καλύπτει τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται από κράτος μέλος και τα οποία, μολονότι έχουν αδιακρίτως εφαρμογή, επηρεάζουν την πρόσβαση που έχουν στην αγορά οι επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών και έτσι εμποδίζουν το εμπόριο στο εσωτερικό της Ένωσης.
90.
Ειδικότερα, κατά το Δικαστήριο, συνιστά περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 43 ΕΚ ρύθμιση η οποία εξαρτά από τη χορήγηση προηγούμενης άδειας την εγκατάσταση στο κράτος μέλος υποδοχής επιχειρηματία άλλου κράτους μέλους και η οποία περιορίζει την άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας σε ορισμένους επιχειρηματίες που πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις από την τήρηση των οποίων εξαρτάται η χορήγηση της άδειας αυτής ( 31 ).
91.
Είναι σαφές ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772), η προϋπόθεση που τίθεται με το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143, ότι προκειμένου τα εργαστήρια ιατρικής βιολογίας να δικαιούνται να γίνει υπέρ αυτών παρέμβαση από το INAMI, η εκμετάλλευσή τους πρέπει να πραγματοποιείται μόνο από πρόσωπα που έχουν άδεια παροχής υπηρεσιών κλινικής βιολογίας, είναι ικανή να περιορίσει τη δυνατότητα φυσικών ή νομικών προσώπων, που δεν πληρούν την προϋπόθεση αυτή και είναι εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη, να εγκατασταθούν στο Βέλγιο. Πράγματι, η προοπτική ότι δεν θα μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες αναλύσεων επιλέξιμες για απόδοση από το INAMI είναι δυνατόν να αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις που δεν πληρούν την προϋπόθεση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 να εγκατασταθούν στο Βέλγιο. Συνεπώς, η εν λόγω εθνική διάταξη έχει ως αποτέλεσμα να θίγει και να καθιστά λιγότερο ελκυστική την από τις εν λόγω επιχειρήσεις άσκηση των δραστηριοτήτων τους στο βελγικό έδαφος μέσω μόνιμης εγκαταστάσεως, καθώς και να επηρεάζει την πρόσβασή τους στη βελγική αγορά αναλύσεων ιατρικής βιολογίας.
92.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να εξεταστεί αν ο ως άνω περιορισμός δύναται να δικαιολογηθεί.
93.
Κατά πάγια νομολογία, οι περιορισμοί στην ελευθερία εγκαταστάσεως, οι οποίοι έχουν εφαρμογή χωρίς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, μπορούν να δικαιολογηθούν από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ικανοί να διασφαλίσουν την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού ( 32 ).
94.
Διαπιστώνεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 έχει εφαρμογή χωρίς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας.
95.
Όπως έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο, η προστασία της δημόσιας υγείας περιλαμβάνεται στους λόγους οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στις ελευθερίες που εγγυάται η Συνθήκη, όπως η ελευθερία εγκαταστάσεως ( 33 ).
96.
Στο πλαίσιο αυτό, από τη νομολογία απορρέει ότι ο σκοπός της διατηρήσεως της ποιότητας των ιατρικών υπηρεσιών δύναται να εμπίπτει σε μία από τις παρεκκλίσεις του άρθρου 46 ΕΚ, εφόσον συμβάλλει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας ( 34 ).
97.
Πάντως, η επίμαχη εθνική διάταξη πρέπει επίσης να είναι ικανή να διασφαλίσει την επίτευξη του σκοπού αυτού.
98.
Συναφώς, το Δικαστήριο επισήμανε, στην απόφασή του της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772), ότι ο τομέας της ιατρικής βιολογίας έχει ιδιάζοντα χαρακτήρα και ότι κατέχει πρωτεύουσα θέση στο σύστημα υγείας ( 35 ).
99.
Ακολουθώντας την ανάλυση του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi ( 36 ), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, «όπως το να δοθεί σε πελάτη από τον φαρμακοποιό ακατάλληλο φάρμακο μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες, το ίδιο και η υπηρεσία αναλύσεων ιατρικής βιολογίας που δεν παρέχεται με τον προσήκοντα τρόπο, καθυστερεί ή είναι λανθασμένη μπορεί να προκαλέσει, μεταξύ άλλων, διαγνωστικά και θεραπευτικά σφάλματα» ( 37 ). Επίσης, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, «όπως και η υπερκατανάλωση ή η εσφαλμένη χρησιμοποίηση φαρμάκων, η εσφαλμένη ή ακατάλληλη εκτέλεση αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, τόσο από ποσοτικής όσο και από ποιοτικής πλευράς, μπορεί να προκαλέσει περιττές δαπάνες για το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων και, κατά συνέπεια, για το Δημόσιο» ( 38 ).
100.
Το Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν ότι «η εσφαλμένη ή ακατάλληλη εκτέλεση αναλύσεων ιατρικής βιολογίας αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία παρόμοιο προς τον κίνδυνο που προκύπτει από τη μη πρόσφορη χορήγηση φαρμάκων, κίνδυνο τον οποίο το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 19ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας [C‑531/06, EU:C:2009:315], και Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. [C‑171/07 και C‑172/07, EU:C:2009:316]. Αντιθέτως, ο εν λόγω κίνδυνος δεν είναι συγκρίσιμος προς εκείνον που μπορεί να ενέχει η εσφαλμένη ή ακατάλληλη χορήγηση προϊόντων οπτικών, περί των οποίων γίνεται λόγος στην προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Ελλάδας [C‑140/03, EU:C:2005:242]. Μια τέτοια χορήγηση μπορεί ασφαλώς να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ασθενή, αλλά η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι έχει σοβαρότητα ανάλογη προς εκείνη που έχει η εσφαλμένη ή ακατάλληλη εκτέλεση αναλύσεων ιατρικής βιολογίας» ( 39 ).
101.
Κατά το Δικαστήριο, «λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των ομοιοτήτων που υπάρχουν, όσον αφορά τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία, μεταξύ του τομέα των φαρμακείων και εκείνου των αναλύσεων ιατρικής βιολογίας και, αφετέρου, του γεγονότος ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, οι δύο αυτοί τομείς δεν διακρίνονται κατ’ ουσία μεταξύ τους, είτε σε σχέση με τις αφορώσες τις ιατρικές συνταγές διαπιστώσεις είτε σε σχέση με τις ανάγκες χρηματοδοτήσεως, οι αρχές που συνάγονται από τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 19ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας [C‑531/06, EU:C:2009:315], και Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. [C‑171/07 και C‑172/07, EU:C:2009:316], σχετικά με τους περιορισμούς της κυριότητας του κεφαλαίου των φαρμακείων, μπορούν κάλλιστα να ισχύσουν στην υπό κρίση υπόθεση» ( 40 ). Κατά συνέπεια, «λαμβανομένης υπόψη της ελευθερίας που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη να αποφασίζουν για τον βαθμό προστασίας της δημόσιας υγείας τον οποίο επιθυμούν να εξασφαλίζουν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κράτη αυτά μπορούν να απαιτούν οι αναλύσεις ιατρικής βιολογίας να διενεργούνται από βιολόγους που απολαύουν πραγματικής επαγγελματικής ανεξαρτησίας. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να λαμβάνουν μέτρα για την εξάλειψη ή τον περιορισμό του κινδύνου προσβολής της ανεξαρτησίας αυτής, εφόσον μια τέτοια προσβολή θα ήταν ικανή να επηρεάσει τη δημόσια υγεία και την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας» ( 41 ). Το Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι, «[ε]ξ ορισμού, τα άτομα που δεν έχουν την ιδιότητα του βιολόγου δεν έχουν κατάρτιση, εμπειρία και υπευθυνότητα αντίστοιχη με εκείνη των βιολόγων. Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι πρώτοι δεν παρέχουν τα ίδια εχέγγυα με τους τελευταίους» ( 42 ).
102.
Στο πλαίσιο της εξετάσεως του αν ο περιορισμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 43 ΕΚ δεν υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του προβαλλόμενου σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας, η Επιτροπή υποστήριξε, ιδίως, ότι ο σκοπός αυτός μπορούσε να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά μέτρα, όπως η απαίτηση οι αναλύσεις ιατρικής βιολογίας να πραγματοποιούνται από υπεύθυνο προσωπικό με τα αναγκαία προσόντα για το οποίο θα ισχύει η δεοντολογική αρχή ανεξαρτησίας των εργαζομένων στον τομέα της υγείας. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου εκτιμήσεως που αφήνεται στα κράτη μέλη, το Δικαστήριο, επαναλαμβάνοντας τη συλλογιστική που είχε ακολουθήσει όσον αφορά την κυριότητα του κεφαλαίου των φαρμακείων, έχει ορίσει ότι «ένα κράτος μέλος μπορεί να κρίνει ότι, στην πράξη, υφίσταται κίνδυνος παραβάσεως των διατάξεων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της επαγγελματικής ανεξαρτησίας των βιολόγων, δεδομένου ότι το ενδιαφέρον των μη εχόντων την ιδιότητα του βιολόγου για την επίτευξη κέρδους δεν μετριάζεται κατά τρόπο ανάλογο προς εκείνο των ανεξάρτητων βιολόγων και ότι η εξάρτηση των βιολόγων, ως υπαλλήλων, από μια Selarl που λειτουργεί εργαστήρια αναλύσεων ιατρικής βιολογίας κατεχόμενη κατά πλειοψηφία από άτομα που δεν έχουν την ιδιότητα του βιολόγου μπορεί να περιορίζει τη δυνατότητά τους να αντιταχθούν σε οδηγίες εκ μέρους των μη βιολόγων» ( 43 ). Κατά το Δικαστήριο, «δεν μπορεί ιδίως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα προαναφερθέντα πρόσωπα είτε να μην προβαίνουν σε εξετάσεις λιγότερο αποδοτικές οικονομικά ή περισσότερο περίπλοκες στην πραγματοποίησή τους είτε να περιορίζουν την παροχή συμβουλών στους ασθενείς κατά τα στάδια πριν και μετά τη διενέργεια των αναλύσεων, τα οποία χαρακτηρίζουν την οργάνωση της κλινικής βιολογίας στη Γαλλία» ( 44 ).
103.
Εκτιμώ ότι, έστω και αν η επίμαχη εν προκειμένω βελγική ρύθμιση δεν είναι ταυτόσημη με εκείνη που το Δικαστήριο εξέτασε στην απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772), οι κατευθυντήριες αρχές που συνάγονται τόσο από την απόφαση εκείνη όσο και από τις αποφάσεις σχετικά με την κυριότητα του κεφαλαίου των φαρμακείων καθιστούν δυνατό να θεωρηθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 είναι συμβατό με το άρθρο 43 ΕΚ, καθόσον ο περιορισμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως τον οποίο θεσπίζει δικαιολογείται λόγω του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας και δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
104.
Συναφώς, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, και ειδικότερα από την απόφαση του Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο) της 19ης Δεκεμβρίου 2007, προκύπτει ότι σκοπός του άρθρου 3 του βασιλικού διατάγματος 143 ήταν η καταπολέμηση τόσο της αυξανόμενης υπερκαταναλώσεως στον τομέα της κλινικής βιολογίας όσο και των καταχρήσεων που είχαν διαπιστωθεί στον τομέα αυτόν.
105.
Όπως η Βελγική Κυβέρνηση, θεωρώ ότι ο Βέλγος νομοθέτης, διασφαλίζοντας ότι η εκμετάλλευση των εργαστηρίων δεν αναλαμβάνεται από πρόσωπα τα οποία, λόγω της ειδικότητάς τους, είναι ξένα προς τον τομέα της υγείας, αλλά από επαγγελματίες του τομέα των υπηρεσιών κλινικής βιολογίας οι οποίοι, ακριβώς λόγω του καθεστώτος τους, δεν μπορούν να ασκούν τη δραστηριότητά τους για αυστηρά εμπορικούς σκοπούς, αλλά, αντιθέτως, πρέπει να ενεργούν με σεβασμό των σκοπών δημόσιας υγείας, και συνεπώς να μεριμνούν κατά πρώτον λόγο για την υγεία του ασθενούς και για την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών, θέσπισε ένα μέτρο κατάλληλο για την επίτευξη του σκοπού καταπολεμήσεως τόσο της αυξανόμενης υπερκαταναλώσεως στον τομέα της κλινικής βιολογίας όσο και των καταχρήσεων που είχαν διαπιστωθεί στον τομέα αυτόν.
106.
Υπενθυμίζω ότι δεν αμφισβητείται ότι η προστασία της δημόσιας υγείας περιλαμβάνεται στους επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, οι οποίοι, βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 1, ΕΚ, δύνανται να δικαιολογήσουν περιορισμούς της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Αυτό προκύπτει, εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου η οποία επισημαίνει ως σκοπό της παρεκκλίσεως αυτής την αποτροπή του κινδύνου σοβαρής διαταράξεως της οικονομικής ισορροπίας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως ( 45 ). Ο σκοπός καταπολεμήσεως τόσο της αυξανόμενης υπερκαταναλώσεως στον τομέα της κλινικής βιολογίας όσο και των καταχρήσεων που είχαν διαπιστωθεί στον τομέα αυτόν συνδέεται ευθέως με τον τελευταίο σκοπό.
107.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε, στις αποφάσεις του για την κυριότητα του κεφαλαίου των φαρμακείων, ότι «η υπερβολική λήψη φαρμάκων ή η λήψη φαρμάκων κατά τρόπο μη σύμφωνο με τις οδηγίες συνεπάγεται σπατάλη οικονομικών πόρων, η οποία είναι ακόμη πιο επιζήμια αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο φαρμακευτικός τομέας συνεπάγεται σημαντικά έξοδα και πρέπει να ανταποκρίνεται σε αυξανόμενες ανάγκες, ενώ οι διαθέσιμοι για την υγειονομική περίθαλψη οικονομικοί πόροι είναι πεπερασμένοι, ασχέτως του τρόπου χρηματοδοτήσεως» ( 46 ). Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι «μεταξύ των οικονομικών αυτών πόρων και των κερδών των δραστηριοποιούμενων στον φαρμακευτικό τομέα επιχειρήσεων υπάρχει άμεση σχέση, διότι το κόστος των χορηγούμενων φαρμάκων καλύπτεται, στα περισσότερα κράτη μέλη, από τους οικείους οργανισμούς ασφαλίσεως κατά των ασθενειών» ( 47 ).
108.
Το Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν ότι, λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και τη δημοσιονομική ισορροπία των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, «τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν στα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η λιανική διανομή των φαρμάκων αυστηρές προϋποθέσεις όσον αφορά τον τρόπο διαθέσεώς τους στο εμπόριο και την επίτευξη κερδών. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν, κατ’ αρχήν, να αναθέτουν αποκλειστικά στους φαρμακοποιούς τη λιανική πώληση φαρμάκων, λόγω του ότι αυτοί πρέπει να παρέχουν ορισμένα εχέγγυα και λόγω του ότι πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν ορισμένες πληροφορίες στον καταναλωτή» ( 48 ).
109.
Εκτιμώ, εξάλλου, ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού καταπολεμήσεως τόσο της αυξανόμενης υπερκαταναλώσεως στον τομέα της κλινικής βιολογίας όσο και των καταχρήσεων που είχαν διαπιστωθεί στον τομέα αυτόν. Υπενθυμίζω συναφώς ότι σκοπός της διατάξεως αυτής δεν είναι να απαγορεύσει την ύπαρξη και την εκμετάλλευση εργαστηρίων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει, αλλά μόνο να θέσει προϋποθέσεις για την κάλυψη από το INAMI της παροχής υπηρεσιών αναλύσεων, τηρουμένων συγκεκριμένων απαιτήσεων σχετικά με τα επαγγελματικά προσόντα των προσώπων που εκμεταλλεύονται τα εν λόγω εργαστήρια. Με γνώμονα την προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την κυριότητα του κεφαλαίου των φαρμακείων και των εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, θεωρώ ότι οι απαιτήσεις αυτές είναι αναλογικές.
110.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 πρέπει να θεωρηθεί συμβατό με το άρθρο 43 ΕΚ
111.
Κατόπιν τούτου, θα πρέπει να αντληθούν οι συνέπειες της διαπιστώσεως αυτής όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως λόγω παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, την οποία ο F. Ullens de Schooten άσκησε κατά του Βελγικού Δημοσίου.
112.
Κατά πάγια νομολογία, το δίκαιο της Ένωσης αναγνωρίζει δικαίωμα αποζημιώσεως όταν συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις, ότι ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, ότι η παράβαση είναι κατάφωρη και ότι υπάρχει άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως του κράτους και της βλάβης που υπέστησαν οι ζημιωθέντες ( 49 ).
113.
Επειδή η παραδοχή περί υπάρξεως παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης λόγω ασυμβατότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημεία 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 143 με το άρθρο 43 ΕΚ αποδείχθηκε εσφαλμένη, ο F. Ullens de Schooten δεν μπορεί να έχει, στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως που άσκησε κατά του Βελγικού Δημοσίου, δικαίωμα αποζημιώσεως στηριζόμενο στο δίκαιο της Ένωσης.
114.
Κατά συνέπεια, εν πάση περιπτώσει, μια τέτοια αγωγή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ενώπιον του cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών). Επομένως, το να απαντήσει το Δικαστήριο στο πρώτο, στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα, που όλα στηρίζονται στην, κατ’ εμέ εσφαλμένη, παραδοχή ότι το δίκαιο της Ένωσης παραβιάστηκε από το Βελγικό Δημόσιο, δεν θα ήταν χρήσιμο για τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να περιορίσει την απάντησή του στα σημεία που αναλύθηκαν στις παρούσες προτάσεις.
III – Πρόταση
115.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο cour d’appel de Bruxelles (εφετείο Βρυξελλών) ως εξής:
Υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, είναι δυνατή η επίκληση του άρθρου 43 ΕΚ στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως κατά κράτους μέλους λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης.
Το άρθρο 43 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους κατά την οποία μόνον εργαστήριο κλινικής βιολογίας το οποίο εκμεταλλεύονται πρόσωπα που έχουν άδεια να παρέχουν υπηρεσίες κλινικής βιολογίας, δηλαδή ιατροί, φαρμακοποιοί ή πτυχιούχοι χημικοί, δύναται να παρέχει υπηρεσίες αναλύσεων τα έξοδα για τις οποίες μπορούν να αποδοθούν από το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα του κράτους μέλους.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Moniteur belge της 12ης Ιανουαρίου 1983.
( 3 ) Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος 143 έχει ως εξής:
«Το εργαστήριο εκμεταλλεύονται:
[…]
3°
είτε ένα ή περισσότερα πρόσωπα που έχουν άδεια να παρέχουν υπηρεσίες κλινικής βιολογίας, τα οποία πράγματι προβαίνουν σε αναλύσεις στο εν λόγω εργαστήριο και δεν είναι συνταγογραφούντες ιατροί·
4°
είτε αστική εταιρία με τη μορφή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, ομόρρυθμης εταιρείας ή συνεταιριστικής εταιρίας της οποίας οι εταίροι, διαχειριστές ή μέλη των διοικητικών οργάνων είναι μόνον πρόσωπα που εμπίπτουν στο σημείο 3 της παρούσας παραγράφου·
[…]».
( 4 ) Σκέψη 9.
( 5 ) Σκέψη 11.
( 6 ) Στο εξής: ΕΣΔΑ.
( 7 ) CE:ECHR:2011:0920JUD000398907.
( 8 ) Βλ., συναφώς, σκέψη 24 της αποφάσεως περί παραπομπής.
( 9 ) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1979, Saunders (175/78, EU:C:1979:88, σκέψη 11).
( 10 ) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1979, Saunders (175/78, EU:C:1979:88, σκέψη 12).
( 11 ) Picod, F., «Libre circulation et situation interne», Revue des affaires européennes, 2003-2004/1, σ. 47, και ιδίως σ. 48.
( 12 ) Απόφαση της 8ης Μαΐου 2013, Libert κ.λπ. (C‑197/11 και C‑203/11, EU:C:2013:288, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 13 ) Κατά τον F. Ullens de Schooten, η κατάστασή του έχει πολυάριθμα συνδετικά στοιχεία με το δίκαιο της Ένωσης. Πράγματι, υποστηρίζει ότι ασκεί την ελευθερία κυκλοφορίας του στα άλλα κράτη μέλη, επειδή η εκμετάλλευση του εργαστηρίου BIORIM πραγματοποιείται μέσω κεφαλαίου τοποθετημένου σε άλλα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων στο Λουξεμβούργο, όπου έχουν ανοιχθεί διάφοροι τραπεζικοί λογαριασμοί στο όνομα του εργαστηρίου. Το Βελγικό Δημόσιο στράφηκε δικαστικώς για την ανάκτηση των φορολογικών οφειλών του F. Ullens de Schooten κατά πολλών λουξεμβουργιανών εταιριών. Εξάλλου, τις υπηρεσίες του εργαστηρίου BIORIM θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν ημεδαποί εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη.
( 14 ) Βλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Omalet (C‑245/09, EU:C:2010:808).
( 15 ) Σκέψη B.4.3. της εν λόγω αποφάσεως.
( 16 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2010, Attanasio Group (C-384/08, EU:C:2010:133, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία και σκέψη 24)· της 1ης Ιουνίου 2010, Blanco Pérez και Chao Gómez (C‑570/07 και C‑571/07, EU:C:2010:300, σκέψη 40)· της 19ης Ιουλίου 2012, Garkalns (C-470/11, EU:C:2012:505, σκέψη 21)· της 8ης Μαΐου 2013, Libert κ.λπ. (C‑197/11 και C‑203/11, EU:C:2013:288, σκέψη 34)· της 5ης Δεκεμβρίου 2013, Venturini κ.λπ. (C-159/12 έως C-161/12, EU:C:2013:791, σκέψη 25), και της 15ης Οκτωβρίου 2015, Grupo Itevelesa κ.λπ. (C‑168/14, EU:C:2015:685, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία και σκέψη 36). Βλ., επίσης, ανασκόπηση του νομολογιακού αυτού ρεύματος, σημεία 33 έως 38 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Venturini κ.λπ. (C-159/12 έως C-161/12, EU:C:2013:529). Όπως επισημαίνει ο Cheynel, B., «Les situations purement internes à la lumière de l’arrêt Libert κ.λπ.», Revue des affaires européennes, 2013/2, σ. 405, σχετικά με την απόφαση της 8ης Μαΐου 2013, Libert κ.λπ. (C‑197/11 και C‑203/11, EU:C:2013:288), «το Δικαστήριο προφανώς δέχθηκε ότι η απλή πιθανότητα μια εθνική ρύθμιση να έχει περιοριστικά αποτελέσματα αρκεί πλέον προκειμένου να υπαχθεί η εν λόγω ρύθμιση στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 21 ΣΛΕΕ (ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών), 45 (ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων), 49 (ελευθερία εγκαταστάσεως), 56 (ελεύθερη παροχή υπηρεσιών) και 63 (ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων), ανεξαρτήτως της καταστάσεως του πολίτη της Ένωσης που διατείνεται ότι η ρύθμιση αντιβαίνει προς τις εν λόγω διατάξεις» (σ. 407).
( 17 ) Βλ., ιδίως, διάταξη της 14ης Μαρτίου 2013, Loreti κ.λπ. (C‑555/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:174, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 18 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 21ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑140/03, EU:C:2005:242, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 19 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Schrems (C‑362/14, EU:C:2015:650, σκέψη 67).
( 20 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Abdida (C‑562/13, EU:C:2014:2453, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 15ης Οκτωβρίου 2015, Biovet (C‑306/14, EU:C:2015:689, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 21 ) Πρόκειται για «νομολογιακό ρεύμα αρμονικού συνδυασμού των επιταγών της εσωτερικής αγοράς, εν προκειμένω της ελευθερίας εγκαταστάσεως, με την προστασία της δημόσιας υγείας» (βλ. Michel, V., «Laboratoires d’analyses médicales», Revue Europe, αριθ 2, Φεβρουάριος 2011, σχόλιο 59).
( 22 ) Βλ. αποφάσεις της 19ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑531/06, EU:C:2009:315), και Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (C‑171/07 και C‑172/07, EU:C:2009:316).
( 23 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 23).
( 24 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 24).
( 25 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 25).
( 26 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 31).
( 27 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 40).
( 28 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 29 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 30 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 19ης Μαΐου 2009, Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (C‑171/07 και C‑172/07, EU:C:2009:316, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 31 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 19ης Μαΐου 2009, Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (C‑171/07 και C‑172/07, EU:C:2009:316, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 32 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 33 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 34 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 35 ) Σκέψη 56.
( 36 ) Βλ. σημεία 83 και 84 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:305).
( 37 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 57).
( 38 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 57).
( 39 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 58).
( 40 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 65).
( 41 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 42 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 43 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 82 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 44 ) Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑89/09, EU:C:2010:772, σκέψη 82 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 45 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2009, Hartlauer (C‑169/07, EU:C:2009:141, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 46 ) Βλ. αποφάσεις της 19ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑531/06, EU:C:2009:315, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (C‑171/07 και C‑172/07, EU:C:2009:316, σκέψη 33).
( 47 ) Βλ. αποφάσεις της 19ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑531/06, EU:C:2009:315, σκέψη 57), και Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (C‑171/07 και C‑172/07, EU:C:2009:316, σκέψη 33).
( 48 ) Βλ. αποφάσεις της 19ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑531/06, EU:C:2009:315, σκέψη 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (C‑171/07 και C‑172/07, EU:C:2009:316, σκέψη 34).
( 49 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, Ogieriakhi (C‑244/13, EU:C:2014:2068, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy