ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE
της 8ης Σεπτεμβρίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑275/15
ITV Broadcasting Limited,
ITV2 Limited,
ITV Digital Channels Limited,
Channel Four Television Corp.,
4 Ventures Limited,
Channel 5 Broadcasting Limited,
ITV Studios Limited
κατά
TVCatchup Limited (υπό καθεστώς δικαστικής εξυγιάνσεως),
TVCatchup (UK) Limited,
Media Resources Limited,
παρισταμένων των
Secretary of State for Business,
Innovation and Skills,
Virgin Media Limited
[αίτηση του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) (εφετείο, Αγγλία και Ουαλία, πολιτικό τμήμα, Ηνωμένο Βασίλειο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή — Εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας — Οδηγία 2001/29/ΕΚ — Άρθρο 9 — Έννοιες των όρων “καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες” και “πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες” — Αναμετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών από τρίτον μέσω ροής διαδικτύου στην περιοχή λήψεώς τους — “Live streaming”»
I – Εισαγωγή
1.
Η υπό κρίση αίτηση του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) [εφετείο (Αγγλία και Ουαλία), πολιτικό τμήμα, Ηνωμένο Βασίλειο] προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας ( 2 ), που προβλέπει ότι η οδηγία αυτή δεν θίγει τις διατάξεις που εφαρμόζονται σε ορισμένους άλλους τομείς. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινισθεί η ερμηνεία της φράσεως «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες», που αναφέρεται στο άρθρο αυτό ως ένας από τους τομείς οι οποίοι δεν θίγονται από την οδηγία 2001/29.
2.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εντάσσεται στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς την οποία κίνησαν εμπορικοί ραδιοτηλεοπτικοί φορείς, ισχυριζόμενοι ότι οι πάροχοι υπηρεσίας αναμεταδόσεως, η οποία επιτρέπει στους χρήστες της να λαμβάνουν δωρεάν «απευθείας» μέσω ροής διαδικτύου (καλούμενη «live streaming») τηλεοπτικές εκπομπές, συμπεριλαμβανομένων των τηλεοπτικών εκπομπών που μεταδίδονται από τις εκκαλούσες, παραβιάζουν τα πνευματικά τους δικαιώματα επί των τηλεοπτικών εκπομπών τους.
3.
Το Δικαστήριο είχε ήδη αποφανθεί επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς. Με την απόφαση της 7ης Μαρτίου 2013, ITV Broadcasting κ.λπ. ( 3 ), το Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η αναμετάδοση που πραγματοποιούν οι πάροχοι της επίδικης υπηρεσίας συνιστά «παρουσίαση στο κοινό» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29.
4.
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι πάροχοι της επίδικης υπηρεσίας έθιγαν τα πνευματικά δικαιώματα των εναγουσών, νυν εκκαλουσών. Ωστόσο, όσον αφορά ορισμένες από τις οικείες εκπομπές, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι εν λόγω πάροχοι μπορούν να επικαλεστούν διάταξη του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία επιτρέπει την καλωδιακή αναμετάδοση ορισμένων έργων που μεταδίδονται ραδιοτηλεοπτικώς στη ζώνη λήψεώς τους.
5.
Οι εκκαλούσες άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινισθεί αν μια τέτοια εθνική διάταξη, η οποία περιορίζει το αποκλειστικό δικαίωμα, που απονέμεται από την οδηγία 2001/29 στους δικαιούχους των δικαιωμάτων του δημιουργού, να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό, είναι σύμφωνη με την οδηγία αυτή. Συνομολογείται ότι οι επίδικες αναμεταδόσεις δεν εμπίπτουν σε καμία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 της οδηγίας αυτής.
6.
Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν η επίμαχη εθνική διάταξη εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29, αφού μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά «την πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες». Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει επίσης ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του όρου «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες», που χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό, προκειμένου να καθοριστεί αν το δίκαιο της Ένωσης αποκλείει την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως στις αναμεταδόσεις που πραγματοποιούνται μέσω ροής διαδικτύου.
II – Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
7.
Η αιτιολογική σκέψη 60 της οδηγίας 2001/29 αναφέρει:
«Η προστασία που παρέχεται δυνάμει της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να θίγει τις εθνικές ή κοινοτικές νομικές διατάξεις σε άλλους τομείς, όπως η βιομηχανική ιδιοκτησία, η προστασία των δεδομένων, η πρόσβαση υπό όρους, η πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα, ούτε τον κανόνα της χρονολογικής ακολουθίας της εκμετάλλευσης των μέσων, που ενδέχεται να επηρεάζουν την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού ή των συγγενικών δικαιωμάτων.»
8.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», η οδηγία 2001/29 αφορά «τη νομική προστασία του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, με ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνία της πληροφορίας.»
9.
Το άρθρο 9 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Εφαρμογή άλλων νομικών διατάξεων», ορίζει:
«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν ειδικότερα τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, τα σήματα, τα σχέδια και υποδείγματα, τα πρότυπα χρήσεων, τις τοπογραφίες προϊόντων ημιαγωγών, τα τυπογραφικά στοιχεία, την πρόσβαση υπό όρους, την πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες, την προστασία των εθνικών θησαυρών, τις νομικές προϋποθέσεις κατάθεσης, το δίκαιο των συμπράξεων και του αθέμιτου ανταγωνισμού, το εμπορικό απόρρητο, την ασφάλεια, την εμπιστευτικότητα, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τον σεβασμό της προσωπικής ζωής, την πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα και το ενοχικό δίκαιο.»
Το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου
10.
Το άρθρο 73, παράγραφος 1, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του Copyright, Designs and Patents Act 1988 [νόμος του 1988 περί δικαιωμάτων του δημιουργού, σχεδίων και ευρεσιτεχνιών, στο εξής: CDPA], με τίτλο «Λήψη ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής και καλωδιακή αναμετάδοση αυτής», όπως ίσχυε στην υπόθεση της κύριας δίκης, προβλέπει:
«1) Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται όταν μια ραδιοτηλεοπτική εκπομπή από το Ηνωμένο Βασίλειο λαμβάνεται και αναμεταδίδεται αμέσως καλωδιακώς.
2) Το δικαίωμα του δημιουργού επί του ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδόμενου έργου δεν προσβάλλεται:
[…]
b)
εάν και στον βαθμό που το έργο μεταδίδεται ραδιοτηλεοπτικώς με σκοπό τη λήψη του στην περιοχή όπου αναμεταδίδεται καλωδιακώς και εντάσσεται στο πλαίσιο της επιλέξιμης υπηρεσίας.
3) Το δικαίωμα του δημιουργού επί κάθε περιλαμβανόμενου στην εκπομπή έργου δεν προσβάλλεται εάν και στον βαθμό που η εκπομπή γίνεται με σκοπό τη λήψη της στην περιοχή όπου αναμεταδίδεται καλωδιακώς […]».
11.
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το άρθρο 73, παράγραφος 1, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA, όπως παρατίθεται ανωτέρω, είναι το αποτέλεσμα προσαρμογής του εν λόγω νόμου, που πραγματοποιήθηκε το 2003, για την ενσωμάτωση της οδηγίας 2001/29 στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου.
III – Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
12.
Οι εκκαλούσες της κύριας δίκης, ITV Broadcasting Limited, ITV2 Limited, ITV Digital Channels Limited, Channel Four Television Corp., 4 Ventures Limited, Channel 5 Broadcasting Limited και ITV Studios Limited (στο εξής, από κοινού: εκκαλούσες της κύριας δίκης), είναι εμπορικοί ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί ελεύθερης προσβάσεως οι οποίοι κατέχουν, βάσει του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου, δικαιώματα του δημιουργού επί των τηλεοπτικών εκπομπών τους καθώς και επί των ταινιών και των λοιπών έργων και αντικειμένων που περιέχονται στις εκπομπές τους. Χρηματοδοτούνται από τις μεταδιδόμενες στο πλαίσιο των εκπομπών τους διαφημίσεις.
13.
