ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE
της 28ης Ιουλίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑411/15 P
Timab Industries,
Cie financière et de participations Roullier (CFPR)
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Συμπράξεις — Ευρωπαϊκή αγορά των φωσφορικών αλάτων για τις ζωοτροφές — Αποχώρηση των αναιρεσειουσών από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς — Τακτική διοικητική διαδικασία — Μη εφαρμογή της πιθανής κλίμακας προστίμων που κοινοποιήθηκε κατά τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς — Έκταση της αναγνωριζόμενης στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξουσίας πλήρους δικαιοδοσίας — Τήρηση των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως»
I – Εισαγωγή
1.
Η υπό κρίση υπόθεση έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν η εταιρία Timab Industries και η εταιρία Cie financière et de participations Roullier (CFPR) (στο εξής, από κοινού: Timab κ.λπ.) κατά της αποφάσεως της 20ής Μαΐου 2015, Timab Industries και CFPR κατά Επιτροπής (T‑456/10, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) ( 2 ), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψε την προσφυγή τους με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως C(2010) 5001 τελικό που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( 3 ) (στο εξής: επίδικη απόφαση), καθώς και το επικουρικό αίτημά τους περί μειώσεως του ποσού του προστίμου που τους επιβλήθηκε με την εν λόγω απόφαση.
2.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εμφανίζει δύο σημαντικές ιδιαιτερότητες, καθόσον με αυτή το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε για πρώτη φορά, αφενός, σχετικά με τη διαδικασία διευθετήσεως των διαφορών σε υποθέσεις συμπράξεων που θέσπισε ο κανονισμός (ΕΚ) 622/2008 ( 4 ), και, αφετέρου, σχετικά με την καλούμενη «υβριδική» ( 5 ) περίπτωση, κατά την οποία εκδόθηκαν δύο αποφάσεις της Επιτροπής περί επιβολής προστίμων για μία ενιαία παράβαση με διαφορετικούς αποδέκτες και με τήρηση δύο διαδικασιών διαφορετικής φύσεως. Συγκεκριμένα, η κατάσταση που αποτέλεσε το αντικείμενο της διαφοράς χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή εξέδωσε την ίδια ημερομηνία δύο αποφάσεις που αφορούν την αυτή παράβαση, εκ των οποίων η μια κοινοποιήθηκε σε επιχειρήσεις που συμμετείχαν μέχρι τέλους σε διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς και η έτερη κοινοποιήθηκε σε επιχειρήσεις –ήτοι στις Timab κ.λπ.– που αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τη διαδικασία αυτή και να επιλέξουν τακτική διοικητική διαδικασία. Αυτός ο καινοφανής διπλός χαρακτήρας της ενώπιόν του ασκηθείσας προσφυγής οδήγησε το Γενικό Δικαστήριο, αποφαινόμενο σε σχηματισμό ευρύτερης συνθέσεως, να διατυπώσει, με την απόφαση αυτή, σημαντικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με τη διαδικασία διευθετήσεως των διαφορών ( 6 ).
3.
Κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, οι παρούσες προτάσεις θα περιοριστούν στην ανάλυση του τρίτου και του τετάρτου λόγου αναιρέσεως. Με τους λόγους αυτούς τίθεται, κατ’ ουσίαν, κυρίως το ζήτημα της εκτάσεως της αναγνωριζόμενης στο Γενικό Δικαστήριο εξουσίας πλήρους δικαιοδοσίας και το ζήτημα της τηρήσεως των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως, στο ειδικό πλαίσιο μιας υβριδικής καταστάσεως εκ παραλλήλου διεξαγωγής διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς και τακτικής διαδικασίας. Δηλώνω εξ αρχής ότι, κατά την άποψή μου, για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο ούτε εκτίμησε εσφαλμένως την εν λόγω έκταση ούτε παραβίασε τις εν λόγω αρχές ούτε παρέβη τους κανόνες που διέπουν τις εν λόγω διαδικασίες και, συνεπώς, δεν πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατ’ αποδοχή αυτών των δύο λόγων.
II – Ιστορικό της διαφοράς και ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία
4.
To ιστορικό της διαφοράς εξετέθη λεπτομερώς στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στην οποία και γίνεται παραπομπή ( 7 ). Τα ουσιώδη και απαραίτητα για την κατανόηση των παρουσών προτάσεων στοιχεία μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως.
5.
Κατόπιν επιθεωρήσεων που πραγματοποίησε το 2004, η Επιτροπή εκτίμησε ότι έξι επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες στον τομέα των φωσφορικών αλάτων για ζωοτροφές (στο εξής: ΦΑΖ), στις οποίες συγκαταλέγονταν οι Timab κ.λπ., είχαν συμμετάσχει σε σύμπραξη δυνάμενη να αποτελέσει ενιαία και διαρκή παράβαση αντίθετη προς το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ ( 8 ).
6.
Η Επιτροπή, με επιστολές της 19ης Φεβρουαρίου 2009, ενημέρωσε όλα τα μέλη της συμπράξεως για την κίνηση διοικητικής διαδικασίας εκδόσεως αποφάσεως κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 ( 9 ) και τους ζήτησε να της δηλώσουν εάν είναι διατεθειμένα να συμμετάσχουν σε συζητήσεις για τη διευθέτηση της διαφοράς σύμφωνα με το άρθρο 10α του κανονισμού 773/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 622/2008.
7.
Όλες οι εμπλεκόμενες εταιρίες ξεκίνησαν διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς. Στο πλαίσιο των συζητήσεων που έλαβαν χώρα για την επίτευξη διευθετήσεως, η Επιτροπή ενημέρωσε τις Timab κ.λπ. ( 10 ) ότι σκόπευε να τους επιβάλει εις ολόκληρον πρόστιμο μεταξύ 41 και 44 εκατομμυρίων ευρώ για τη συμμετοχή τους σε ενιαία και διαρκή παράβαση από τις 31 Δεκεμβρίου 1978 έως τις10 Φεβρουαρίου 2004. Διευκρίνισε ότι στο ποσό αυτό συμπεριλαμβανόταν ( 11 ), πέραν της μειώσεως κατά 10 % λόγω της διευθετήσεως ( 12 ), μείωση κατά 35 % για τη συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων δυνάμει των εφαρμοστέων κατευθυντηρίων γραμμών ( 13 ) –που χορηγείται επειδή οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις επέτρεψαν στην Επιτροπή να επεκτείνει τη διάρκεια της δικής τους συμμετοχής στη σύμπραξη–, καθώς και μείωση κατά 17 % δυνάμει του προγράμματος επιεικούς μεταχειρίσεως ( 14 ).
8.
Σε αντίθεση με τις λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, οι Timab κ.λπ. αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς και, κατά συνέπεια, ακολουθήθηκε για αυτές τακτική διοικητική διαδικασία. Κατόπιν της εν λόγω αποχωρήσεως, που έλαβε χώρα το 2009, οι Timab κ.λπ. μπόρεσαν να έχουν πρόσβαση στον φάκελο της υποθέσεως, απάντησαν στην ανακοίνωση αιτιάσεων στις 2 Φεβρουαρίου 2010 και έλαβαν μέρος σε ακρόαση που πραγματοποιήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2010.
9.
Στις 20 Ιουλίου 2010, η Επιτροπή εξέδωσε δύο αποφάσεις που αφορούσαν την ίδια υπόθεση, ήτοι, αφενός, την απόφαση με αποδέκτες τα μέλη της συμπράξεως που μετείχαν μέχρι τέλους στη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς ( 15 ) και, αφετέρου, την επίδικη απόφαση που κοινοποιήθηκε στις Timab κ.λπ. Με την τελευταία αυτή απόφαση, η Επιτροπή δέχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες είχαν συμμετάσχει στην εν λόγω παράβαση από τις 16 Σεπτεμβρίου 1993 έως τις 10 Φεβρουαρίου 2004 και τους επέβαλε εις ολόκληρον πρόστιμο ύψους 59850000 ευρώ, το οποίο περιελάμβανε μόνο μείωση κατά 5 % λόγω επιείκειας ( 16 ).
10.
Με δικόγραφο που κατέθεσαν την 1η Οκτωβρίου 2010, οι Timab κ.λπ. άσκησαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή, ζητώντας την ολική ή, τουλάχιστον, μερική ακύρωση της επίδικης αποφάσεως και, επικουρικώς, τη μείωση του ύψους του προστίμου που τους επιβλήθηκε με την εν λόγω απόφαση ( 17 ). Οι αναιρεσείουσες υποστήριξαν, κατά κύριο λόγο, ότι η Επιτροπή, επιβάλλοντάς τους πρόστιμο πολύ υψηλότερο από το ανώτατο όριο της κλίμακας για την οποία είχε γίνει λόγος κατά τις συζητήσεις για τη διευθέτηση της διαφοράς, παρανόμως επέβαλε κύρωση λόγω της αποχωρήσεώς τους από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς ( 18 ).
11.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις τρεις ομάδες λόγων ακυρώσεως ( 19 ) που προέβαλαν οι Timab κ.λπ. προς στήριξη των αιτημάτων τους για ακύρωση και τροποποίηση της επιδίκου αποφάσεως και τις καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
12.
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Ιουλίου 2015, οι Timab κ.λπ. άσκησαν αίτηση αναιρέσεως με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ώστε να μειωθεί προσηκόντως το ύψος του επίδικου προστίμου. Ζητούν επίσης να διαπιστωθεί, παρεμπιπτόντως, ότι το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη λόγω της υπερβολικής διάρκειας της ένδικης διαδικασίας. Τέλος, ζητούν να καταδικαστεί η Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
13.
Η Επιτροπή καλεί το Δικαστήριο, αφενός, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως λόγω του ότι οι πέντε λόγοι αναιρέσεως που προβάλλονται κυρίως και ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται παρεμπιπτόντως από τις Timab κ.λπ. είναι στο σύνολό τους αλυσιτελείς, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι και, αφετέρου, να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
14.
Δεν διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
IV – Ανάλυση
15.
Ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που αποτελούν από κοινού το αντικείμενο των παρουσών στοχευμένων προτάσεων, αφορούν τη σχέση μεταξύ της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς που καθιερώνει ο κανονισμός 622/2008 ( 20 ), στην οποία οι Timab κ.λπ. επέλεξαν να θέσουν τέρμα, και της τακτικής διοικητικής διαδικασίας που διέπεται από τις γενικές διατάξεις του κανονισμού 773/2004, όπως τροποποιήθηκε από τον προαναφερθέντα κανονισμό, στην οποία αυτές τελικώς υποβλήθηκαν λόγω της ως άνω επιλογής τους.
16.
Με τους δύο αυτούς λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, επικυρώνοντας την επίδικη απόφαση, εκτίμησε εσφαλμένως την έκταση της εξουσίας πλήρους δικαιοδοσίας που διαθέτει και περιέλαβε, στο πλαίσιο αυτό, στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες. Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως. Τέλος, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, οι Timab κ.λπ. προβάλλουν την αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή της διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών. Με βάση αυτούς τους τρεις άξονες θα προχωρήσω σε ανάλυση των προαναφερθέντων λόγων αναιρέσεως.
Α – Επί της προβαλλόμενης μη προσήκουσας ασκήσεως της εξουσίας πλήρους δικαιοδοσίας που αναγνωρίζεται στο Γενικό Δικαστήριο (τρίτος λόγος αναιρέσεως και δεύτερο τμήμα του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου αναιρέσεως)
17.
Θα εξετάσω, κατ’ αρχάς, τις ουσιαστικές επικρίσεις που διατυπώνουν οι Timab κ.λπ. όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο άσκησε την πλήρη δικαιοδοσία του και ακολούθως θα εξετάσω περισσότερο συνοπτικώς, και πάλι υπό το πρίσμα της πλήρους δικαιοδοσίας του Γενικού Δικαστηρίου, τις επικαλούμενες, τόσο με τον τρίτο όσο και με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αντιφάσεις της αιτιολογίας.
1. Επί της ασκήσεως εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου της πλήρους δικαιοδοσίας του
18.
Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τις υποχρεώσεις δικαστικού ελέγχου που υπέχει, διότι δεν προέβη σε επαρκή εξακρίβωση όλων των στοιχείων του προστίμου που τους επιβλήθηκε με την επίδικη απόφαση και, ιδίως, των μειώσεων που ήθελαν να τους χορηγηθούν.
19.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι Timab κ.λπ. υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν άσκησε προσηκόντως την εξουσία πλήρους δικαιοδοσίας που διαθέτει, «κρίνοντας ότι υποτιθέμενα “νέα στοιχεία” παρείχαν στην Επιτροπή τη δυνατότητα, μετά την αποχώρηση των αναιρεσειουσών από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, να επιβάλει ουσιωδώς προσαυξημένο πρόστιμο για παράβαση της οποίας η διάρκεια ήταν σημαντικά μειωμένη», χωρίς να έχει ελέγξει το υποστατό των στοιχείων που επικαλέστηκε το εν λόγω θεσμικό όργανο ( 21 ). Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι κανένα νέο πραγματικό στοιχείο δεν προσκομίστηκε στον φάκελο μετά την εν λόγω αποχώρηση και ότι το μόνο νέο στοιχείο, αν υφίσταται τέτοιο, είναι η ενδελεχέστερη εξέταση της καταστάσεως από την Επιτροπή που την οδήγησε να αναγνωρίσει ότι οι αναιρεσείουσες δεν είχαν συμμετάσχει στην εν λόγω παράβαση από το 1978 ( 22 ), ενώ θα όφειλε να έχει προβεί στη διαπίστωση αυτή ήδη κατά το στάδιο της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς.
20.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατά κύριο λόγο, ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι στηρίζεται σε μη κρίσιμη εν προκειμένω σύγκριση μεταξύ της υφιστάμενης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς καταστάσεως και της καταστάσεως που οδήγησε στην έκδοση της επίδικης αποφάσεως, ενώ, όπως ορθώς εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο, εφόσον εγκαταλείφθηκε η διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, η εκτίμηση της αποφάσεως που εκδόθηκε κατόπιν της τακτικής διαδικασίας θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί με αποκλειστικό γνώμονα τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας αυτής. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι αναιρεσείουσες, αναλύοντας την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διαστρεβλώνουν τα όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ( 23 ). Επικουρικώς, η Επιτροπή προβάλλει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι το Γενικό Δικαστήριο έλεγξε τη νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως, επαληθεύοντας όλα τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό του προστίμου και η εκ μέρους του εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
21.
Υπενθυμίζω ότι, όπως επισημαίνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου σε επιχειρήσεις λόγω παραβάσεως των κανόνων του δικαίου της Ένωσης στον τομέα του ανταγωνισμού, ο έλεγχος νομιμότητας συμπληρώνεται από την πλήρη δικαιοδοσία που αναγνωρίζει στον δικαστή της Ένωσης το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 261 ΣΛΕΕ. Εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται ασκώντας την πλήρη δικαιοδοσία του, να εξετάσει τον προσήκοντα χαρακτήρα του ποσού των εν λόγω προστίμων και να καταργεί, να μειώνει ή να αυξάνει, κατά περίπτωση, το ποσό αυτό ( 24 ).
22.
Όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί στον τομέα αυτόν στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, δεν μπορεί να υποκαθιστά, για λόγους επιείκειας, την κρίση του στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκτίμησε, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τη σοβαρότητα των παράνομων συμπεριφορών ( 25 ). Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να προβαίνει στη διαπίστωση και εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων που του έχουν υποβληθεί, η δε εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, εκτός αν υπάρχει παραμόρφωση των στοιχείων αυτών, νομικό ζήτημα υποκείμενο ως τέτοιο στον έλεγχο του Δικαστηρίου ( 26 ). Δεδομένου ότι ο έλεγχος αυτός περιορίζεται στην ύπαρξη πρόδηλης πλάνης ( 27 ), μόνον καθόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η αυστηρότητα της επιβληθείσας κυρώσεως δεν είναι απλώς μη ενδεδειγμένη, αλλά και υπερβολική σε σημείο που να είναι δυσανάλογη, μπορεί να διαπιστώσει συναφώς πλάνη περί το δίκαιο εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου και να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ( 28 ).
23.
Εν προκειμένω, ορθώς η Επιτροπή επισημαίνει ότι το τεθέν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ζήτημα δεν ήταν τόσο το αν ήταν δικαιολογημένη η επιβολή υψηλότερου προστίμου για παράβαση συντομότερης διάρκειας ( 29 ), όπως κατ’ ουσίαν επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, όσο το αν το εν λόγω θεσμικό όργανο είχε αιτιολογήσει ορθώς τον υπολογισμό του επιβληθέντος με την επίδικη απόφαση προστίμου και είχε, προς τον σκοπό αυτό, λάβει όντως υπόψη όλα τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως.
24.
Εν προκειμένω, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο άσκησε ολοκληρωμένα την πλήρη δικαιοδοσία του, προβαίνοντας σε εμπεριστατωμένο έλεγχο τόσο της νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως όσο και του προσήκοντος χαρακτήρα του ύψους του επιβληθέντος με αυτή προστίμου ( 30 ). Συγκεκριμένα, έλεγξε δεόντως τη βασιμότητα της αναλύσεως που πραγματοποίησε η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη όλες τις υφιστάμενες κατά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως περιστάσεις και, ιδίως, την έκταση της συνεργασίας των Timab κ.λπ. μετά την αποχώρησή τους από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, ήτοι κατά τη διάρκεια της τακτικής διαδικασίας ( 31 ). Αυτή η εκτίμηση περί πραγματικών περιστατικών δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου εκ μέρους του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκτός από την περίπτωση αποδεδειγμένης παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών.
25.
Εξάλλου, θεωρώ ότι το Γενικό Δικαστήριο σε ουδεμία πλάνη περί το δίκαιο υπέπεσε, ιδίως στο μέτρο που ορθώς επιβεβαίωσε την προσέγγιση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η αποχώρηση των Timab κ.λπ. από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς την ανάγκασε να ακολουθήσει εκ νέου έναντι αυτών την τακτική διοικητική διαδικασία, όπως προβλέπεται στο σημείο 19 της ανακοινώσεως για τη διευθέτηση διαφορών ( 32 ). Ακριβώς λόγω αυτής της μεταβολής της διαδικασίας οι αναιρεσείουσες είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν πλήρη πρόσβαση στον φάκελο της υποθέσεως ( 33 ), να λάβουν πλήρη ανακοίνωση των αιτιάσεων, να απαντήσουν στην ανακοίνωση αυτή καθώς και να τύχουν ακροάσεως ( 34 ), σε αυτό δε το στάδιο της απαντήσεως αμφισβήτησαν για πρώτη φορά ρητώς τη συμμετοχή τους στην προσαπτόμενη παράβαση για την περίοδο πριν το 1993. Κατά συνέπεια, η εν λόγω προσέγγιση, που συνίστατο στη συνεκτίμηση των υφισταμένων κατά τον χρόνο εκείνο στοιχείων, που χαρακτηρίστηκαν ως νέα, ουδόλως έβλαψε, από νομικής απόψεως, τις Timab κ.λπ.
26.
Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν για ποιο λόγο το ύψος του επιβληθέντος σε βάρος τους προστίμου ήταν «υπερβολικό σε σημείο που να είναι δυσανάλογο», κατά την έννοια της προεκτεθείσας νομολογίας ( 35 ).
27.
Κατά συνέπεια, εφόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών ή πλάνης περί το δίκαιο, ο υπό κρίση τρίτος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να απορριφθεί ως απαράδεκτος ή, σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος.
28.
Με το δεύτερο τμήμα του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, οι Timab κ.λπ. υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν άσκησε, επίσης, προσηκόντως την πλήρη δικαιοδοσία του, διότι παρέλειψε να αναιρέσει σφάλματα, αντιφάσεις ( 36 ) ή ασυνέπειες ( 37 ) της εκτιμήσεως της παραβάσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή. Προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι με τον τρόπο αυτό επικύρωσε, εσφαλμένως, την πλήρη σχεδόν κατάργηση των μειώσεων του προστίμου που χορηγήθηκαν δυνάμει του προγράμματος επιεικούς μεταχειρίσεως ή των μειώσεων που μπορούσαν να χορηγηθούν εκτός του προγράμματος αυτού.
29.
Ευθύς εξαρχής, υπογραμμίζω, όπως πράττει και η Επιτροπή, ότι το Γενικό Δικαστήριο αφιέρωσε εκτεταμένα αποσπάσματα της αποφάσεώς του στη συστηματική επαλήθευση των στοιχείων που έλαβε υπόψη η Επιτροπή για τον υπολογισμό του ύψους του επιβληθέντος με την επίδικη απόφαση προστίμου ( 38 ). Το Γενικό Δικαστήριο προέβη, μεταξύ άλλων, σε εμπεριστατωμένο έλεγχο του τρόπου με τον οποίο η Επιτροπή συνεκτίμησε τους παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η χορήγηση μειώσεων του εν λόγω προστίμου υπέρ των αναιρεσειουσών, τόσο λόγω επιείκειας ( 39 ) όσο και για την «εκτός επιείκειας» συνεργασία ( 40 ). Λαμβανομένων υπόψη των εκτενών σκέψεων του Γενικού Δικαστηρίου, εκτιμώ ότι αυτό ουδόλως έσφαλε κατά την εκτίμηση της εκτάσεως της εξουσίας πλήρους δικαιοδοσίας που διαθέτει συναφώς.
30.
Φρονώ ότι, με το πρόσχημα προβαλλόμενης πλάνης περί το δίκαιο, οι Timab κ.λπ. προβάλλουν στην πραγματικότητα την αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε πλήρως την ανάλυση των πραγματικών περιστατικών στην οποία είχε προβεί η Επιτροπή και ζητούν από το Δικαστήριο να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, πράγμα που εκφεύγει της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία ( 41 ). Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι όλες οι στηριζόμενες σε αυτή τη βάση αιτιάσεις που προβάλλονται με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτες.
31.
Επί της ουσίας, θα επισημάνω απλώς ότι ορθώς η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο ( 42 ) έκριναν ότι η κατ’ αρχήν χορήγηση και το ύψος των δυνάμενων να χορηγηθούν λόγω της συνεργασίας μειώσεων των προστίμων, στο πλαίσιο της επιείκειας ή «εκτός επιείκειας», δεν καθορίζονται σε συνάρτηση μόνον με τη διάρκεια της προσαπτομένης παραβάσεως, αλλά εξαρτώνται από την ποιότητα της συνεργασίας και την προστιθέμενη αξία των πληροφοριών που παρασχέθηκαν από τις οικείες επιχειρήσεις, και ότι αυτές οι συνεισφορές έπρεπε να εκτιμώνται από την Επιτροπή κατά τον χρόνο λήψεως της τελικής της αποφάσεως, ήτοι, όσον αφορά τις Timab κ.λπ., κατά το πέρας της τακτικής διαδικασίας, υπό τον ουσιαστικό έλεγχο του Γενικού Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, εκτιμώ, επικουρικώς, ότι οι εν λόγω αιτιάσεις είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμες.
2. Επί των αντιφάσεων της αιτιολογίας που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες
32.
Τόσο με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως όσο και με το υπόμνημά τους απαντήσεως, οι Timab κ.λπ. υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ασκήσεως της πλήρους δικαιοδοσίας του, διέλαβε στην απόφασή του διάφορες εγγενείς αντιφάσεις αιτιολογίας ( 43 ). Εντούτοις, κατά την άποψή μου, καμία από αυτές τις αντιφάσεις δεν αποδείχθηκε.
33.
Πρώτον, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αποχώρησή τους από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς οδήγησε σε μια κατάσταση «tabula rasa» επιφέρουσα ρήξη με το παρελθόν και, παρ’ όλα αυτά, δέχθηκε, ταυτοχρόνως, ότι οι αναιρεσείουσες είχαν μεταβάλει απόψεις στο πλαίσιο της απαντήσεως που έδωσαν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων κατά τη διάρκεια της τακτικής διαδικασίας ( 44 ). Εκτιμούν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έπρεπε να είχε δεχθεί, προσβάλλοντας τα θεμελιώδη δικαιώματά τους ( 45 ), το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο εμφανίστηκε «νέο στοιχείο» κατά το στάδιο της εν λόγω απαντήσεως, το οποίο δικαιολογούσε την αναθεώρηση του ύψους του προστίμου.
34.
Εντούτοις υπογραμμίζω, όπως πράττει και η Επιτροπή, ότι οι Timab κ.λπ. καταγγέλλουν μια υποτιθέμενη αντίφαση μεταξύ δύο σειρών σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ενώ οι σκέψεις αυτές αφορούν διαφορετικά νομικά ζητήματα, και δη οι μεν τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς και οι δε τις ανταμοιβές που χορηγούνται ενδεχομένως λόγω επιείκειας ( 46 ). Πράγματι, οι κανόνες που αφορούν τη διαδικασία διευθετήσεως διαφορών και οι κανόνες περί επιείκειας δεν είναι ίδιοι, δεδομένου ότι ανταποκρίνονται σε πολύ διαφορετικούς σκοπούς, όπως έχει επισημάνει το Γενικό Δικαστήριο ( 47 ). Επιπλέον, ορθώς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποσυνέδεσε την εξέλιξη της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς, η οποία δεν ολοκληρώθηκε εν προκειμένω, από την εξέλιξη της τακτικής διοικητικής διαδικασίας, που οδήγησε στην επίδικη απόφαση. Επομένως, η εν λόγω πρώτη αιτίαση είναι αβάσιμη.
35.
Δεύτερον, οι Timab κ.λπ. υποστηρίζουν ότι η σκέψη 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε –απολύτως ορθώς, κατά την άποψή μου– ότι «η Επιτροπή δεν δεσμε[υόταν] από την κλίμακα που κοινοποιήθηκε κατά τις συνομιλίες [που έλαβαν χώρα] στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς» αντιφάσκει προς τη σκέψη 91 της αποφάσεως αυτής, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε σε μια απλή «αναπροσαρμογή του τρόπου υπολογισμού του προστίμου», με βάση, κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, την αυτή κλίμακα.
36.
Κατά κύριο λόγο, εκτιμώ ότι αυτή η αιτίαση είναι απαράδεκτη, καθόσον δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληροί η αίτηση αναιρέσεως, όπως αυτές προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και τη συναφή νομολογία ( 48 ). Συγκεκριμένα, οι Timab κ.λπ. περιορίζονται στην παράθεση των προαναφερθέντων αποσπασμάτων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να προβάλλουν το παραμικρό νομικό επιχείρημα προς στήριξη της προβαλλομένης αντιφάσεως των αιτιολογιών.
37.
Επικουρικώς, όσον αφορά την ενδεχόμενη εξέταση της ουσίας της εν λόγω αιτιάσεως, συμμερίζομαι την ανάλυση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι αναιρεσείουσες παρουσιάζουν διαστρεβλωμένες τις κρίσεις του Γενικού Δικαστηρίου, απομονώνοντας εσφαλμένως από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται την περιεχόμενη στη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έκφραση «αναπροσαρμογή του τρόπου υπολογισμού του προστίμου». Πράγματι, από τη σφαιρική θεώρηση της σκέψεως αυτής και των σκέψεων που την πλαισιώνουν προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη μεταβολή της τοποθετήσεως των αναιρεσειουσών ως προς τη διάρκεια της συμμετοχής τους στην παράβαση, η Επιτροπή προέβη σε «επανεξέταση» του καθορισθέντος βάσει των κανόνων που περιέχονται στην ανακοίνωση για την επιεική μεταχείριση και στις κατευθυντήριες γραμμές του 2006 ύψους του προστίμου, ακολουθώντας όμως την ίδια μεθοδολογία με αυτή που χρησιμοποιήθηκε για τη δηλωθείσα στις Timab κ.λπ. κλίμακα προστίμων.
38.
Τέλος, οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν για πρώτη φορά, με το υπόμνημά τους απαντήσεως, μια ακόμη προβαλλόμενη αντίφαση αιτιολογίας, την οποία προσέθεσαν στον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, χωρίς καν να διευκρινίσουν σε ποια αποσπάσματα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφέρονται ( 49 ), αντιθέτως προς ό,τι επιτάσσει το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ( 50 ). Το επιχείρημα αυτό είναι προδήλως απαράδεκτο ως νέο ( 51 ) και, ταυτοχρόνως, ως μη πλήρες και, όπως και τα προηγούμενα, μη νομικώς τεκμηριωμένο.
39.
Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν όλες οι αιτιάσεις που εξετάστηκαν ανωτέρω, οι οποίες περιλαμβάνονται στον τρίτο λόγο αναιρέσεως και στο δεύτερο τμήμα του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου αναιρέσεως.
Β – Επί της προβαλλομένης παραβιάσεως των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως (πρώτο τμήμα του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου αναιρέσεως)
40.
Στο πλαίσιο του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν κατ’ αρχάς ότι το Γενικό Δικαστήριο «επιβεβαιώνοντας τη σχεδόν πλήρη εξάλειψη των μειώσεων λόγω συνεργασίας, πράγμα που [οι ίδιες] δεν μπορούσαν ευλόγως να προβλέψουν ότι θα συνέβαινε σε τέτοια έκταση», παραβίασε τόσο την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσο και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Ήδη στο στάδιο αυτό, θέλω, συναφώς, να επισημάνω ότι, κατά την άποψή μου, οι μετέχοντες σε σύμπραξη οι οποίοι αποφασίζουν να αποχωρήσουν από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς χάνουν, εκ του λόγου αυτού, τη δυνατότητα να επωφεληθούν των πλεονεκτημάτων που είναι δυνατόν να χορηγηθούν στα μέλη της συμπράξεως που δέχονται να συμμετάσχουν στη διαδικασία αυτή μέχρι το πέρας της, εντεύθεν δε συνάγεται, κατά την άποψή μου, ότι η ίδια η επίκληση των εν λόγω δύο αρχών δεν ασκεί επιρροή ( 52 ).
1. Επί της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
41.
Οι Timab κ.λπ. επικαλούνται παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατά τον καθορισμό του επιβληθέντος σε αυτές προστίμου, διότι, αντιθέτως προς ό,τι αναφέρει το Γενικό Δικαστήριο, δεν μπορούσαν «να προβλέψουν ευλόγως» ( 53 ) ότι, εάν επέλεγαν να αποχωρήσουν από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, οι μειώσεις λόγω συνεργασίας θα περιορίζονταν από 52 % στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς σε 5 % στην επίδικη απόφαση. Κατά την άποψή τους, η Επιτροπή πραγματοποίησε μια «μεταστροφή», η οποία οδήγησε στο «παράδοξο» αποτέλεσμα της σημαντικής αυξήσεως του ύψους του προστίμου με ταυτόχρονη σημαντική μείωση της διάρκειας της παραβάσεως.
42.
Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η απόφαση αυτή δεν ήταν δικαιολογημένη, διότι, αφενός, θα έπρεπε να εφαρμοστούν το ίδιο κριτήριο αποδεικτικής βεβαιότητας ( 54 ) και η ίδια «γενική μεθοδολογία» ( 55 ) για τον υπολογισμό του προστίμου τόσο στην τακτική διαδικασία όσο και στη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, αφετέρου, κανένα νέο στοιχείο δεν προσκομίστηκε στον φάκελο της υποθέσεως μετά την αποχώρησή τους από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς και, τέλος, παρά την αποχώρηση αυτή, οι συνέπειες άλλων μηχανισμών, όπως αυτών της διαδικασίας επιείκειας θα έπρεπε να διατηρηθούν. Εκτιμούν ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν ήταν σε θέση να αποφασίσουν «βάσει των κατάλληλων πληροφοριών» ( 56 ) αν θα συμβιβαστούν ή όχι.
43.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα των Timab κ.λπ. είναι αλυσιτελή. Αντιτάσσει ότι το γεγονός που οδήγησε στο νέο ύψος του προστίμου που υιοθέτησε η επίδικη απόφαση δεν είναι η αποχώρηση από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς που επέλεξαν οι αναιρεσείουσες, αλλά αποκλειστικώς και μόνον η άμυνα που ανέπτυξαν με την απάντησή τους στην ανακοίνωση αιτιάσεων, η οποία συνίστατο στην άρνηση πλέον της συμμετοχής τους στη σύμπραξη πριν από το 1993. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι Timab κ.λπ. μπορούσαν να προβλέψουν τον επανακαθορισμό του εν λόγω προστίμου, δεδομένου ότι το επιβληθέν ποσό προέκυπτε από την αυστηρή εφαρμογή των σχετικών κανόνων υπολογισμού, λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων κατά τον χρόνο λήψεως της εν λόγω αποφάσεως στοιχείων. Υποστηρίζει ότι εάν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις εκτίμησαν εσφαλμένα τις συνέπειες των θέσεων που υιοθέτησαν, δεν μπορούν παρά να καταλογίσουν το σφάλμα σε αυτές τις ίδιες και όχι σε οποιαδήποτε έλλειψη πληροφοριών.
44.
Κατά την άποψή μου, η εν λόγω αιτίαση των Timab κ.λπ. δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή, καθόσον μου φαίνεται τουλάχιστον αβάσιμη, ή και απαράδεκτη, για τους ακόλουθους λόγους.
45.
Ορθώς η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι αναιρεσείουσες δεν μπορούν βασίμως να προσάψουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλεγξε ότι μπορούσαν να αποχωρήσουν από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς «βάσει των κατάλληλων πληροφοριών», δεδομένου ότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το εν λόγω δικαστήριο πράγματι προέβη σε τέτοιο έλεγχο ( 57 ). Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη το ίδιο σε εμπεριστατωμένο έλεγχο της τηρήσεως εν προκειμένω της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ( 58 ), με την εν λόγω αιτίαση ζητείται στην πραγματικότητα από το Δικαστήριο να επανεξετάσει την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς αποδεδειγμένη πλάνη περί το δίκαιο ή παραμόρφωση, προκειμένου να αναμορφωθεί το επίμαχο πρόστιμο, πράγμα που εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως ( 59 ). Συνεπώς, αυτό το επιχείρημα πρέπει, κατά την άποψή μου, να κηρυχθεί απαράδεκτο.
46.
Για λόγους πληρότητας, όσον αφορά την ουσία, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης περιλαμβάνεται μεταξύ των θεμελιωδών αρχών της Ένωσης και το δικαίωμα επικλήσεως της αρχής αυτής ανήκει σε κάθε επιχειρηματία στον οποίο η αρμόδια αρχή δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες, παρέχοντάς του συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις ( 60 ).
47.
Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει, όσον αφορά τις συμπράξεις που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης, ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να παράσχει καμία συγκεκριμένη διαβεβαίωση σχετικά με το πλεονέκτημα οποιασδήποτε μειώσεως ή μη επιβολής προστίμου κατά το στάδιο της διαδικασίας που προηγείται της λήψεως της τελικής αποφάσεως και ότι, κατά συνέπεια, τα μέλη μιας τέτοιας συμπράξεως δεν μπορούν να τρέφουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το ζήτημα αυτό ( 61 ). Συγκεκριμένα, ο επιχειρηματίας δεν μπορεί, επικαλούμενος δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, να αξιώσει συγκεκριμένο επίπεδο του προστίμου, το οποίο πρέπει να υπολογίζεται όταν ο ενδιαφερόμενος αποφασίζει να συγκεκριμενοποιήσει την πρόθεσή του να συνεργαστεί με την Επιτροπή ( 62 ), λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των υφισταμένων κατά τον χρόνο αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση πραγματικών και νομικών περιστάσεων ( 63 ).
48.
Εν προκειμένω, οι Timab κ.λπ. δεν μπορούσαν να επικαλεστούν «δικαιολογημένη εμπιστοσύνη» στη διατήρηση των εκτιμήσεων που τους είχε διαβιβάσει η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς, υπό τη μορφή «κλιμάκων πιθανών προστίμων» που καθορίστηκαν σε συνάρτηση «των […] στοιχείων που έχουν ληφθεί υπόψη μέχρι τούδε» ( 64 ), ήτοι για την τότε θεωρούμενη περίοδο συμμετοχής στην παράβαση που εκτεινόταν από το 1978 έως το 2004 ( 65 ).
49.
Ακόμη και αν οι αναιρεσείουσες είχαν ολοκληρώσει τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, οι εν λόγω κλίμακες θα μπορούσαν να είχαν αναπροσαρμοστεί με την τελική απόφαση, προκειμένου να ληφθούν υπόψη στοιχεία των οποίων έλαβε γνώση η Επιτροπή αφού είχε προβεί στις εκτιμήσεις της, καθόσον οι κλίμακες αυτές έχουν μόνον ενδεικτική αξία και δεν είναι δεσμευτικές, όπως προκύπτει, κατά την άποψή μου, σαφώς από τις εφαρμοστέες συναφώς διατάξεις ( 66 ). Αυτή η έλλειψη «βάσιμων προσδοκιών» ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον, μετά την αποχώρησή τους από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις προέβαλαν, για πρώτη φορά στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας, στοιχεία με σκοπό τη μείωση της διάρκειας της συμμετοχής τους στην προσαπτόμενη παράβαση, δημιουργώντας έτσι μια νέα κατάσταση που οδήγησε το εν λόγω θεσμικό όργανο να αναθεωρήσει το σύνολο της αρχικής του εκτιμήσεως ( 67 ).
50.
Επιπλέον, συμφωνώντας με την Επιτροπή, επισημαίνω ότι όταν οι αναιρεσείουσες αποχώρησαν από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, διέθεταν όλα τα στοιχεία που τους παρείχαν τη δυνατότητα να προβλέψουν ότι τυχόν αμφισβήτηση της συμμετοχής τους στη σύμπραξη για την προγενέστερη του 1993 περίοδο θα είχε, κατ’ ανάγκην, επιπτώσεις στις μειώσεις που θα μπορούσαν να τους χορηγηθούν τόσο στο πλαίσιο της «επιείκειας » όσο και «εκτός επιείκειας» ( 68 ), καθόσον γνώριζαν ότι η δυνάμενη να ανταμειφθεί συνεργασία τους αφορούσε ουσιαστικά αυτή την περίοδο ( 69 ). Ουδόλως μπορούν, συνεπώς, να προσάψουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
51.
Τέλος, υπογραμμίζω ότι, εάν γινόταν δεκτή από το Δικαστήριο η άποψη που υποστηρίζουν οι Timab κ.λπ., αυτό θα είχε ως πρακτική συνέπεια να ενθαρρύνει τις διωκόμενες επιχειρήσεις να επιλέγουν, σε πρώτη φάση, τη διαδικασία διευθετήσεως διαφορών, η οποία προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την εκ μέρους τους παραδοχή της ευθύνης τους για την παράβαση ( 70 ), με μόνο σκοπό να λάβουν πληροφορίες ως προς τις σε βάρος τους αιτιάσεις και την εγγύηση ενός ανώτατου ορίου προστίμου μέσω της δηλωθείσας κλίμακας προστίμων, προτού αποχωρήσουν, σε δεύτερη φάση, από τη διαδικασία αυτή, προκειμένου να επωφεληθούν της πλήρους προσβάσεως στα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή και του δικαιώματος ακροάσεως που τους παρέχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την παράβαση ( 71 ), στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας, χωρίς ποτέ να διατρέξουν τον κίνδυνο επιβολής υψηλότερου προστίμου, ακόμη και στην περίπτωση συνδρομής νέων περιστάσεων.
52.
Με τον τρόπο αυτό, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι μπορούν να απολαύσουν σωρευτικώς τα πλεονεκτήματα που προσφέρουν αμφότεροι αυτοί οι τύποι διαδικασίας, χωρίς να υποστούν τους περιορισμούς που αποτελούν το αντάλλαγμα των εν λόγω πλεονεκτημάτων, προσέγγιση που μου φαίνεται αντίθετη προς τους σκοπούς του κανονισμού 773/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 622/2008, ιδίως όσον αφορά την απλούστευση και την αποτελεσματικότητα των διώξεων ( 72 ). Συγκεκριμένα, όταν ορισμένες επιχειρήσεις που συμμετείχαν στη σύμπραξη επιλέγουν, σε αντίθεση με τους λοιπούς μετέχοντες στη σύμπραξη, να μην ολοκληρώσουν τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, η αποστολή της Επιτροπής καθίσταται περισσότερο περίπλοκη, λόγω του γεγονότος ότι, σε μια τέτοια υβριδική περίπτωση, αυτή υποχρεούται να ακολουθήσει δύο διαδικασίες παράλληλα και να εκδώσει δύο χωριστές αποφάσεις για μια και μόνη παράβαση ( 73 ).
2. Επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
53.
Με την αίτησή τους αναιρέσεως, οι Timab κ.λπ. υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, προβάλλοντας απλώς ότι «μη έχοντας τη δυνατότητα να αποχωρήσουν “βάσει των κατάλληλων πληροφοριών” από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς και ερχόμενες αντιμέτωπες με ένα τουλάχιστον “παράδοξο” αποτέλεσμα, [έτυχαν] λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως από τους λοιπούς μετέχοντες στη σύμπραξη οι οποίοι, έχοντας τη δυνατότητα να προβλέψουν το ύψος του προστίμου που επρόκειτο να τους επιβληθεί, δέχθηκαν να υποβάλουν παρατηρήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς».
54.
Η Επιτροπή, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι από τα στοιχεία που παρέχονται με την επίδικη απόφαση προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες δεν υπέστησαν δυσμενή διάκριση σε σχέση με τα λοιπά μέλη της συμπράξεως, δεδομένου ότι οι ίδιες παράμετροι εφαρμόστηκαν για τον καθορισμό όλων των προστίμων και η μόνη διαφορά συνίσταται στη μείωση κατά 10 % που χορηγήθηκε στις επιχειρήσεις που συμβιβάστηκαν ( 74 ).
55.
Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως είναι γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης που κατοχυρώνεται με τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τόσο το Δικαστήριο όσο και το Γενικό Δικαστήριο διασφαλίζουν την τήρησή της, σε σχέση, μεταξύ άλλων, και με τα πρόστιμα που επιβάλλονται σε περιπτώσεις παραβιάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού ( 75 ). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, παρεμφερείς καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο διαφορετικό και διαφορετικές καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, εκτός και αν μια τέτοια μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικά ( 76 ).
56.
Εντούτοις, προς στήριξη της αιτιάσεώς τους που αντλείται από παραβίαση της εν λόγω αρχής, οι αναιρεσείουσες ουδόλως αποδεικνύουν ότι οι ανωτέρω μνημονευθείσες προϋποθέσεις εφαρμογής πληρούνται στην υπό κρίση υπόθεση. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύουν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε ότι βρίσκονταν σε παρεμφερή κατάσταση με αυτή των λοιπών μελών της συμπράξεως, τα οποία δέχθηκαν να ολοκληρώσουν τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, ούτε ότι έτυχαν λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως από τα λοιπά μέλη ( 77 ), χωρίς αυτή η υποτιθέμενη διάκριση να δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να κριθεί απαράδεκτο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου ( 78 ).
57.
Επικουρικώς, επί της ουσίας, υπογραμμίζω ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο μερίμνησε να διευκρινίσει ότι ακόμη και σε μια υβριδική περίπτωση όπως η υπό κρίση, κατά την οποία εκδόθηκαν δύο αποφάσεις με διαφορετικούς αποδέκτες κατόπιν δύο διαφορετικών διαδικασιών –μιας διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς και μιας τακτικής διαδικασίας–, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως τυγχάνει εφαρμογής, εφόσον πρόκειται για μετέχοντες σε μια και μόνη σύμπραξη. Εντεύθεν το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε, ορθώς, ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 εφαρμόζονται πλήρως στο πλαίσιο αυτό και ότι πρέπει να εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια και οι ίδιες μέθοδοι υπολογισμού του προστίμου, χωρίς διακρίσεις μεταξύ των μελών της συμπράξεως ( 79 ), εξαιρουμένων των ειδικών κανόνων που είναι εγγενείς στη διαδικασία διευθετήσεως διαφορών, όπως είναι το δικαίωμα σε μείωση κατά 10 % για τα μέλη της συμπράξεως που συμβιβάστηκαν ( 80 ). Σύμφωνα με τις επιταγές αυτές, το Γενικό Δικαστήριο έλεγξε δεόντως κατά πόσον η Επιτροπή, με την επίδικη απόφαση, τήρησε όντως την εν λόγω αρχή, και τούτο επανειλημμένα, σύμφωνα με τα αιτήματα που υπέβαλαν οι Timab κ.λπ. ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ( 81 ).
58.
Συμπερασματικώς, φρονώ ότι οι αιτιάσεις που διατυπώνονται με το πρώτο τμήμα του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτες ή, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμες.
Γ – Επί της υποτιθέμενης πλάνης περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή των κανόνων της διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών (δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως)
59.
Πρώτον, οι Timab κ.λπ. υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο στήριξε την κρίση του ότι είχαν ενημερωθεί από την Επιτροπή σχετικά με τις συνέπειες που θα επέφερε η αποχώρησή τους από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς σε πλάνη περί το δίκαιο. Κατά την άποψή τους, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε κατά νομικώς εσφαλμένο τρόπο, με τη σκέψη 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ( 82 ), το περιεχόμενο όσων διημείφθησαν κατά την ακρόαση της 24ης Φεβρουαρίου 2010, κατά την οποία η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι θα συνεκτιμούσε, κατά τον υπολογισμό του προστίμου, τη θέση των Timab κ.λπ. οι οποίες δήλωσαν ότι είχαν συμμετάσχει στη σύμπραξη μόνον από το 1993 και μετά. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι, αντίθετα προς ό,τι θα μπορούσε να υπονοεί ο γενικός όρος «συνεργασία» ( 83 ) που χρησιμοποιείται στο εν λόγω απόσπασμα της αποφάσεως, η Επιτροπή ουδέποτε αναφέρθηκε ρητώς, κατά τη διάρκεια της τακτικής διαδικασίας, σε κατάργηση της μειώσεως κατά 35 % για τη συνεργασία «εκτός επιείκειας» και ότι η έννοια της «επιείκειας», στην οποία έγινε αναφορά κατά την εν λόγω ακρόαση, παρέπεμπε αποκλειστικώς και μόνον στη μείωση κατά 17 % για την οποία είχε γίνει λόγος κατά τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς ( 84 ).
60.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι αυτή η πρώτη αιτίαση είναι αλυσιτελής. Επισημαίνει, ορθώς κατά την άποψή μου, ότι δημιουργεί μια αβάσιμη σύγχυση μεταξύ, αφενός, των επιπτώσεων της αποχωρήσεως από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς που αποφάσισαν οι Timab κ.λπ. και, αφετέρου, των πιθανών συνεπειών της μεταβολής της αναφερόμενης στη διάρκεια της συμμετοχής τους στην παράβαση τοποθετήσεως που υιοθέτησαν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις με την απάντησή τους της 2ας Φεβρουαρίου 2010 που ακολούθησε την ανακοίνωση αιτιάσεων. Ωστόσο, φρονώ ότι το απόσπασμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες αναφέρεται μόνον στην προειδοποίηση που τους απηύθυνε η Επιτροπή, κατά την ακρόαση της 24ης Φεβρουαρίου 2010, εξαιτίας της εν λόγω μεταβολής της τοποθετήσεώς τους, και όχι λόγω της αποχωρήσεώς τους από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, όπως αυτές ισχυρίζονται ( 85 ). Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτή η αιτίαση, η οποία στηρίζεται σε ανακριβή παραδοχή, είναι αβάσιμη.
61.
Δεύτερον, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή όφειλε να είχε διαπιστώσει ήδη κατά το στάδιο της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς αυτό που χαρακτήρισε ως «νέα στοιχεία», ήτοι την αδυναμία αποδείξεως μιας ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως από το 1978. Υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν άσκησε προσηκόντως την πλήρη δικαιοδοσία του, διότι παρέλειψε να επισημάνει τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε, κατά την άποψή τους, η Επιτροπή κατά την εκτίμηση της παραβάσεως στην οποία προέβη κατά το στάδιο της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς και, με τον τρόπο αυτό, επιβεβαίωσε την πλήρη σχεδόν κατάργηση των μειώσεων του προστίμου.
62.
Όπως αντιτάσσει η Επιτροπή, στην περίπτωση αυτή πρόκειται για απλή και ξεκάθαρη επανάληψη αιτιάσεως που έχει διατυπωθεί στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους ( 86 ), με την επισήμανση ότι υπό το πρόσχημα προβαλλόμενης πλάνης περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, οι αναιρεσείουσες αποσκοπούν στην πραγματικότητα στο να αμφισβητήσουν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη η Επιτροπή και ακολούθως το Γενικό Δικαστήριο, εκτίμηση που εκφεύγει της εξουσίας ελέγχου του Δικαστηρίου ( 87 ). Ως εκ τούτου, η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη.
63.
Δεδομένου ότι τα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά των οποίων βάλλει το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως δεν πάσχουν λόγω πλάνης περί το δίκαιο, πρέπει, κατά την άποψή μου, να μην γίνει, συναφώς, δεκτός αυτός ο λόγος αναιρέσεως.
64.
Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι όλες οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως πρέπει, εν μέρει, να κηρυχθούν απαράδεκτες και, τουλάχιστον εν μέρει αν όχι στο σύνολό τους, να απορριφθούν επί της ουσίας.
V – Πρόταση
65.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων και χωρίς να προδικάζεται το βάσιμο των λοιπών λόγων αναιρέσεως, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ως απαράδεκτο ή, επικουρικώς, ως αβάσιμο, καθώς και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ως εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αβάσιμο ή, επικουρικώς, ως αβάσιμο στο σύνολό του. Δεν διατυπώνεται πρόταση επί των δικαστικών εξόδων.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) EU:T:2015:296.
( 3 ) Απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 [ΣΛΕΕ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση COMP/38866 — Φωσφορικά άλατα για τις ζωοτροφές).
( 4 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2008, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 773/2004, της Επιτροπής σχετικά με τη διεξαγωγή των διαδικασιών διευθέτησης διαφορών σε υποθέσεις συμπράξεων (ΕΕ 2008, L 171, σ. 3). Ο κανονισμός 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, αφορά τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ [νυν άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2004, L 123, σ. 18), διευκρινιζομένου ότι η υπό κρίση υπόθεση διέπεται από το δίκαιο που ισχύει μετά τη θέση σε ισχύ, την 1η Δεκεμβρίου 2009, της Συνθήκης της Λισσαβώνας, καθόσον η επίδικη απόφαση εκδόθηκε μετά την ημερομηνία αυτή.
( 5 ) Επιθετικός προσδιορισμός που χρησιμοποιείται στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 6 ) Βλ. σκέψεις 58 έως 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 7 ) Βλ. σκέψεις 1 έως 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Μία ακόμη πληρέστερη περιγραφή του εν λόγω ιστορικού και, ιδίως, των στοιχείων της προσαπτομένης στις Timab κ.λπ. παραβάσεως περιλαμβάνεται στην επίδικη απόφαση (σ. 5 επ.).
( 8 ) Σύμφωνα με την επίδικη απόφαση (ιδίως, σ. 6, σημείο 3, και σ. 107, άρθρο 1), η διαπιστωθείσα παράβαση συνίστατο σε καταμερισμό μεγάλου μέρους της ευρωπαϊκής αγοράς των ΦΑΖ μέσω της κατανομής ποσοστώσεων πωλήσεως και πελατών μεταξύ των μελών της συμπράξεως, καθώς και σε συντονισμό των τιμών και των όρων πωλήσεως.
( 9 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
( 10 ) Σύμφωνα με το άρθρο 10α, παράγραφος 2, του κανονισμού 773/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 622/2008. Βλ. και σημείο 16 της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με την διεξαγωγή διαδικασιών διευθέτησης διαφορών εν όψει της έκδοσης αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 7 και του άρθρου 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2008, C 167, σ. 1, στο εξής: ανακοίνωση για τη διευθέτηση διαφορών), άρθρων που αφορούν, αντιστοίχως, τη «[δ]ιαπίστωση και παύση της παράβασης» και τα «[π]ρόστιμα».
( 11 ) Βλ. σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 12 ) Τα σημεία 20 έως 22 και 31 έως 33 της ανακοινώσεως για τη διευθέτηση διαφορών ορίζουν ότι η Επιτροπή μπορεί να επιβραβεύσει ένα μέρος επειδή συνεργάστηκε για την ταχεία διεκπεραίωση της υποθέσεως χάρη στην κατάληξη της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς, μειώνοντας κατά 10 % το ποσό του επιβαλλομένου στο μέρος αυτό προστίμου.
( 13 ) Κατευθυντήριες γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, σημείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2006). Βλ. σημεία 10, 11 και 29 των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών.
( 14 ) Βλ. σημεία 20 έως 27 της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (καρτέλ) (ΕΕ 2002, C 45, σ. 3, στο εξής: ανακοίνωση για την επιεική μεταχείριση).
( 15 ) Απόφαση C(2010) 5004 τελικό της Επιτροπής σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση COMP/38886 — Φωσφορικά άλατα για τις ζωοτροφές), που αφορούσε τον όμιλο Kemira (Yara Phosphates Oy, Yara Suomi Oy και Kemira Oy), την Tessenderlo Chemie, τον όμιλο Ercros (Ercros SA και Ercros Industriel SA), τον όμιλο FMC (FMC Foret SA, FMC Netherlands BV και FMC Corporation), καθώς και την Quimité‑Comércia e Indústria Química και τη μητρική της εταιρία José de Mello SGPS.
( 16 ) Βλ. σ. 83, σημείο 303, σ. 96, σημείο 340, και σ. 102, σημείο 359, της επίδικης αποφάσεως, καθώς και σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 17 ) Βλ. σκέψεις 29, 41, 44 επ., καθώς και 214 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 18 ) Βλ., μεταξύ άλλων, σκέψεις 45 έως 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 19 ) Κατά τα οριζόμενα στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, «[η] πρώτη ομάδα λόγων ακυρώσεως αφορά τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς και, ιδίως, το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες αποχώρησαν από την εν λόγω διαδικασία [βλ. σκέψεις 44 επ. της εν λόγω αποφάσεως], η δεύτερη ομάδα λόγων ακυρώσεως αφορά ορισμένες πρακτικές που συνιστούν στοιχεία της εν λόγω συμπράξεως, δηλαδή τον μηχανισμό αντισταθμίσεως και τους όρους πωλήσεως [σκέψεις 128 επ.] και, τέλος, η τρίτη ομάδα λόγων ακυρώσεως αφορά διάφορες πτυχές του υπολογισμού του ποσού του προστίμου [σκέψεις 142 επ.]». Η πρώτη από τις προαναφερθείσες ομάδες λόγων ακυρώσεως είναι η πλέον κρίσιμη όσον αφορά το συγκεκριμένο αντικείμενο των παρουσών προτάσεων.
( 20 ) Πέραν του ότι το Γενικό Δικαστήριο εκθέτει πλήρως τη διαδικασία αυτή στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψεις 58 έως 74), ανάλυση της εν λόγω διαδικασίας απαντά σε πολλές πηγές της θεωρίας, μεταξύ των οποίων οι απαριθμούμενες από τους Hauviller, M., και Perret, G., «La procédure de transaction en droit de la concurrence: Bilan de la pratique décisionnelle de la Commission européenne (mai 2010‑mai 2015) », Concurrences, 2015, αριθ. 3, σ. 241. Βλ., μεταξύ άλλων, τον παρατιθέμενο πίνακα σε Ledoux, V., και Roda, J.‑C., «Adoption par la Commission européenne d’une procédure de “transaction” en matière d’ententes», Contrats Concurrence Consommation, 2008, αριθ. 8‑9, μελέτη 10, και το παρατιθέμενο συνοπτικό σχεδιάγραμμα σε Petit, N., «Aperçu de la procédure communautaire de transaction», Concurrences, 2009, αριθ. 1, σ. 233. Στις παρούσες προτάσεις δεν θα διατυπώσω, συνεπώς, λεπτομερείς παρατηρήσεις σχετικά με την εν λόγω διαδικασία αυτή καθεαυτή.
( 21 ) Ως προς το ζήτημα αυτό, οι αναιρεσείουσες αναφέρονται ρητώς στις σκέψεις 78 και 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 22 ) Οι αναιρεσείουσες παραθέτουν, συναφώς, το σημείο 318 της επίδικης αποφάσεως.
( 23 ) Κατά την άποψη της Επιτροπής, το νέο στοιχείο που μνημονεύεται στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται όχι σε νέα ανάλυση της καταστάσεως στην οποία προέβη το εν λόγω θεσμικό όργανο με δική του πρωτοβουλία, αλλά στη νέα οπτική γωνία που υιοθέτησαν οι Timab κ.λπ. για πρώτη φορά, απαντώντας στην ανακοίνωση αιτιάσεων, ο δικαιολογητικός λόγος της οποίας συνίσταται ακριβώς στην παροχή στις επιχειρήσεις της δυνατότητας να εκθέσουν την άποψή τους προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της κατ’ αντιπαράθεση συζητήσεως στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας (ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Jääskinen επί της υποθέσεως Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑603/13 P, EU:C:2015:482, σημείο 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 24 ) Βλ. αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψη 215 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑603/13 P, EU:C:2016:38, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 25 ) Μεταξύ άλλων, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 244 και 245).
( 26 ) Μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2016, SKW Stahl‑Metallurgie και SKW Stahl‑Metallurgie Holding κατά Επιτροπής (C‑154/14 P, EU:C:2016:445, σκέψη 33).
( 27 ) Η γενική εισαγγελέας J. Kokott υπογράμμισε, με τις προτάσεις της επί της υποθέσεως Pilkington Group κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑101/15 P, EU:C:2016:258, σημείο 112 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) ότι τέτοια «πλάνη υφίσταται, πρώτον, εάν το Γενικό Δικαστήριο έχει υπερβεί το εύρος των αρμοδιοτήτων που διαθέτει βάσει του άρθρου 261 ΣΛΕΕ, δεύτερον, εάν δεν έχει εξετάσει εκτενώς όλα τα κρίσιμα στοιχεία και, τρίτον, εάν έχει εφαρμόσει εσφαλμένα νομικά κριτήρια, λαμβανομένων υπόψη κυρίως των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας».
( 28 ) Μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2014, Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2014:257, σκέψη 177), καθώς και της 10ης Ιουλίου 2014, Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής (C‑295/12 P, EU:C:2014:2062, σκέψη 205 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 29 ) Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο μερίμνησε να απαντήσει σε όλα τα συναφή επιχειρήματα που προέβαλαν ενώπιόν του οι Timab κ.λπ. (βλ. σκέψεις 75 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με τις αιτιάσεις περί «της αυξήσεως του ποσού του προστίμου σε σχέση με την κοινοποιηθείσα κλίμακα»), προς τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης (βλ., συναφώς, Barennes, M., «L’arrêt du Tribunal Timab c/Commission ou comment une transaction en matière de cartels aurait mieux valu qu’un bon procès…», Revue Lamy de la Concurrence, 2015, αριθ. 45, σ. 58).
( 30 ) Βλ. σκέψεις 43 έως 220 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 31 ) Βλ., ιδίως, σκέψεις 90 έως 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 32 ) Βλ. σκέψεις 76 και 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Υπενθυμίζω ότι το σημείο 19 της ανακοινώσεως για τη διευθέτηση διαφορών ορίζει ότι, «[σ]ε περίπτωση που τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις στο πλαίσιο διαδικασίας διευθέτησης διαφοράς, η διαδικασία που καταλήγει στη λήψη τελικής απόφασης για την υπόθεσή τους ακολουθεί τις γενικές διατάξεις, και ιδίως το άρθρο 10, παράγραφος 2, το άρθρο 12, παράγραφος 1, και το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού [773/2004], και όχι αυτές που ρυθμίζουν την διαδικασία διευθέτησης διαφορών». Τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δεν δεσμεύονται, βεβαίως, από τους ενδεικτικούς κανόνες που καθορίζει η Επιτροπή με την εν λόγω ανακοίνωση όπως και με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2006, αλλά οι κανόνες αυτοί είναι δυνατόν να τα καθοδηγούν όταν ασκούν την πλήρη δικαιοδοσία τους (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑603/13 P, EU:C:2016:38, σκέψη 90).
( 33 ) Ως προς το γεγονός ότι η πρόσβαση στον φάκελο της υποθέσεως είναι περιορισμένη κατά τη διαδικασία διευθετήσεως διαφορών βλ., μεταξύ άλλων, Bernardeau, L., και Christienne, J.‑P., Les amendes en droit de la concurrence, Pratique décisionnelle et contrôle juridictionnel du droit de l’Union, Larcier, Βρυξέλλες, 2013, σημείο I.716.
( 34 ) Βλ. συγκριτικό πίνακα της εξελίξεως της διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών και της τακτικής διοικητικής διαδικασίας σε Barbier de la Serre, E., «Le dispositif communautaire en matière de transactions», Revue Lamy de la Concurrence, 2008, αριθ. 17, σ. 95.
( 35 ) Βλ. σημείο 22 των παρουσών προτάσεων.
( 36 ) Κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, υφίσταται αντίφαση, την οποία όφειλε να έχει επισημάνει το Γενικό Δικαστήριο, μεταξύ, αφενός, του υπομνήματος ανταπαντήσεως που υπέβαλε η Επιτροπή ενώπιόν του, στο οποίο αναφέρεται ότι η προβλεπόμενη για την «εκτός επιείκειας» συνεργασία μείωση κατά 35 % θα αποτελούσε ανταμοιβή για τη συνεργασία των Timab κ.λπ. για την περίοδο από το 1978 έως το 2004 και, αφετέρου, των σκέψεων 94 και 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που δέχονται ότι η περίοδος που ελήφθη υπόψη εκτεινόταν μόνον από το 1978 έως το 1992.
( 37 ) Ειδικότερα, είναι ασυνεπές να μειώνεται τελικώς στο 5 % το ποσοστό της χορηγούμενης λόγω επιείκειας μειώσεως για την περίοδο μεταξύ 1993 και 2004 που έγινε δεκτή, ενώ αρχικώς το ποσοστό αυτό είχε οριστεί σε 17 % για περίοδο εκτεινόμενη από το 1978 έως το 2004.
( 38 ) Βλ. σκέψεις 142 έως 220 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 39 ) Βλ., μεταξύ άλλων, σκέψεις 170 έως 195 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 40 ) Όσον αφορά τις δυνάμενες να οδηγήσουν σε μείωση ελαφρυντικές περιστάσεις που προβλέπονται στο σημείο 29 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006, βλ., μεταξύ άλλων, σκέψεις 95, 188 και 189 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 41 ) Βλ. σημείο 22 των παρουσών προτάσεων.
( 42 ) Βλ. σκέψεις 90 έως 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 43 ) Ήτοι αντιφάσεις που αφορούν την ίδια την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε αντιδιαστολή με τις επικαλούμενες αντιφάσεις που απορρέουν, κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, από το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε ασυνέπειες που αναιρούν τη συλλογιστική της Επιτροπής στην επίδικη απόφαση (βλ. σημεία 28 επ. των παρουσών προτάσεων).
( 44 ) Συναφώς, οι Timab κ.λπ. αναφέρονται, ιδίως, στις σκέψεις 104 και 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε αντίθεση με τις σκέψεις 90, 96, 122 και 179 της εν λόγω αποφάσεως. Κατά την άποψή τους, εάν υφίστατο κατάσταση «tabula rasa», η κατάσταση αυτή θα έπρεπε να είχε εξαφανίσει αναδρομικώς ενδεχόμενες δηλώσεις τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς, οι οποίες δεν θα μπορούσαν, συνεπώς, να συνιστούν προηγούμενη τοποθέτησή τους.
( 45 ) Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι οι προβαλλόμενες αντιφάσεις προσέβαλαν το δικαίωμά τους να έχουν τη δυνατότητα να συζητούν ελεύθερα με την Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς και να αποχωρούν από τη διαδικασία αυτή εξίσου ελεύθερα, καθώς και το δικαίωμά τους άμυνας στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας, χωρίς να δεσμεύονται από προηγούμενη δήθεν «τοποθέτησή» τους.
( 46 ) Συγκεκριμένα, με την αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλαν, οι Timab κ.λπ. αντιπαραθέτουν τις σκέψεις 104 και 105 στη σκέψη 122 της εν λόγω αποφάσεως, εσφαλμένως κατά την άποψή μου, δεδομένου ότι οι δύο πρώτες αυτές σκέψεις αφορούν τα στοιχεία που κοινοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς –μεταξύ άλλων την πιθανή κλίμακα προστίμων– ενώ η τρίτη από τις εν λόγω σκέψεις αναφέρεται στις συνέπειες, όσον αφορά την επιείκεια, του γεγονότος ότι ένα τμήμα της περιόδου της παραβάσεως δεν λαμβανόταν πλέον υπόψη λόγω των δηλώσεων των αναιρεσειουσών.
( 47 ) Με τη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε, ορθώς, ότι «ενώ η πολιτική της επιείκειας αποσκοπεί στη δημοσιοποίηση των συμπράξεων και στη διευκόλυνση, συναφώς, των καθηκόντων της Επιτροπής, η πολιτική διευθετήσεως διαφορών εξυπηρετεί περισσότερο την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας στον τομέα των συμπράξεων [χάρη σε] μια απλοποιημένη διαδικασία», η οποία περιγράφεται με τις σκέψεις 60 επ. της αποφάσεως αυτής. Βλ., επίσης, το σημείο 1 της ανακοινώσεως για τη διευθέτηση διαφορών.
( 48 ) Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παρατίθενται με ακρίβεια τα βαλλόμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν ειδικώς την αίτηση αυτή, επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ή του οικείου λόγου αναιρέσεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑603/13 P, EU:C:2016:38, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 49 ) Με το εν λόγω υπόμνημα, οι Timab κ.λπ. υποστηρίζουν λακωνικά ότι «το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε, αφενός, να επιβεβαιώνει ότι δυνάμει της ανακοινώσεως για τη διευθέτηση διαφορών “η Επιτροπή δεν διαπραγματεύεται το ζήτημα της ύπαρξης παράβασης” και, αφετέρου, να προσδίδει στις ανεπίσημες συζητήσεις την αξία διαπραγματεύσεων χαρακτηριζομένων από υποτιθέμενη συμφωνία των αναιρεσειουσών σχετικά με τη συμμετοχή τους στην παράβαση πριν από το 1993».
( 50 ) Η διάταξη αυτή ρητώς επιτάσσει «[ο]ι προβαλλόμενοι λόγοι και επιχειρήματα [να] προσδιορίζουν με ακρίβεια τα σημεία του σκεπτικού της αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου που αμφισβητούνται». Βλ., επίσης, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής (C‑295/12 P, EU:C:2014:2062, σκέψεις 29, 30 και 78 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 51 ) Με την απόφαση της 22ας Ιουνίου 2016, DK Recycling und Roheisen κατά Επιτροπής (C‑540/14 P, EU:C:2016:469, σκέψεις 62 επ.), επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαδικασίας του Δικαστηρίου, «κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία». Ωστόσο, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εξαιρέσεως αυτής δεν συντρέχουν εν προκειμένω.
( 52 ) Πράγματι, εκτιμώ ότι τα μέρη που αποχώρησαν από ένα ειδικό καθεστώς όπως είναι η διαδικασία διευθετήσεως διαφορών δεν μπορούν, αφενός, να υποστηρίζουν ότι έτρεφαν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τις ενδεχόμενες συνέπειες του νομικού καθεστώτος στο οποίο επέλεξαν να μην υπαχθούν και, αφετέρου, δεν μπορούν να αξιώνουν να επωφεληθούν μεταχειρίσεως απολύτως ίσης με τη μεταχείριση των μερών που εξακολούθησαν να υπάγονται στο εν λόγω καθεστώς.
( 53 ) Οι αναιρεσείουσες αντλούν την έκφραση αυτή από την αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 622/2008 για τροποποίηση του κανονισμού 773/2004, σύμφωνα με την οποία «τα εμπλεκόμενα μέρη πρέπει να είναι διατεθειμένα να παραδεχθούν τη συμμετοχή τους σε σύμπραξη […], εάν δύνανται να προβλέψουν ευλόγως τα αναμενόμενα πορίσματα της Επιτροπής όσον αφορά τη συμμετοχή τους στην παράβαση και το ύψος των ενδεχομένων προστίμων και συμφωνούν με τα πορίσματα αυτά» (η υπογράμμιση δική μου).
( 54 ) Οι Timab κ.λπ. υποστηρίζουν, αναφερόμενες στο σημείο 318 της επίδικης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή, ακριβώς επειδή δεν συμμορφώθηκε προς το ίδιο κριτήριο αποδεικτικής βεβαιότητας πριν και μετά την αποχώρησή τους από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, δέχθηκε τελικώς ότι δεν μπορούσε να θεωρήσει ότι συμμετείχαν από το 1978 σε μια ενιαία και διαρκή παράβαση.
( 55 ) Οι αναιρεσείουσες αντλούν την έκφραση αυτή από το σημείο 37 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006 για να προβάλουν εκ νέου αιτιάσεις σχετικά με τη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε σε πραγματοποιηθείσα από την Επιτροπή «αναπροσαρμογή του τρόπου υπολογισμού του προστίμου». Εντούτοις, ευθύς εξαρχής υπογραμμίζω ότι το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως αρνήθηκε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 τυγχάνουν εφαρμογής στους δύο αυτούς τύπους διαδικασίας, όπως βεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, με τις σκέψεις 74 και 82 της εν λόγω αποφάσεως.
( 56 ) Οι αναιρεσείουσες αναφέρονται εν προκειμένω στο σημείο 16 της ανακοινώσεως για τη διευθέτηση διαφορών, που προβλέπει ότι «[α]υτή η έγκαιρη αποκάλυψη πληροφοριών στο πλαίσιο των συνομιλιών για τη διευθέτηση μιας διαφοράς […] επιτρέπει στα ενδιαφερόμενα μέρη να πληροφορηθούν περί των σημαντικότερων στοιχείων που έχουν ληφθεί υπόψη μέχρι τούδε, όπως […] η βαρύτητα και η διάρκεια της πιθανολογούμενης σύμπραξης, […] ο υπολογισμός του εύρους των ενδεχόμενων προστίμων […]. Τοιουτοτρόπως τα ενδιαφερόμενα μέρη θα μπορέσουν να υποστηρίξουν τις θέσεις τους σχετικά με ενδεχόμενες αιτιάσεις κατ’ αυτών και θα είναι σε θέση να αποφασίσουν βάσει των κατάλληλων πληροφοριών εάν θα προχωρήσουν ή όχι σε διαδικασία για τη διευθέτηση της διαφοράς» (η υπογράμμιση δική μου).
( 57 ) Η Επιτροπή αναφέρεται, συναφώς, στη σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι «είναι αναμενόμενο να αναθεωρηθεί η ανταμοιβή λόγω επιείκειας όταν η δήλωση στο πλαίσιο της αιτήσεως περί επιείκειας αφορά, εν μέρει, περίοδο η οποία δεν ελήφθη υπόψη. Ομοίως, δεδομένου ότι η δήλωση των προσφευγουσών αποτελούσε το στοιχείο που καθιστούσε δυνατή την επέκταση της διάρκειας της ίδιας τους της συμμετοχής, η αρχικώς προβλεφθείσα μείωση “εκτός επιείκειας” κατέστη επίσης άνευ σημασίας» (η υπογράμμιση δική μου).
( 58 ) Βλ. σκέψεις 52 και 57 καθώς και σκέψεις 123 έως 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 59 ) Μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Μαΐου 2013, Quinn Barlo κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑70/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:351, σκέψη 26), καθώς και της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Koninklijke Wegenbouw Stevin κατά Επιτροπής (C‑586/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:863, σκέψη 26).
( 60 ) Μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 2013, Kone κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑510/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:696, σκέψη 76), καθώς και της 14ης Ιουνίου 2016, Marchiani κατά Κοινοβουλίου (C‑566/14 P, EU:C:2016:437, σκέψη 77), πέραν της νομολογίας του Γενικού Δικαστηρίου που παρατίθεται στη σκέψη 123 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 61 ) Μεταξύ άλλων, απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2013, Kone κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑510/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:696, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά τη δυνατότητα της Επιτροπής να προσαρμόζει την προηγούμενη πρακτική της στον τομέα των προστίμων για να ληφθούν υπόψη μεταβολές των συνθηκών, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τη συχνότητα, την περιπλοκότητα και τη σοβαρότητα των παραβάσεων, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 169, 191 και 227), καθώς και τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott επί της υποθέσεως Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:248, σημεία 169 έως 174 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 62 ) Μεταξύ άλλων, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 188).
( 63 ) Το σημείο 37 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006, στο οποίο αναφέρονται οι αναιρεσείουσες, αναφέρει, εξάλλου, ρητώς ότι «οι ιδιαιτερότητες μίας ορισμένης υπόθεσης ή η ανάγκη διασφάλισης του αποτρεπτικού χαρακτήρα του προστίμου, μπορεί να δικαιολογούν απόκλιση από τη [γενική] μεθοδολογία » η οποία εκτίθεται στις κατευθυντήριες αυτές γραμμές.
( 64 ) Διατυπώσεις που περιέχονται στο σημείο 16 της ανακοινώσεως για τη διευθέτηση διαφορών, το οποίο παρατίθεται στην υποσημείωση 56 των παρουσών προτάσεων (η υπογράμμιση δική μου).
( 65 ) Υπενθυμίζω ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς, οι Timab κ.λπ. δεν είχαν αμφισβητήσει τη συμμετοχή τους για την περίοδο από το 1978 έως το 1993, όπως έπραξαν μετά την αποχώρησή τους από τη διαδικασία αυτή.
( 66 ) Από την αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 622/2008, το άρθρο 10α του κανονισμού 773/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον τελευταίο αυτό κανονισμό, καθώς και τα σημεία 5, 20 έως 22 και 27 έως 32 της ανακοινώσεως για τη διευθέτηση διαφορών προκύπτει ότι, όπως οι επιχειρήσεις είναι ελεύθερες να αποχωρήσουν από τη διαδικασία διευθετήσεως διαφορών, και η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να τροποποιήσει το ύψος του προστίμου ή να θέσει τέρμα στη διαδικασία αυτή, λαμβάνοντας υπόψη νέα στοιχεία, ενόσω δεν έχει εκδοθεί τελική απόφαση (βλ., μεταξύ άλλων, Bernardeau, L., και Christienne, J.‑P., όπ.π., σημεία I.738 και I.749).
( 67 ) Όπως ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 96, 123 και 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 68 ) Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι Timab κ.λπ. είχαν λάβει λεπτομερή γνώση του τρόπου με τον οποίο είχε υπολογίσει την προβλεπόμενη κλίμακα προστίμων, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που αφορούσαν τις ενδεχόμενες μειώσεις, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς..
( 69 ) Από τις σκέψεις 82 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η αύξηση του τελικού ποσού του προστίμου συνδέεται και με τον καθορισμό της βάσεως υπολογισμού του, δεδομένου ότι η αξία των πωλήσεων των Timab κ.λπ. αυξήθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια της περιόδου που ήταν η μόνη που ελήφθη υπόψη με την επίδικη απόφαση (βλ. Idot, L., «Cartels et procédure de transaction», Europe, 2015, αριθ. 7, σχόλιο 267, σημείο 1).
( 70 ) Οι παραχωρήσεις των μερών που δέχονται να συμβιβαστούν συνίστανται στην παραδοχή των αιτιάσεων, στην αποδοχή ανώτατου ορίου του προστίμου, στην παραδοχή ότι τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβάλουν τις παρατηρήσεις τους καθώς και στην παραίτηση από τη δυνατότητα να ζητήσουν ευρύτερη πρόσβαση στο φάκελο της υποθέσεως και ακρόαση (βλ. άρθρο 10α του κανονισμού 773/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 622/2008, και σημείο 20 της ανακοινώσεως για τη διευθέτηση διαφορών).
( 71 ) Βλ. σημείο 19 και, κατ’ αναλογίαν, σημείο 29 της ανακοινώσεως για τη διευθέτηση διαφορών.
( 72 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 622/2008.
( 73 ) Συναφώς, βλ. Idot, L., όπ.π., σημείο 1, και Idot, L., « Le Tribunal de l’Union se prononce pour la première fois sur la procédure de transaction », Revue des contrats, 2015, αριθ. 4, σ. 928.
( 74 ) Η Επιτροπή παραπέμπει, συναφώς, στα σημεία 320 επ. της επίδικης αποφάσεως, τα οποία συνοψίζονται στις σκέψεις 17 έως 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου εκτίθενται, για όλα τα μέλη της συμπράξεως, οι λεπτομέρειες του τρόπου υπολογισμού των προστίμων τους, με λεπτομερή αναφορά των ποσών που έγιναν δεκτά σε κάθε στάδιο.
( 75 ) Μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κ.λπ. κατά Siemens Österreich κ.λπ. (C‑231/11 P έως C‑233/11 P, EU:C:2014:256, σκέψη 105), καθώς και της 12ης Ιουνίου 2014, Deltafina κατά Επιτροπής (C‑578/11 P, EU:C:2014:1742, σκέψη 75).
( 76 ) Μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κ.λπ. κατά Siemens Österreich κ.λπ. (C‑231/11 P έως C‑233/11 P, EU:C:2014:256, σκέψη 106)· της 12ης Νοεμβρίου 2014, Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 51), καθώς και παρατιθέμενη στις σκέψεις 72 και 201 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως νομολογία.
( 77 ) Δεν αντιλαμβάνομαι, μεταξύ άλλων, για ποιο λόγο οι Timab κ.λπ. υποστηρίζουν ότι τα μέρη που δέχτηκαν να συμβιβαστούν έτυχαν ευνοϊκότερης μεταχειρίσεως διότι είχαν δήθεν μεγαλύτερη «δυνατότητα να προβλέψουν το ύψος του προστίμου που επρόκειτο να τους επιβληθεί».
( 78 ) Βλ. υποσημείωση 48 των παρουσών προτάσεων.
( 79 ) Πράγματι, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας J. Kokott με τις προτάσεις της επί της υποθέσεως Pilkington Group κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑101/15 P, EU:C:2016:258, σημείο 96 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), «στο πλαίσιο επιβολής κυρώσεων για παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως τηρείται όταν για όλους τους μετέχοντες στη σύμπραξη εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια για τον υπολογισμό των προστίμων που τους επιβάλλονται, ώστε να μην χρησιμοποιούνται δύο διαφορετικά μέτρα προκειμένου να κριθεί από ποιοτικής απόψεως η ίδια παράβαση των κανόνων περί συμπράξεων». Εντούτοις, η λήψη υπόψη των ίδιων παραμέτρων υπολογισμού δεν εμποδίζει την Επιτροπή να συνεκτιμά, για το ύψος του προστίμου, ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις που χαρακτηρίζουν κάποιον από τους μετέχοντες στη σύμπραξη.
( 80 ) Βλ. σκέψεις 71 έως 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, στο ίδιο πνεύμα, σκέψη 216 της εν λόγω αποφάσεως.
( 81 ) Βλ. σκέψεις 160 έως 164 και 201 έως 206 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με το τελευταίο αυτό απόσπασμα της αποφάσεώς του, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, ορθώς, ότι η μείωση του ύψους του προστίμου που χορηγήθηκε σε άλλο μέλος της συμπράξεως και η μη μείωση του προστίμου που επιβλήθηκε στις αναιρεσείουσες ήταν αποτέλεσμα αντικειμενικής αναλύσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή σύμφωνα με το σημείο 35 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006, δεδομένου ότι η ικανότητα πληρωμής του προστίμου των αναιρεσειουσών δεν ήταν συγκρίσιμη με την ικανότητα του εν λόγω άλλου μέλους της συμπράξεως.
( 82 ) Οι αναιρεσείουσες αναφέρονται ρητώς στο ακόλουθο απόσπασμα της εν λόγω σκέψεως: «κατά την ακρόαση της 24ης Φεβρουαρίου 2010, [η Επιτροπή] ζήτησε από τις προσφεύγουσες να διευκρινίσουν τη σχέση μεταξύ της αιτήσεώς τους περί επιείκειας και των προγενέστερων του 1993 πραγματικών περιστατικών και δήλωσε ότι ο νέος χαρακτηρισμός της παραβάσεως θα μπορούσε να επηρεάσει τον υπολογισμό των προστίμων και, ιδίως, την προστιθέμενη αξία της συνεργασίας [των] Timab [κ.λπ.]» (λέξη υπογραμμισμένη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως).
( 83 ) Οι Timab κ.λπ. υποστηρίζουν ότι η έννοια της «συνεργασίας» περιλαμβάνει τόσο τις χορηγηθείσες κατ’ εφαρμογή των κανόνων περί επιείκειας μειώσεις όσο και τις εκτός του πλαισίου αυτού χορηγηθείσες. Με τις σκέψεις 92 και 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την παρατιθέμενη στις σκέψεις αυτές νομολογία, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να ανταμείψει μια συνεργασία με μείωση του προστίμου, όταν η εν λόγω συνεργασία δεν είναι ικανή να διευκολύνει την έρευνα –διευκολύνοντας τη διαπίστωση της παραβάσεως και, ενδεχομένως, την παύση της– και τούτο τόσο δυνάμει της ανακοινώσεως για την επιεική μεταχείριση (την οποία το Γενικό Δικαστήριο αποκαλεί «ανακοίνωση περί συνεργασίας») όσο και δυνάμει της συνεργασίας «εκτός επιείκειας».
( 84 ) Ως προς τις μειώσεις που εξέταζε η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς, βλ. σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.
( 85 ) Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι επιπτώσεις της εν λόγω αρνήσεως στον υπολογισμό του προστίμου, τις οποίες επισήμανε στις Timab κ.λπ., θα ήταν, εξάλλου, ακριβώς οι ίδιες εάν δεν είχε ποτέ λάβει χώρα προσπάθεια διευθετήσεως της διαφοράς ή εάν, στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις είχαν ήδη κατά το στάδιο αυτό επιτυχώς αμφισβητήσει τη συμμετοχή τους στην παράβαση για την περίοδο που προηγήθηκε του 1993.
( 86 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Ιουνίου 2016, Marchiani κατά Κοινοβουλίου (C‑566/14 P, EU:C:2016:437, σκέψη 113).
( 87 ) Βλ. σημεία 19 επ. των παρουσών προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy