ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ‑BORDONA
της 5ης Ιουλίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑321/15
ArcelorMittal Rodange και Schifflange SA
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου
[αίτηση του Cour constitutionnelle (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Λουξεμβούργο)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Περιβάλλον — Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου — Οδηγία 2003/87 — Άρθρα 3, στοιχείο αʹ, 11 και 12 — Διακοπή των δραστηριοτήτων εγκαταστάσεως — Μη τήρηση της υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως των αλλαγών σε εγκατάσταση — Κατανομή κατά λάθος — Διαγραφή από το μητρώο — Επιστροφή των μη χρησιμοποιηθέντων δικαιωμάτων — Μη καταβολή αποζημιώσεως — Απαλλοτρίωση»
1.
Η εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου θεσπισθείσα από την οδηγία 2003/87/ΕΚ ( 2 ) αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πρωτοβουλίας της Ένωσης για τη μείωση της παρουσίας στην ατμόσφαιρα αυτού του είδους αερίων, στα οποία αποδίδεται, σε μεγάλο βαθμό, η ευθύνη για την υπερθέρμανση της υδρογείου. Η αναγνώριση οικονομικής αξίας στα δικαιώματα αυτά και η αναγωγή τους σε μέσο ανταλλαγής στο πλαίσιο μιας αληθινής αγοράς συνιστά κίνητρο για τη μείωση των ρυπογόνων εκπομπών. Η αξιοπιστία και η φερεγγυότητα της αγοράς αυτής καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη ενός αυστηρού και πραγματικού συστήματος κατανομής και διανομής των δικαιωμάτων εκπομπής, λόγος για τον οποίο η συντονισμένη δράση της Ένωσης και των κρατών μελών είναι θεμελιώδους σημασίας.
2.
Η νομική φύση των δικαιωμάτων εκπομπής έχει απασχολήσει διά μακρών τη θεωρία. Ελλείψει ορισμού τους από το δίκαιο της Ένωσης, ορισμένα κράτη μέλη έχουν επιλέξει να τα χαρακτηρίζουν ως διοικητικές άδειες, ενώ άλλα τα κατατάσσουν μεταξύ των αγαθών που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
3.
Η λουξεμβουργιανή Διοίκηση, η οποία είχε κατανείμει κατά λάθος ορισμένα δικαιώματα εκπομπής σε επιχείρηση για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, διέταξε την επιστροφή τους. Κατά την επακολουθείσα δίκη, κινηθείσα από την επιχείρηση αυτή, συζητήθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το ζήτημα περί του εάν η δράση της Διοικήσεως ισοδυναμεί με πράξη απαλλοτριώσεως υποκείμενη, συνεπώς, σε αποζημίωση.
4.
Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του εθνικού κανόνα που επιβάλλει, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, την επιστροφή των δικαιωμάτων εκπομπής με την οδηγία 2003/87. Ζητεί, επιπλέον, να διευκρινιστεί εάν τα δικαιώματα αυτά μπορούν να θεωρηθούν «αγαθά», για τους σκοπούς της συνταγματικής εγγυήσεως του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
5.
Προτείνω στο Δικαστήριο ερμηνεία του καθεστώτος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής καθιστώσα τον επίμαχο εθνικό νόμο συμβατό προς αυτόν. Υποστηρίζω, επιπλέον, ότι δεν είναι δυνατό να αναζητηθεί στο δίκαιο της Ένωσης η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον τα δικαιώματα αυτά είναι «αγαθά» ή απλές «διοικητικές άδειες», και ότι αρκεί η επίλυση του ζητήματος κατά πόσον η διάθεσή τους και η διαταγή επιστροφής τους συνάδουν με την οδηγία 2003/87.
I – Νομικό πλαίσιο
Α – Δίκαιο της Ένωσης
1. Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
6.
Δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1, του Χάρτη, «[κ]άθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της. Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον».
2. Οδηγία 2003/87
7.
Σύμφωνα με το άρθρο της 1, η οδηγία 2003/87 «καθιερώνει ένα σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας […] προκειμένου να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό».
8.
Το άρθρο 3 περιλαμβάνει τους εξής ορισμούς:
«α)
“δικαίωμα”: δικαίωμα εκπομπών ενός τόνου ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα κατά τη διάρκεια καθορισμένης περιόδου, το οποίο ισχύει μόνο για τους σκοπούς της τήρησης των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας και το οποίο μπορεί να μεταβιβάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας·
[…]
ε)
“εγκατάσταση”: σταθερή τεχνική μονάδα όπου διεξάγονται μία ή περισσότερες δραστηριότητες απαριθμούμενες στο παράρτημα Ι και οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες άμεσα σχετιζόμενες με αυτές, οι οποίες συνδέονται, τεχνικώς, με τις διεξαγόμενες δραστηριότητες στον συγκεκριμένο τόπο και θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στις εκπομπές και τη ρύπανση·
στ)
“φορέας εκμετάλλευσης”: κάθε πρόσωπο το οποίο εκμεταλλεύεται ή διευθύνει την εγκατάσταση ή, όπου αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, στο οποίο έχουν μεταβιβασθεί αποφασιστικές οικονομικές εξουσίες όσον αφορά την τεχνική λειτουργία της εγκατάστασης·
[…]».
9.
Δυνάμει του άρθρου 7, «[ο] φορέας εκμετάλλευσης ενημερώνει την αρμόδια αρχή για κάθε σχεδιαζόμενη αλλαγή της φύσης ή της λειτουργίας, ή κάθε επέκταση της εγκατάστασης η οποία μπορεί να απαιτεί ενημέρωση της άδειας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Εφόσον ενδείκνυται, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την άδεια. Αν υπάρχει αλλαγή στην ταυτότητα του φορέα, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την άδεια ώστε να περιληφθεί το όνομα και η διεύθυνση του νέου φορέα».
10.
Το άρθρο 9, υπό τον τίτλο «Εθνικό σχέδιο κατανομής» (στο εξής: ΕΣΚ), ορίζει:
«1. Για κάθε περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, κάθε κράτος μέλος καταρτίζει εθνικό σχέδιο με τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που σκοπεύει να κατανείμει για την περίοδο αυτή και τον τρόπο κατανομής. Το σχέδιο βασίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των τυχόν παρατηρήσεων του κοινού. […]
[…]
3. Εντός τριμήνου από την κοινοποίηση [ΕΣΚ] από κράτος μέλος βάσει της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει το [ΕΣΚ] αυτό, ή οποιαδήποτε πτυχή του, για λόγους μη συμβατότητας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ ή με το άρθρο 10. Το κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1 ή 2, μόνον εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις γίνουν αποδεκτές από την Επιτροπή. Κάθε απορριπτική απόφαση της Επιτροπής αιτιολογείται.»
11.
Σύμφωνα με το άρθρο 10, «[κ]ατά την τριετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2005, τα κράτη μέλη κατανέμουν τουλάχιστον το 95 % των δικαιωμάτων δωρεάν. Κατά την πενταετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2008, τα κράτη μέλη κατανέμουν δωρεάν τουλάχιστον το 90 % των δικαιωμάτων».
12.
Το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/87 ορίζει:
«[…]
2. Κατά την πενταετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2008, και για κάθε μετέπειτα πενταετή περίοδο, κάθε κράτος μέλος αποφασίζει τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που θα κατανείμει για την εν λόγω περίοδο και αρχίζει τη διαδικασία κατανομής των δικαιωμάτων στο φορέα εκμετάλλευσης κάθε εγκατάστασης. Η απόφαση λαμβάνεται δώδεκα τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου και βασίζεται στο [ΕΣΚ] του που έχει καταρτισθεί βάσει του άρθρου 9 και σύμφωνα με το άρθρο 10, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του κοινού.
[…]
4. Η αρμόδια αρχή εκχωρεί μέρος των συνολικών δικαιωμάτων ποσότητας εκπομπών ανά έτος της περιόδου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2 έως τις 28 Φεβρουαρίου του οικείου έτους.»
13.
Το άρθρο 12 προβλέπει:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μπορούν να μεταβιβάζονται δικαιώματα μεταξύ:
α)
προσώπων εντός της Κοινότητας·
β)
προσώπων εντός της Κοινότητας και προσώπων σε τρίτες χώρες, όπου τέτοια δικαιώματα αναγνωρίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 25 χωρίς άλλους περιορισμούς εκτός από εκείνους που περιλαμβάνονται στην παρούσα οδηγία ή θεσπίζονται βάσει αυτής.
[…]
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο φορέας εκμετάλλευσης κάθε εγκατάστασης να παραδίδει μέχρι τις 30 Απριλίου κάθε έτους αριθμό δικαιωμάτων που αντιστοιχεί στις συνολικές εκπομπές από την εν λόγω εγκατάσταση κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, όπως έχουν πιστοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 15 και στη συνέχεια τα εν λόγω δικαιώματα να ακυρώνονται.
[…]»
14.
Κατά το άρθρο 13:
«1. Τα δικαιώματα ισχύουν για εκπομπές πραγματοποιούμενες κατά τη διάρκεια της περιόδου του άρθρου 11, παράγραφος 1 ή 2, για την οποία εκχωρούνται.
2. Τέσσερις μήνες μετά την έναρξη της πρώτης πενταετούς περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, όσα δικαιώματα δεν ισχύουν πλέον και δεν έχουν παραδοθεί και ακυρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 3, ακυρώνονται από την αρμόδια αρχή.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εκχωρούν σε πρόσωπα δικαιώματα για την τρέχουσα περίοδο, προς αντικατάσταση τυχόν δικαιωμάτων τους τα οποία ακυρώνονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.
[…]»
15.
Κατά το άρθρο 14:
«1. Η Επιτροπή καθορίζει κατευθυντήριες γραμμές για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων περί των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που καθορίζονται σε σχέση με τις απαριθμούμενες στο παράρτημα Ι δραστηριότητες, […] έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2003. […]
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εκπομπές παρακολουθούνται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε φορέας εκμετάλλευσης μιας εγκατάστασης να υποβάλλει κάθε ημερολογιακό έτος στην αρμόδια αρχή, μετά τη λήξη του εν λόγω έτους, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, έκθεση για τις εκπομπές από την εγκατάσταση.»
16.
Το άρθρο 15 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εκθέσεις που υποβάλλουν οι φορείς εκμετάλλευσης βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, ελέγχονται σύμφωνα με τα κριτήρια που εκτίθενται στο παράρτημα V, και ότι ενημερώνεται η αρμόδια αρχή.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι φορέας εκμετάλλευσης η έκθεση του οποίου δεν έχει κριθεί ως ικανοποιητική σύμφωνα με τα κριτήρια του παραρτήματος V, έως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, όσον αφορά τις εκπομπές κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, δεν θα μπορεί να πραγματοποιεί περαιτέρω μεταβιβάσεις δικαιωμάτων μέχρις ότου η έκθεσή του κριθεί ικανοποιητική.»
17.
Κατά το άρθρο 19:
«1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν την κατάρτιση και την τήρηση μητρώου προς επακριβή καταγραφή της εκχώρησης, της κατοχής, της μεταβίβασης και της ακύρωσης δικαιωμάτων. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν τα μητρώα τους στα πλαίσια ενός ενιαίου συστήματος μαζί με ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη.
2. Οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί να κατέχει δικαιώματα. Το μητρώο είναι προσιτό στο κοινό και πρέπει να περιέχει χωριστούς λογαριασμούς για την καταχώριση των δικαιωμάτων που κατέχονται από κάθε πρόσωπο προς το οποίο εκχωρούνται ή μεταβιβάζονται δικαιώματα.
[…]»
3. Κανονισμός (ΕΚ) 2216/2004 ( 3 )
18.
Κατά το άρθρο 34α:
«1. Εάν κάτοχος λογαριασμού ή διαχειριστής μητρώου ενεργώντας εκ μέρους του κατόχου λογαριασμού έθεσε σε κίνηση, ακούσια ή κατά λάθος, μια διαδικασία συναλλαγής κατά την έννοια των άρθρων 52, 53, 58 ή 62, παράγραφος 2, μπορεί να προτείνει στον οικείο διαχειριστή μητρώου να προχωρήσει σε μη αυτοματοποιημένη αντιστροφή της συναλλαγής, με γραπτό αίτημα […] το οποίο και να ταχυδρομηθεί μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες μετά την οριστικοποίηση της συναλλαγής ή την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, εκ των δύο το μεταγενέστερο. Το αίτημα θα περιέχει δήλωση όπου θα αναφέρεται ότι η συναλλαγή ξεκίνησε κατά λάθος ή ακούσια.
2. Ο διαχειριστής μητρώου μπορεί να ενημερώσει τον κεντρικό διαχειριστή για το αίτημα και για την πρόθεσή του να επέμβει επί τούτω στη βάση δεδομένων για να αντιστρέψει τη διαδικασία συναλλαγής, μέσα σε 30 [ημερολογιακές ημέρες από την απόφασή του για αντιστροφή της διαδικασίας συναλλαγής και το αργότερο] 60 ημερολογιακές ημέρες από την οριστικοποίηση της συναλλαγής ή την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, εκ των δύο το μεταγενέστερο.
[…]
2α. Εάν ο διαχειριστής μητρώου κίνησε, ακούσια ή κατά λάθος, συναλλαγή κατανομής βάσει του άρθρου 46, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής σε εγκατάσταση που δεν λειτουργούσε πλέον κατά τον χρόνο της συναλλαγής κατανομής, η αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει από τον κεντρικό διαχειριστή να προβεί σε μη αυτόματη παρέμβαση για την αντιστροφή της συναλλαγής εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στην παράγραφο 2.
[…]»
Β – Εθνικό δίκαιο
19.
Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Συντάγματος του Λουξεμβούργου, «[κ]ανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον νόμο και έναντι δίκαιης αποζημίωσης για την απώλειά της».
20.
Η οδηγία 2003/87 μεταφέρθηκε στο λουξεμβουργιανό δίκαιο με τον τροποποιημένο νόμο της 23ης Δεκεμβρίου 2004, για τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (στο εξής: νόμος του 2004).
21.
Το άρθρο 12 του νόμου του 2004 ορίζει:
«[…]
2. Κατά την πενταετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2008 και για κάθε επόμενη πενταετή περίοδο, ο υπουργός καθορίζει τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων εκπομπής που θα κατανείμει για την εν λόγω περίοδο και κινεί τη διαδικασία κατανομής των δικαιωμάτων αυτών στον φορέα εκμεταλλεύσεως κάθε εγκαταστάσεως. Ο υπουργός αναλαμβάνει την πρωτοβουλία αυτή δώδεκα τουλάχιστον μήνες πριν από την αρχή της οικείας περιόδου, με βάση το [ΕΣΚ] που καταρτίζεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10.
[…]
4. Ο υπουργός χορηγεί μέρος των συνολικών δικαιωμάτων ποσότητας εκπομπών ανά έτος της περιόδου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2 έως τις 28 Φεβρουαρίου του οικείου έτους.»
22.
Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004, «[κ]άθε διακοπή της εκμεταλλεύσεως μιας ολόκληρης εγκαταστάσεως ή μέρους εγκαταστάσεως κοινοποιείται αμέσως στον υπουργό. Ο υπουργός αποφασίζει εάν θα επιστραφεί το σύνολο ή μέρος των δικαιωμάτων που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί».
23.
Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9 της οδηγίας 2003/87, το Λουξεμβούργο κατήρτισε το ΕΣΚ του για την περίοδο 2008-2012, το οποίο ενεκρίθη με τις αποφάσεις της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 2006 και της 13ης Ιουλίου 2007. Το ΕΣΚ προβλέπει ότι, σε περίπτωση διακοπής ή αναστολής της δραστηριότητας μιας εγκαταστάσεως, δεν χορηγούνται δικαιώματα εκπομπής για το επόμενο έτος.
II – Πραγματικά περιστατικά
24.
Στις 2 Φεβρουαρίου 2008, ο Υπουργός περιβάλλοντος του Λουξεμβούργου κατένειμε στην ArcelorMittal Rodange και Schifflange SA (στο εξής: ArcelorMittal), δωρεάν και όσον αφορά το εργοστάσιο χάλυβα της Schifflange, συνολικώς 405365 μερίδια ( 4 ) εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2008 έως 31 Δεκεμβρίου 2012.
25.
Στις 19 Οκτωβρίου 2011, η γενική συνέλευση της ArcelorMittal αποφάσισε να αναστείλει τη χαλυβουργική δραστηριότητα. Η απόφαση αυτή δεν κοινοποιήθηκε στη λουξεμβουργιανή Διοίκηση.
26.
Στις 22 Φεβρουαρίου 2012, η ArcelorMittal έλαβε τα μερίδια που της είχαν κατανεμηθεί για το έτος 2012.
27.
Στις 19 Μαρτίου 2012, η γενική συνέλευση της ArcelorMittal αποφάσισε να παρατείνει επ’ αόριστον την αναστολή της χαλυβουργικής δραστηριότητας.
28.
Στις 23 Απριλίου 2012, η ArcelorMittal ζήτησε από τη λουξεμβουργιανή Διοίκηση την αναστολή των περιβαλλοντικών ελέγχων, επικαλούμενη την επ’ αόριστον αναστολή λειτουργίας της μονάδας χάλυβα.
29.
Δεδομένου ότι μεταξύ της ημερομηνίας της αιτήσεως αυτής (23 Απριλίου 2012) και της λήψεως των κατανεμηθέντων μεριδίων (22 Φεβρουαρίου 2012) είχαν μεσολαβήσει 61 ημέρες, οι εθνικές αρχές δεν μπόρεσαν να υποβάλουν στον κεντρικό διαχειριστή του μητρώου συναλλαγών τη σχετική δήλωση για την ακύρωση της κατανομής των εν λόγω μεριδίων ( 5 ).
30.
Στις 21 Δεκεμβρίου 2012, ο αρμόδιος για την αειφόρο ανάπτυξη και τις υποδομές υπουργός (στο εξής: υπουργός) γνωστοποίησε την απόφασή του: α) να τροποποιήσει αναδρομικώς το ΕΣΚ για τα έτη 2008-2011 και β) να αξιώσει την επιστροφή των χορηγηθέντων για το έτος 2012 μεριδίων ( 6 ).
31.
Με απόφαση της 6ης Ιουνίου 2013, ο υπουργός αξίωσε από την ArcelorMittal την επιστροφή, έως τις 31 Ιουλίου 2013, 80922 δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου.
32.
Η ArcelorMittal προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tribunal Administratif (διοικητικού δικαστηρίου, Λουξεμβούργο).
33.
Με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2014, το Tribunal Administratif (διοικητικό δικαστήριο) υπέβαλε στο Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο, Λουξεμβούργο) προδικαστικό ερώτημα περί της συνταγματικότητας του άρθρου 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004, στον βαθμό κατά τον οποίο το εν λόγω άρθρο επιτρέπει να αξιώνεται η επιστροφή, χωρίς πλήρη ή μερική αποζημίωση, των κατανεμηθέντων αλλά μη χρησιμοποιηθέντων δικαιωμάτων.
34.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας περί συνταγματικότητας, το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο το υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα.
III – Υποβληθέν ερώτημα
35.
Το υποβληθέν στις 29 Ιουνίου 2015 προδικαστικό ερώτημα έχει ως εξής:
«Είναι το άρθρο 13, παράγραφος 6, του τροποποιημένου νόμου της 23ης Δεκεμβρίου 2004, ο οποίος καθιερώνει ένα σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, άρθρο που επιτρέπει στον αρμόδιο υπουργό να αξιώνει την επιστροφή, χωρίς πλήρη ή μερική αποζημίωση, των δικαιωμάτων που έχουν μεν χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφοι 2 και 4, του ίδιου αυτού νόμου, αλλά δεν έχουν χρησιμοποιηθεί, σύμφωνο με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, και ειδικότερα με την οικονομία του προβλεπόμενου από την οδηγία συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων (αυτό το ερώτημα περιλαμβάνει το ζήτημα εάν τα δικαιώματα που έχουν χορηγηθεί, αλλά δεν έχουν χρησιμοποιηθεί, μπορούν να χαρακτηριστούν ως αγαθά, καθώς και το ζήτημα εάν τίθεται θέμα επιστροφής τους και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της επιστροφής αυτής);»
36.
Κατά το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο), προκειμένου να κριθεί εάν το άρθρο 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004 είναι σύμφωνο με το άρθρο 16 του Συντάγματος του Λουξεμβούργου, απαιτείται να χαρακτηριστούν νομικώς τα χορηγηθέντα αλλά μη χρησιμοποιηθέντα δικαιώματα εκπομπής, καθώς επίσης και η προβλεπόμενη από τον εθνικό νομοθέτη επιστροφή, χαρακτηρισμός βάσει του οποίου θα διαπιστωθεί εάν αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο, ως αγαθά, απαλλοτριώσεως κατά την έννοια του άρθρου αυτού.
37.
Προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο Tribunal Administratif (διοικητικό δικαστήριο), το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο) εκτιμά ότι πρέπει προηγουμένως να εξεταστεί εάν ο νόμος του 2004, ως προς τον οποίον εγείρονται ζητήματα συνταγματικότητας, είναι σύμφωνος με το δίκαιο της Ένωσης, και συγκεκριμένα, με την οδηγία 2003/87, την οποία μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο.
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και τα επιχειρήματα των διαδίκων
38.
Στη διαδικασία παρέστησαν υποβάλλοντας γραπτές παρατηρήσεις η ArcelorMittal, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, χωρίς να αιτηθούν τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
39.
Η ArcelorMittal υποστηρίζει ότι τα δικαιώματα εκπομπής πρέπει να θεωρηθούν αγαθά και όχι διοικητικές άδειες. Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι αυτά αποτελούν, κατά την οδηγία 2003/87, μέσα ελευθέρως μεταβιβάσιμα και διαπραγματεύσιμα, καθώς επίσης και προσδιορίσιμα και διαθέσιμα σε περιορισμένες ποσότητες. Εκκινούσα από την προκείμενη αυτή, η ArcelorMittal εκτιμά ότι τα δικαιώματα εκπομπής, μετά τη χορήγησή τους και την εγγραφή τους στο μητρώο, ανήκουν πλέον στον οικείο φορέα εκμεταλλεύσεως. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004 επιστροφή έχει αποτελέσματα όμοια με απαλλοτρίωση αντικείμενη στο άρθρο 17 του Χάρτη, αντίκειται δε επίσης στην οδηγία 2003/87, καθόσον: α) η μόνη επιστροφή μεριδίων που επιτρέπει η οδηγία αυτή είναι η προβλεπόμενη στο άρθρο της 12, παράγραφος 3, και β) η «αναγκαστική» επιστροφή των μη χρησιμοποιηθέντων δικαιωμάτων κωλύει τη διατήρησή τους ως αποθεματικών από τους φορείς εκμεταλλεύσεως για μεταγενέστερη εμπορία τους.
40.
Κατά τη Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, η κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής στην ArcelorMittal για το έτος 2012 έλαβε χώρα απλώς και μόνο διότι η εταιρία αυτή δεν είχε ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές, σε εύθετο χρόνο, για την αναστολή των δραστηριοτήτων της στη μονάδα Schifflange κατά τα τέλη του 2011. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η οδηγία 2003/87 δεν επιτρέπει να αξιώνεται η επιστροφή των ήδη κατανεμηθέντων δικαιωμάτων για τον λόγο και μόνον ότι ο φορέας εκμεταλλεύσεως αποφασίζει αργότερα να περιορίσει τις δραστηριότητές του, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση φρονεί ότι οι εθνικές αρχές δικαιούνται να λαμβάνουν μέτρα σε περίπτωση αδικαιολόγητης κατανομής δικαιωμάτων. Η οδηγία 2003/87 δεν αντιτίθεται στο άρθρο 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004, εφόσον γίνει δεκτό ότι αυτό έχει την έννοια ότι είναι δυνατή η επιστροφή των οριστικώς χορηγηθέντων και καταχωρισθέντων δικαιωμάτων εκπομπής, οσάκις η διακοπή, ολική ή μερική, των δραστηριοτήτων μιας εγκαταστάσεως έχει αποφασιστεί πριν από την κατανομή των εν λόγω δικαιωμάτων κατά το τρέχον έτος.
41.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση φρονεί ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των δικαιωμάτων εκπομπής, για τους σκοπούς του άρθρου 16 του Συντάγματος του Λουξεμβούργου, απαιτεί ερμηνεία του εθνικού δικαίου και όχι του δικαίου της Ένωσης, και ως εκ τούτου η απάντηση επ’ αυτού εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου.
42.
Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως ότι ο νόμος του 2004 συνάδει με την οδηγία 2003/87. Το ΕΣΚ του Λουξεμβούργου –εγκριθέν από την Επιτροπή– ορίζει ότι, για κάθε έτος εντός της περιόδου 2008-2012, η κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής εξαρτάται από το εάν η εγκατάσταση είναι εν λειτουργία. Ο κανόνας αυτός εδράζεται στο άρθρο 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004 το οποίο, κατά την Επιτροπή, δεν αντίκειται στην οδηγία 2003/87. Το γεγονός ότι το άρθρο 11, παράγραφος 4, της οδηγίας ορίζει ότι η κατανομή των δικαιωμάτων πρέπει να πραγματοποιείται, το αργότερο, έως τις 28 Φεβρουαρίου κάθε έτους της οικείας περιόδου οφείλεται ακριβώς στο ότι λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο διακοπής των δραστηριοτήτων μετά την κατανομή. Επιπλέον, η τήρηση των όρων κατανομής των δικαιωμάτων αποτελεί τον λόγο υπάρξεως της επιβαλλόμενης στον φορέα εκμεταλλεύσεως υποχρεώσεως να γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή τις αλλαγές σε σχέση με τη φύση, τη λειτουργία ή την επέκταση της εγκαταστάσεως.
43.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 δεν εμποδίζει κράτος μέλος να αξιώνει την επιστροφή των δικαιωμάτων εκπομπής σε περίπτωση όπως αυτή του άρθρου 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004. Ασφαλώς, το εν λόγω άρθρο της οδηγίας προβλέπει ότι τα επιστρεφόμενα δικαιώματα είναι αυτά που αντιστοιχούν στις πιστοποιημένες εκπομπές· ωστόσο, ο χρησιμοποιούμενος από την οδηγία όρος «επιστροφή» δεν έχει την ίδια έννοια με αυτόν της εθνικής διατάξεως. Συγκεκριμένα, ενώ η τελευταία αναφέρεται στα μη χρησιμοποιηθέντα δικαιώματα, τα αναφερόμενα στο άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας δικαιώματα επιστρέφονται προκειμένου να ακυρωθούν και, ως εκ τούτου, έχουν κατ’ ανάγκην χρησιμοποιηθεί.
44.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, η Επιτροπή συμμερίζεται τη θέση της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως: το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί της συμβατότητας της επιστροφής με το άρθρο 16 του Συντάγματος του Λουξεμβούργου. Κατόπιν τούτου, και παρά το γεγονός ότι, κατά την άποψή της, η επιστροφή των μη χρησιμοποιηθέντων δικαιωμάτων την οποία προβλέπει ο νόμος του 2004 δεν αποτελεί περίπτωση εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να αξιοποιήσει την ευκαιρία που του παρέχει η υπό κρίση προδικαστική παραπομπή προκειμένου να διασαφηνίσει τη νομική φύση των δικαιωμάτων εκπομπής.
V – Εκτίμηση
45.
Οι αμφιβολίες του Cour constitutionnelle (Συνταγματικού Δικαστηρίου) υποδιαιρούνται σε δύο ερωτήματα τα οποία πρέπει να απαντηθούν χωριστά. Το πρώτο αφορά τη συμβατότητα του άρθρου 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004 με την οδηγία 2003/87. Το δεύτερο αναφέρεται, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο, στον «χαρακτηρισμό» των δικαιωμάτων εκπομπής.
Α – Πρώτο προδικαστικό ερώτημα
46.
Το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο) διερωτάται, καταρχάς, για τη συμβατότητα του άρθρου 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004 με την οδηγία 2003/87, «και ειδικότερα με την οικονομία του προβλεπόμενου από την οδηγία συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων».
47.
Το αιτούν δικαστήριο δεν προσδιορίζει ρητώς τις συγκεκριμένες διατάξεις της οδηγίας 2003/87 των οποίων η ασυμβατότητα με το άρθρο 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004 εγείρει αμφιβολίες. Ωστόσο, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό παρέχει τη δυνατότητα στον υπουργό να αποφασίζει «εάν θα επιστραφεί το σύνολο ή μέρος των δικαιωμάτων που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί» σε περίπτωση ολικής ή μερικής διακοπής λειτουργίας της εγκαταστάσεως σε σχέση με την οποία είχαν χορηγηθεί, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι κανόνες της οδηγίας 2003/87 που πρέπει να εξεταστούν είναι, κατ’ ουσίαν, αυτοί που διέπουν το καθεστώς κατανομής, μεταβιβάσεως, επιστροφής και ακυρώσεως των δικαιωμάτων εκπομπής (άρθρα 9, 11 και 12 της οδηγίας) και τις προϋποθέσεις ισχύος των τελευταίων (άρθρο 13 της οδηγίας).
48.
Μολονότι δεν είναι αναγκαία η εξέταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής στο σύνολό του ( 7 ), εντούτοις, δεν είναι, κατά την άποψή μου, περιττό να συνοψιστούν οι λόγοι στους οποίους ανάγεται η δημιουργία του και οι σκοποί που επιδιώκονται μέσω αυτού. Στο πνεύμα του συστήματος λανθάνει μια οικονομική λογική που εξηγεί την ανταλλακτική αξία των δικαιωμάτων αυτών και αποτελεί, ταυτόχρονα, τη βάση της διαμάχης σε σχέση με τη νομική του φύση ( 8 ).
1. Η εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής ως μέσο της αγοράς για την αντιμετώπιση της μολύνσεως
49.
Στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου του Κιότο ( 9 ), η Ένωση και τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν να μειώσουν τις εκπομπές τους αερίων θερμοκηπίου κατά 8 %, μεταξύ 2008 και 2012, σε σχέση με τα επίπεδα του 1990. Για τον σκοπό αυτό, τον Οκτώβριο του 2003 θεσπίστηκε το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, υπό μορφήν συστήματος «cap-and-trade», βάσει του οποίου έκαστο κράτος μέλος έχει κατανεμημένο ένα ανώτατο όριο (cap) εκπομπών αυτού του είδους αερίων ( 10 ), προκειμένου να το διανείμει μεταξύ των εθνικών εγκαταστάσεων που τα εκπέμπουν. Η χορήγησή τους πραγματοποιείται μέσω της κατανομής των καλούμενων «δικαιωμάτων εκπομπής» ( 11 ), τα οποία ορίζονται από το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/87 ως δικαιώματα «εκπομπών ενός τόνου ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα κατά τη διάρκεια καθορισμένης περιόδου».
50.
Στον βαθμό κατά τον οποίον οι εκπομπές που δεν καλύπτονται από δικαιώματα εκπομπής τιμωρούνται με πρόστιμο ( 12 ), και δεδομένου ότι σκοπείται η σταδιακή μείωση του ανωτάτου ορίου των εγκεκριμένων εκπομπών ( 13 ), ο μηχανισμός παρέχει κίνητρο στις εγκαταστάσεις να μειώσουν τις ρυπογόνες δραστηριότητές τους.
51.
Όπως έχει υπενθυμίσει το Δικαστήριο, «[μ]ολονότι ο τελικός στόχος του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων είναι η προστασία του περιβάλλοντος με μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, το σύστημα αυτό δεν μειώνει αφεαυτού τις εκπομπές αυτές, αλλά ενθαρρύνει και ευνοεί την έρευνα του χαμηλότερου κόστους προκειμένου να επιτευχθεί μείωση των εν λόγω εκπομπών σε συγκεκριμένο επίπεδο» ( 14 ). Το πλεονέκτημά του για το περιβάλλον προκύπτει «από την ακρίβεια με την οποία καταρτίζεται συνολική ποσόστωση των χορηγούμενων δικαιωμάτων, που αποτελεί το συνολικό όριο των επιτρεπόμενων από το εν λόγω σύστημα εκπομπών» ( 15 ).
52.
Τα δικαιώματα εκπομπής, πέραν του ότι είναι κάθε φορά λιγότερα, θα πάψουν σταδιακώς να είναι δωρεάν ( 16 ), με αποτέλεσμα να απαιτείται, για την κάλυψη του συνόλου των πραγματικών εκπομπών μιας εγκαταστάσεως, είτε να γίνεται χρήση των ίδιων δικαιωμάτων εκπομπής που δεν έχουν καταναλωθεί τα προηγούμενα έτη είτε να αποκτώνται πρόσθετα δικαιώματα εκπομπής, διαθέσιμα προς πώληση από άλλους φορείς εκμεταλλεύσεως. Σε αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται η εμπορική διάσταση (trade) του συστήματος, καθώς τα δικαιώματα εκπομπής είναι «μεταβιβάσιμα», όπως ορίζει το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/87, το οποίο τους προσδίδει οικονομική αξία, λόγω του περιορισμένου αριθμού τους.
53.
Η οικονομική αξία των δικαιωμάτων εκπομπής αποτελεί σημαντικό κίνητρο για τη μείωση των εκπομπών ( 17 ), καθώς, αφενός, η εγκατάσταση που επιτυγχάνει τη μείωσή τους μπορεί να πωλήσει τα εναπομένοντα δικαιώματα, αφετέρου δε, όσοι, σε πρώτο χρόνο, επέλεγαν την αγορά πρόσθετων δικαιωμάτων εκπομπής για την ικανοποίηση των αναγκών τους, θα καταλήξουν να θεωρούν οικονομικώς πιο συμφέρουσα, σε συνάρτηση με τη σταδιακή αύξηση κόστους τους ( 18 ), την επένδυση σε τεχνολογίες μεγαλύτερης οικολογικής αποτελεσματικότητας ή την προσφυγή σε πηγές ενέργειας που απελευθερώνουν λιγότερα ρυπογόνα αέρια.
54.
Όπως υπενθύμιζε η Επιτροπή με την Πράσινη Βίβλο για την εμπορία εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 19 ), παρά το γεγονός ότι κατά το 2000 δεν υπήρχαν μεγάλες εφαρμογές εμπορεύσιμων μεριδίων βάσει της περιβαλλοντικής πολιτικής της Ένωσης, η έννοια των εμπορεύσιμων μεριδίων δεν ήταν εντελώς άγνωστη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Υπήρχαν ήδη παραδείγματα μηχανισμών σχετικά με δικαιώματα εν μέρει μεταβιβάσιμα, όπως οι ποσοστώσεις για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος βάσει του πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ ( 20 ), οι ποσοστώσεις αλιευμάτων και γάλακτος της κοινής αλιευτικής ( 21 ) και αγροτικής ( 22 ) πολιτικής. Η εμπειρία από τους προσανατολισμένους στην αγορά μηχανισμούς περιβαλλοντικής πολιτικής, η οποία ήταν τότε πολύ περιορισμένη ( 23 ) (λόγος για τον οποίον το σύστημα της οδηγίας 2003/87 θεωρήθηκε αρχικώς παρακινδυνευμένο εγχείρημα), διευρύνθηκε και, μετά από λίγα έτη λειτουργίας, έφτασε στο σημείο να μετατραπεί στη «ναυαρχίδα» της πολιτικής της Ένωσης για το κλίμα ( 24 ).
55.
Στο πλαίσιο αυτό, η σημασία της διαδικασίας κατανομής των δικαιωμάτων εκπομπής, τα οποία μετατρέπονται στο «νόμισμα» μιας αγοράς τεραστίων διαστάσεων, είναι ιδιαιτέρως εμφανής. Η εξέταση της διαδικασίας αυτής θα γίνει ευθύς αμέσως, με την παράθεση των όρων υπό τους οποίους, σύμφωνα με την οδηγία 2003/87, τα δικαιώματα κατανέμονται, μπορούν να μεταβιβάζονται και πρέπει να επιστρέφονται ή να ακυρώνονται.
2. Το καθεστώς των δικαιωμάτων εκπομπής κατά την οδηγία 2003/87
56.
Η κατανομή των δικαιωμάτων εκπομπής πρέπει να πραγματοποιείται βάσει ενός σχεδίου (ΕΣΚ) καταρτιζόμενου από κάθε κράτος μέλος για εκάστη εκ των δύο περιόδων που είχαν αρχικώς προβλεφθεί στην οδηγία 2003/87 (2005 έως 2007 και 2008 έως 2012). Στο ΕΣΚ ορίζεται η συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που το κράτος μέλος σκοπεύει να χορηγήσει κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου, καθώς επίσης και ο τρόπος κατανομής.
57.
Το ΕΣΚ, το οποίο πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια και να λαμβάνει υπόψη τις τυχόν παρατηρήσεις του κοινού (άρθρο 9, παράγραφος 1), κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη πριν από την έναρξη της αντίστοιχης περιόδου (όπ.π.) ( 25 ). Η Επιτροπή μπορεί να το απορρίψει, εν όλω ή εν μέρει, αιτιολογημένα, εντός τριμήνου από την κοινοποίησή του, για λόγους μη συμβατότητας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ ή με το άρθρο 10 της οδηγίας, σε σχέση με το ποσοστό δικαιωμάτων εκπομπής που πρέπει να κατανέμονται δωρεάν (άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87).
58.
Οι αιτήσεις αδειών εκπομπής υποβάλλονται στη συσταθείσα από το κράτος μέλος αρμόδια αρχή και περιλαμβάνουν περιγραφή της εγκαταστάσεως και των δραστηριοτήτων της, των υλών η χρήση των οποίων είναι πιθανόν να οδηγήσει σε εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, των πηγών των αερίων τα οποία εκπέμπονται από την εγκατάσταση και των μέτρων παρακολουθήσεως των εκπομπών και των σχετικών εκθέσεων (άρθρο 5 της οδηγίας 2003/87).
59.
Η αρμόδια αρχή, εφόσον κρίνει ότι ο φορέας εκμεταλλεύσεως είναι ικανός να παρακολουθεί τις εκπομπές και να υποβάλλει εκθέσεις γι’ αυτές, «εκδίδει άδεια εκπομπών αερίων θερμοκηπίου με την οποία επιτρέπονται οι εκπομπές αερίων» της φύσεως αυτής, «από ολόκληρη την εγκατάσταση ή τμήμα της» (άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87). Η εν λόγω άδεια πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, την «υποχρέωση παράδοσης δικαιωμάτων ίσων με τις συνολικές εκπομπές της εγκατάστασης ανά ημερολογιακό έτος, […], μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη του εν λόγω έτους», δεόντως πιστοποιηθείσες (άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2003/87).
60.
Σε κάθε περίπτωση, ο φορέας εκμεταλλεύσεως ενημερώνει την αρμόδια αρχή για κάθε αλλαγή η οποία μπορεί να απαιτεί ενημέρωση της άδειας, συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής στην ταυτότητα του φορέα (άρθρο 7 της οδηγίας 2003/87).
61.
Τα δικαιώματα που ισχύουν για εκπομπές πραγματοποιούμενες κατά τη διάρκεια της περιόδου για την οποία έχουν εκχωρηθεί (άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87) πρέπει να μπορούν να μεταβιβάζονται εντός της Ένωσης και μεταξύ προσώπων εντός της Ένωσης και προσώπων σε τρίτες χώρες, όπου τέτοια δικαιώματα αναγνωρίζονται (άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87).
62.
Η οδηγία 2003/87 προβλέπει την ακύρωση των δικαιωμάτων εκπομπής: α) όταν ο φορέας εκμεταλλεύσεως επιστρέφει αριθμό δικαιωμάτων αντιστοιχούντων στις πραγματοποιηθείσες εκπομπές (άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87) και β) όταν τα δικαιώματα έχουν παύσει να ισχύουν (διότι δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά την περίοδο για την οποία είχαν εκχωρηθεί) και δεν έχουν παραδοθεί. Στην πρώτη περίπτωση, η ακύρωση λαμβάνει χώρα μετά την παράδοση· στη δεύτερη, τέσσερις μήνες μετά την έναρξη της περιόδου 2008-2012 ή των μετέπειτα περιόδων (άρθρο 13 της οδηγίας 2003/87).
63.
Είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την εγκαθιδρυθείσα από την οδηγία 2003/87 αγορά οι φορείς εκμεταλλεύσεως να χαίρουν της μέγιστης δυνατής ασφάλειας όσον αφορά τα τρέχοντα δικαιώματα εκπομπής, τόσο σε κάθε κράτος μέλος όσο και σε σχέση με τα λοιπά κράτη της Ένωσης. Κατ’ επιταγήν του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/87, τα κράτη μέλη «μεριμνούν ώστε τα δικαιώματα που εκχωρούνται από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους να αναγνωρίζονται για τους σκοπούς τήρησης των υποχρεώσεων φορέα εκμετάλλευσης» σε σχέση με την παράδοση των χρησιμοποιηθέντων δικαιωμάτων εκπομπής.
64.
Ως εκ τούτου, το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν «την κατάρτιση και την τήρηση μητρώου προς επακριβή καταγραφή της εκχώρησης, της κατοχής, της μεταβίβασης και της ακύρωσης δικαιωμάτων» ( 26 ). Για τον ίδιο ακριβώς σκοπό, το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87 προβλέπει ότι η Επιτροπή ορίζει «κεντρικό διαχειριστή για την τήρηση ανεξάρτητου συστήματος καταγραφής συναλλαγών για τις εκχωρήσεις, μεταβιβάσεις και ακυρώσεις δικαιωμάτων» ( 27 ).
65.
Η μέριμνα για το ακριβές του όγκου και του πλαισίου των δικαιωμάτων εκπομπής πηγάζει από τη βούληση της Ένωσης να βελτιώσει τη λειτουργία της αγοράς, αποφεύγοντας τις στρεβλώσεις που θα προκαλούσε η αβεβαιότητα περί του κύρους και της ισχύος τους, δεδομένου του ρόλου τους ως μονάδων ανταλλαγής στην ίδια αυτή αγορά. Επιπλέον, πέραν του αμιγώς οικονομικού ή εμπορικού συμφέροντος για την αξιοπιστία και τη φερεγγυότητά της, ευρίσκεται ο σκοπός που επιδιώκει η ίδια η αγορά, ήτοι η αποστολή της ως μέσου για την αντιμετώπιση της ρυπάνσεως. Η αντιστοιχία μεταξύ των πραγματικών εκπομπών και των εγκεκριμένων διά των δικαιωμάτων εκπομπής αποτελεί, για τον λόγο αυτό, επιτακτική προτεραιότητα του συνόλου του συστήματος.
3. Οι διατάξεις της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας και η συμβατότητά τους με την οδηγία 2003/87
66.
Η οδηγία 2003/87 μεταφέρθηκε στο λουξεμβουργιανό δίκαιο με τον νόμο του 2004. Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, το άρθρο 12, παράγραφος 2, του νόμου αυτού απένειμε στον υπουργό την αρμοδιότητα για τον καθορισμό της συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων εκπομπής που έπρεπε να κατανεμηθούν για την περίοδο 2008-2012 και για τη θέση σε εφαρμογή της διαδικασίας κατανομής τους. Αμφότερα τα μέτρα αυτά έπρεπε να θεσπιστούν, σύμφωνα με το ΕΣΚ, δώδεκα τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της εν λόγω περιόδου ( 28 ).
67.
Σε σχέση με την εκχώρηση των προβλεπόμενων για κάθε έτος της πενταετούς περιόδου δικαιωμάτων εκπομπής, το άρθρο 12, παράγραφος 4, του νόμου του 2004 όριζε –εκ νέου, συμφώνως προς τα οριζόμενα στο άρθρο 11, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/87– ότι τμήμα της συνολικής ποσότητας έπρεπε να εκχωρηθεί, το αργότερο, στις 28 Φεβρουαρίου του οικείου έτους.
68.
Σε συμμόρφωση προς την εντολή της οδηγίας 2003/87 και του νόμου του 2004, το Λουξεμβούργο κατήρτισε σε εύθετο χρόνο το ΕΣΚ του για την περίοδο 2008-2012, το οποίο έλαβε την υποχρεωτική έγκριση της Επιτροπής. Το ΕΣΚ αυτό προβλέπει ότι, σε περίπτωση διακοπής ή αναστολής της δραστηριότητας μιας εγκαταστάσεως, δεν κατανέμονται δικαιώματα εκπομπής για το επόμενο έτος.
69.
Όπως ορίζει το άρθρο 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004, η διακοπή της εκμεταλλεύσεως μιας ολόκληρης εγκαταστάσεως ή μέρους εγκαταστάσεως κοινοποιείται αμέσως στον υπουργό. Η απαίτηση αυτή αντιστοιχεί, εκ νέου, στο άρθρο 7 της οδηγίας 2003/87, δυνάμει του οποίου η αρμόδια αρχή πρέπει να ενημερώνεται για τις αλλαγές που μπορεί να απαιτούν την ενημέρωση της άδειας εκπομπών.
70.
Έως εδώ η εθνική νομοθεσία είναι, κατά την άποψή μου, απολύτως σύμφωνη με την οδηγία 2003/87. Ειδικότερα, συνάδει προς αυτήν η μη κατανομή, σύμφωνα με το ΕΣΚ, δικαιωμάτων εκπομπής για το επόμενο έτος σε εγκατάσταση η οποία διακόπτει ή αναστέλλει τη δραστηριότητά της. Εκτιμώ, όπως και η Επιτροπή, ότι η χορήγηση από τα κράτη μέλη των δικαιωμάτων αυτών υπό τον όρο ότι η δικαιούχος εγκατάσταση ευρίσκεται σε λειτουργία είναι σύμφωνη προς την οδηγία 2003/87. Έτι περαιτέρω, απαίτηση της φύσεως αυτής πρέπει να θεωρηθεί ότι επιβάλλεται έμμεσα από την οδηγία 2003/87. Εφόσον ο λόγος υπάρξεως του συστήματος είναι να διασφαλίζεται η αντιστοιχία μεταξύ των εγκεκριμένων και των πράγματι παραχθεισών εκπομπών, ο όγκος των πρώτων πρέπει να υπολογίζεται βάσει των εκτιμήσεων επί των δεύτερων, το δε στοιχείο αυτό εξάγεται από το σύνολο των εικαζομένων ως ενεργών κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους για το οποίο έχουν κατανεμηθεί τα δικαιώματα εγκαταστάσεων.
71.
Ωστόσο, η ενδεχόμενη ασυμβατότητα της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας με την οδηγία 2003/87, στην οποία αναφέρεται το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο), επικεντρώνεται στην υιοθετηθείσα από τον εθνικό νομοθέτη λύση για την περίπτωση κατά την οποία, μετά την κοινοποίηση της διακοπής της εκμεταλλεύσεως μιας ολόκληρης εγκαταστάσεως ή μέρους εγκαταστάσεως, υφίστανται δικαιώματα μη χρησιμοποιηθέντα. Αυτή είναι η περίπτωση που προβλέπεται, αφηρημένα, στο άρθρο 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004 και η οποία ανέκυψε, συγκεκριμένα, στη διαφορά της κύριας δίκης.
72.
Το ζήτημα δεν είναι, επομένως, εάν η επιβαλλόμενη από τον εθνικό νομοθέτη απαίτηση να ευρίσκονται σε λειτουργία οι εγκαταστάσεις για τις οποίες χορηγούνται δικαιώματα εκπομπής συνάδει με την οδηγία 2003/87. Κατά την άποψή μου, επαναλαμβάνω, πρόκειται για όρο ο οποίος όχι μόνο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί υπό το πρίσμα της οδηγίας, αλλά επιβάλλεται εμμέσως από αυτήν. Το ερώτημα είναι, μάλλον, εάν, μετά την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής σε εγκατάσταση η διακοπή της δραστηριότητας της οποίας διαπιστώνεται μεταγενέστερα, η αρμόδια αρχή μπορεί να διατάξει την επιστροφή τους, ως δικαιωμάτων μη χρησιμοποιηθέντων.
73.
Δεν πρόκειται, συνεπώς, για περίπτωση αιτήσεως δικαιωμάτων εκπομπής η οποία απορρίπτεται επειδή αφορά ανενεργείς εγκαταστάσεις, αλλά εκείνη κατά την οποία έχουν πράγματι χορηγηθεί δικαιώματα σε συγκεκριμένη χαλυβουργία στην οποία δεν θα έπρεπε να είχαν κατανεμηθεί, λόγω μη λειτουργίας της. Ειδικότερα, η αδικαιολόγητη χορήγηση οφείλεται σε σφάλμα ως προς την κατάσταση του εργοστασίου χάλυβα του οποίου ιδιοκτήτρια ήταν η ArcelorMittal· σφάλμα προσαπτόμενο στην εν λόγω εταιρία, η οποία αθέτησε την υποχρέωσή της να ενημερώσει την αρμόδια αρχή για τη διακοπή λειτουργίας της μονάδας της.
74.
Σε περίπτωση όπως η περιγραφείσα, το άρθρο 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004 ορίζει ότι «[ο] υπουργός αποφασίζει αν θα επιστραφεί το σύνολο ή μέρος των δικαιωμάτων που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί». Το πρόβλημα περιορίζεται επομένως στους όρους υπό τους οποίους ο υπουργός μπορεί να αποφασίζει την επιστροφή των δικαιωμάτων αυτών και, πιο συγκεκριμένα, εάν η εκδοθείσα απόφαση (ο υπουργός αποφάσισε να ζητήσει από την ArcelorMittal την επιστροφή των μη χρησιμοποιηθέντων δικαιωμάτων, καθώς δεν ήταν δυνατό, ratione temporis, να επιδιώξει την ακύρωση της κατανομής από το τηρούμενο από τον κεντρικό διαχειριστή του συστήματος μητρώο) ήταν σύμφωνη με την οδηγία 2003/87.
75.
Εκτιμώ ότι η απόφαση του υπουργού, ληφθείσα κατ’ εφαρμογήν της εντολής του νόμου του 2004, δεν παραβαίνει την οδηγία 2003/87. Εφόσον η ArcelorMittal ανέστειλε, στις 19 Οκτωβρίου 2011, τη χαλυβουργική δραστηριότητα της Schifflange, ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/87 και το άρθρο 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004, να ενημερώσει την αρμόδια αρχή για το γεγονός αυτό. Εάν το είχε πράξει, δεν θα της είχαν κατανεμηθεί, σύμφωνα με το λουξεμβουργιανό ΕΣΚ, δικαιώματα εκπομπής (αντιστοιχούντα στην εγκατάσταση αυτή) για το έτος 2012. Της χορηγήθηκαν, παρόλα αυτά, στις 22 Φεβρουαρίου 2012, καθώς η αρμόδια αρχή αγνοούσε τη διακοπή της δραστηριότητας έως τις 23 Απριλίου 2012, ημερομηνία κατά την οποία η ArcelorMittal ζήτησε την αναστολή διενέργειας περιβαλλοντικών ελέγχων, λόγω παύσεως λειτουργίας του εργοστασίου χάλυβα.
76.
Εάν η διακοπή αυτή είχε γνωστοποιηθεί εγκαίρως, η αρμόδια αρχή θα ήταν σε θέση να αποφύγει το σφάλμα της κατανομής δικαιωμάτων που ήταν προφανώς αδικαιολόγητα. Και επιπλέον, εάν, μετά τη διάπραξη του σφάλματος, είχε ενημερωθεί για τη διακοπή πριν από την πάροδο των εξήντα ημερολογιακών ημερών, θα μπορούσε να είχε ζητήσει από τον κεντρικό διαχειριστή την αντιστροφή «της συναλλαγής» ( 29 ), καθώς αυτή είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 34α, παράγραφος 2α, του κανονισμού 2216/2004 μέθοδος για τις περιπτώσεις αυτές.
77.
Εκτιμώ ότι δεν υφίσταται ασυμβατότητα μεταξύ της οδηγίας 2003/87 και του άρθρου 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004 κατά το μέρος που το τελευταίο παρέχει τη δυνατότητα στον υπουργό, σε περίπτωση καθυστερημένης ενημερώσεώς του για τη διακοπή της εκμεταλλεύσεως μιας εγκαταστάσεως, να ζητήσει από τον κεντρικό διαχειριστή να προβεί σε αντιστροφή της «συναλλαγής» βάσει της οποίας κατανεμήθηκαν τα δικαιώματα εκπομπής. Τι συμβαίνει όταν η αντιστροφή αυτή δεν είναι δυνατή διότι έχει παρέλθει η προθεσμία που προβλέπει η διέπουσα το μητρώο νομοθεσία; Κατά την άποψή μου, συγκλίνουσα, εκ νέου, με αυτήν της Επιτροπής, ο υπουργός νομιμοποιείται, υπό τις περιστάσεις αυτές, να αξιώσει την επιστροφή των δικαιωμάτων που κατανεμήθηκαν κατά λάθος.
78.
Είναι αληθές ότι η οδηγία 2003/87 προβλέπει μόνον την «παράδοση» των δικαιωμάτων εκπομπής που αντιστοιχούν στις πραγματοποιηθείσες εκπομπές (άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, και άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας). Η διάρθρωση του συστήματος δεν φαίνεται να συμβιβάζεται, κατ’ αρχήν, με την εκ των υστέρων τροποποίηση του συνολικού ύψους των κατανεμηθέντων ή χορηγηθέντων σε κάθε εγκατάσταση δικαιωμάτων ( 30 ). Ωστόσο, το επίμαχο εν προκειμένω ζήτημα είναι αυτό της επιστροφής ενός δικαιώματος εκπομπής το οποίο ουδέποτε έπρεπε να έχει κατανεμηθεί, καθώς δεν πληρούνταν οι όροι του ΕΣΚ εντός του πλαισίου της οδηγίας 2003/87. Δεν πρόκειται, επομένως, για αναπροσαρμογή προκειμένου να διορθωθεί ένα απλό σφάλμα υπολογισμού κατά τον καθορισμό του ύψους των δικαιωμάτων εκπομπής [αυτή είναι η περίπτωση στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή με την ανακοίνωσή της COM(2006) 725 τελικό] ( 31 ), αλλά για εφαρμογή των κανόνων λειτουργίας του συστήματος προκειμένου να αποφευχθεί η στρέβλωση της αγοράς των δικαιωμάτων εκπομπής και να διευκολυνθεί, εμμέσως, ο στόχος της περιβαλλοντικής προστασίας που επιδιώκει η αγορά αυτή.
79.
Εν τέλει, φρονώ ότι η οδηγία 2003/87 δεν αντιτίθεται στον νόμο του 2004 καθόσον ο νόμος αυτός επιβάλλει την υποχρέωση επιστροφής των αδικαιολογήτως κατανεμηθέντων δικαιωμάτων λόγω της αθετήσεως, από τον φορέα εκμεταλλεύσεως της δικαιούχου εγκαταστάσεως, της υποχρεώσεώς του να ενημερώσει την αρμόδια αρχή, εγκαίρως, για τη διακοπή λειτουργίας της εγκαταστάσεως. Η διαταγή επιστροφής είναι εύλογη εάν, από χρονικής απόψεως, δεν ήταν πλέον δυνατό να ζητηθεί η ακύρωση της κατανομής ενώπιον του κεντρικού διαχειριστή λόγω λήξεως της προβλεπομένης στη νομοθεσία περί μητρώου συναλλαγών προθεσμίας, όπερ απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διακριβώσει.
Β – Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί του παραδεκτού του
80.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά τη νομική φύση ή χαρακτηρισμό των δικαιωμάτων εκπομπής. Το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο) αποδίδει ιδιαίτερη σημασία σε αυτό, διότι από την απάντησή του θα μπορούσε να εξαρτηθεί η δυνατότητα να θεωρηθεί, σύμφωνα με το λουξεμβουργιανό δίκαιο, η διαταγή επιστροφής ως αναγκαστική απαλλοτρίωση.
81.
Τόσο η Επιτροπή όσο και η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση εγείρουν ενστάσεις ως προς το παραδεκτό του δεύτερου αυτού προδικαστικού ερωτήματος. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υποχρέωση επιστροφής εδράζεται σε κανόνα θεσπισθέντα από το Λουξεμβούργο στο πλαίσιο της εξουσίας του να καταρτίζει το δικό του ΕΣΚ, χωρίς να αποτελεί υποχρέωση επιβαλλόμενη από το δίκαιο της Ένωσης ούτε, συνεπώς, περίπτωση εφαρμογής του τελευταίου.
82.
Σε αυτό το πνεύμα, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν απαιτεί ερμηνεία της οδηγίας 2003/87, αλλά του εθνικού δικαίου· συγκεκριμένα, πρόκειται για ερώτημα περί του εθνικού δικαίου (συνταγματικού) υποβληθέν ενώπιον του Cour constitutionnelle (Συνταγματικού Δικαστηρίου), το οποίο μπορεί να αποφανθεί μόνον υπό τους όρους της δικαιοδοτικής αρμοδιότητάς του. Κατά την κρίση της, η αρμοδιότητα του Cour constitutionnelle (Συνταγματικού Δικαστηρίου) περιορίζεται στην εξέταση της συμβατότητας των λουξεμβουργιανών νόμων με το εθνικό σύνταγμα, χωρίς, επομένως, να μπορεί να επεκταθεί στην εξέταση της συμβατότητας των νόμων αυτών με τη Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή τον Χάρτη, έργο για το οποίο αποκλειστικά αρμόδια είναι τα τακτικά δικαστήρια.
83.
Κατά την Επιτροπή, μολονότι το δίκαιο της Ένωσης δεν έχει εφαρμογή στο αντικείμενο του ερωτήματος, το Δικαστήριο θα μπορούσε, εντούτοις, να εξηγήσει ποια είναι τα χαρακτηριστικά των δικαιωμάτων εκπομπής στο πεδίο του δικαίου της Ένωσης, «προκειμένου να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η δυνατότητα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα» ( 32 ). Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, αντιθέτως, είναι κατηγορηματική στην άρνησή της να αποδεχτεί την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου όσον αφορά την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, έως του σημείου να μην προβάλει ισχυρισμούς επί αυτού.
84.
Η ένσταση της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως αφορά την (πιθανή) αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου, λόγω ελλείψεως διασυνδέσεως μεταξύ του αντικειμένου του ερωτήματος και του δικαίου της Ένωσης. Αφορά επίσης, και κατά κύριο λόγο, την (εκ νέου πιθανή) αναρμοδιότητα του Cour constitutionnelle (Συνταγματικού Δικαστηρίου) να αποφανθεί επί της διαφοράς πέραν των ορίων της αρμοδιότητάς του.
2. Επί της αρμοδιότητας του αιτούντος δικαστηρίου να υποβάλει το προδικαστικό ερώτημα
85.
Η νομιμοποίηση του Cour constitutionnelle (Συνταγματικού Δικαστηρίου) να υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα εκ του άρθρου 267 ΣΛΕΕ απορρέει από την αδιαμφισβήτητη ιδιότητά του ως δικαστηρίου. Λαμβανομένης υπόψη της προκείμενης αυτής, και ενόψει της υποστηριζόμενης από τη Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση θέσεως, το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο) έκρινε σκόπιμο να απευθυνθεί στο Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί της συμβατότητας του άρθρου 13, παράγραφος 6, του νόμου του 2004 με το άρθρο 16 του Συντάγματος –ήτοι, προκειμένου να κρίνει ένα ζήτημα αναμφισβήτητα συνταγματικής φύσεως–, πρέπει προηγουμένως να καθοριστεί η νομική φύση των δικαιωμάτων εκπομπής, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.
86.
Κατά την άποψή μου, εφόσον το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο) εκτιμά ότι, για τον καθορισμό του περιεχόμενου εθνικής διατάξεως (εν προκειμένω, του άρθρου 16 του Συντάγματος του Λουξεμβούργου, λαμβανομένου ως παραμέτρου κύρους του νόμου του 2004), απαιτείται η άρση των αμφιβολιών του σε σχέση με τον χαρακτηρισμό των δικαιωμάτων εκπομπής ως «αγαθών» σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, δύναται –και υποχρεούται, υπό τους όρους του άρθρου 267 ΣΛΕΕ– να απευθύνει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Το εάν είναι απαραίτητο ή όχι να προσφύγει σε διατάξεις πέραν των συνταγματικών διατάξεων αποτελεί ζήτημα εσωτερικού δικαίου στο οποίο δεν μπορεί να αναμειχθεί το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο οφείλει απλώς να διαπιστώσει τον δικαιοδοτικό χαρακτήρα του αιτούντος δικαστηρίου και να δώσει απάντηση στα ερωτήματά του, εκκινώντας από την αρχή ότι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο –το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της επιλύσεώς της– να εκτιμήσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του, τόσο το εάν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι αναγκαία όσο και το εάν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή ( 33 ).
3. Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
87.
Είναι σαφές ότι δεν μπορεί να συναχθεί εκ των ανωτέρω υποχρέωση του Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί κάθε υποβαλλόμενου ερωτήματος. Επιπλέον, είναι απαραίτητο το ερώτημα να αφορά την ερμηνεία κανόνα του δικαίου της Ένωσης κρίσιμου για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης ( 34 ).
88.
Τόσο η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή εκτιμούν ότι η εν λόγω προϋπόθεση δεν συντρέχει στην υπό κρίση υπόθεση. Δεν συμμερίζομαι την εκτίμηση αυτή.
89.
Σύμφωνα με όσα εξέθεσα κατά την πρότασή μου απαντήσεως επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, οι κανόνες περί των δικαιωμάτων εκπομπής της οδηγίας 2003/87 συντείνουν, σε περίπτωση όπως η υπό κρίση, στην επιστροφή των εσφαλμένως κατανεμηθέντων δικαιωμάτων.
90.
Είναι αληθές, ωστόσο, ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν επιλύει με κατηγορηματικό τρόπο το ζήτημα της νομικής φύσεως των δικαιωμάτων εκπομπής, απόκειται δε στα κράτη μέλη, δυνάμει της αρχής της επικουρικότητας, να την προσδιορίσουν. Οι υιοθετηθείσες λύσεις είναι ιδιαιτέρως ανομοιογενείς: βαίνουν από τον χαρακτηρισμό τους ως διοικητικών αδειών (χορηγηθέντων μεριδίων, αδειών, παραχωρήσεων, εκχωρήσεων) έως την κατάταξή τους ως αγαθών δυνάμενων να αποκτηθούν (με πλήρη κυριότητα ή μέσω δικαιωμάτων χρήσεως ή άλλων άτυπων εμπράγματων δικαιωμάτων) ή ως απλών χρηματοοικονομικών μέσων, με αρκετές, σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, επιφυλάξεις ( 35 ).
91.
Παρόλα αυτά, πριν από τον νομικό χαρακτηρισμό τους (είτε ως αγαθών, διοικητικών αδειών ή χρηματοοικονομικών μέσων, μεταξύ άλλων) πρέπει να επιλυθεί ένα προηγούμενο ζήτημα: αυτό της έγκυρης συστάσεώς τους ως «δικαιωμάτων εκπομπής» σύμφωνα με την οδηγία 2003/87.
92.
Ανεξαρτήτως, λοιπόν, της νομικής φύσεως που τους αποδίδουν οι αντίστοιχες εθνικές νομοθεσίες, τα δικαιώματα εκπομπής μπορούν να κατανεμηθούν ή να χορηγηθούν μόνο σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης. Στην υπό κρίση υπόθεση, το εγερθέν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων πρόβλημα αφορά, όπως έχει ήδη αναφερθεί, την υποχρέωση επιστροφής δικαιωμάτων εκπομπής, όταν αποδεικνύεται η αδικαιολόγητη κατανομή τους. Δεδομένου ότι η κρίση επί του επιτρεπτού της επιστροφής απαιτεί προσφυγή στην οδηγία 2003/87, πρόκειται για περίπτωση εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και, ως εκ τούτου, εμπίπτουσα στο πεδίο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου.
93.
Με άλλα λόγια, προτού καθοριστεί εάν, στη λουξεμβουργιανή έννομη τάξη, τα δικαιώματα εκπομπής είναι αγαθά ή διοικητικές άδειες –όπερ απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διευκρινίσει κατ’ εφαρμογήν των δικών του κανόνων–, πρέπει να διαπιστωθεί εάν, στην υπόθεση της κύριας δίκης, είχε συσταθεί το αντικείμενο επί του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί ο νομικός χαρακτηρισμός. Η διαπίστωση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, όπως αυτό ερμηνεύεται από το Δικαστήριο.
4. Επί της ουσίας
94.
Η σύσταση των δικαιωμάτων εκπομπής –πρώτον– και η διαμόρφωσή τους ως αγαθών ή διοικητικών αδειών –εν συνεχεία– αποτελούν δύο διαφορετικές διαδικασίες, εκάστη εκ των οποίων εντάσσεται σε διαφορετικό νομοθετικό πεδίο: στο δίκαιο της Ένωσης όσον αφορά την πρώτη· στα εθνικά δίκαια σε σχέση με τη δεύτερη.
95.
Εάν σε ορισμένο κράτος μέλος τα δικαιώματα εκπομπής διαμορφώνονται ως αγαθά δυνάμενα να αποτελέσουν αντικείμενο κυριότητας (δικαίωμα ιδιοκτησίας ή συγγενικά δικαιώματα) από τους φορείς εκμεταλλεύσεως, η αποστέρησή τους με απόφαση της δημόσιας αρχής θα μπορούσε, ενδεχομένως, να συνιστά περίπτωση απαλλοτριώσεως, εάν ούτως κρίνουν τα οικεία δικαστήρια. Αντιθέτως, εάν χαρακτηρίζονται ως απλές διοικητικές άδειες, η ανάκλησή τους θα έχαιρε, πιθανώς, διαφορετικής αντιμετωπίσεως: εκ νέου ό, τι προβλέπει το εθνικό δίκαιο, όπως αυτό ερμηνεύεται από τα δικαστήρια του κράτους μέλους.
96.
Η αχθείσα ενώπιον του Cour constitutionnelle (Συνταγματικού Δικαστηρίου) διαφορά αφορά τη γένεση του δικαιώματος εκπομπής, στο πλαίσιο της οδηγίας 2003/87. Αναφέρεται, επομένως, σε χρονικό σημείο προηγούμενο του νομικού χαρακτηρισμού του εν λόγω δικαιώματος, αφ’ ης στιγμής έχει συσταθεί ως τέτοιο. Στο στάδιο αυτό δεν μπορεί ακόμη να γίνει λόγος, εν στενή εννοία, για αγαθό δυνάμενο να αποτελέσει αντικείμενο κυριότητας ούτε για έγκυρη διοικητική άδεια, κατά τρόπο ώστε η επιστροφή των αδικαιολογήτως χορηγηθέντων δικαιωμάτων εκπομπής να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως απαλλοτρίωση ή παράτυπη ανάκληση διοικητικής πράξεως. Και τούτο διότι στο πλαίσιο των κανόνων της Ένωσης –που είναι η έννομη τάξη στην οποία πρέπει να αναζητηθεί η απάντηση για την εν λόγω επιστροφή– το δικαίωμα εκπομπής δεν είναι κατ’ ανάγκην ούτε αγαθό ούτε άδεια, παρά μόνον προϋπόθεση για κάτι που μπορεί, δηλαδή, εν συνεχεία να είναι είτε το ένα είτε το άλλο (ή ενδεχομένως και κάτι διαφορετικό) σε κάθε κράτος μέλος.
97.
Η επιστροφή μη χρησιμοποιηθέντος δικαιώματος εκπομπής, βασιζόμενη στο ότι η χορήγησή του είναι αποτέλεσμα σφάλματος, προκληθέντος από τον κάτοχό του και μη δυνάμενου να διορθωθεί διά της ακυρώσεως της εγγραφής από το μητρώο (ήτοι η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης επιστροφή), αποτελεί συνέπεια απορρέουσα από την οδηγία 2003/87. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται η ορθή λειτουργία του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, το οποίο καθιερώνεται από την Ένωση ως βασικό εργαλείο της πολιτικής της για την προστασία του περιβάλλοντος. Αντιλαμβάνομαι, εξ αυτού, ότι δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω το άρθρο 17 του Χάρτη, καθώς η επιστροφή, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν συνιστά απαλλοτρίωση αγαθού περιλαμβανομένου ήδη στην περιουσία του δικαιούχου, αλλά ανάκληση της πράξεως κατανομής του δικαιώματος εκπομπής, λόγω της μη τηρήσεως των προϋποθέσεων που η κατανομή αυτή πρέπει να πληροί σύμφωνα με την οδηγία 2003/87.
98.
Ως εκ τούτου, προτείνω ως απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ότι τα δικαιώματα εκπομπής που έχουν κατανεμηθεί κατά παράβαση της οδηγίας 2003/87 δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αγαθά περιλαμβανόμενα στην περιουσία των δικαιούχων τους, όσον αφορά τις εγγενείς στο αναγνωριζόμενο από το άρθρο 17 του Χάρτη θεμελιώδες δικαίωμα ιδιοκτησίας εγγυήσεις.
VI – Πρόταση
99.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο, Λουξεμβούργο) ως εξής:
«1)
Η οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως η εφαρμοστέα στην περίπτωση της κύριας δίκης, η οποία επιβάλλει την υποχρέωση επιστροφής των δικαιωμάτων εκπομπής τα οποία έχουν κατανεμηθεί λόγω σφάλματος προσαπτόμενου στον φορέα εκμεταλλεύσεως της εγκαταστάσεως, εφόσον δεν είναι πλέον δυνατό να ζητηθεί από τον κεντρικό διαχειριστή του μητρώου η ακύρωση της κατανομής αυτής, όπερ απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει.
2)
Τα δικαιώματα εκπομπής που έχουν κατανεμηθεί κατά παράβαση των όρων της οδηγίας 2003/87 δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αγαθά περιλαμβανόμενα στην περιουσία των δικαιούχων τους, για τους σκοπούς των εγγενών στο αναγνωριζόμενο από το άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεμελιώδες δικαίωμα ιδιοκτησίας εγγυήσεων.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2003, L 275, σ. 32). Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τη δεύτερη περίοδο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, και, ως εκ τούτου, η οδηγία 2003/87 έχει εφαρμογή όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την οδηγία 2009/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009 (ΕΕ 2009, L 140, σ. 63).
( 3 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 21ης, Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τυποποιημένο και ασφαλές σύστημα μητρώων δυνάμει της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της απόφασης 280/2004/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2004, L 386, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 916/2007 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 2007 (ΕΕ 2007, L 200, σ. 5), και τον κανονισμό (ΕΕ) 920/2010 της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 2010 (ΕΕ 2011, L 270, σ. 1).
( 4 ) Ο όρος «μερίδια» χρησιμοποιείται από τη λουξεμβουργιανή Διοίκηση και τα δικαστήρια. Βλ. υποσημείωση 11.
( 5 ) Κατά το άρθρο 34α, παράγραφος 2, του κανονισμού 2216/2004, διάταξη εισαχθείσα από τον κανονισμό 916/2007, η επίμαχη αίτηση έπρεπε να υποβληθεί «το αργότερο 60 ημερολογιακές ημέρες από την οριστικοποίηση της συναλλαγής».
( 6 ) Ο λογαριασμός στον οποίον καλείτο η ArcelorMittal να επιστρέψει τα μερίδια δεν ήταν ο προβλεπόμενος για την επιστροφή μεριδίων προς ακύρωση, αλλά κάποιος άλλος ο οποίος είχε ανοιχτεί στο όνομα της Διοικήσεως.
( 7 ) Για μια συνολική προσέγγιση του ζητήματος, βλ. Pâques, M.: «La directive 2003/87/CE et le système d’échange de quotas d’émission de gaz à effet de serre dans la Communauté européenne», Revue trimestrielle de droit européen 40 (2), 2004, σ. 249 έως 282.
( 8 ) Επικαιροποιημένη έκθεση διαφορετικών θεωρητικών θέσεων στο Rotoullié, J.C.: L’utilisation de la technique de marché en droit de l’environnement. L’exemple du système européen d’échange des quotas d’émission de gaz à effet de serre, Thèse de doctorat, Université Panthéon Assas, 2015, σ. 136 έως 153.
( 9 ) Εγκριθέν με την απόφαση 2002/358/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 2002, για την έγκριση, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, του Πρωτοκόλλου του Κιότο στη Σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές και την από κοινού τήρηση των σχετικών δεσμεύσεων (ΕΕ 2002, L 130, σ. 1). Σχετικά με το ιστορικό και τη διαδικασία διαπραγματεύσεως του Πρωτοκόλλου του Κιότο, καθώς επίσης και τον μηχανισμό του, βλ. Freestone, D.: «The International Climate Change Legal and Institutional Framework: An Overview», στο Freestone, D. και Streck, C.: Legal Aspects of Carbon Trading, Oxford University Press, Νέα Υόρκη, 2009, σ. 3 έως 32.
( 10 ) Τα περιλαμβανόμενα στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 2003/87 αέρια αυτού του είδους είναι το διοξείδιο του άνθρακα (CO2), το μεθάνιο (CH4), το υποξείδιο του αζώτου (N2O), οι υδροφθοράνθρακες (HFCs), οι υπερφθοράνθρακες (PFCs) και το εξαφθοριούχο θείο (SF6). Το σύστημα καλύπτει τις εκπομπές από τους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, από ένα ευρύ φάσμα βιομηχανικών κλάδων με μεγάλη κατανάλωση ενέργειας και από τις εμπορικές αερογραμμές [Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής της ΕΕ (ETS), Οκτώβριος 2013, στο ].
( 11 ) Χωρίς να είναι απολύτως βέβαιο εάν πρόκειται για την αιτία ή το αποτέλεσμά τους, το αληθές είναι ότι η ανομοιογένεια των εθνικών λύσεων ως προς τη νομική φύση των δικαιωμάτων εκπομπής συμπίπτει με την πληθώρα των όρων που χρησιμοποιούνται στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας 2003/87 κατά την αναφορά σε αυτά. Ενώ, παραδείγματος χάριν, η ισπανική και η ολλανδική απόδοση χρησιμοποιούν, αντιστοίχως, τους όρους «derechos de emisión» και «emissierecht», η ιταλική και η γαλλική αναφέρονται σε «quotta di emissioni» και «quota», η αγγλική προτιμά τον όρο «allowance», η γερμανική τον όρο «Zertifikat» και η πορτογαλική, τέλος, επιλέγει αυτόν της «licença de emissão».
( 12 ) Το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 προβλέπει πρόστιμο για υπέρβαση εκπομπών, ανερχόμενο σε 100 ευρώ για κάθε τόνο εκπομπών ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα από την εγκατάσταση για την οποία ο φορέας εκμεταλλεύσεως δεν παρέδωσε δικαιώματα εκπομπής.
( 13 ) Από το 2013 το όριο των εκπομπών από τους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μειώνεται κατά 1,74 % ετησίως (άρθρο 9 της οδηγίας 2003/87 όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/29), όπερ σημαίνει ότι οι εκπομπές αυτές πρέπει, το 2020, να είναι κατά 20 % χαμηλότερες σε σχέση με το 1990. Υπό την έννοια αυτή, βλ. την πρόσφατη απόφαση της 28ης Απριλίου 2016, Borealis Polyolefine κ.λπ. (C‑191/14, C‑192/14, C‑295/14, C‑389/14 και C‑391/14 έως C‑393/14, EU:C:2016:311, σκέψη 81). Στο τομέα των αεροπορικών μεταφορών ισχύουν άλλα ποσοστά.
( 14 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 31).
( 15 ) Όπ.π.
( 16 ) Σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας 2003/87, κατά την τριετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2005, τα κράτη μέλη κατανέμουν τουλάχιστον το 95 % των δικαιωμάτων δωρεάν, μειούμενου του ποσοστού αυτού στο 90 % κατά την περίοδο 2008-2012. Για την περίοδο που αρχίζει από το 2013, η βασική μέθοδος κατανομής είναι ο πλειστηριασμός. Για μια συνοπτική έκθεση των διαφορετικών σταδίων του συστήματος ως προς το σημείο αυτό, βλ. στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Το καθεστώς εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής της ΕΕ (ETS), όπ.π., σ. 3 έως 4. Πρέπει να σημειωθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, κατά το Δικαστήριο, «ο σκοπός της δωρεάν κατανομής των δικαιωμάτων εκπομπής, την οποία προέβλεπε το άρθρο 10 της οδηγίας 2003/87, δεν ήταν η χορήγηση επιδοτήσεων στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς, αλλά η αποφυγή της απώλειας ανταγωνιστικότητας ορισμένων κλάδων παραγωγής τους οποίους καλύπτει η εν λόγω οδηγία, ενόψει του μετριασμού των οικονομικών επιπτώσεων που θα είχε η άμεση και μονομερής δημιουργία από την Ευρωπαϊκή Ένωση μιας αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής» (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Iberdrola κ.λπ.,C‑566/11, C‑567/11, C‑580/11, C‑591/11, C‑620/11 και C‑640/11, EU:C:2013:660, σκέψη 39). Το γεγονός ότι η ανταγωνιστική πίεση δεν ήταν επαρκής «για να περιορισθεί δεόντως η μετακύλιση της αξίας των δικαιωμάτων εκπομπής στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας» είχε ως συνέπεια υπερβολικά κέρδη των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας. Για την αποφυγή, ακριβώς, της πραγματοποιήσεως τέτοιων κερδών προβλέφθηκε ότι η κατανομή των δικαιωμάτων εκπομπής θα γίνεται, από το 2013, με πλειστηριασμό (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Iberdrola κ.λπ., C‑566/11, C‑567/11, C‑580/11, C‑591/11, C‑620/11 και C‑640/11, EU:C:2013:660, σκέψη 40).
( 17 ) Όπως ανέφερε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 32), η οικονομική λογική του συστήματος συνίσταται στην επίτευξη της μειώσεως με το μικρότερο κόστος: «Ειδικότερα, επιτρέποντας την πώληση των χορηγούμενων δικαιωμάτων, το σύστημα αυτό αποβλέπει στο να ενθαρρύνει κάθε μετέχοντα στο εν λόγω σύστημα να εκπέμπει ποσότητα αερίων θερμοκηπίου μικρότερη από τα δικαιώματα που του χορηγήθηκαν αρχικά, προκειμένου να εκχωρήσει το πλεόνασμα σε άλλο μετέχοντα ο οποίος παράγει ποσότητα εκπομπών μεγαλύτερη από τα χορηγηθέντα δικαιώματα». Υπό την ίδια έννοια, απόφαση της 7ης Απριλίου 2016, Holcim (Romania) κατά Επιτροπής (C‑556/14 P, EU:C:2016:207, σκέψη 65).
( 18 ) Δέκα έτη μετά τη θέση σε ισχύ του συστήματος, οι ενστάσεις σε σχέση με την αποτελεσματικότητά του, τις οποίες ενίσχυσε η χαμηλή τιμή των δικαιωμάτων εκπομπής έως το 2008, δεν έχουν εξαλειφθεί. Σύνοψη των ενστάσεων αυτών, βλ. στο Schrödinger’s emissions trading system. Europe’s carbon-trading system is better than thought, and could be better still, διαθέσιμο στο .
( 19 ) COM(2000) 87 τελικό, σημείο 3, in fine.
( 20 ) Η νομοθεσία στον τομέα αυτόν αποτελείτο κατά τον χρόνο εκείνον από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 594/91 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1991, σχετικά με τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος (ΕΕ 1991, L 67, σ. 1), όπως είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3952/92 του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1992 (ΕΕ 1992, L 405, σ. 41), και με τον κανονισμό (ΕΚ) 3093/94 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος (ΕΕ 1994, L 333, σ. 1).
( 21 ) Το τότε ισχύον βασικό νομοθετικό πλαίσιο περιλαμβανόταν στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια (ΕΕ 1992, L 389, σ. 1).
( 22 ) Το βασικό νομοθετικό πλαίσιο της εποχής συνέθεταν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1984, L 90, σ. 10), ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1992, L 405, σ. 1), και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1993, L 57, σ. 12).
( 23 ) Περιοριζόμενη απλώς στην US Clean Air Act του 1990 και την Californian Regional Clean Act Incentives Market του 1994.
( 24 ) Η έκφραση είναι του Pohlmann, M.: «The European Union Emissions Trading Scheme», στο Freestone, D. και Streck, C.: Legal Aspects of Carbon Trading, παρατιθέμενη στη σ. 339.
( 25 ) Το αργότερο στις 31 Μαρτίου 2004 για τα σχέδια που αφορούν την περίοδο 2005-2007, και τουλάχιστον δεκαοκτώ μήνες πριν από την έναρξη της περιόδου 2008-2012 και ούτω καθεξής.
( 26 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 27 ) Γενικώς, περί του εν λόγω συστήματος μητρώου, βλ. Molina Hernández, C.: «El registro de derechos de emisión de los gases de efecto invernadero de la Unión Europea», στο Revista de Derecho Comunitario Europeo, αριθ. 56, 2016, σ. 157 έως 197.
( 28 ) Ο νόμος του 2004 συμμορφωνόταν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, με το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/87.
( 29 ) Κατά το άρθρο 2, στοιχείο κβʹ, του κανονισμού, ως συναλλαγή νοείται «η χορήγηση, μεταφορά, απόκτηση, επιστροφή, ακύρωση και αντικατάσταση δικαιωμάτων εκπομπής και η χορήγηση, μεταφορά, απόκτηση, ακύρωση και απόσυρση μονάδων ERU, CER, AAU και RMU και η μεταβίβαση ERU, CER και AAU».
( 30 ) Στην ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την αξιολόγηση των [ΕΣΚ] δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου κατά τη δεύτερη περίοδο του συστήματος εμπορίας εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης [COM(2006) 725 τελικό], παράγραφος 2, σημείο 2.1, αναφέρεται ότι «ανάλογες εκ των υστέρων προσαρμογές θα ήταν αντίθετες προς τις βασικές αρχές του συστήματος “με ανώτατα όρια και δικαιώματα εμπορίας” που προβλέπει η οδηγία» και ότι «δεν συντρέχουν διοικητικοί ή άλλοι λόγοι για εκ των υστέρων προσαρμογές», και ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη καλούνται να «χρησιμοποιούν τα βέλτιστα διαθέσιμα δεδομένα κατά τη λήψη εκ των προτέρων αποφάσεων σχετικά με τις κατανομές των δικαιωμάτων εκπομπής».
( 31 ) Σύμφωνα με αυτή, μια εκ των περιπτώσεων στις οποίες επιτρέπεται, παρά ταύτα, η εκ των υστέρων προσαρμογή είναι αυτή της διακοπής λειτουργίας μιας εγκαταστάσεως κατά την οικεία περίοδο, περίπτωση κατά την οποία «δεν υφίσταται πλέον φορέας εκμετάλλευσης στον οποίο εκχωρούνται ανάλογα δικαιώματα εκπομπής» (όπ.π.).
( 32 ) Σημείο 49 των παρατηρήσεών της.
( 33 ) Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Ιουνίου 2007, Ordre des barreux francophones et germanophone κ.λπ. (C‑305/05, EU:C:2007:383, σκέψη 18).
( 34 ) Παραδείγματος χάριν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Cicala (C‑482/10, EU:C:2011:868, σκέψεις 16 έως 19).
( 35 ) Ως προς το ζήτημα αυτό, βλ. La régulation des marchés du CO2 , Rapport de la mission confiée à Michel Prada, 2010, σ. 60 έως 61, διαθέσιμο στο .
Full & Egal Universal Law Academy