Οι εκκαλούσες της κύριας δίκης άσκησαν αγωγή κατά της εταιρίας TVCatchup Limited, ενώπιον του High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division [Ανώτερο Δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών, Ηνωμένο Βασίλειο] ισχυριζόμενες ότι η παρεχόμενη υπηρεσία από την εταιρία αυτή, που επιτρέπει στους χρήστες να λαμβάνουν δωρεάν «απευθείας» μέσω ροής διαδικτύου (καλούμενη «live streaming») τηλεοπτικές εκπομπές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται αυτές που μεταδίδονται από τις εκκαλούσες της κύριας δίκης, θίγει τα πνευματικά τους δικαιώματα. Οι επίδικες υπηρεσίες χρηματοδοτούνται επίσης μέσω διαφημίσεων.
14.
Το δικαστήριο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο μια πρώτη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία του όρου «παρουσίαση στο κοινό» που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29.
15.
Με την απόφαση της 7ης Μαρτίου 2013, που εκδόθηκε στην απόφαση ITV Broadcasting κ.λπ. ( 4 ), το Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι:
«Ο όρος “παρουσίαση στο κοινό”, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, [της οδηγίας 2001/29] έχει την έννοια ότι καλύπτει αναμετάδοση έργων περιλαμβανομένων σε χερσαία ραδιοτηλεοπτική μετάδοση
—
που πραγματοποιεί φορέας διαφορετικός του αρχικού ραδιοτηλεοπτικού φορέα,
—
μέσω ροής διαδικτύου που τίθεται στη διάθεση των συνδρομητών του συγκεκριμένου φορέα, οι οποίοι μπορούν να λαμβάνουν νομίμως την αναμετάδοση διά της συνδέσεως με τον εξυπηρετητή του,
—
μολονότι οι εν λόγω συνδρομητές βρίσκονται στην περιοχή λήψεως της εν λόγω χερσαίας ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως και μπορούν να τη λαμβάνουν νομίμως στον τηλεοπτικό τους δέκτη».
16.
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division [Ανώτερο Δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών] έκρινε ότι η TVCatchup Limited είχε προσβάλει τα πνευματικά δικαιώματα των εκκαλουσών της κύριας δίκης και εξέδωσε διαταγή με σκοπό να παρεμποδίσει περαιτέρω προσβολές των δικαιωμάτων τους.
17.
Έναντι τριών τηλεοπτικών σταθμών, δηλαδή των σταθμών ITV, Channel 4 και Channel 5, το δικαστήριο αυτό έκρινε ωστόσο ότι η TVCatchup Limited μπορούσε να προβάλει αμυντικό επιχείρημα αντλούμενο από το άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA, καθόσον η εν λόγω εταιρία μετέδιδε το πρόγραμμα των σταθμών αυτών μέσω διαδικτύου σε συνδρομητές που βρίσκονται εντός της ζώνης ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως από τους τρεις ως άνω σταθμούς. Συναφώς, το ίδιο δικαστήριο έκρινε ότι οι όροι «αναμεταδίδεται καλωδιακώς», που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA, είναι αρκούντως ευρείς για να καλύψουν τη διαδικτυακή αναμετάδοση, αλλά όχι την αναμετάδοση μέσω κινητών συσκευών που χρησιμοποιούν τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας.
18.
Οι εκκαλούσες της κύριας δίκης άσκησαν έφεση ενώπιον του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) [εφετείο (Αγγλία και Ουαλία), πολιτικό τμήμα]. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, η TVCatchup Limited τέθηκε υπό καθεστώς δικαστικής εξυγιάνσεως. Η εμπορική δραστηριότητα που ασκούσε προηγουμένως η TVCatchup Limited ασκείται πλέον από την εταιρία TVCatchup (UK) Limited βάσει άδειας που έχει χορηγηθεί από την Media Resources Limited. Οι εν λόγω δύο εταιρίες ζήτησαν να παρέμβουν στην κατ’ έφεση δίκη και το αίτημά τους έγινε δεκτό.
19.
Εκτιμώντας ότι επιβάλλεται η ερμηνεία του άρθρου 73 του CDPA υπό το πρίσμα του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 και ότι η υπό κρίση υπόθεση εγείρει ζητήματα σχετικά με το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29, και ειδικότερα όσον αφορά τη φράση “[η] παρούσα οδηγία δεν θίγει [τις διατάξεις που αφορούν] ειδικότερα […] την πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες”:
1)
Πρέπει η συγκεκριμένη φράση να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν θίγονται εθνικές διατάξεις που αφορούν την πρόσβαση στις “καλωδιακές” [ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες] όπως αυτές ορίζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή μήπως εν προκειμένω το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 καθορίζεται από τη σημασία που ενδεχομένως προσδίδει στον όρο “καλωδιακές” το δίκαιο της Ένωσης;
2)
Σε περίπτωση που το περιεχόμενο του όρου “καλωδιακές” του άρθρου 9 προσδιορίζεται από το δίκαιο της Ένωσης, ποια ακριβώς είναι η σημασία του; Πιο συγκεκριμένα:
α)
Έχει ο όρος αυτός μια συγκεκριμένη από τεχνολογικής απόψεως σημασία, σύμφωνα με την οποία αυστηρώς εμπίπτουν σε αυτόν τα παραδοσιακά μόνον καλωδιακά δίκτυα τα οποία διαχειρίζονται οι συμβατικοί πάροχοι καλωδιακών υπηρεσιών;
β)
Εναλλακτικώς, μήπως ο εν λόγω όρος διαθέτει μια ουδέτερη από τεχνολογικής απόψεως σημασία, σύμφωνα με την οποία περιλαμβάνονται και οι λειτουργικώς παρόμοιες υπηρεσίες που μεταδίδονται μέσω του διαδικτύου;
γ)
Σε κάθε περίπτωση, περιλαμβάνει τη μετάδοση μικροκυματικής ενέργειας μεταξύ σταθερών επίγειων σημείων;
3)
Εφαρμόζεται η επίδικη φράση σε διατάξεις οι οποίες επιβάλλουν στα καλωδιακά δίκτυα να αναμεταδίδουν συγκεκριμένες ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές ή σε διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν την καλωδιακή αναμετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών όταν πρόκειται για αναμεταδόσεις οι οποίες είναι ταυτόχρονες και αφορούν αποκλειστικώς τις περιοχές εκείνες όπου εξαρχής προοριζόταν να γίνει η λήψη τους και/ή όταν πρόκειται για αναμεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών τηλεοπτικών σταθμών οι οποίοι υπέχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας;
4)
Σε περίπτωση που το περιεχόμενο του όρου “καλωδιακές” του άρθρου 9 προσδιορίζεται από το εθνικό δίκαιο, πρέπει η εθνική διάταξη να τηρεί τις ενωσιακές αρχές της αναλογικότητας και της δέουσας σταθμίσεως μεταξύ των συμφερόντων των δικαιούχων του δικαιώματος του δημιουργού, των ιδιοκτητών των καλωδιακών δικτύων και του δημόσιου συμφέροντος;
5)
Αφορά το άρθρο 9 αποκλειστικώς και μόνον τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο εγκρίσεως της οδηγίας 2001/29, κατά την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ή κατά την τελευταία ημέρα της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, ή μήπως έχει εφαρμογή ακόμη και ως προς τις μεταγενέστερες διατάξεις σχετικά με την πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες;»
20.
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν οι εκκαλούσες της κύριας δίκης, η TVCatchup (UK) Limited, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Μαΐου 2016, παρέστησαν οι εκκαλούσες της κύριας δίκης, η Virgin Media Limited, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή.
IV – Νομική ανάλυση
Α – Επί της αποφάσεως ITV Broadcasting κ.λπ. και επί του αντικειμένου της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
21.
Με την απόφαση της 7ης Μαρτίου 2013, στην υπόθεση ITV Broadcasting κ.λπ. ( 5 ), που αποτελεί το υπόβαθρο της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι μια αναμετάδοση, όπως αυτές που πραγματοποιήθηκαν από τις εφεσίβλητες της κύριας δίκης, συνιστά «παρουσίαση στο κοινό» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 ( 6 ).
22.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα μια τέτοια αναμετάδοση χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του δικαιώματος του δημιουργού, εκτός αν η αναμετάδοση αυτή πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 της οδηγίας αυτής ( 7 ).
23.
Η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση, δηλαδή το άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA, θεσπίζει, κατά τη γνώμη μου, εξαίρεση από το δικαίωμα παρουσιάσεως έργων στο κοινό, που κατοχυρώνεται με το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/29, καθόσον προβλέπει ότι το δικαίωμα του δημιουργού «δεν θίγεται» σε περίπτωση αναμεταδόσεως ορισμένων έργων που μεταδίδονται ραδιοτηλεοπτικώς στην περιοχή για την οποία εξαρχής προορίζονται ( 8 ). Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, από τυπικής απόψεως, το άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA χαρακτηρίζεται, στο εθνικό δίκαιο, κατά το αιτούν δικαστήριο, ακριβώς ως «εξαίρεση» και ως «μέσο άμυνας κατά της προσβολής του δικαιώματος του δημιουργού».
24.
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ουδείς από τους διαδίκους ισχυρίζεται ότι η εθνική αυτή ρύθμιση εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 5 της οδηγίας 2001/29.
25.
Όπως επιβεβαιώνει το αιτούν δικαστήριο, το κεντρικό ερώτημα που τίθεται είναι επομένως αν μια τέτοια ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29, εκ του γεγονότος ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά «την πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» κατά την έννοια του άρθρου αυτού ( 9 ).
26.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να εξετάσει, κατά πρώτον, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα που αφορά, κατ’ ουσίαν, το κεντρικό αυτό ζήτημα.
27.
Κατά το γράμμα του, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα αφορά τόσο τις διατάξεις που επιβάλλουν την αναμετάδοση συγκεκριμένων ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών όσο και αυτές που επιτρέπουν την αναμετάδοση με ενσύρματα μέσα ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών «α) όταν πρόκειται για αναμεταδόσεις οι οποίες είναι ταυτόχρονες και αφορούν αποκλειστικώς τις περιοχές εκείνες όπου εξαρχής προοριζόταν να γίνει η λήψη τους και/ή β) όταν πρόκειται για αναμεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών μέσω τηλεοπτικών σταθμών οι οποίοι υπέχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας» ( 10 ). Προκύπτει, ωστόσο, από την απόφαση περί παραπομπής, αφενός, ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση δεν επιβάλλει καμία αναμετάδοση και, αφετέρου, ότι εφαρμόζεται μόνον σε περιπτώσεις όπου η αναμετάδοση αφορά αποκλειστικώς τις περιοχές εκείνες όπου εξαρχής προοριζόταν να γίνει η λήψη των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών ( 11 ).
28.
Φρονώ επομένως ότι το τρίτο τεθέν ερώτημα πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής, αν δηλαδή το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, και ιδίως ότι εμπίπτει στην «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες», ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA, η οποία επιτρέπει την αναμετάδοση με ενσύρματα μέσα ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, χωρίς τη συναίνεση των δικαιούχων των δικαιωμάτων του δημιουργού, όταν η εν λόγω αναμετάδοση είναι ταυτόχρονη και αφορά αποκλειστικά τις περιοχές εκείνες προς τις οποίες εξαρχής προορίζονταν οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, και όταν πρόκειται για αναμεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών που εξαρχής μεταδίδονται μέσω τηλεοπτικών σταθμών οι οποίοι υπέχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας ( 12 ).
29.
Στην ανάλυση που ακολουθεί, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι μια ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA, δεν εμπίπτει στην επιφύλαξη που προβλέπεται στο άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 (μέρος B). Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται άμεσα λόγω της φύσεως και του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 9 (μέρος B.2), καθώς και λόγω του γεγονότος ότι μια τέτοια ρύθμιση δεν αφορά «την πρόσβαση στις καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» κατά την έννοια του άρθρου αυτού (μέρος B.3).
30.
Από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι δεν απαιτείται να εξεταστούν τα άλλα ερωτήματα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο σχετικά, αφενός, με το χρονικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 (πέμπτο προδικαστικό ερώτημα) και, αφετέρου, με την ερμηνεία του όρου «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» που χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό (πρώτο, δεύτερο και τέταρτο προδικαστικό ερώτημα). Ωστόσο, δια παν ενδεχόμενο, θα διατυπώσω ορισμένες παρατηρήσεις επί της ερμηνείας του όρου «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες», προκειμένου να απαντήσω στα επιχειρήματα που προέβαλαν, συναφώς, τα διάδικα μέρη (μέρος Γ) ( 13 ).
31.
Ωστόσο, όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, υπό γʹ, δηλαδή αν ο όρος αυτός περιλαμβάνει τη μετάδοση μικροκυματικής ενέργειας μεταξύ σταθερών επίγειων σημείων, το αιτούν δικαστήριο δεν παρείχε καμία εξήγηση ως προς τους λόγους που το οδήγησαν να κρίνει αναγκαία την υποβολή του ερωτήματος αυτού στο Δικαστήριο. Μια τέτοια εξήγηση δεν συνάγεται ούτε από την απόφαση περί παραπομπής ούτε από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, που δεν περιέχουν καμία πληροφορία υπό την έννοια ότι οι επίμαχες αναμεταδόσεις περιλαμβάνουν τη μετάδοση μικροκυματικής ενέργειας μεταξύ σταθερών επίγειων σημείων. Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να κρίνει, κατά πάγια νομολογία, ότι το δεύτερο ερώτημα, υπό γʹ, είναι απαράδεκτο ( 14 ).
Β – Επί της ερμηνείας του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 και της φράσεως «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες » (τρίτο ερώτημα)
32.
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ρωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν μια ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29, και ειδικά της φράσεως «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες».
1. Οι προτεινόμενες ερμηνείες
33.
Το αιτούν δικαστήριο, έχοντας αμφιβολίες ως προς την έννοια της φράσεως «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες», του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29, αναφέρει, στην απόφαση περί παραπομπής, τρεις δυνατές ερμηνείες της φράσεως αυτής.
34.
Σύμφωνα με μια πρώτη προσέγγιση, η οποία αντιστοιχεί στη θέση των εκκαλουσών της κύριας δίκης και της Επιτροπής, η φράση «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» αφορά μόνον τις διατάξεις που επιβάλλουν στους συμβατικούς παρόχους καλωδιακής τηλεόρασης να παρέχουν ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες, δηλαδή τις διατάξεις σχετικά με τις «υποχρεώσεις “μεταφοράς σήματος”» («must carry») κατά την έννοια του άρθρου 31 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ ( 15 ), στο εξής: οδηγία καθολικής υπηρεσίας.
35.
Σύμφωνα με μια δεύτερη προσέγγιση, η οποία αντιστοιχεί στη θέση της TVCatchup (UK) Limited, της Virgin Media Limited και της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 εφαρμόζεται τόσο στις διατάξεις που επιβάλλουν στους παρόχους καλωδιακής τηλεοράσεως να αναμεταδίδουν ορισμένες ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές όσο και στις διατάξεις που επιτρέπουν, προς το συμφέρον της δημόσιας υπηρεσίας, την αναμετάδοση συγκεκριμένων εκπομπών εντός της περιοχής λήψεώς τους.
36.
Σύμφωνα με μια τρίτη προσέγγιση, οι όροι «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 δεν αφορούν τα μέσα άμυνας έναντι των προσβολών του δικαιώματος του δημιουργού, αλλά την πρόσβαση στην υλική υποδομή εντός των κρατών μελών.
2. Επί της επιφυλάξεως που θεσπίζεται με το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29
37.
Κατά τον τίτλο και κατά το γράμμα του, το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 αφορά την «[ε]φαρμογή άλλων νομικών διατάξεων», προβλέποντας ότι η οδηγία αυτή «δεν θίγει» τις διατάξεις σε ορισμένους τομείς. Η αιτιολογική σκέψη 60 της οδηγίας αυτής διευκρινίζει ότι οι διατάξεις τις οποίες αφορά το εν λόγω άρθρο 9 είναι αυτές που συνδέονται με «άλλους τομείς» και που «ενδέχεται να επηρεάζουν την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού ή των συγγενικών δικαιωμάτων» ( 16 ).
38.
Επομένως, το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 ουδόλως επιτρέπει εξαιρέσεις από τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 2 έως 4 της οδηγίας αυτής. Οι εξαιρέσεις αποτελούν εξάλλου αντικείμενο εξαντλητικής εναρμονίσεως δυνάμει του άρθρου 5 της ίδιας οδηγίας ( 17 ). Ο επιδιωκόμενος από το άρθρο 9 σκοπός είναι αντιθέτως να διατηρήσει το αποτέλεσμα των διατάξεων που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένους τομείς, διαφορετικούς από τον τομέα που εναρμονίζεται με την εν λόγω οδηγία ( 18 ). Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την απαρίθμηση των τομέων στο εν λόγω άρθρο 9, που αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα σήματα, τα σχέδια και υποδείγματα, την προστασία των εθνικών θησαυρών, το δίκαιο των συμπράξεων και του αθέμιτου ανταγωνισμού, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και το σεβασμό της προσωπικής ζωής καθώς και το ενοχικό δίκαιο ( 19 ).
39.
Αφεαυτής, η διαπίστωση αυτή επιτρέπει να αποκλειστεί ότι ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA, η οποία προβλέπει εξαίρεση από το αποκλειστικό δικαίωμα παρουσιάσεως έργων στο κοινό που κατοχυρώνεται με το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/29, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 της οδηγίας αυτής.
40.
Το συμπέρασμα αυτό ισχύει ανεξαρτήτως του αν η αναμετάδοση των προστατευομένων έργων πραγματοποιείται καλωδιακώς ή μέσω ροής διαδικτύου. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η «παρουσίαση στο κοινό», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, αφορά κάθε μετάδοση προστατευόμενων έργων, ανεξαρτήτως του χρησιμοποιούμενου τεχνικού μέσου ή της χρησιμοποιούμενης μεθόδου ( 20 ), και ότι κάθε μετάδοση ή αναμετάδοση συγκεκριμένου έργου που χρησιμοποιεί συγκεκριμένο τεχνικό τρόπο πρέπει να επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, εξατομικευμένα από τον δημιουργό του έργου ( 21 ).
41.
Η νομολογία αυτή είναι σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία 2001/29, δηλαδή να προσαρμόσει τους κανόνες σχετικά με το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα στις τεχνολογικές εξελίξεις που οδήγησαν στην εμφάνιση νέων μορφών εκμεταλλεύσεως ( 22 ), καθιερώνοντας υψηλό επίπεδο προστασίας των δημιουργών, ώστε να μπορούν να λαμβάνουν εύλογη αμοιβή για τη χρήση των έργων τους, ιδίως σε περίπτωση παρουσιάσεώς τους στο κοινό ( 23 ). Επισημαίνω ότι καμία αμοιβή δεν καταβάλλεται στους δικαιούχους των δικαιωμάτων του δημιουργού για την επιτρεπόμενη από το άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA αναμετάδοση ( 24 ).
42.
Αντίθετη ερμηνεία του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29, η οποία θα συμπεριελάμβανε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, θα είχε ως συνέπεια, κατά τη γνώμη μου, να μην επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος από τα άρθρα 3 και 5 της οδηγίας αυτής σκοπός εναρμονίσεως.
43.
Εξάλλου, η ερμηνεία που υποστηρίζω δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα που προέβαλε ιδίως η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
44.
Πρώτον, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στην οδηγία 2001/29 το επιχείρημα που προέβαλε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με το οποίο τα εθνικά νομοθετικά καθεστώτα σχετικά με την αδειοδότηση των φορέων καλωδιακών δικτύων, την υποδομή τους και την αναμετάδοση των εκπομπών τους συνιστούν έναν άλλο τομέα τον οποίο αφορά το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29. Καίτοι οι διατάξεις σχετικά με την υποδομή καλωδιακής τηλεοράσεως των κρατών μελών και τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην αγορά της ηλεκτρονικής επικοινωνίας συνιστούν, βεβαίως, τομέα άλλον από αυτόν που αποτελεί αντικείμενο της εναρμονίσεως που επιχειρείται από την οδηγία αυτή ( 25 ), ωστόσο αυτό δεν ισχύει για τις διατάξεις, όπως αυτές του άρθρου 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA, που εμπίπτουν στον ίδιο τον πυρήνα της εναρμονίσεως η οποία προβλέπεται από την οδηγία 2001/29, δηλαδή την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού ( 26 ).
45.
Το συμπέρασμα αυτό δεν θα μπορούσε να επηρεαστεί από το γεγονός ότι η αναμετάδοση την οποία επιτρέπει η επίμαχη ρύθμιση περιορίζεται σε εκπομπές που μεταδίδονται ραδιοτηλεοπτικώς από σταθμούς υπέχοντες ορισμένες υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία συναφής ένδειξη στο κείμενο της οδηγίας 2001/29 και στις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, δεν βλέπω κανένα λόγο να παρέχεται στις εκπομπές αυτές προστασία μικρότερη από αυτήν που προβλέπεται στο άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ( 27 ).
46.
Δεύτερον, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 δεν συνιστά «απόλυτο αποκλεισμό της εναρμονίσεως». Μολονότι το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», εξαιρεί, δυνάμει της παραγράφου 2, από την εναρμόνιση που προβλέπεται από την εν λόγω οδηγία, ορισμένες διατάξεις του κεκτημένου της Ένωσης που θα υπάγονταν, ελλείψει της εν λόγω ρητής εξαιρέσεως, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής ( 28 ), εντούτοις το άρθρο 9 δεν αποσκοπεί στον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2001/29, αλλά στην κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου ( 29 ), αποκλείοντας ανεπιθύμητες έννομες συνέπειες από τη θέσπιση της οδηγίας αυτής.
47.
Τρίτον, οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει το άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA, δηλαδή, κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η διεύρυνση των επιλογών των καταναλωτών στον τομέα των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών, επιτρέποντάς τους να λαμβάνουν τις εκπομπές αυτές στις περιοχές όπου το σήμα της επίγειας τηλεοράσεως είναι χαμηλής ποιότητας, και η ενθάρρυνση των παρόχων καλωδιακών δικτύων να σχεδιάζουν υποδομές καλωδιακής τηλεοράσεως, δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 ( 30 ). Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι το Δικαστήριο ρητώς απέκλεισε, στην απόφαση ITV Broadcasting κ.λπ. ( 31 ), το ενδεχόμενο οι επίμαχες αναμεταδόσεις να μπορούν να θεωρηθούν ως ένα απλό τεχνικό μέσο για τη διασφάλιση ή τη βελτίωση της λήψεως της πρωτότυπης μεταδόσεως στην περιοχή καλύψεως, περίπτωση κατά την οποία δεν θα συνιστούσαν, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «παρουσίαση στο κοινό» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29. Στο πλαίσιο αυτό, το επιχείρημα που προέβαλε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισοδυναμεί, στην πραγματικότητα, με πρόσκληση στο Δικαστήριο να προβεί σε μεταστροφή της νομολογίας αυτής, χωρίς όμως αυτό να είναι βάσιμο.
48.
Συμπερασματικώς, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, κατά τη γνώμη μου, ότι ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29.
49.
Το συμπέρασμα αυτό ισχύει ανεξαρτήτως της ερμηνείας της φράσεως «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» του άρθρου 9 της οδηγίας. Ακολούθως, θα αποδείξω ωστόσο ότι η ανάλυση της φράσεως αυτής οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα.
3. Επί της ερμηνείας της φράσεως «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29
50.
Εκ πρώτης όψεως, η φράση «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 θα οδηγούσε στη σκέψη ότι αφορά μια πολύ γνωστή νομική έννοια του κεκτημένου της Ένωσης. Η έρευνά μου όμως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν συμβαίνει.
51.
Πράγματι, η φράση αυτή έχει χρησιμοποιηθεί, εξ όσων γνωρίζω, μόνον στις προπαρασκευαστικές εργασίες και στη νομολογία σχετικά με την οδηγία 2001/29 ( 32 ) καθώς και την οδηγία 2012/28 ( 33 ), δεδομένου ότι ο νομοθέτης της Ένωσης προτίμησε, στο άρθρο 7 της οδηγίας 2012/28, να επαναλάβει με σχεδόν ταυτόσημο τρόπο το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 ( 34 ).
52.
Παρά τη μη παροχή διευκρινίσεων από τις προπαρασκευαστικές αυτές εργασίες και τη σχετική νομολογία ως προς τη σημασία της φράσεως «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» ( 35 ), δεν υπάρχει αμφιβολία, κατά τη γνώμη μου, ότι η φράση αυτή δεν καλύπτει ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA.
53.
Πρώτον, παρά την ύπαρξη ορισμένων γλωσσικών αποκλίσεων ( 36 ), μου φαίνεται αναμφισβήτητο ότι η φράση αυτή αφορά «την πρόσβαση» σε «καλωδιακή τηλεόραση». Τούτου δοθέντος, δεν βλέπω καμία σχέση μεταξύ του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29, το οποίο αφορά «την πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες», και της επίμαχης ρυθμίσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία προβλέπει ότι μια ραδιοτηλεοπτική εκπομπή μπορεί να «αναμεταδίδεται καλωδιακώς». Μου φαίνεται ότι η έννοια της «καλωδιακής τηλεοράσεως» χρησιμοποιείται στις δύο αυτές ρυθμίσεις σε διαφορετικά πλαίσια.
54.
Ενώ το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 αφορά «καλωδιακή τηλεόραση» στην οποία ζητείται η πρόσβαση, η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου αφορά την «καλωδιακή τηλεόραση» που χρησιμεύει ως μέσο αναμεταδόσεως. Άλλως ειπείν, το άρθρο 9 της οδηγίας αυτής δεν αφορά την πρόσβαση του κοινού στις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, όπως φαίνεται ότι ισχυρίζονται η TVCatchup (UK) Limited, η Virgin Media Limited και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά την πρόσβαση σε δίκτυο ( 37 ).
55.
Δεύτερον, η αντιστοιχία που γίνεται από την TVCatchup (UK) Limited, την Virgin Media Limited και την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου μεταξύ των όρων «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» και «αναμεταδίδεται καλωδιακώς», δεν φαίνεται λογική δοθέντος ότι η οδηγία 2001/29 περιέχει ήδη, στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, διάταξη αφορώσα ρητώς την «καλωδιακή αναμετάδοση» ( 38 ).
56.
Τρίτον, κατά τη γνώμη μου, στο κεκτημένο της Ένωσης, οι όροι «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» χρησιμοποιούνται κυρίως, σε σχέση με το ζήτημα της προσβάσεως των συμβατικών παρόχων στα καλωδιακά δίκτυα ( 39 ), ζήτημα το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο εναρμονίσεως σε επίπεδο της Ένωσης, κυρίως με την οδηγία 2002/19/ΕΚ, στο εξής: οδηγία για την πρόσβαση ( 40 ).
57.
Η οδηγία αυτή, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, επιδιώκει να εναρμονίσει «τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη ρυθμίζουν την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και σε συναφείς ευκολίες, καθώς και τη διασύνδεσή τους» ( 41 ). Από το ίδιο άρθρο προκύπτει ότι η οδηγία για την πρόσβαση εντάσσεται στο κοινό κανονιστικό πλαίσιο που θεσπίζεται στην οδηγία 2002/21, στο εξής: οδηγία-πλαίσιο ( 42 ), που έχει ως σκοπό, κατά την Επιτροπή, «να ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό στις αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να βελτιώσει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να εγγυηθεί βασικά συμφέροντα των χρηστών που δεν θα εξασφαλίζονταν από τις δυνάμεις [της] αγοράς» ( 43 ).
58.
Η πιο λογική ερμηνεία επομένως θα ήταν να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η φράση «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 άπτεται του εν λόγω κανονιστικού πλαισίου και, ιδίως, των διατάξεων της οδηγίας για την πρόσβαση ( 44 ). Επισημαίνω, παρεμπιπτόντως, ότι οι νομοθετικές διαδικασίες που κατέληξαν στη θέσπιση της οδηγίας-πλαίσιο και της οδηγίας για την πρόσβαση επικάλυπταν εν μέρει χρονικά τη νομοθετική διαδικασία που κατέληξε στη θέσπιση της οδηγίας 2001/29 ( 45 ).
59.
Εκτιμώ, ωστόσο, ότι αρκεί να διαπιστωθεί ότι ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, και παράγραφος 3, του CDPA, η οποία δεν αφορά στην πρόσβαση σε δίκτυο, δεν εμπίπτει στην «πρόσβαση σε καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29, χωρίς να απαιτείται το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ακριβούς σημασίας της φράσεως αυτής.
60.
Με βάση τις ως άνω παρατηρήσεις, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι δεν εμπίπτει στο άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 ρύθμιση η οποία επιτρέπει την καλωδιακή αναμετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, χωρίς τη συναίνεση των δικαιούχων των δικαιωμάτων του δημιουργού, όταν πρόκειται για αναμεταδόσεις οι οποίες είναι ταυτόχρονες και αφορούν αποκλειστικώς τις περιοχές εκείνες όπου εξαρχής προοριζόταν να γίνει η λήψη τους, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για αναμεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών μέσω τηλεοπτικών σταθμών οι οποίοι υπέχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας.
61.
Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που μόλις πρότεινα για το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 δεν εφαρμόζεται ratione materiae στην επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση, φρονώ ότι δεν πρέπει να δοθεί απάντηση στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το κατά χρόνο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
62.
Από τη διαπίστωση αυτή προκύπτει επίσης ότι δεν είναι απαραίτητο να εξετάσω τα ζητήματα που εγείρονται από το αιτούν δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία του όρου «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29, δηλαδή το πρώτο, δεύτερο και τέταρτο προδικαστικό ερώτημα. Ωστόσο, δια παν ενδεχόμενο, θα διατυπώσω, ακολούθως, κάποιες παρατηρήσεις για την ερμηνεία του όρου αυτού. Με τις παρατηρήσεις αυτές αντικρούεται το επιχείρημα που προβάλλουν η TVCatchup και η Virgin Media Limited σύμφωνα με το οποίο ο εν λόγω όρος είναι αρκούντως ευρύς ώστε να περιλαμβάνει και τη μετάδοση μέσω ροής διαδικτύου.
Γ – Επί του όρου «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες » του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 (πρώτο, δεύτερο και τέταρτο ερώτημα)
1. Επί του αυτοτελούς χαρακτήρα του όρου «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες»
63.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν ο όρος «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 συνιστά αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης.
64.
Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, από τις απαιτήσεις της ομοιόμορφης εφαρμογής του νομοθεσίας της Ένωσης και της αρχής της ισότητας απορρέει ότι στο περιεχόμενο μιας διατάξεως της νομοθεσίας της Ένωσης, η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και της σημασίας της, πρέπει κανονικά να δίδεται σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση αυτοτελής και ομοιόμορφη ερμηνεία ( 46 ).
65.
Το κείμενο της οδηγίας 2001/29 δεν παραπέμπει στις εθνικές νομοθεσίες όσον αφορά τη σημασία του όρου «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» του άρθρου 9 της οδηγίας αυτής. Επομένως, ο όρος αυτός πρέπει να θεωρείται, για τον σκοπό της ερμηνείας της εν λόγω οδηγίας, ως αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται κατά ενιαίο τρόπο στο σύνολο της επικράτειας της Ένωσης.
66.
Επομένως, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα το οποίο τίθεται μόνον στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι ο όρος «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 δεν συνιστά αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης.
2. Επί της ερμηνείας του όρου «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες»
67.
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, υπό αʹ και βʹ, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν ο όρος «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 συνδέεται με μία ιδιαίτερη τεχνολογία, που περιορίζεται στα παραδοσιακά καλωδιακά δίκτυα τα οποία εκμεταλλεύονται συμβατικοί πάροχοι καλωδιακών υπηρεσιών ή αν έχει ουδέτερη σημασία στο τεχνολογικό πεδίο περιλαμβάνουσα ανάλογες λειτουργικά υπηρεσίες που μεταδίδονται μέσω διαδικτύου.
68.
Για τους λόγους που θα εκθέσω, θα υποστηρίξω τη θέση των εκκαλουσών της κύριας δίκης, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία ο όρος «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 περιορίζεται στα παραδοσιακά καλωδιακά δίκτυα.
69.
Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι ο όρος «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» δεν περιλαμβάνεται μόνον στο άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29, αλλά και στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, στο άρθρο 2, στοιχείο εʹ, και στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ της οδηγίας αυτής ( 47 ). Η έννοια αυτή, εξάλλου, χρησιμοποιείται σε ορισμένες από τις οδηγίες επί των οποίων ερείδεται η οδηγία 2001/29 ( 48 ), δηλαδή στις οδηγίες 92/100/ΕΟΚ ( 49 ), 93/83 και 93/98/ΕΟΚ ( 50 ).
70.
Υπό τις συνθήκες αυτές και λαμβανομένης υπόψη της απαιτήσεως για ενότητα και συνοχή της έννομης τάξεως της Ένωσης, οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στο σύνολο των ως άνω οδηγιών πρέπει να έχουν την ίδια σημασία, εκτός αν ο νομοθέτης της Ένωσης έχει εκφράσει, εντός συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου, διαφορετική βούληση ( 51 ).
71.
Καμία από τις προμνημονευθείσες οδηγίες δεν περιέχει ορισμό του όρου «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες». Ως εκ τούτου, ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνευθεί λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται και των σκοπών των οποίων την επίτευξη επιδιώκει η οδηγία 2001/29 ( 52 ).
72.
Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ο όρος «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες», πρέπει να επισημανθεί ότι, σε όλες τις επίμαχες οδηγίες, ο όρος «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» χρησιμοποιείται σε σχέση με άλλες τεχνολογίες, ιδίως αυτήν της «δορυφορικής μετάδοσης» ( 53 ). Η διατύπωση «ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής μετάδοσης», του άρθρου 2, στοιχείο εʹ, και του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/29 ( 54 ), υποδηλώνει, εξάλλου, ότι οι έννοιες της «καλωδιακής […] μετάδοσης» και της «δορυφορικής μετάδοσης» συνιστούν, αντιστοίχως, τις υποκατηγορίες των ευρύτερων εννοιών «ενσυρμάτως» και «ασυρμάτως» ( 55 ).
73.
Όσον αφορά τους επιδιωκόμενους από την οδηγία 2001/29 σκοπούς, υπενθυμίζω ότι η οδηγία αυτή θεσπίστηκε για να ανταποκριθεί, σε επίπεδο Ένωσης, στις προκλήσεις της προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων που παρουσιάζουν οι νέες υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, τις οποίες το διαδίκτυο κατέστησε εφικτές ( 56 ). Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υποτεθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης επέλεξε απολύτως συνειδητά την ορολογία που χρησιμοποιείται στην οδηγία αυτή. Άλλως ειπείν, αν ο νομοθέτης της Ένωσης ήθελε να δώσει στον όρο «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες», κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29, ουδέτερη σημασία από τεχνολογική σκοπιά, πρέπει να θεωρηθεί ότι θα είχε προκρίνει έναν γενικότερο όρο, για παράδειγμα τον όρο «ενσυρμάτως», ή τουλάχιστον, θα είχε διευκρινίσει ότι στις «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» περιλαμβάνονται και άλλες τεχνολογίες όπως αυτή της μεταδόσεως μέσω διαδικτύου ( 57 ).
74.
Το σύνολο των ανωτέρω εκτιμήσεων συνηγορεί υπέρ του συμπεράσματος ότι ο όρος «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 περιορίζεται στα παραδοσιακά καλωδιακά δίκτυα που εκμεταλλεύονται συμβατικοί πάροχοι καλωδιακών υπηρεσιών. Το συμπέρασμα αυτό αντιστοιχεί, εξάλλου, στο πνεύμα της διακρίσεως στην οποία προβαίνουν η οδηγία-πλαίσιο και η οδηγία για την πρόσβαση μεταξύ των διαφόρων τύπων ηλεκτρονικών δικτύων επικοινωνίας ( 58 ).
V – Πρόταση
75.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) [εφετείο (Αγγλία και Ουαλία), πολιτικό τμήμα, Ηνωμένο Βασίλειο] προδικαστικά ερωτήματα ως ακολούθως:
Το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, έχει την έννοια ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής ρύθμιση η οποία επιτρέπει την καλωδιακή αναμετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, χωρίς τη συναίνεση των δικαιούχων των δικαιωμάτων του δημιουργού, όταν πρόκειται για αναμεταδόσεις οι οποίες είναι ταυτόχρονες και αφορούν αποκλειστικώς τις περιοχές εκείνες όπου εξαρχής προοριζόταν να γίνει η λήψη τους, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για αναμεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών μέσω τηλεοπτικών σταθμών οι οποίοι υπέχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2001 (ΕΕ 2001, L 167, σ. 10).
( 3 ) C‑607/11, EU:C:2013:147.
( 4 ) C‑607/11, EU:C:2013:147.
( 5 ) C‑607/11, EU:C:2013:147.
( 6 ) Βλ., σχετικά με τον όρο «παρουσίαση στο κοινό», αιτιολογική σκέψη 23 της οδηγίας 2001/29 και απόφαση της 31ης Μαΐου 2016, Reha Training (C‑117/15, EU:C:2016:379, σκέψεις 35 έως 52).
( 7 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, Infopaq International (C‑5/08, EU:C:2009:465, σκέψη 52).
( 8 ) Φαίνεται αναμφισβήτητο, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ότι τα έργα που αναμεταδίδονται από τις εφεσίβλητες αποτελούν μέρος «βασικής υπηρεσίας» κατά την έννοια του άρθρου 73, παράγραφος 2, στοιχείο b, του CDPA. Βλ. σημείο 10 των παρουσών προτάσεων.
( 9 ) Επισημαίνω ότι δεν παρασχέθηκε στο Δικαστήριο καμία διευκρίνιση ότι κάποιος από τους άλλους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 αποτελεί βάση για την επίμαχη εθνική ρύθμιση.
( 10 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 11 ) Βλ. σημείο 10 των παρουσών προτάσεων.
( 12 ) Προς υπενθύμιση, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώνει τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί, προκειμένου να δώσει στο αιτούν δικαστήριο μια χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Βλ. αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 2015, Aira Pascual κ.λπ. (C‑509/14, EU:C:2015:781, σκέψη 22), και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Viamar (C‑402/14, EU:C:2015:830, σκέψη 29).
( 13 ) Βλ. σημεία 63 έως 74 των παρουσών προτάσεων.
( 14 ) Απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, Safe Interenvíos (C‑235/14, EU:C:2016:154, σκέψεις 115 και 116).
( 15 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 51).
( 16 ) Η υπογράμμιση δική μου. Από την εν λόγω αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 αφορά τόσο τις εθνικές διατάξεις όσο και τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Ο όρος «ειδικότερα», που χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό, δεικνύει ότι η απαρίθμηση των μη θιγομένων από την οδηγία τομέων δεν είναι εξαντλητική.
( 17 ) Βλ., αιτιολογική σκέψη 32 της οδηγίας 2001/29.
( 18 ) Αυτός ο τύπος νομοθετικών μέτρων δεν είναι καθόλου σπάνιος. Βλ. άρθρο 13 της οδηγίας 96/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1996, σχετικά με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων (ΕΕ 1996, L 77, σ. 20) και, σχετικά με την οδηγία 2012/28/ΕΕ, σημείο 51 των παρουσών προτάσεων. Βλ., σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/29, άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
( 19 ) Το άρθρο 9 της οδηγίας 2001/29 αναφέρει, εξάλλου, τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, τα πρότυπα χρήσεων, τις τοπογραφίες προϊόντων ημιαγωγών, τα τυπογραφικά στοιχεία, την πρόσβαση υπό όρους, τις νομικές προϋποθέσεις καταθέσεως, το εμπορικό απόρρητο, την ασφάλεια, την εμπιστευτικότητα και την πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα.
( 20 ) Απόφαση της 31ης Μαΐου 2016, Reha Training (C‑117/15, EU:C:2016:379, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, άρθρο 11α, παράγραφος 1, στοιχείο ii, της συμβάσεως της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, όπως τροποποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1979, και άρθρο 8 της Συνθήκης του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) για την πνευματική ιδιοκτησία, η οποία υπεγράφη στη Γενεύη, στις 20 Δεκεμβρίου 1996.
( 21 ) Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2013, ITV Broadcasting κ.λπ. (C‑607/11, EU:C:2013:147, σκέψη 24).
( 22 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 5 και 31 της οδηγίας 2001/29, κεφάλαιο 2 της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως της Επιτροπής, η οποία παρουσιάστηκε στις 21 Ιανουαρίου 1998 και κατέληξε στην έκδοση της οδηγίας 2001/29 [COM(97) 628 τελικό], και Πράσινη Βίβλος «Το δικαίωμα δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα στην κοινωνία της πληροφορίας», την οποία παρουσίασε η Επιτροπή στις 19 Ιουλίου 1995 [COM(95) 382 τελικό, πρώτο κεφάλαιο, II, A].
( 23 ) Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2011, Football Association Premier League κ.λπ. (C‑403/08 και C‑429/08, EU:C:2011:631, σκέψη 186). Βλ., επίσης, αιτιολογικές σκέψεις 4, 9, 10, 31 και 35 της οδηγίας 2001/29 και απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, Laserdisken (C‑479/04, EU:C:2006:549, σκέψη 57).
( 24 ) Βλ., συναφώς, άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας 2001/29 που αποσκοπεί στην εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων των κρατών μελών και της Ένωσης [αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2001/29, και σημείο 38 της κοινής θέσεως (ΕΚ) 48/2000 που καθορίστηκε από το Συμβούλιο στις 28 Σεπτεμβρίου 2000, ΕΕ 2000, C 344, σ. 1]. Βλ., ως προς τη συμβατότητα της επίμαχης νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση της Βέρνης, Discussion Paper «Broadcasting and copyright in the internal market», που καταρτίστηκε από την Επιτροπή τον Νοέμβριο 1990, III/F/5263/90‑EN, σημείο 4.2.27.
( 25 ) Θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί κάποιος ότι οι διατάξεις που καθορίζουν τους όρους τους οποίους επιβάλλεται να τηρούν οι πάροχοι δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιλαμβανομένων των διατάξεων που επιβάλλουν σ’ αυτούς υποχρεώσεις μεταφοράς σήματος («must carry»), δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 1, της οδηγίας καθολικής υπηρεσίας, θα υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 9.
( 26 ) Βλ., σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/29, άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
( 27 ) Βλ., σχετικά με την έκταση της εναρμονίσεως που προβλέπεται από το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/29, απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2014, Svensson κ.λπ. (C‑466/12, EU:C:2014:76, σκέψεις 33 έως 41).
( 28 ) Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ έως εʹ, της οδηγίας 2001/29 αναφέρει, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις που αφορούν τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, το δικαίωμα εκμισθώσεως, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας, το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στις ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις προγραμμάτων μέσω δορυφόρου και την καλωδιακή αναμετάδοση, τη διάρκεια προστασίας του δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενικών δικαιωμάτων, και τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων.
( 29 ) Βλ. σημείο 50 της κοινής θέσεως 48/2000 (όπ.π.) και ανακοίνωση της Επιτροπής, της 20ής Οκτωβρίου 2000, προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας [SEC/2000/1734 τελικό]. Το άρθρο 9 δεν αποτελεί μέρος ούτε της αρχικής προτάσεως, που παρουσιάστηκε στις 21 Ιανουαρίου 1998 (όπ.π.), ούτε της τροποποιημένης προτάσεως, που παρουσιάστηκε στις 25 Μαΐου 1999 [COM(1999) 250 τελικό], που κατέληξε στη θέσπιση της οδηγίας 2001/29. Το άρθρο αυτό προστέθηκε από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη νομοθετική διαδικασία [βλ. κοινή θέση 48/2000 (όπ.π.)].
( 30 ) Όπως υπογράμμισαν οι εκκαλούσες της κύριας δίκης, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνώρισε, σε έγγραφο διαβουλεύσεως, που δημοσιεύθηκε στις 26 Μαρτίου 2015, ότι ο λόγος υπάρξεως της επιδιωκόμενης με το άρθρο 73 του CDPA δημόσιας πολιτικής έχει καταστεί πλέον ανεπίκαιρος (Consultation Paper «The balance of payments between television platforms and public service broadcasters», Department for Culture, Media & Sport, point 10, /government/consultations/the‑balance‑of‑payments‑between‑television‑platforms‑and‑public‑service‑broadcasters‑consultation‑paper).
( 31 ) Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2013 (C‑607/11, EU:C:2013:147, σκέψεις 28 έως 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 32 ) Βλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2008, Promusicae (C‑275/06, EU:C:2008:54, σκέψη 11), σημείο 10 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Promusicae (C‑275/06, EU:C:2007:454) και σημείο 6 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα Ε. Sharpston στην υπόθεση Peek & Cloppenburg (C‑456/06, EU:C:2008:21).
( 33 ) Οδηγία 2012/28/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με ορισμένες επιτρεπόμενες χρήσεις ορφανών έργων (ΕΕ 2012, L 299, σ. 5).
( 34 ) Το άρθρο 7 της οδηγίας 2012/28 αναφέρει εξάλλου τους «κανόνες για την ελευθερία του τύπου και την ελευθερία έκφρασης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης».
( 35 ) Στην ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 20ης Οκτωβρίου 2000 σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου (όπ.π.), η Επιτροπή επισημαίνει ότι το άρθρο 9 «συνάδει με το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων». Είναι πιθανό η Επιτροπή να αναφέρεται εδώ στο γεγονός ότι άλλες πράξεις της Ένωσης περιέχουν παρόμοιες διατάξεις. Βλ., σχετικά με το άρθρο 13 της οδηγίας 96/9, υποσημείωση 18 των παρουσών προτάσεων.
( 36 ) Ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29 αναφέρονται στην καλωδιακή τηλεόραση η οποία ανήκει στις ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες (ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί) ή την οποία αυτοί εκμεταλλεύονται. Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποδόσεις στη γερμανική («Zugang zum Kabel von Sendediensten») και αγγλική γλώσσα («access to cable of broadcasting services») που φαίνεται ότι έχουν την έννοια αυτή. Βλ., επίσης, τις αποδόσεις στη βουλγαρική, τσεχική, δανική, εσθονική, λεττονική, ουγγρική, ολλανδική, πορτογαλική και σλοβακική γλώσσα. Άλλες γλωσσικές αποδόσεις, σαφώς λιγότερες, αναφέρονται περισσότερο στην πρόσβαση στα καλωδιακά δίκτυα από τις ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες. Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποδόσεις στην ισπανική, ελληνική, κροατική, λιθουανική, ρουμανική και φινλανδική γλώσσα. Αντιθέτως, οι αποδόσεις στην ιταλική και πολωνική γλώσσα φαίνεται ότι αφορούν την πρόσβαση μέσω καλωδιακής τηλεοράσεως στις ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες. Δεν είναι σαφές προς ποια κατεύθυνση τείνει η απόδοση στη γαλλική γλώσσα («l’accès au câble des services de radiodiffusion»).
( 37 ) Βλ., συναφώς, τη διάκριση που επιχειρεί η Επιτροπή μεταξύ «της ρύθμισης της μετάδοσης και της ρύθμισης του περιεχομένου», στην ανακοίνωσή της, της 26ης Απριλίου 2000, «Τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης σχετικά με την ανασκόπηση των επικοινωνιών για το 1999 και κατευθύνσεις για το νέο πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων» [COM(2000) 239 τελικό, σ. 7].
( 38 ) Πράγματι, το εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, παραπέμπει, με έμμεσο τρόπο, στις διατάξεις της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, περί συντονισμού ορισμένων κανόνων όσον αφορά το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση, (ΕΕ 1993, L 248, σ. 15), επαναλαμβάνοντας σχεδόν αυτολεξεί τον τίτλο της τελευταίας αυτής οδηγίας. Βλ. αιτιολογική σκέψη 20 της οδηγίας 2001/29 και σημείο 8 της αιτιολογικής εκθέσεως της κοινής θέσεως 48/2000 (όπ.π.). Η οδηγία 93/83 καλύπτει αποκλειστικά την αναμετάδοση μέσω συστημάτων καλωδίων εκπομπών από άλλο κράτος μέλος, γεγονός που προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 3 αυτής, από την αιτιολογική σκέψη 27 αυτής, καθώς και από την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2006, SGAE (C‑306/05, EU:C:2006:764, σκέψη 30).
( 39 ) Βλ., μεταξύ άλλων, ανακοίνωση της Επιτροπής της 10ης Νοεμβρίου 1999«Προς ένα νέο πλαίσιο για την υποδομή των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις σχετιζόμενες υπηρεσίες – Ανασκόπηση των επικοινωνιών για το 1999» [COM(1999) 539 τελικό], σημείο 4.2.4, με τίτλο «Πρόσβαση σε καλωδιακά δίκτυα και κανόνες αναδιάχυσης». Βλ., επίσης, έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο «Αξιολόγηση της εφαρμογής της οδηγίας 98/34/ΕΚ, Στον τομέα των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας» [COM(2003) 69 τελικό, υποσημείωση 56]. Βλ., σχετικά με την «πρόσβαση στην υποδομή», ανακοίνωση της Επιτροπής, της 26ης Απριλίου 2000 (όπ.π.).
( 40 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 7).
( 41 ) Δυνάμει του εν λόγω άρθρου 1, παράγραφος 1, ο σκοπός της οδηγίας για την πρόσβαση «είναι η θέσπιση ενός κανονιστικού πλαισίου, σύμφωνα με τις αρχές της εσωτερικής αγοράς, για τη σχέση μεταξύ προμηθευτών δικτύων και υπηρεσιών που θα έχει ως αποτέλεσμα βιώσιμο ανταγωνισμό, διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και οφέλη για τους καταναλωτές».
( 42 ) Οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 33). Η οδηγία καθολικής υπηρεσίας αποτελεί μέρος του ίδιου κανονιστικού πλαισίου.
( 43 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2003, στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών «Το μέλλον της ευρωπαϊκής κανονιστικής πολιτικής στον οπτικοακουστικό τομέα» [COM(2003) 784 τελικό, σ. 10].
( 44 ) Το γεγονός ότι η Επιτροπή και τα κράτη μέλη γνώριζαν την επίμαχη ρύθμιση του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά τη νομοθετική διαδικασία που κατέληξε στη θέσπιση της οδηγίας 2001/29, όπως τόνισε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να επηρεάσει την ερμηνεία του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/29.
( 45 ) Οι προτάσεις που οδήγησαν στη θέσπιση της οδηγίας για την πρόσβαση και της οδηγίας πλαίσιο διαβιβάστηκαν, αντιστοίχως, στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 25 και στις 23 Αυγούστου 2000. Και οι δύο αυτές οδηγίες θεσπίστηκαν στις 7 Μαρτίου 2002. Συγκρινόμενη με τις ανωτέρω προτάσεις, η πρόταση της οδηγίας 2001/29 παρουσιάστηκε στις 21 Ιανουαρίου 1998, ενώ η οδηγία αυτή θεσπίστηκε στις 22 Μαΐου 2001.
( 46 ) Αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2012, DR και TV2 Danmark (C‑510/10, EU:C:2012:244, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 9ης Ιουνίου 2016, EGEDA κ.λπ. (C‑470/14, EU:C:2016:418, σκέψη 38).
( 47 ) Ο όρος «καλωδιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες» περιλαμβάνεται, εξάλλου, επίσης στην υποσημείωση 4 της οδηγίας 2001/29, που συνδέεται με την αιτιολογική σκέψη 20 αυτής, η οποία επαναλαμβάνει τον τίτλο της οδηγίας 93/83 (βλ. την οδηγία ως δημοσιεύθηκε, ΕΕ 2001, L 167, σ. 11).
( 48 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 20 της οδηγίας 2001/29.
( 49 ) Οδηγία 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ 1992, L 346, σ. 61).
( 50 ) Οδηγία 93/98/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1993, περί εναρμονίσεως της διάρκειας προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενών δικαιωμάτων (ΕΕ 1993, L 290, σ. 9).
( 51 ) Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2011, Football Association Premier League κ.λπ. (C‑403/08 και C‑429/08, EU:C:2011:631, σκέψη 188).
( 52 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2016, Kreissparkasse Wiedenbrück (C‑186/15, EU:C:2016:452, σκέψη 30).
( 53 ) Βλ. άρθρο 2, στοιχείο εʹ, και άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/29· άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/100, και αιτιολογική σκέψη 19 και άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 93/98. Ομοίως, το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/83 διακρίνει την αναμετάδοση «μέσω […] καλωδίων» από αυτήν «μέσω συστημάτων […] μικροκυμάτων».
( 54 ) Βλ., κατά άκρως πανομοιότυπο τρόπο, άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/100, και αιτιολογική σκέψη 19 και άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 93/98.
( 55 ) Η αρχική πρόταση, υποβληθείσα στις 21 Ιανουαρίου 1998 (όπ.π.), και η τροποποιημένη πρόταση, υποβληθείσα στις 25 Μαΐου 1999 (όπ.π.), οι οποίες κατέληξαν στη θέσπιση της οδηγίας 2001/29, δεν περιείχαν την έννοια «ασυρμάτως», αλλά των «ηλεκτρομαγνητικ[ών] [κυμάτων]». Η έννοια αυτή τροποποιήθηκε (τουλάχιστον στο γαλλικό κείμενο) με πρωτοβουλία του Συμβουλίου που προέκρινε την ευρύτερη έννοια «ασυρμάτως», η οποία περιλαμβάνεται στη θεσπισθείσα οδηγία. Βλ. κοινή θέση 48/2000 (όπ.π.).
( 56 ) Βλ. σημείο 41 και υποσημείωση 22 των παρουσών προτάσεων.
( 57 ) Πράγματι, η έννοια «διαδίκτυο» δεν ήταν άγνωστη στο κεκτημένο της Ένωσης την εποχή της θεσπίσεως της οδηγίας 2001/29. Βλ., για παράδειγμα, άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας καθολικής υπηρεσίας, και αιτιολογικές σκέψεις 2, 14, 19, 20 και 32 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ 2000, L 178, σ. 1).
( 58 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας για την πρόσβαση, που διακρίνει μεταξύ «των σταθερών και κινητών τηλεπικοινωνιακών δικτύων», «των δικτύων καλωδιακής τηλεόρασης», «των δικτύων επίγειων ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών», «των δορυφορικών δικτύων» και «των δικτύων του Διαδικτύου». Βλ., επίσης, άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας πλαίσιο. Υπενθυμίζω ότι η νομοθετική διαδικασία που κατέληξε στη θέσπιση των οδηγιών αυτών επικάλυπτε εν μέρει αυτήν της οδηγίας 2001/29. Βλ. υποσημείωση 45 των παρουσών προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy