ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 1ης Ιουνίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C-521/15
Βασίλειο της Ισπανίας
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Προσβολή της εκτελεστικής αποφάσεως (ΕΕ) 2015/1289 του Συμβουλίου για την επιβολή προστίμου στην Ισπανία για την παραποίηση των στοιχείων του ελλείμματος στην Αυτόνομη Κοινότητα της Βαλένθια – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Εκτελεστική αρμοδιότητα βάσει του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ – Κανονισμός (ΕΕ) 1173/2011 – Κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση 2012/678/ΕΕ – Κανονισμός (ΕΚ) 479/2009 – Δικαιώματα άμυνας – Δικαίωμα χρηστής διοικήσεως – Παρουσίαση ανακριβών στοιχείων – Βαριά αμέλεια – Υπολογισμός προστίμου – Αρχή της μη αναδρομικότητας»
I. Εισαγωγή
1.
Με την υπό κρίση προσφυγή ακυρώσεως, η Ισπανία βάλλει κατά αποφάσεως του Συμβουλίου με την οποία αυτό επέβαλε πρόστιμο στην Ισπανία λόγω παρουσιάσεως ανακριβών στοιχείων του ελλείμματος στην αυτόνομη κοινότητα της Βαλένθια ( 2 ). Η αρμοδιότητα του Συμβουλίου για την επιβολή τέτοιων προστίμων προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1173/2011 για την αποτελεσματική επιβολή της δημοσιονομικής εποπτείας στη ζώνη του ευρώ ( 3 ).
2.
Ο ανωτέρω κανονισμός συνιστά τμήμα του κοινώς καλούμενου «Six Pack», μιας δέσμης πράξεων του παράγωγου δικαίου με την οποία επιδιώκεται κυρίως η αντιμετώπιση των αδυναμιών του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που αναδείχθηκαν λόγω της κρίσης δημοσίου χρέους. Οι εν λόγω πράξεις παρέχουν στο Συμβούλιο ορισμένες εξουσίες επιβολής κυρώσεων με σκοπό να ενισχυθεί η αξιοπιστία του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης που αφορά τη δημοσιονομική εποπτεία. Το πλαίσιο αυτό βρίσκει έρεισμα στο πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης στα άρθρα 126 ΣΛΕΕ και 136 ΣΛΕΕ.
3.
Η δημοσιονομική εποπτεία σκοπεί στην τήρηση των τιμών αναφοράς για το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 1 του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος (πρωτόκολλο ΔΥΕ) ( 4 ). Κατά το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου ΔΥΕ, τα κράτη μέλη οφείλουν να γνωστοποιούν τακτικά στην Επιτροπή τα στοιχεία σχετικά με το έλλειμμα και το χρέος τους.
4.
Για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής εποπτείας, τα στοιχεία που γνωστοποιούν τα κράτη μέλη επιβάλλεται να παρέχουν επαρκείς πληροφορίες. Τούτο προϋποθέτει, ιδίως, ότι τα κράτη μέλη τηρούν τους λογιστικούς κανόνες του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών (ΕΣΛ) ( 5 ). Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011 έχει ως σκοπό να αποτρέψει την εκ προθέσεως ή βαριάς αμέλειας παράβαση αυτών των λογιστικών κανόνων.
5.
Η εξεταζόμενη περίπτωση έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι το Συμβούλιο άσκησε πρώτη φορά ( 6 ) την εξουσία του περί επιβολής προστίμου λόγω παρουσιάσεως ανακριβών στοιχείων ελλείμματος ή χρέους.
6.
Τούτο εξηγεί και το ευρύ φάσμα των ζητημάτων που ανακύπτουν. Αυτά αφορούν, πέραν της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου για την προκειμένη περίπτωση, την τήρηση των διαδικαστικών δικαιωμάτων, τις μεμονωμένες προϋποθέσεις επιβολής προστίμου, καθώς και τον υπολογισμό του προστίμου. Ως προς τα διαδικαστικά ζητήματα καθίσταται δυνατή η εκτίμηση με βάση την υφιστάμενη νομολογία του Δικαστηρίου. Κατά τα λοιπά, πρόκειται για αχαρτογράφητα εδάφη.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Ο Οργανισμός του Δικαστηρίου
7.
Το άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ρυθμίζει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου:
«Κατά παρέκκλιση από τον κανόνα της παραγράφου 1 του άρθρου 256, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάγονται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου οι προσφυγές τις οποίες ασκεί, κατά τα άρθρα 263 και 265 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κράτος μέλος:
α)
κατά πράξεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου ή κατά παραλείψεώς τους να αποφασίσουν, ή κατά πράξεως ή παραλείψεως αμφοτέρων αυτών των θεσμικών οργάνων όταν συναποφασίζουν, εξαιρουμένων:
–
[…]
–
[…]
–
των πράξεων του Συμβουλίου με τις οποίες αυτό ασκεί εκτελεστικές αρμοδιότητες σύμφωνα με την τρίτη παύλα, του άρθρου 291, παράγραφος 2, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
β) […]».
8.
Η ρύθμιση αυτή θεσπίσθηκε πρώτη φόρα με απόφαση του Συμβουλίου της 26ης Απριλίου 2004 ( 7 ). Κατά την αιτιολογική σκέψη 4 της εν λόγω αποφάσεως «θα πρέπει να υπάρξει σημαντικής εκτάσεως μεταβίβαση αρμοδιότητας στο Πρωτοδικείο προς εκδίκαση των υποθέσεων σε πρώτο βαθμό, τα δε κριτήρια της κατανομής θα πρέπει να είναι επαρκώς σαφή ώστε η εφαρμογή τους να μη δημιουργεί αμφιβολίες στα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη».
9.
Η αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου για προσφυγές κατά εκτελεστικών μέτρων διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 5:
«Οι προσφυγές που ασκούνται από τα κράτη μέλη και στρέφονται κατά πράξεων του Συμβουλίου μέσω των οποίων αυτό ασκεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα από το τρίτο εδάφιο του άρθρου 202 της συνθήκης ΕΚ [κατόπιν τροποποιήσεως, πλέον, άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ], εκτελεστικές αρμοδιότητες θα πρέπει να υπάγονται στην αρμοδιότητα του [Γενικού Δικαστηρίου]. Πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες το Συμβούλιο, είτε επεφύλαξε για το ίδιο την εκτελεστική αρμοδιότητα, είτε κατέληξε να ασκεί αυτές τις αρμοδιότητες στα πλαίσια μιας διαδικασίας “επιτροπολογίας”.»
Β. Ο κανονισμός 479/2009
10.
Η υποχρέωση των κρατών μελών να υποβάλλουν στοιχεία τα οποία αφορούν το δημόσιο έλλειμμα και το ύψος του δημόσιου χρέους συγκεκριμενοποιείται με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 479/2009 ( 8 ) για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος:
«1 Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή (Eurostat) δύο φορές το χρόνο, την πρώτη φορά πριν από την 1η Απριλίου του τρέχοντος έτους (έτος ν) και τη δεύτερη φορά πριν από την 1η Οκτωβρίου του έτους ν, τα προϋπολογισθέντα και τα πραγματικά δημόσια ελλείμματα και το προϋπολογισθέν και πραγματικό ύψος του δημόσιου χρέους τους.
[…]
2. Πριν από την 1η Απριλίου του έτους ν, τα κράτη μέλη:
α)
γνωστοποιούν στην Επιτροπή (Eurostat) το προϋπολογισθέν δημόσιο έλλειμμα για το έτος ν, την ενημερωμένη τους εκτίμηση όσον αφορά το πραγματικό δημόσιο έλλειμμα για το έτος ν-1 και τα πραγματικά δημόσια ελλείμματα για τα έτη ν-2, ν-3 και ν-4·
β) […]».
11.
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2009 αφορά την αναθεώρηση στοιχείων που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί:
«1. Τα κράτη μέλη πληροφορούν την Επιτροπή (Eurostat), αμέσως μόλις τα σχετικά στοιχεία καταστούν διαθέσιμα, για κάθε σημαντική αναθεώρηση των στοιχείων του πραγματικού και προϋπολογισθέντος δημόσιου ελλείμματος και δημόσιου χρέους τους που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί.»
12.
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 479/2009, η Επιτροπή (Eurostat) αξιολογεί τακτικά την ποιότητα τόσο των πραγματικών στοιχείων που γνωστοποιούνται από τα κράτη μέλη όσο και των σχετικών λογαριασμών του δημόσιου τομέα που καταρτίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό ΕΣΛ 1995. Για τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 11, παράγραφος 1, παρέχει στην Επιτροπή (Eurostat) διερευνητικές αρμοδιότητες:
«1 Η Επιτροπή (Eurostat) εξασφαλίζει μόνιμο διάλογο με τις στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών. Προς τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή (Eurostat) πραγματοποιεί σε όλα τα κράτη μέλη τακτικές επισκέψεις διαλόγου καθώς και ενδεχόμενες μεθοδολογικές επισκέψεις.»
13.
Το άρθρο 11α του κανονισμού 479/2009 συγκεκριμενοποιεί τον σκοπό των επισκέψεων διαλόγου:
«Οι επισκέψεις διαλόγου αποσκοπούν στην επανεξέταση των πραγματικών στοιχείων που γνωστοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 8, στην εξέταση μεθοδολογικών θεμάτων, στη συζήτηση στατιστικών διαδικασιών και πηγών που περιγράφονται στους καταλόγους και στην αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τους λογιστικούς κανόνες. Οι επισκέψεις διαλόγου χρησιμεύουν στον εντοπισμό των κινδύνων ή των δυνητικών προβλημάτων σχετικά με την ποιότητα των γνωστοποιούμενων στοιχείων.»
14.
Το άρθρο 11β, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 479/2009 διευκρινίζει τον λόγο και τον χρόνο που πραγματοποιούνται οι μεθοδολογικές επισκέψεις:
«1. Οι μεθοδολογικές επισκέψεις αποβλέπουν στην εποπτεία των διαδικασιών και στην επαλήθευση των δημόσιων λογαριασμών που αιτιολογούν τα στοιχεία που γνωστοποιήθηκαν και στην εξαγωγή λεπτομερών συμπερασμάτων όσον αφορά την ποιότητα των γνωστοποιούμενων στοιχείων, όπως ορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1.
2. Οι μεθοδολογικές επισκέψεις πραγματοποιούνται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες έχουν εντοπιστεί σαφώς σημαντικοί κίνδυνοι ή προβλήματα ως προς την ποιότητα των στοιχείων.»
Γ. Ο κανονισμός 1173/2011
15.
Η αιτιολογική σκέψη 25 του κανονισμού 1173/2011 εξηγεί γιατί παρέχονται στο Συμβούλιο οι εξουσίες επιβολής κυρώσεων που προβλέπει ο κανονισμός:
«Θα πρέπει να δοθεί στο Συμβούλιο η εξουσία να εκδίδει μεμονωμένες αποφάσεις για την εφαρμογή των κυρώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Στο πλαίσιο του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών που διεξάγεται στο Συμβούλιο κατά το άρθρο 121 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, οι εν λόγω μεμονωμένες αποφάσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συνέχειας των μέτρων που θεσπίζει το Συμβούλιο σύμφωνα με τα άρθρα 121 και 126 της ΣΛΕΕ και τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1466/97 και (ΕΚ) αριθ. 1467/97.»
16.
Η εξουσία του Συμβουλίου να επιβάλει πρόστιμο λόγω παραποιήσεως στατιστικών στοιχείων, καθώς και οι συναφείς αρμοδιότητες της Επιτροπής και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζονται στο άρθρο 8, παράγραφοι 1, 3 και 5 του κανονισμού 1173/2011:
«1. Το Συμβούλιο ενεργώντας βάσει σύστασης της Επιτροπής μπορεί να αποφασίσει να επιβάλει πρόστιμο σε ένα κράτος μέλος το οποίο εκ προθέσεως ή βαριάς αμέλειας παρουσιάζει ανακριβή στοιχεία για το έλλειμμα και το χρέος σ’ ό, τι αφορά την εφαρμογή των άρθρων 121 ή 126 της ΣΛΕΕ ή την εφαρμογή του πρωτοκόλλου για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που επισυνάπτεται στην ΣΕΕ και στην ΣΛΕΕ.
2. […]
3. Για να εντοπισθεί η παρουσίαση ανακριβών στοιχείων κατά την παράγραφο 1 η Επιτροπή μπορεί να διεξάγει κάθε αναγκαία έρευνα. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να κινήσει έρευνα όταν κρίνει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων που ενδέχεται να στοιχειοθετούν παρουσίαση ανακριβών στοιχείων. […]
[…]
Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών γίνονται πλήρως σεβαστά από την Επιτροπή τα δικαιώματα υπεράσπισης του οικείου κράτους μέλους.
4. […]
5. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία για τον έλεγχο των αποφάσεων διά των οποίων το Συμβούλιο επιβάλλει πρόστιμο σύμφωνα με την παράγραφο 1. Το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να αυξήσει το επιβληθέν πρόστιμο.»
17.
Το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 1173/2011 εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 11 σχετικά με τη διαδικασία έρευνας (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων υπερασπίσεως του οικείου κράτους μέλους) και το ύψος του προστίμου. Η Επιτροπή, ασκώντας την εξουσία αυτή, εξέδωσε την κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση 2012/678/ΕΕ ( 9 ).
18.
Όπως ορίζει το άρθρο 14 του κανονισμού 1173/2011, ο εν λόγω κανονισμός τέθηκε σε ισχύ την 20ή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δημοσίευση αυτή έγινε στις 23 Νοεμβρίου 2011.
Δ. Η κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση 2012/678
19.
Η κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση 2012/678 σχετικά με τις έρευνες και τα πρόστιμα για την παραποίηση στατιστικών στοιχείων, που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1173/2011 περιέχει, στην αιτιολογική σκέψη 8, ορισμένα στοιχεία σχετικά με τον τρόπο κατά τον οποίο η Επιτροπή πρέπει να επιβεβαιώνει ότι υφίστανται σοβαρές ενδείξεις παραποιήσεως στατιστικών στοιχείων:
«Πριν από την εκκίνηση έρευνας, η οποία έχει ως σκοπό να επιβεβαιώσει μια υπόνοια, έπειτα από σοβαρές ενδείξεις παρουσίασης ανακριβών στοιχείων σχετικά με το πραγματικό έλλειμμα και το πραγματικό χρέος, πραγματοποιείται κατά κανόνα μεθοδολογική επίσκεψη από την Επιτροπή (Eurostat), σύμφωνα με το άρθρο 11β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2009 […].»
20.
Η αιτιολογική σκέψη 9 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 συγκεκριμενοποιεί τις περιπτώσεις οι οποίες δεν συνιστούν παρουσίαση ανακριβών στοιχείων:
«Κατά την αξιολόγηση του τι συνιστά ανακριβή παρουσίαση στοιχείων σχετικά με το έλλειμμα και το χρέος κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1173/2011, η λανθασμένη εφαρμογή των λογιστικών κανόνων του ΕΣΛ 95 που δεν οφείλεται σε πρόθεση ούτε σε βαριά αμέλεια δεν θα πρέπει να θεωρείται ανακριβής παρουσίαση στοιχείων. Από την εφαρμογή της παρούσας απόφασης θα πρέπει να εξαιρούνται επίσης οι αναθεωρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών αναθεωρήσεων λόγω αλλαγών στη μεθοδολογία για όλα τα προηγούμενα έτη, που εξηγούνται σαφώς και επαρκώς, τα ασήμαντα σφάλματα […]».
21.
Το δεύτερο εδάφιο της αιτιολογικής σκέψεως 10 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 προσδιορίζει την έννοια της βαριάς αμέλειας:
«Μια ενέργεια ή μια παράλειψη χωρίς πρόθεση θα πρέπει να θεωρείται περίπτωση βαριάς αμέλειας, όταν το αρμόδιο πρόσωπο για την παραγωγή των στοιχείων για το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος παραβιάζει κατάφωρα το καθήκον αρωγής που υπέχει.»
22.
Η αιτιολογική σκέψη 15 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 περιέχει την εξής διευκρίνιση:
«Η παρούσα απόφαση θα πρέπει να εκδοθεί με την επιφύλαξη της άσκησης των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής (Eurostat) βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2009.»
23.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 ορίζει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχει η Επιτροπή, πριν από την έναρξη της σχετικής έρευνας, στο κράτος μέλος για το οποίο έχει την υπόνοια ότι παρουσίασε ανακριβή στατιστικά στοιχεία:
«Η Επιτροπή κοινοποιεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την απόφασή της να κινήσει έρευνα, ενημερώνοντάς το σχετικά [με] τις σοβαρές ενδείξεις που έχει ως προς την ύπαρξη γεγονότων που ενδέχεται να στοιχειοθετούν παρουσίαση ανακριβών στοιχείων για το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, εξαιτίας παραποίησης των εν λόγω στοιχείων από πρόθεση ή βαριά αμέλεια.»
24.
Το άρθρο 2, παράγραφος 3, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 συνδέεται με την αιτιολογική σκέψη 8:
«Η Επιτροπή μπορεί να επιλέξει να μην διενεργήσει τέτοια έρευνα πριν από τη διεξαγωγή μεθοδολογικής επίσκεψης, σύμφωνα με απόφαση που έχει λάβει η Επιτροπή (Eurostat) βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2009.»
25.
Τα άρθρα 6, 10 και 11 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 παρέχουν στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δικαίωμα ακροάσεως, προσβάσεως στον φάκελο, καθώς και νομικής εκπροσωπήσεως.
26.
Το άρθρο 14 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 αφορά τον υπολογισμό του επιβαλλόμενου προστίμου:
«1. Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι το πρόστιμο που προτείνει στη σύστασή της είναι αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό. Το πρόστιμο καθορίζεται με βάση ένα ποσό αναφοράς που μπορεί να ρυθμίζεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω, όταν λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
2. Το ποσό αναφοράς ισούται με το 5 % των ανακριβών στοιχείων που παρουσιάστηκαν σχετικά με το δημόσιο έλλειμμα ή των ανακριβών στοιχείων που παρουσιάστηκαν σχετικά με το δημόσιο χρέος του κράτους μέλους –ανάλογα με το ποια ανακριβή στοιχεία είχαν τον μεγαλύτερο αντίκτυπο– για τα σχετικά έτη που αφορά η κοινοποίηση στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.
3. Εάν ληφθεί υπόψη το ανώτατο ύψος που καθορίζεται στο άρθρο 13, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της, σε κάθε περίπτωση, όταν είναι σκόπιμο, τις ακόλουθες περιστάσεις:
α)
τη σοβαρότητα και τις ευρύτερες επιπτώσεις της παρουσίασης ανακριβών στοιχείων: ειδικότερα, τον αντίκτυπο της παρουσίασης ανακριβών στοιχείων στη λειτουργία της ενισχυμένης οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης·
[…]
δ)
την επανάληψη, τη συχνότητα ή τη διάρκεια της παρουσίασης ανακριβών στοιχείων από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος· σε τέτοιες περιπτώσεις, το ποσό αναφοράς είναι το μεγαλύτερο που εντοπίζεται και πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό των ετών κατά τα οποία σημειώθηκε η εν λόγω παρουσίαση ανακριβών στοιχείων, κατά την τετραετία που έπεται της τελευταίας κοινοποίησης·
ε)
τον βαθμό επιμέλειας και συνεργασίας κατά την έρευνα ή, εναλλακτικά, τον βαθμό παρεμπόδισης της έρευνας, που θα επιδείξει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για τον εντοπισμό της παρουσίασης ανακριβών στοιχείων και κατά την πορεία των ερευνών.»
27.
Με βάση το άρθρο 16 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 η εν λόγω απόφαση τέθηκε σε ισχύ την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δημοσίευση αυτή έγινε στις 6 Νοεμβρίου 2012.
III. Το ιστορικό της διαφοράς και η προσβαλλόμενη απόφαση
28.
Στις 30 Μαρτίου 2012, η Ισπανία γνωστοποίησε στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ), το ύψος των πραγματικών και των προϋπολογισθέντων δημοσίων ελλειμμάτων για τα έτη 2008 έως 2012.
29.
Στις 17 Μαΐου 2012, η Ισπανία αναθεώρησε τα στοιχεία περί ελλειμμάτων τα οποία είχε γνωστοποιήσει τον Μάρτιο του 2012, διότι κατά τα έτη 2008 έως 2011 ορισμένες αυτόνομες κοινότητες είχαν πραγματοποιήσει περισσότερες δαπάνες από αυτές που δήλωσαν στις αρμόδιες εθνικές αρχές. Η διαφορά ανερχόταν συνολικά σε 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ (σχεδόν 0,4 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος)· από το ποσό αυτό 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ αφορούσαν μόνον την αυτόνομη κοινότητα της Βαλένθια.
30.
Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή επισκέφθηκε τέσσερις φορές την Ισπανία: τον Μάιο, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο του 2012, καθώς και τον Σεπτέμβριο του 2013.
31.
Με απόφαση της 11ης Ιουλίου 2014, η Επιτροπή ξεκίνησε έρευνα σε σχέση με ενδεχόμενη παραποίηση των στατιστικών στοιχείων στην αυτόνομη κοινότητα της Βαλένθια.
32.
Στην έκθεση της 7ης Μαΐου 2015 ( 10 ), η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, επί πολλά έτη, οι δαπάνες για την υγεία δεν καταχωρούνταν ορθώς στην αυτόνομη κοινότητα της Βαλένθια. Το Ελεγκτικό Συνέδριο της αυτόνομης κοινότητας επισήμανε επανειλημμένως, στις ετήσιες εκθέσεις του, τις μη καταχωρισθείσες δαπάνες. Ωστόσο, η αρμόδια αρχή της αυτόνομης κοινότητας δεν προέβη σε καμία ενέργεια. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή συνήγαγε το συμπέρασμα ότι τα στοιχεία για το δημόσιο έλλειμμα τα οποία υπέβαλε η Ισπανία τον Μάρτιο του 2012 δεν ήταν ορθά και ότι η Ισπανία επέδειξε, συναφώς, βαριά αμέλεια. Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή απηύθυνε προς το Συμβούλιο τη σύσταση να επιβάλει πρόστιμο στην Ισπανία δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011.
33.
Το Συμβούλιο δέχθηκε τη σύσταση αυτή και επέβαλε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, πρόστιμο ύψους 18,93 εκατομμυρίων ευρώ.
34.
Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην Ισπανία στις 20 Ιουλίου 2015 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 28 Ιουλίου 2015.
35.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, η Ισπανία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Τον Νοέμβριο του 2015, το Συμβούλιο διόρθωσε τον τίτλο της προσβαλλομένης αποφάσεως: από «απόφαση» σε «εκτελεστική απόφαση» ( 11 ).
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
36.
Η Ισπανία ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2015/1289 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015,
–
επικουρικώς, να περιορίσει την κρίσιμη περίοδο για τον υπολογισμό του προστίμου μόνο στην περίοδο που έπεται της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 1173/2011 και να μειώσει αναλόγως το επιβληθέν πρόστιμο, και
–
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
37.
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να διαπιστώσει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της προσφυγής και να παραπέμψει τη διαφορά σε αυτό,
–
επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή και
–
να καταδικάσει την Ισπανία στα δικαστικά έξοδα.
38.
Η Επιτροπή παρενέβη στη διαφορά υπέρ του Συμβουλίου. Οι διάδικοι κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και τις ανέπτυξαν προφορικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Απριλίου 2017.
V. Νομική εκτίμηση
39.
Η προσφυγή ακυρώσεως στηρίζεται σε τέσσερις λόγους: πρώτον, η Ισπανία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα δικαιώματα άμυνας της Ισπανίας στο πλαίσιο της έρευνάς της (σχετικά υπό B). Δεύτερον, η Ισπανία προβάλλει προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως (σχετικά υπό Γ). Τρίτον, η Ισπανία διατείνεται ότι δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την επιβολή προστίμου (σχετικά υπό Δ). Τέταρτον, η Ισπανία αμφισβητεί τον υπολογισμό του επιβληθέντος προστίμου (σχετικά υπό Ε).
40.
Πάντως, πριν εξετασθούν επί της ουσίας οι ανωτέρω λόγοι προσφυγής, πρέπει να διευκρινισθεί αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της συγκεκριμένης προσφυγής (σχετικά υπό A).
Α. Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
41.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η προκειμένη διαδικασία δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αλλά του Γενικού Δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 54, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόδιο για την εκδίκαση προσφυγής είναι το Γενικό Δικαστήριο, την παραπέμπει σε αυτό.
42.
Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δεν συνάγεται από το άρθρο 8, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1173/2011. Τούτο ορίζει, βεβαίως, ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία για τον έλεγχο των αποφάσεων διά των οποίων το Συμβούλιο επιβάλλει πρόστιμο σύμφωνα με την παράγραφο 1. Ωστόσο, η έννοια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιείται, εν προκειμένω, ως γενική έννοια όπως στο άρθρο 19, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, δηλαδή δεν καθορίζει αν αρμόδιο για τον έλεγχο είναι το Δικαστήριο ή το Γενικό Δικαστήριο ( 12 ). Επίσης, ο κανονισμός 1173/2011 δεν θα μπορούσε να θεσπίσει αρμοδιότητα κατά παρέκκλιση από τις Συνθήκες και τον Οργανισμό του Δικαστηρίου. Επομένως, είναι κρίσιμοι οι γενικοί κανόνες περί αρμοδιότητας.
1. Η αρμοδιότητα για την προσβολή εκτελεστικών μέτρων
43.
Κατά το άρθρο 256, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται σε πρώτο βαθμό επί προσφυγών που αναφέρονται στο άρθρο 263. Το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του Οργανισμού του Δικαστηρίου ορίζει εξαιρέσεις από την αρχή αυτή: οι προσφυγές ακυρώσεως που ασκεί κράτος μέλος, μεταξύ άλλων, κατά πράξεων του Συμβουλίου υπάγονται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Εντούτοις, το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τρίτη περίπτωση, εξαιρεί εκ νέου από την ανωτέρω πρόβλεψη τις προσφυγές κατά πράξεων του Συμβουλίου με τις οποίες αυτό ασκεί εκτελεστικές αρμοδιότητες σύμφωνα με το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ· για τις περιπτώσεις αυτές είναι αρμόδιο το Γενικό Δικαστήριο.
44.
Στην υπό κρίση υπόθεση, ένα κράτος μέλος, η Ισπανία, προσφεύγει κατά πράξεως του Συμβουλίου και συγκεκριμένα κατά της αποφάσεως περί επιβολής κυρώσεως της 13ης Ιουλίου 2015. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η αρμοδιότητα που απονέμει το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011 στο Συμβούλιο, προκειμένου αυτό να επιβάλει πρόστιμο σε κράτος μέλος σε περίπτωση παρουσιάσεως ανακριβών στατιστικών στοιχείων, συνιστά εκτελεστική αρμοδιότητα κατά την έννοια του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Εάν τούτο γινόταν δεκτό, θα ίσχυε η εξαίρεση του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τρίτη περίπτωση, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δηλαδή το Γενικό Δικαστήριο θα ήταν αρμόδιο για την εκδίκαση της προσφυγής της Ισπανίας και το Δικαστήριο θα έπρεπε να παραπέμψει την υπόθεση σε αυτό.
45.
Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας αποφάσεως του Συμβουλίου δεν μπορεί να εξαρτάται από τον τρόπο κατά τον οποίο το Συμβούλιο χαρακτηρίζει τυπικά την απόφαση ( 13 ). Επομένως, το ότι το Συμβούλιο συμπλήρωσε εκ των υστέρων τον προσδιορισμό «εκτελεστική» στον τίτλο της επίδικης αποφάσεως για να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 291, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι πρόκειται για εκτελεστική πράξη κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ή του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τρίτη περίπτωση, του Οργανισμού.
46.
Αντιστρόφως, το γεγονός ότι ο κανονισμός 1173/2011 δεν περιέχει καμία αναφορά στο άρθρο 291 ΣΛΕΕ δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η αρμοδιότητα λήψεως αποφάσεως που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, του ανωτέρω κανονισμού να σκοπεί στην έκδοση εκτελεστικής πράξεως, εάν τούτο προκύπτει από άλλα στοιχεία του εν λόγω κανονισμού ( 14 ). Σχετική ένδειξη αποτελεί το ότι η αιτιολογική σκέψη 25 αιτιολογεί ρητώς την αρμοδιότητα του Συμβουλίου, όπως επιτάσσει το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Ωστόσο, έχει καθοριστική σημασία το αν η αρμοδιότητα επιβολής κυρώσεων του Συμβουλίου συνιστά εκτελεστική αρμοδιότητα και από ουσιαστικής απόψεως.
47.
Η έννοια της «εκτελέσεως» καλύπτει τόσο την εκπόνηση εκτελεστικών κανόνων όσο και την εφαρμογή των κανόνων (παράγωγου δικαίου) στις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις διά της εκδόσεως πράξεων ατομικού περιεχομένου ( 15 ). Υπό το πρίσμα αυτό, λοιπόν, η επιβολή προστίμου συνιστά μάλλον εκτελεστικό μέτρο και η αντίστοιχη αρμοδιότητα εκτελεστική αρμοδιότητα.
48.
Τούτο δεν αποκλείεται ούτε για τον λόγο ότι η εξεταζόμενη πράξη ατομικού περιεχομένου δεν απευθύνεται σε ιδιώτη ή σε επιχείρηση, αλλά σε κράτος μέλος. Δεδομένου ότι η λήψη τέτοιων εξατομικευμένων αποφάσεων έναντι κρατών μελών δεν είναι σπάνια, πρέπει να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι οι περιπτώσεις αυτές είχαν ληφθεί υπόψη κατά τη σύνταξη του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τρίτη περίπτωση, του Οργανισμού. Η κάλυψη των εν λόγω αποφάσεων είναι εύλογη, ιδίως με βάση τη διάταξη του Οργανισμού, διότι η διάταξη αυτή αφορά προσφυγές κρατών μελών κατά αποφάσεων του Συμβουλίου. Η άσκηση τέτοιων προσφυγών είναι πιο πιθανή ( 16 ), όταν το Συμβούλιο απευθύνει σε κράτος μέλος εκτελεστικό μετρό ατομικού περιεχομένου.
2. Ο συσχετισμός με τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών
49.
Ωστόσο, η αιτιολογική σκέψη 25 του κανονισμού 1173/2011 συνδέει την επίδικη αρμοδιότητα επιβολής κυρώσεων με τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών που διεξάγεται στο Συμβούλιο κατά το άρθρο 121, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, οι αποφάσεις επιβολής κυρώσεων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συνέχειας των μέτρων που θεσπίζει το Συμβούλιο σύμφωνα με τα άρθρα 121 και 126 ΣΛΕΕ και τους κανονισμούς 1466/97 και 1467/97.
50.
Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου με βάση τα άρθρα 121 και 126 ΣΛΕΕ δεν συνιστούν εκτελεστικές αρμοδιότητες κατά την έννοια του άρθρου 291, παράγραφος 2, καθόσον απονέμονται στο Συμβούλιο απευθείας από τις Συνθήκες. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ( 17 ) ότι οι προσφυγές των κρατών μελών που αφορούν την άσκηση αυτών των αρμοδιοτήτων υπάγονται, σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του Οργανισμού, στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και όχι του Γενικού Δικαστηρίου.
51.
Συνεπώς, τίθεται το ζήτημα αν οι αποφάσεις που αποτελούν «αναπόσπαστο μέρος της συνέχειας» των μέτρων που μπορούν να προσβληθούν μόνον ενώπιον του Δικαστηρίου, πρέπει να υπάγονται επίσης στη δική του αρμοδιότητα.
52.
Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί, πέραν της ουσιαστικής εγγύτητας των εν λόγω αρμοδιοτήτων, και το γεγονός ότι το άρθρο 291 ΣΛΕΕ δεν ρυθμίζει εξαντλητικώς την ανάθεση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων ( 18 ). Οι επίδικες κυρώσεις, λοιπόν, θα μπορούσαν να εκληφθούν ως εκτελεστικά μέτρα ιδιαίτερης φύσεως τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης διατάξεως και, ως εκ τούτου, δεν καλύπτονται ούτε από το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τρίτη περίπτωση, του Οργανισμού.
3. Εκτιμήσεις συστηματικής φύσεως
53.
Επιπρόσθετο επιχείρημα υπέρ της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου φαίνεται –εκ πρώτης όψεως– να συνιστά η εγγύτητα της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων με τη διαδικασία λόγω παραβάσεως βάσει των άρθρων 258 έως 260 ΣΛΕΕ η οποία εμπίπτει αποκλειστικώς στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ( 19 ). Ωστόσο, ακόμη και στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, η Επιτροπή δύναται να λάβει ορισμένες αποφάσεις εντός συγκεκριμένων στενών ορίων τις οποίες μπορεί να προσβάλει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ( 20 ). Τούτο μαρτυρά ότι η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων μεταξύ του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου δεν είναι δυνατόν να καταλυθεί βάσει εκτιμήσεων γενικής φύσεως.
54.
Επιπλέον, κατά της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου προβάλλεται ότι η αρμοδιότητά του δυνάμει του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του Οργανισμού αποτελεί εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και για τον λόγο αυτόν, πρέπει να ερμηνεύεται στενά ( 21 ). Αντιθέτως, εξαιρέσεις επί εξαιρέσεων τέτοιου είδους, δηλαδή οι αρμοδιότητες του Γενικού Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη έως τρίτη περίπτωση, του Οργανισμού, δεν πρέπει να ερμηνεύονται στενά, διότι συνεπάγονται επαναφορά στον γενικό κανόνα ( 22 ).
55.
Την εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνουν οι σκοποί της ρυθμίσεως των αρμοδιοτήτων στο άρθρο 51 του Οργανισμού. Κατά την αιτιολογική σκέψη 4 της αποφάσεως 2004/407, θα πρέπει να υπάρξει σημαντικής εκτάσεως μεταβίβαση αρμοδιότητας στο Γενικό Δικαστήριο προς εκδίκαση υποθέσεων σε πρώτο βαθμό και τα κριτήρια κατανομής θα πρέπει να είναι επαρκώς σαφή, ώστε η εφαρμογή τους να μη δημιουργεί αμφιβολίες στα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη. Η αιτιολόγηση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου βάσει της εγγύτητας ορισμένων μέτρων με άλλα μέτρα για την προσβολή των οποίων θα ήταν ενδεχομένως αρμόδιο το Δικαστήριο, δεν θα ήταν σύμφωνη με την εν λόγω επιταγή σαφήνειας.
56.
Υπέρ της επιλογής του βασικού κανόνα αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου συνηγορεί επίσης το ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει στη διάθεσή του, κατ’ αυτόν τον τρόπο, έναν επιπλέον βαθμό δικαιοδοσίας ο οποίος θεσπίσθηκε για να βελτιώσει τη δικαστική προστασία των πολιτών στις περιπτώσεις προσφυγών που απαιτούν εμπεριστατωμένη έρευνα πολύπλοκων πραγματικών περιστατικών ( 23 ). Οι παραβάσεις για τις οποίες το άρθρο 8 του κανονισμού 1173/2011 προβλέπει κυρώσεις διακρίνονται συνήθως για την πολυπλοκότητα των πραγματικών περιστατικών τους, ιδίως όταν –σε αντίθεση με την προκειμένη περίπτωση– το κράτος μέλος αμφισβητεί τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών.
57.
Τέλος, η αρμοδιότητα επιβολής κυρώσεων δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού 1173/2011 εμπίπτει μεν στο πλαίσιο των μετρών που προβλέπουν τα άρθρα 121 ΣΛΕΕ και 126 ΣΛΕΕ, αλλά οι ενδεχόμενες κυρώσεις που επιβάλλονται με βάση τον κανονισμό καθορίζονται στο πλαίσιο εντελώς διαφορετικής διαδικασίας σε σύγκριση με τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει της Συνθήκης. Συνεπώς, αποκλείεται να έπρεπε να εκδοθεί δικαστική απόφαση για κυρώσεις που προβλέπει ο κανονισμός και για μέτρα που στηρίζονται στη Συνθήκη στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς. Η ουσιαστική εγγύτητα αυτών των αρμοδιοτήτων, λοιπόν, δεν επιβάλλει και ενιαία δικαστική αρμοδιότητα.
4. Συμπέρασμα
58.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Ισπανίας βάλλει κατά πράξεως του Συμβουλίου με την οποία το Συμβούλιο άσκησε εκτελεστικές αρμοδιότητες σύμφωνα με το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Επομένως, με βάση το άρθρο 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τρίτη περίπτωση, του Οργανισμού, αρμόδιο είναι το Γενικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο οφείλει να παραπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 54, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού.
59.
Εντούτοις, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα συμφωνήσει με την ανωτέρω προσέγγιση, θα εξετάσω στη συνέχεια, επικουρικώς, τους λόγους ακυρώσεως που προβάλλει η Ισπανία.
B. Επί της διαφυλάξεως των δικαιωμάτων άμυνας της Ισπανίας (πρώτος λόγος ακυρώσεως)
60.
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Ισπανία υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση στηρίζεται σε στοιχεία τα οποία η Επιτροπή συγκέντρωσε κατά τις επισκέψεις της τα έτη 2012 και 2013 χωρίς να λάβει υπόψη τα δικαιώματα άμυνας της Ισπανίας. Κατά τον χρόνο εκείνο, η Επιτροπή ερευνούσε ήδη αν η Ισπανία είχε παρουσιάσει ανακριβή στοιχεία ελλείμματος. Οι έρευνες αυτές που διενεργήθηκαν πριν από την επίσημη διαδικασία έρευνας η οποία κινήθηκε τον Ιούλιο του 2014 δεν καλύπτονταν από το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1173/2011 και από το άρθρο 2, παράγραφος 3, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678. Επομένως, πραγματοποιήθηκαν εκτός του προβλεπόμενου πλαισίου που σκοπεί, μεταξύ άλλων, και στη διαφύλαξη των δικαιωμάτων άμυνας των οικείων κρατών μελών. Η Επιτροπή, αντιθέτως προς όσα ορίζει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678, παρέλειψε ιδίως να ενημερώσει την Ισπανία ότι της προσάπτει παρουσίαση ανακριβών στατιστικών στοιχείων και να της γνωστοποιήσει τις ενδείξεις στις οποίες στηρίζει αυτήν την αιτίαση. Πραγματοποίησε την έρευνά της, τρόπον τινά, εν κρυπτώ.
61.
Αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει κατ’ αρχάς να ενταχθεί στην εξέλιξη της διαδικασίας η οποία προηγήθηκε της αποφάσεως περί επιβολής κυρώσεων (συναφώς υπό 1), πριν εξετασθούν καθεαυτά τα δικαιώματα άμυνας της Ισπανίας (συναφώς υπό 2).
1. Επί της εξελίξεως της διαδικασίας
α) Το ρυθμιστικό περιεχόμενο του κανονισμού 1173/2011 και της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678
62.
Κατ’ αρχάς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ισπανία δεν αντιλαμβάνεται ορθώς το ρυθμιστικό περιεχόμενο του κανονισμού 1173/2011 και της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678.
63.
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1173/2011, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να κινήσει έρευνα όταν κρίνει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις παραποιήσεως στοιχείων σχετικών με το έλλειμμα ή το χρέος. Αυτή η επίσημη διαδικασία έρευνας οργανώνεται σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1173/2011 και κυρίως σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως 12 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678.
64.
Δεδομένου ότι ο κανονισμός δεν αρκείται στις απλές υπόνοιες, αλλά απαιτεί σοβαρές ενδείξεις παρουσιάσεως ανακριβών στοιχείων, όχι μόνον επιτρέπει, αλλά επιβάλλει τη διενέργεια ερευνών πριν από την εκκίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας –και μάλιστα με σκοπό την προστασία του οικείου κράτους μέλους. Τούτο μπορεί να κατηγορηθεί δημοσίως για παρουσίαση ανακριβών στοιχείων ελλείμματος μόνον εφόσον συγκεντρωθούν οι σχετικές ενδείξεις.
β) Η σημασία του κανονισμού 479/2009
65.
Η αναγκαία διερευνητική αρμοδιότητα της Επιτροπής πριν από την εκκίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, απορρέει από τα άρθρα 11 επ. του κανονισμού 479/2009, όπως μαρτυρά η διασύνδεση του περιεχομένου του εν λόγω κανονισμού με αυτό του κανονισμού 1173/2011.
66.
Πιο συγκεκριμένα, τα στοιχεία για τα οποία το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011 προβλέπει κυρώσεις σε περίπτωση ανακριβούς παρουσιάσεως είναι τα στοιχεία του ελλείμματος ή του χρέους που τα κράτη μέλη οφείλουν να γνωστοποιούν στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 479/2009. Όταν υφίστανται αμφιβολίες ως προς την ποιότητα των γνωστοποιηθέντων στοιχείων, η Επιτροπή δύναται, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, να πραγματοποιεί στα οικεία κράτη μέλη επισκέψεις διαλόγου και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις ( 24 ), μεθοδολογικές επισκέψεις. Οι επισκέψεις αυτές έχουν ως σκοπό να ανιχνεύσουν τυχόν σφάλματα κατά την κατάρτιση και υποβολή των στοιχείων ( 25 ) και να υποστηρίξουν το οικείο κράτος μέλος κατά τη διόρθωση ενδεχόμενων σφαλμάτων. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει συστάσεις.
67.
Τούτο συνδυάζεται και με το άρθρο 2, παράγραφος 3, και την αιτιολογική σκέψη 8 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678, όπου επισημαίνεται η δυνατότητα να πραγματοποιηθεί μεθοδολογική επίσκεψη πριν από την εκκίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Οι εν λόγω διατάξεις, δηλαδή, δεν περιορίζουν τις διερευνητικές αρμοδιότητες της Επιτροπής πριν από την έναρξη της επίσημης διαδικασίας έρευνας, αλλά αντιθέτως ωθούν την Επιτροπή να εξαντλήσει πλήρως τις δυνατότητες που προβλέπει ο κανονισμός 479/2009. Η αιτιολογική σκέψη 15 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως επιβεβαιώνει αυτό το συμπέρασμα, καθόσον ορίζει ότι η απόφαση θα πρέπει να εκδοθεί με την επιφύλαξη της άσκησης των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής βάσει του κανονισμού 479/2009.
68.
Επομένως, από τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 1173/2011, η διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 11 επ. του κανονισμού 479/2009 έχει ως σκοπό, επίσης, να καταστήσει δυνατή τη διαπίστωση σχετικά με το αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να κινηθεί η επίσημη διαδικασία έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1173/2011.
69.
Η Ισπανία επικρίνει, βεβαίως, το γεγονός ότι η Επιτροπή πραγματοποίησε και επισκέψεις οι οποίες δεν προβλέπονται στον κανονισμό 479/2009, δηλαδή επισκέψεις τεχνικής φύσεως, μία προκαταρκτική επίσκεψη διαλόγου και μία «επίσκεψη ad hoc» ( 26 ). Ωστόσο, παρά τους χαρακτηρισμούς αυτούς δεν είναι προφανές ότι κατά τις εν λόγω επισκέψεις η Επιτροπή άσκησε διερευνητικές αρμοδιότητες καθ’ υπέρβαση του σχετικού πλαισίου επισκέψεων που καθορίζουν τα άρθρα 11α και 11β.
70.
Επίσης, το έγγραφο της Eurostat ( 27 ) το οποίο επικαλείται η Ισπανία δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. Ασφαλώς, στο έγγραφο αυτό, η Eurostat προτείνει να προβλεφθούν ρητώς οι «προκαταρκτικές επισκέψεις διαλόγου» στον κανονισμό 479/2009, αλλά συγχρόνως διαπιστώνει ότι πρόκειται απλώς για μια ιδιαίτερη μορφή των ήδη προβλεπόμενων επισκέψεων διαλόγου.
71.
Αντιθέτως προς την εκτίμηση της Ισπανίας, λοιπόν, οι επισκέψεις αυτές δεν συνιστούσαν έρευνα χωρίς νομική βάση.
γ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα: χωρισμός της διαδικασίας έρευνας σε δύο στάδια
72.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, μπορεί να διαπιστωθεί το εξής: η διαδικασία έρευνας σε σχέση με την παραποίηση στατιστικών στοιχείων χωρίζεται σε δύο στάδια τα οποία πρέπει να διακρίνονται μεταξύ τους.
73.
Το πρώτο στάδιο της διαδικασίας αρχίζει μόλις η Επιτροπή λάβει μέτρα για να εξακριβώσει υπόνοιες παρουσιάσεως ανακριβών στοιχείων ελλείμματος ή χρέους και ολοκληρώνεται, στη δυσμενή για το οικείο κράτος περίπτωση, με την απόφαση περί κινήσεως επίσημης διαδικασίας έρευνας. Η διαδικασία προκαταρκτικής έρευνας σκοπεί στο να διαπιστωθεί αν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ανακριβούς παρουσιάσεως ελλειμμάτων. Τέτοιου είδους έρευνες βρίσκουν νομικό έρεισμα στα άρθρα 11 επ. του κανονισμού 479/2009.
74.
Το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας εκτείνεται από την απόφαση περί κινήσεως επίσημης διαδικασίας έρευνας έως την απόφαση της Επιτροπής να απευθύνει σύσταση προς το Συμβούλιο για την επιβολή προστίμου. Η επίσημη έρευνα έχει ως σκοπό να ανακαλύψει αν τα πραγματικά ελλείμματα κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011 έχουν παρουσιασθεί κατά τρόπο ανακριβή. Τούτο το στάδιο της διαδικασίας ρυθμίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού και στα άρθρα 2 έως 12 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678.
75.
Υπό αυτό το πρίσμα, το ότι η κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση 2012/678 δεν είχε τεθεί ακόμη σε ισχύ κατά τον χρόνο των επισκέψεων, δηλαδή τον Μάιο, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο του 2012, δεν έχει σημασία εν προκειμένω. Πράγματι, η διαδικασία προκαταρκτικής έρευνας στηρίζεται στα άρθρα 11 επ. του κανονισμού 479/2009.
2. Επί των δικαιωμάτων άμυνας
76.
Πάντως, τα ανωτέρω δεν αποτελούν τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας της Ισπανίας. Αυτός συνίσταται κυρίως στην αιτίαση ότι η Επιτροπή δεν ενημέρωσε την Ισπανία σχετικά με τις υπόνοιες και τις ενδείξεις παρουσιάσεως ανακριβών στατιστικών στοιχείων κατά τις επισκέψεις της τα έτη 2012 και 2013, αλλά μόνον κατά την εκκίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, τον Ιούλιο του 2014. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 1, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 και προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της Ισπανίας.
77.
Εντούτοις, η Ισπανία πλανάται ως προς το ρυθμιστικό περιεχόμενο του άρθρου 2, παράγραφος 1, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678. Η διάταξη επιβάλλει στην Επιτροπή να κοινοποιήσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την εκκίνηση της επίσημης έρευνας και συγχρόνως να το ενημερώσει για τις ενδείξεις τις οποίες διαθέτει όσον αφορά την παραποίηση των στατιστικών στοιχείων. Η τήρηση αυτών των υποχρεώσεων δεν αμφισβητείται εν προκειμένω.
78.
Στην πραγματικότητα, η Ισπανία δεν προβάλλει παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678, αλλά προσβολή του δικαιώματός της να ενημερωθεί σχετικά με την υπόνοια παραποιήσεως και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η Επιτροπή, ήδη κατά το στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας.
79.
Υφίσταται όμως εν γένει τέτοιο δικαίωμα;
80.
Από τον κρίσιμο για τη διαδικασία προκαταρκτικής έρευνας κανονισμό 479/2009 προκύπτει μόνο μια ένδειξη περί δικαιώματος ακροάσεως. Κατά το άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή διαβιβάζει στην οικονομική και δημοσιονομική επιτροπή τα πορίσματα των επισκέψεων διαλόγου και των μεθοδολογικών επισκέψεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν παρατηρήσεων του οικείου κράτους μέλους επί των πορισμάτων αυτών. Από τη διάταξη αυτή όμως δεν απορρέει υποχρέωση της Επιτροπής να ενημερώσει το κράτος μέλος σχετικά με υπόνοιες παρουσιάσεως ανακριβών στοιχείων ελλείμματος.
81.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, πάντως, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας που κινείται εναντίον ενός προσώπου και είναι ικανή να καταλήξει σε βλαπτική γι’ αυτό πράξη, συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμη και ελλείψει ειδικής κανονιστικής ρυθμίσεως ( 28 ).
82.
Ασφαλώς, στο πλαίσιο της εξεταζόμενης, εν προκειμένω, διαδικασίας, παρέχονται εκτενή δικαιώματα άμυνας στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, αλλά μόνον κατά το δεύτερο σκέλος της διαδικασίας, την επίσημη έρευνα.
83.
Θα μπορούσε να θεωρηθεί ενδεχομένως ότι η αναγνώριση εκτενών δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας αντισταθμίζει την απουσία δικαιώματος ενημερώσεως στην διαδικασία προκαταρκτικής έρευνας. Στην περίπτωση αυτή όμως δεν θα λαμβανόταν υπόψη ότι ο τρόπος κατά τον οποίο διεξάγεται η προκαταρκτική έρευνα μπορεί να επηρεάσει τις δυνατότητες άμυνας στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ήδη τέτοιου είδους δυνητικό αποτέλεσμα εξ αντανακλάσεως σε σχέση με διαδικασίες που διέπονται από το δίκαιο των συμπράξεων.
84.
Η διερευνητική διαδικασία που αφορά παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ χωρίζεται, όπως και η προκειμένη διαδικασία, σε δύο στάδια: τη διαδικασία προκαταρκτικής έρευνας και την επίσημη διαδικασία ελέγχου ( 29 ). Το τελευταίο στάδιο αρχίζει από την ανακοίνωση των αιτιάσεων έναντι του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ( 30 ). Στον βαθμό αυτόν, υφίσταται παραλληλισμός προς το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1173/2011 και το άρθρο 2, παράγραφος 1, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678.
85.
Σε σχέση με τη διαδικασία που στηρίζεται στο δίκαιο του ανταγωνισμού, το Δικαστήριο έχει τονίσει ιδίως ότι οι πληροφορίες οι οποίες συλλέγονται κατά τους ελέγχους, δηλαδή κατά τις έρευνες και τις λήψεις καταθέσεων, μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς που αναφέρονται στην εντολή ελέγχου ή στην απόφαση περί ελέγχου, ώστε να προστατεύονται τα δικαιώματα άμυνας των επιχειρήσεων ( 31 ). Τούτο θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι σκοποί αυτοί πρέπει να γνωστοποιούνται στους ενδιαφερομένους ακόμη και στην περίπτωση διενέργειας προκαταρκτικών ερευνών που αφορούν την επιβολή κυρώσεως λόγω παρουσιάσεως ανακριβών δημοσιονομικών στοιχείων.
86.
Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει δεχθεί επίσης ότι η Επιτροπή δύναται να κινήσει νέα διαδικασία έρευνας, προκειμένου να ελέγξει την ακρίβεια ή να συμπληρώσει στοιχεία που περιήλθαν παρεμπιπτόντως σε γνώση της κατά τη διάρκεια προγενέστερου ελέγχου, στην περίπτωση που από τα στοιχεία αυτά καταφαίνεται η ύπαρξη ενεργειών αντίθετων προς τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ( 32 ).
87.
Εκ πρώτης όψεως, μπορεί να θεωρηθεί εύλογη η αναλογική εφαρμογή των ανωτέρω εκτιμήσεων στην προκειμένη υπόθεση, δεδομένης της ομοιότητας της διαρθρώσεως των διαδικασιών. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε πράγματι να ανακύψει ζήτημα. Πιο συγκεκριμένα, οι διάδικοι διαφωνούν εν προκειμένω ως προς το αν η Επιτροπή είχε γνωστοποιήσει τις υπόνοιές της ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2013 ή αν τούτο συνέβη τον Ιούλιο του 2014. Δεν αμφισβητείται όμως ότι κατά τον χρόνο των επισκέψεων που πραγματοποιήθηκαν το έτος 2012 δεν είχε ακόμη γίνει λόγος για διαδικασία επιβολής κυρώσεων.
88.
Στο επίπεδο των προκαταρκτικών ερευνών υπάρχουν, βεβαίως, σημαντικές διαφορές σε σύγκριση με το δίκαιο του ανταγωνισμού οι οποίες περιορίζουν τη δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση.
89.
Ενώ οι προκαταρκτικές έρευνες στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού προϋποθέτουν μια αφορμή η οποία μπορεί και να γνωστοποιηθεί στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διατηρούν μόνιμο διάλογο στον τομέα της δημοσιονομικής εποπτείας βάσει του κανονισμού 479/2009. Ο διάλογος αυτός σκοπεί, μεταξύ άλλων, να ανιχνεύσει τυχόν ενδείξεις οποιασδήποτε παρουσιάσεως ανακριβών στοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011 ( 33 ). Τα κράτη μέλη οφείλουν καταρχήν να λαμβάνουν υπόψη αυτήν την παράμετρο. Τούτο ισχύει ιδίως για την Ισπανία στην προκειμένη περίπτωση, διότι το εν λόγω κράτος μέλος ανακάλυψε το πρόβλημα και ενημέρωσε σχετικά την Επιτροπή.
90.
Αντιθέτως, κανένα στοιχείο δεν υποδηλώνει ότι η Επιτροπή θα όφειλε να ελέγχει διαρκώς αν έχουν συγκεντρωθεί ενδεχομένως ενδείξεις σε βαθμό τέτοιο ώστε να επιβάλλεται η επιπρόσθετη προειδοποίηση του κράτους μέλους.
91.
Κατά τα λοιπά, όπως προκύπτει από την επιχειρηματολογία του Συμβουλίου και της Επιτροπής η οποία δεν αμφισβητήθηκε, η Επιτροπή έλεγξε και επιβεβαίωσε κατά την επίσημη διαδικασία έρευνας όλες τις πληροφορίες που ανιχνεύθηκαν στο πλαίσιο του διαλόγου και είχαν σημασία για την επιβολή της κυρώσεως, πριν στηριχθεί το Συμβούλιο σε αυτές για να επιβάλει τη σχετική κύρωση. Υπό αυτό το πρίσμα, η κατάσταση είναι παρόμοια με τα τυχαία ευρήματα στο δίκαιο του ανταγωνισμού.
92.
Ακόμη και αν γινόταν δεκτή η υποχρέωση προειδοποιήσεως εκ μέρους της Επιτροπής, η Ισπανία δεν τεκμηριώνει επαρκώς κατά πόσον ο χρόνος της γνωστοποιήσεως περιόρισε τις δυνατότητες άμυνάς της. Αντιθέτως, υποστηρίζει απλώς ότι υφίσταται τέτοιος περιορισμός χωρίς να προβάλει καμία σχετική αιτιολογία ( 34 ).
93.
Στον βαθμό που η Ισπανία υπονοεί ότι οι ισπανικές αρχές παρείχαν στην Επιτροπή επιβαρυντικό υλικό μόνο διότι δεν γνώριζαν ότι υπήρχαν υπόνοιες παραποιήσεως στοιχείων, η εν λόγω επιχειρηματολογία στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση της λειτουργίας των δικαιωμάτων άμυνας. Σε αυτά δεν περιλαμβάνεται το δικαίωμα της έγκαιρης ενημερώσεως σχετικά με την ύπαρξη υπονοιών, ώστε να αποκλεισθεί η υποβολή συγκεκριμένων πληροφοριών στην Επιτροπή ( 35 ). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο για τα κράτη μέλη. Πράγματι, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να υποχρεωθούν να δώσουν απαντήσεις από τις οποίες θα αποδεικνυόταν η ύπαρξη παραβάσεως ( 36 ). Αντιθέτως, όταν υφίστανται υπόνοιες έναντι κρατών μελών ότι έχουν παρουσιάσει ανακριβή στοιχεία ελλείμματος ή χρέους, τα κράτη μέλη οφείλουν να συνεργασθούν ακόμη και αν με αυτόν τον τρόπο επιβαρύνουν τη θέση τους. Τούτο απορρέει από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας των κρατών μελών με την Ένωση η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ ( 37 ).
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
94.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Γ. Επί της διαφυλάξεως του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως (δεύτερος λόγος ακυρώσεως)
95.
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Ισπανία προβάλλει προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Αμφισβητεί την αμεροληψία της ερευνητικής επιτροπής, διότι σε αυτήν εκπροσωπούνταν και πρόσωπα τα οποία συμμετείχαν στις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν πριν από την εκκίνηση της επίσημης διαδικασίας.
1. Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 41 του Χάρτη
96.
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το άρθρο 41 του Χάρτη δεν μπορεί να εφαρμοσθεί προς όφελος κρατών μελών, μολονότι αναγνωρίζει ότι αυτά δύνανται να επικαλεσθούν την επιταγή της αμεροληψίας. Η Επιτροπή μάλιστα προχωρά ακόμη ένα βήμα, καθόσον αμφισβητεί τη δυνατότητα εφαρμογής ή τουλάχιστον το ρυθμιστικό περιεχόμενο ακόμη και αυτής της επιταγής ως προς τα κράτη μέλη.
97.
Πάντως, ανεξαρτήτως του αν κράτος μέλος μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 41 του Χάρτη, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιταγή της αμεροληψίας, ως έκφανση της γενικής αρχής του δικαίου που αφορά το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως, ισχύει και προς όφελος των κρατών μελών ( 38 ).
2. Επί του περιορισμού της επιταγής της αμεροληψίας
98.
Η επιταγή της αμεροληψίας καλύπτει, αφενός, την υποκειμενική αμεροληψία, κατά την οποία κανένας υπάλληλος της οικείας αρχής δεν πρέπει να εκδηλώνει μεροληψία ή προσωπικές προκαταλήψεις, και, αφετέρου, την αντικειμενική αμεροληψία, κατά την οποία το θεσμικό όργανο πρέπει να παρέχει επαρκή εχέγγυα για τον αποκλεισμό κάθε εύλογης αμφιβολίας σχετικά με την αμεροληψία του ( 39 ).
99.
Η Ισπανία υποστηρίζει ότι τρεις από τους τέσσερις υπαλλήλους που ανέλαβαν την επίσημη έρευνα είχαν συμμετάσχει ήδη στις επισκέψεις που πραγματοποιήθηκαν τα έτη 2012 και 2013. Η αντίρρηση του Συμβουλίου ότι η Ισπανία οφείλει να αποδείξει ότι τα μέλη της ερευνητικής επιτροπής ήταν όντως προκατειλημμένα φαίνεται εύλογη, εκ πρώτης όψεως, καθόσον το συγκεκριμένο επιχείρημα δεν αποδεικνύει υποκειμενική μεροληψία. Η Ισπανία όμως προβάλλει μόνον παραβίαση της επιταγής της αντικειμενικής αμεροληψίας.
100.
Στον βαθμό που οι επικρίσεις της Ισπανίας αφορούν το ότι μια παράβαση δεν είναι δυνατόν να διώκεται και να τιμωρείται από την ίδια υπηρεσία η οποία θίγεται από τις επιπτώσεις της παραβάσεως αυτής ( 40 ), πρέπει να γίνει δεκτό το εξής: αφενός μεν, η Eurostat είναι αποδέκτης των πληροφοριών σχετικά με τα στοιχεία του ελλείμματος και του χρέους, αφετέρου δε, η Eurostat ελέγχει την ποιότητα των γνωστοποιηθέντων στοιχείων και ερευνά αν υπάρχουν υπόνοιες παραποιήσεως των στατιστικών στοιχείων. Εντούτοις, είναι δύσκολο να θεωρηθεί η Eurostat ως «θύμα» ενδεχόμενης παραβάσεως.
101.
Πάντως, πρέπει να γίνει δεκτό, σε σχέση με το εν λόγω επιχείρημα, ότι η πρακτική της Επιτροπής δεν εξασφάλισε τη μέγιστη αμεροληψία. Πράγματι, είναι εύλογη η εκτίμηση ότι πρόσωπα τα οποία διενήργησαν προκαταρκτικές έρευνες και πρότειναν στην Επιτροπή την κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας δεν θα ενεργήσουν πλέον κατά τρόπο απολύτως αμερόληπτο στο πλαίσιο της τελευταίας διαδικασίας.
102.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, μάλιστα, η Επιτροπή δημιούργησε περαιτέρω αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία, καθόσον παραδέχθηκε, κατόπιν ερωτήσεως του Δικαστηρίου, ότι η επίσημη έρευνα είχε σκοπό αποτρεπτικό. Η δήλωση αυτή γεννά την υποψία ότι τουλάχιστον το συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας δεν διεξήχθη κατά τρόπο αμερόληπτο.
103.
Πράγματι, πολυάριθμα μέτρα θα μπορούσαν να ληφθούν για να εξασφαλίσουν με μεγαλύτερη βεβαιότητα μια αμερόληπτη έρευνα. Ο αποκλεισμός από την επίσημη έρευνα όσων συμμετείχαν στις προκαταρκτικές έρευνες θα ήταν η πιο απλή επιλογή. Επίσης, η επίσημη έρευνα θα μπορούσε να ανατεθεί σε άλλη υπηρεσία της Επιτροπής, είτε εντός της Eurostat, είτε εκτός αυτής της Γενικής Διευθύνσεως, παραδείγματος χάρη σε υπηρεσία της Γενικής Διευθύνσεως οικονομικών και χρηματοδοτικών υποθέσεων ή του OLAF. Η ανεξαρτησία της έρευνας, μάλιστα, θα εξασφαλιζόταν έτι περαιτέρω εάν αναλάμβανε το καθήκον αυτό ένα άλλο θεσμικό όργανο της Ένωσης, για παράδειγμα το Ελεγκτικό Συνέδριο ή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
104.
Τέτοια ενίσχυση της αμεροληψίας στο πλαίσιο της διαδικασίας έρευνας θα μπορούσε να στηριχθεί στον σεβασμό της δημοσιονομικής κυριαρχίας των κρατών μελών. Αυτή περιορίζεται ήδη σημαντικά λόγω της εποπτείας που ασκεί η Ένωση και λόγω της επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση παρουσιάσεως ανακριβών δημοσιονομικών στοιχείων. Τούτο εξηγεί επίσης την πρόβλεψη ιδιαίτερης διαδικασίας έρευνας για την παρουσίαση ανακριβών στοιχείων, καθώς και την αρμοδιότητα του Συμβουλίου για την επιβολή των σχετικών κυρώσεων. Θα ήταν λοιπόν συνεπές, στο πλαίσιο αυτής της ιδιαίτερης διαδικασίας, να αναμένονται και ιδιαίτερα μέτρα προς εξασφάλιση μιας ανεξάρτητης έρευνας.
3. Επί της δικαιολογήσεως της μη εξασφαλίσεως της μέγιστης αμεροληψίας
105.
Ωστόσο, η μη εξασφάλιση της μέγιστης αμεροληψίας ενδέχεται να είναι δικαιολογημένη παρά τα ανωτέρω σημαντικά συμφέροντα. Τούτο μπορεί να ισχύει, κατ’ αναλογία προς το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, εφόσον τέτοιος περιορισμός προβλέπεται από τον νόμο και σέβεται το βασικό περιεχόμενο της αρχής της αμεροληψίας. Επιπλέον, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων.
106.
Όσον αφορά τη νομική βάση, η αρμοδιότητα της Επιτροπής για την επίσημη έρευνα απορρέει από το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1173/2011. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678, η έρευνα πραγματοποιείται από τη Eurostat, δηλαδή από τη Γενική Διεύθυνση που διεξάγει και τις προκαταρκτικές έρευνες δυνάμει του κανονισμού 479/2009. Συναφώς, δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι συνεργάτες που ανέλαβαν τις έρευνες ήταν αρμόδιοι για τη δραστηριότητα αυτή σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της Eurostat. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι ο περιορισμός της επιταγής της αμεροληψίας στηρίζεται σε ισχυρή νομική βάση.
107.
Το βασικό περιεχόμενο της επιταγής της αμεροληψίας δεν θίγεται στην εξεταζόμενη περίπτωση, διότι η επιβολή κυρώσεως αποφασίσθηκε από άλλο θεσμικό όργανο, το Συμβούλιο. Αυτό δε, έκρινε βάσει της συστάσεως της Επιτροπής επί της οποίας δεν αποφάσισαν εν τέλει οι συγκεκριμένοι συνεργάτες της Eurostat, αλλά το σώμα των Επιτρόπων. Η σχετική επισήμανση του Συμβουλίου είναι απολύτως ορθή.
108.
Συνεπώς, καθοριστική σημασία έχει η συμφωνία της πρακτικής της Επιτροπής προς την αρχή της αναλογικότητας.
109.
Η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει ένα μέτρο να είναι «πρόσφορο, αναγκαίο και ανάλογο σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει» ( 41 ). Ο σκοπός αυτός πρέπει να αναγνωρίζεται από την Ένωση και να υπηρετεί το γενικό συμφέρον ή να είναι αναγκαίος για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων.
110.
Όσον αφορά τους θεμιτούς σκοπούς της μη λήψεως επιπρόσθετων μέτρων για την ενίσχυση της αμεροληψίας της έρευνας, το Συμβούλιο επικαλείται τους περιορισμένους πόρους της Επιτροπής και την ανάγκη εξειδικεύσεως. Πρόκειται, δηλαδή, για τον θεμιτό σκοπό που συνίσταται συγχρόνως στον περιορισμό του φόρτου εργασίας που απαιτεί η έρευνα ( 42 ) και στην εξασφάλιση της ποιότητάς της.
111.
Η πρακτική της Επιτροπής ήταν πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών αυτών. Λαμβανομένης υπόψη, μάλιστα, της πολυπλοκότητας του θέματος, είναι σε μεγάλο βαθμό εύλογη η χρησιμοποίηση των ίδιων προσώπων για τις προκαταρκτικές έρευνες και για την επίσημη έρευνα. Η επιλογή αυτή θα μπορούσε επίσης να επιταχύνει, στην πράξη, την έρευνα και να καλύψει έναν ακόμη σκοπό του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως.
112.
Τέλος, εκτιμώ ότι η πρακτική αυτή της Επιτροπής είναι εύλογη και σε σχέση με τον περιορισμό της επιταγής της αμεροληψίας. Πράγματι, η συμμετοχή προσώπων που είχαν συμμετάσχει ήδη στις προκαταρκτικές έρευνες δεν εξυπηρετεί μόνον τα συμφέροντα της Επιτροπής ως προς την αποτελεσματικότητά της, αλλά και το συμφέρον της Ισπανίας ως κράτους μέλους το οποίο αφορά η έρευνα. Πιο συγκεκριμένα, τα πρόσωπα αυτά, λόγω της γνώσεως των περιστάσεων, μπορούν να συμβάλουν στην αποφυγή σφαλμάτων –τα οποία ενδέχεται να λειτουργούν και σε βάρος της Ισπανίας– και να επιταχύνουν την εξέλιξη της έρευνας.
113.
Πάντως, η στάθμιση μεταξύ των πλεονεκτημάτων της διατηρήσεως των ίδιων προσώπων και της συνδεόμενης με αυτή μειώσεως της αμεροληψίας παρέλκει, εν τέλει, στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον το έννομο συμφέρον της Ισπανίας για αμερόληπτη εκτίμηση της υποθέσεως εξασφαλίζεται περισσότερο από επαρκώς, δεδομένου ότι το σώμα των Επιτροπών αποφασίζει κατ’ αρχάς αν θα απευθύνει σύσταση στο Συμβούλιο και, εν συνεχεία, το Συμβούλιο κρίνει αν θα επιβάλει κύρωση. Τόσο το σώμα των Επιτρόπων όσο και το Συμβούλιο δεν συμμετέχουν άμεσα στις έρευνες.
114.
Η αμεροληψία εξασφαλίζεται περαιτέρω και λόγω της προβλεπόμενης έννομης προστασίας ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης τα οποία κρίνουν επίσης αμερόληπτα και ενώπιον των οποίων προσέφυγε, εν προκειμένω, η Ισπανία. Όπως ορθώς επισημαίνουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, αυτή η έννομη προστασία είναι ιδιαιτέρως ευρείας φύσεως, διότι βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 1173/2011 τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν πλήρη δικαιοδοσία για τον έλεγχο των αποφάσεων διά των οποίων το Συμβούλιο επιβάλλει πρόστιμο.
115.
Συνεπώς, η Επιτροπή δεν παραβίασε την επιταγή της αμεροληψίας και ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δ. Επί της συνδρομής των προϋποθέσεων για την επιβολή προστίμου (τρίτος λόγος ακυρώσεως)
116.
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Ισπανία θέτει εν αμφιβόλω τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την επιβολή προστίμου, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011. Συναφώς, η Ισπανία αμφισβητεί, πρώτον, την παρουσίαση ανακριβών στοιχείων, διότι τα στοιχεία αυτά διορθώθηκαν εγκαίρως, δεύτερον, υποστηρίζει ότι τα στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν είχαν καμία σημασία για την εφαρμογή των άρθρων 121 ΣΛΕΕ ή 126 ΣΛΕΕ ή του πρωτοκόλλου ΔΥΕ, δεδομένου ότι, λόγω της ταχείας διορθώσεως, η Επιτροπή δεν τα έλαβε υπόψη στο πλαίσιο της εποπτείας της και, τρίτον, αντιτίθεται στο ότι ενδεχόμενη αμέλεια μπορεί να θεωρηθεί βαριά.
1. Παρουσίαση ανακριβών στοιχείων (πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως)
117.
Κατ’ αρχάς η Ισπανία υποστηρίζει ότι δεν παρουσίασε ανακριβή στοιχεία. Τα στοιχεία τα οποία γνωστοποίησε τον Μάρτιο του 2012 δεν ήταν ούτε ανακριβή ούτε ορθά, αλλά προσωρινά. Κατόπιν της διορθώσεως τον Μάιο του 2012, η Ισπανία επικαιροποίησε τα εν λόγω στοιχεία. Συναφώς, επρόκειτο για μια συνήθη αναθεώρηση. Τέτοια διαδικασία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011, όπως προκύπτει από το άρθρο 6 του κανονισμού 479/2009 και την αιτιολογική σκέψη 9 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678.
118.
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
119.
Διορθώσεις οι οποίες είναι αναγκαίες λόγω εσφαλμένης εφαρμογής λογιστικών κανόνων συνιστούν μεν αναθεωρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 479/2009, αλλά δεν αποκλείουν την παρουσίαση ανακριβών στοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011.
120.
Το άρθρο 6 του κανονισμού 479/2009 θεσπίζει την υποχρέωση των κρατών μελών να πληροφορούν την Επιτροπή για κάθε σημαντική αναθεώρηση των στοιχείων που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί. Οι αναθεωρήσεις δεν επιτρέπονται απλώς, αλλά επιβάλλονται. Για την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής εποπτείας είναι ουσιώδες η Επιτροπή να έχει στη διάθεσή της σωστά αριθμητικά στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, δεν έχει σημασία ο λόγος που καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση. Επομένως, το ότι η Επιτροπή χαρακτήρισε η ίδια τη διαδικασία ως αναθεώρηση και δημοσίευσε ανεπιφύλακτα τα αναθεωρημένα στοιχεία συνάδει με τον εν λόγω κανονισμό.
121.
Ωστόσο, οι αναθεωρήσεις μπορούν να τεκμηριώσουν την παρουσίαση ανακριβών στοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011. Τούτο μαρτυρά και το δεύτερο εδάφιο της αιτιολογικής σκέψεως 9 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678, όπου απαριθμούνται περιπτώσεις στις οποίες τα ήδη γνωστοποιηθέντα στοιχεία πρέπει να αναθεωρούνται, αλλά δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως ανακριβή στοιχεία των οποίων η παρουσίαση επιφέρει κυρώσεις.
122.
Ασφαλώς, η κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση 2012/678 δεν μπορεί να καθορίσει το ρυθμιστικό περιεχόμενο του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011. Πιο συγκεκριμένα, η κανονιστική αρμοδιότητα της Επιτροπής με βάση το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 1173/2011 δεν καλύπτει τον καθορισμό προϋποθέσεων επιβολής κυρώσεων. Εξάλλου, τέτοια εκχώρηση αρμοδιοτήτων θα αντέβαινε, επίσης, στο άρθρο 290, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει ότι τα ουσιώδη στοιχεία ενός τομέα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξουσιοδοτήσεως προς την Επιτροπή. Η κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση όμως αποσαφηνίζει την εκτίμηση της Επιτροπής σε σχέση με το περιεχόμενο του κανονισμού.
123.
Στο δεύτερο εδάφιο της αιτιολογικής σκέψεως 9 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678, η Επιτροπή λαμβάνει ως δεδομένο ότι αναθεωρήσεις που εξηγούνται σαφώς και επαρκώς δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως παρουσιάσεις ανακριβών στοιχείων. Αντιθέτως προς την άποψη της Ισπανίας, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις για παρουσιάσεις ανακριβών στοιχείων που γνωστοποιούνται και εξηγούνται. Απεναντίας, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα οριστικά στοιχεία σχετικά με το έλλειμμα και το χρέος είναι συνήθως διαθέσιμα σε μεταγενέστερο χρόνο και ότι, ως εκ τούτου, οι κοινοποιήσεις ΔΥΕ περιέχουν πάντοτε στοιχεία τα οποία στηρίζονται σε εκτιμήσεις ( 43 ). Οι μεταβολές τέτοιων εκτιμήσεων πρέπει να επιτρέπονται όταν εξηγούνται δεόντως. Επιπλέον, η Επιτροπή δέχεται ρητώς ως λόγο αναθεωρήσεως τις αναδρομικές αλλαγές στη μεθοδολογία καταχωρίσεως των στοιχείων.
124.
Πάντως, η διόρθωση των στοιχείων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή τον Μάρτιο του 2012 δεν οφειλόταν στον προσωρινό χαρακτήρα των στοιχείων ούτε στην αλλαγή μεθοδολογίας. Αντιθέτως, η διόρθωση κατέστη αναγκαία, διότι η αυτόνομη κοινότητα της Βαλένθια παρέβη τους λογιστικούς κανόνες του ΕΣΛ 1995. Η παράβαση συνίστατο στο ότι, επί πολλά έτη, οι δαπάνες για την υγεία εν μέρει δεν καταχωρίζονταν καθόλου και εν μέρει καταχωρίζονταν καθυστερημένα ( 44 ). Η εν λόγω κοινότητα, λοιπόν, πραγματοποιούσε υψηλότερες δαπάνες από εκείνες που δήλωνε στην αρμόδια εθνική αρχή. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα η εθνική αρχή να στηριχθεί σε εσφαλμένα αριθμητικά στοιχεία κατά τον υπολογισμό των συνολικών δημοσίων ελλειμμάτων για τα έτη 2008 έως 2011 και να δηλώσει πολύ χαμηλά ελλείμματα στην κοινοποίηση ΔΥΕ τον Μάρτιο του 2012.
125.
Η Ισπανία δεν αρνείται ότι ο λόγος για την αναθεώρηση που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2012 ήταν η εσφαλμένη εφαρμογή των λογιστικών κανόνων στην αυτόνομη κοινότητα της Βαλένθια. Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, η παράλληλη επίκληση του προσωρινού χαρακτήρα των στοιχείων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή, προκειμένου να δικαιολογηθεί η διόρθωσή τους είναι αντιφατική. Το πραγματικό ύψος των δαπανών στην αυτόνομη κοινότητα της Βαλένθια ήταν διαπιστωμένο, τουλάχιστον στο επίπεδο της συγκεκριμένης κοινότητας· απλώς δεν καταχωρίσθηκε κανονικά.
126.
Επομένως, μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο ότι η Ισπανία παρουσίασε ανακριβή στοιχεία, καθόσον τον Μάρτιο του 2012 γνωστοποίησε αριθμητικά στοιχεία τα οποία είχαν υπολογισθεί κατά παράβαση των λογιστικών κανόνων και, ως εκ τούτου, δεν ήταν ορθά. Το ότι προέβη η ίδια σε διόρθωση των στοιχείων αυτών τον Μάιο του 2012 ουδόλως μεταβάλλει την κατάσταση, διότι η εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να εκληφθεί ως ανυπαίτια αναθεώρηση. Κατά συνέπεια, το αν η Ισπανία εξήγησε σαφώς και επαρκώς τη διόρθωση δεν έχει σημασία για τη διαπίστωση της παραβάσεως του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011.
127.
Μόνον παρεμπιπτόντως θέλω να επισημάνω ότι η συμπεριφορά άλλων κρατών μελών δεν έχει καμία σημασία για την εκτίμηση της συμπεριφοράς της Ισπανίας. Πιο συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, κράτος μέλος δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης στηριζόμενο στο γεγονός ότι και άλλα κράτη μέλη παραβαίνουν ενδεχομένως τις υποχρεώσεις τους ( 45 ).
128.
Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως δεν μπορεί να οδηγήσει σε θετικό αποτέλεσμα για την Ισπανία.
2. Στοιχεία τα οποία έχουν σημασία για την εφαρμογή των άρθρων 121 ΣΛΕΕ ή 126 ΣΛΕΕ ή του πρωτοκόλλου ΔΥΕ (δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως)
129.
Η Ισπανία προβάλλει επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει παρουσίαση ανακριβών στοιχείων, ότι η παρουσίαση αυτή δεν ήταν πρόσφορη να περιορίσει τη δημοσιονομική εποπτεία. Πιο συγκεκριμένα, αφενός, η Ισπανία διόρθωσε τα στοιχεία τόσο σύντομα, ώστε η Επιτροπή μπορούσε να λάβει υπόψη τα ορθά αριθμητικά στοιχεία στις εκθέσεις της. Αφετέρου, η αναθεώρηση για το έτος 2011 (το οποίο είναι το μοναδικό κρίσιμο έτος κατά την Ισπανία) αντιστοιχούσε μόνο σε 0,9 δισεκατομμύρια ευρώ (0,08 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος) και δεν οδήγησε σε υπέρβαση του ορίου του 3 %.
130.
Το επιχείρημα αυτό είναι επίσης άστοχο. Στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011.
131.
Βεβαίως, αντιθέτως προς την εκτίμηση του Συμβουλίου, το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 3, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678, οι επιπτώσεις της παρουσιάσεως ανακριβών στοιχείων επηρεάζουν την επιμέτρηση της κυρώσεως δεν ασκεί καμία επιρροή στην ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011. Όπως επισημάνθηκε ήδη, η Επιτροπή δεν μπορούσε να καθορίσει άμεσα τις προϋποθέσεις επιβολής κυρώσεων, αλλά ούτε και έμμεσα θεσπίζοντας κριτήρια για την επιμέτρηση της κυρώσεως, τα οποία κατά το Συμβούλιο δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με το αν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
132.
Συμπληρωματικώς πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε από το ιστορικό θεσπίσεως του κανονισμού 1173/2011 προκύπτουν ενδείξεις για την ερμηνεία των σχετικών προϋποθέσεων. Η αρχική πρόταση της Επιτροπής ( 46 ) δεν περιείχε τις προϋποθέσεις επιβολής κυρώσεων, οι οποίες εμφανίσθηκαν πρώτη φορά –ήδη με την τελική διατύπωση, αλλά χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις– στο σχέδιο του Συμβουλίου της 16ης Ιουνίου 2011 ( 47 ). Με τη μορφή αυτή υιοθετήθηκαν, επίσης χωρίς σχόλια, στη γνώμη του Κοινοβουλίου ( 48 ), μολονότι το σχέδιο της εισηγήτριας ( 49 ) δεν περιείχε καμία σχετική αναφορά.
133.
Ωστόσο, από το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011 προκύπτει ότι η επιβολή προστίμου δεν εξαρτάται από τις πιθανές επιπτώσεις που προκαλεί η παρουσίαση ανακριβών στοιχείων για τη δημοσιονομική εποπτεία. Κατά τη διάταξη αυτή, τα ανακριβή στοιχεία πρέπει να είναι στοιχεία για το έλλειμμα και το χρέος τα οποία αφορούν την εφαρμογή των άρθρων 121 ΣΛΕΕ ή 126 ΣΛΕΕ ή την εφαρμογή του πρωτοκόλλου ΔΥΕ. Επομένως, αρκεί τα στοιχεία να προορίζονται να καταστήσουν δυνατή την άσκηση δημοσιονομικής εποπτείας.
134.
Η γραμματική ερμηνεία συνάδει και με τους σκοπούς που ορίζει η αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 1173/2011. Κατά το πρώτο εδάφιο, η επιβολή της δημοσιονομικής επιτήρησης στη ζώνη του ευρώ πρέπει να καταστεί πιο αποτελεσματική μέσω κυρώσεων. Το δεύτερο εδάφιο προβλέπει ότι οι κυρώσεις αυτές θα ενισχύσουν την αξιοπιστία του πλαισίου δημοσιονομικής επιτήρησης της Ένωσης. Αμφότεροι οι σκοποί αυτοί δεν επιβάλλουν κατ’ ανάγκη τις εξεταζόμενες κυρώσεις, αλλά ασφαλώς προωθούνται περισσότερο, εάν καθεαυτή η παρουσίαση ανακριβών στοιχείων επιφέρει κυρώσεις.
135.
Επιβάλλεται, λοιπόν, η διαπίστωση ότι η εκ προθέσεως ή βαριάς αμέλειας παρουσίαση ανακριβών στοιχείων τα οποία αφορούν την εφαρμογή των άρθρων 121 ΣΛΕΕ ή 126 ΣΛΕΕ ή την εφαρμογή του πρωτοκόλλου ΔΥΕ πληροί, καθεαυτή, τις προϋποθέσεις επιβολής κυρώσεων. Τα επίμαχα, εν προκειμένω, στοιχεία συνιστούν τέτοια στοιχεία, καθόσον τα κράτη μέλη οφείλουν να τα γνωστοποιούν σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 479/2009 στην Επιτροπή, ώστε αυτά να χρησιμοποιούνται όπως προβλέπεται για την άσκηση δημοσιονομικής εποπτείας.
136.
Αντιθέτως προς την άποψη της Ισπανίας, τα ποσά τα οποία αφορά η υπόθεση είναι αρκούντως υψηλά για να δικαιολογήσουν την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011. Η παρουσίαση ανακριβών στοιχείων ελλείμματος η οποία συνεπάγεται διαφορά 1,9 δισεκατομμυρίων ευρώ και αντιστοιχεί σε ποσό αναφοράς ύψους σχεδόν 100 εκατομμυρίων ευρώ για την επιβολή προστίμου δεν είναι αμελητέα.
137.
Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.
3. Βαριά αμέλεια (τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως)
138.
Εν τέλει, λοιπόν, έχει καθοριστική σημασία κατά πόσον η Ισπανία παρουσίασε ανακριβή στοιχεία λόγω βαριάς αμέλειας. Η Ισπανία δεν το δέχεται αυτό, ιδίως διότι το εν λόγω ζήτημα αφορά μόνο μία αυτόνομη κοινότητα.
α) Το σημείο αναφοράς για την αιτίαση περί βαριάς αμέλειας
139.
Σημείο αναφοράς για την αιτίαση περί βαριάς αμέλειας αποτελεί η συμπεριφορά για την οποία το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011 προβλέπει κυρώσεις. Η συμπεριφορά αυτή συνίσταται στην παρουσίαση ανακριβών στοιχείων στο πλαίσιο κοινοποιήσεως ΔΥΕ που απευθύνεται προς την Επιτροπή. Ο τίτλος «Κυρώσεις για παραποίηση στατιστικών στοιχείων» δημιουργεί μια σύνδεση με την παράβαση των λογιστικών κανόνων του δικαίου της Ένωσης. Η παράβαση αυτή συνιστά την αιτία για την ανακριβή κοινοποίηση ΔΥΕ και δηλώνεται με έμφαση. Ο τίτλος όμως δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι το πρόστιμο δεν επιβάλλεται για την εσφαλμένη εφαρμογή των λογιστικών κανόνων, αλλά για την υποβολή ανακριβών στοιχείων στην Επιτροπή ( 50 ). Τούτο απορρέει από τον σκοπό της κυρώσεως. Η κύρωση επιδιώκει να καταστήσει πιο αποτελεσματική τη δημοσιονομική εποπτεία που ασκεί η Ένωση ( 51 ). Η δημοσιονομική εποπτεία όμως διατρέχει κίνδυνο από τη στιγμή που τα ανακριβή στοιχεία θα κοινοποιηθούν στην Επιτροπή. Πριν από την ενέργεια αυτή, υφίσταται μόνο ζήτημα αμιγώς εσωτερικής φύσεως το οποίο μπορεί και πρέπει να επιλυθεί από το κράτος μέλος.
140.
Εντούτοις, η εσφαλμένη εφαρμογή των λογιστικών κανόνων είναι κρίσιμη ως σημείο αναφοράς για τα υποκειμενικά στοιχεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011. Πιο συγκεκριμένα, όποιος ενεργεί κατά παράβαση των λογιστικών κανόνων από βαριά αμέλεια και δεν διορθώνει το εν λόγω σφάλμα έως την επόμενη κοινοποίηση ΔΥΕ, υποβάλλει στην Επιτροπή ανακριβή στοιχεία από βαριά αμέλεια.
141.
Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν η Ισπανία παρέβη από βαριά αμέλεια τους λογιστικούς κανόνες πριν από την κοινοποίηση ΔΥΕ τον Μάρτιο του 2012.
β) Η δυνατότητα καταλογισμού της συμπεριφοράς τόσο των εθνικών αρχών όσο και των αρχών της αυτόνομης κοινότητας
142.
Το δεύτερο εδάφιο της αιτιολογικής σκέψεως 10 της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 ορίζει ότι ως βαριά αμέλεια πρέπει να θεωρείται η περίπτωση κατά την οποία το αρμόδιο πρόσωπο για την παραγωγή των στοιχείων για το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος παραβιάζει κατάφωρα το καθήκον αρωγής που υπέχει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή ορθώς στηρίζεται στο καθήκον παραγωγής στοιχείων για το έλλειμμα και το χρέος χωρίς να περιορίζεται στην παραγωγή στοιχείων της γενικής κυβερνήσεως και χωρίς να δημιουργεί άλλη σύνδεση με την εσωτερική δημόσια οργάνωση ( 52 ).
143.
Διαφορετικό συμπέρασμα θα αντέβαινε στην αρχή κατά την οποία τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται καταστάσεις της εσωτερικής τους έννομης τάξεως, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που απορρέουν από τη συνταγματική τάξη, για να δικαιολογούν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης ( 53 ). Όσον αφορά τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο της δημοσιονομικής εποπτείας, η αρχή αυτή κατοχυρώνεται ρητώς στα άρθρα 2 και 3 του πρωτοκόλλου ΔΥΕ ( 54 ). Η επίμαχη, εν προκειμένω, υποχρέωση συνίσταται στην υποβολή ορθών στοιχείων για το έλλειμμα και το χρέος στην Επιτροπή. Εάν μια περιφερειακή υπηρεσία της εθνικής αρχής παραδώσει ανακριβή στοιχεία, τούτο δεν απαλλάσσει το οικείο κράτος μέλος.
144.
Συνεπώς, η Ισπανία ευθύνεται για παραβάσεις τόσο της αρμόδιας εθνικής αρχής όσο και της αρμόδιας αρχής στην αυτόνομη κοινότητα της Βαλένθια.
γ) Η συνδρομή βαριάς αμέλειας
145.
Οι διάδικοι διαφωνούν σχετικά με το αν η εθνική αρχή γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει πριν από τον Μάιο του 2012 τις εν λόγω παρατυπίες. Ωστόσο, φρονώ ότι παρέλκει η διεξοδική εξέταση αυτού του ζητήματος.
146.
Πιο συγκεκριμένα, η Ισπανία δεν αμφισβητεί ότι η αρμόδια περιφερειακή αρχή παραβίασε κατάφωρα το καθήκον επιμέλειας που υπέχει, καθόσον δεν καταχώρισε καθόλου ή καταχώρισε καθυστερημένα, σε μεγάλο βαθμό, δαπάνες για την υγεία και παρέδωσε ανακριβή στοιχεία στην εθνική αρχή, μολονότι το περιφερειακό Ελεγκτικό Συνέδριο είχε επισημάνει εγκαίρως το σφάλμα.
147.
Για τη διαπίστωση βαριάς αμέλειας της εν λόγω περιφερειακής αρχής δεν απαιτείται επίσης η επίκληση κάποιας συμπεριφοράς πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1173/2011 στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Αντιθέτως, αρκεί το γεγονός ότι η περιφερειακή αρχή δεν διόρθωσε εγκαίρως το σφάλμα της πριν από την κοινοποίηση του Μαρτίου του 2012. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα αναδρομικότητας όπως υπονοεί η Ισπανία.
148.
Με την παράλειψη της διορθώσεως, η περιφερειακή αρχή της αυτόνομης κοινότητας παραβίασε εξίσου κατάφωρα το καθήκον επιμέλειας που υπέχει όσο και με την εσφαλμένη εφαρμογή των λογιστικών κανόνων. Το ότι η αιτίαση για την παράλειψη της διορθώσεως αφορά πιο σύντομη περίοδο δεν δικαιολογεί διαφορετική εκτίμηση.
149.
Το επιχείρημα της Ισπανίας ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν έλαβαν υπόψη ότι η Ισπανία εντόπισε τις παρατυπίες τον Μάιο του 2012, ενημέρωσε σχετικά την Επιτροπή και συνεργάστηκε στο μέγιστο βαθμό μαζί της με επιμέλεια και καλή πίστη, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
150.
Ο κρίσιμος χρόνος για τη συνδρομή των υποκειμενικών προϋποθέσεων του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011 είναι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, δηλαδή ο χρόνος υποβολής των στοιχείων στην Επιτροπή ( 55 ). Η μεταγενέστερη συμπεριφορά δεν έχει σημασία ως προς το αν πρέπει να επιβληθεί πρόστιμο. Αυτή μπορεί να ληφθεί υπόψη, όπως συνέβη, μόνον κατά τον υπολογισμό του προστίμου δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678.
δ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα επί του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως
151.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, μπορούν να διαπιστωθούν τα εξής: η αρμόδια αρχή της αυτόνομης κοινότητας της Βαλένθια παρέλειψε από βαριά αμέλεια να ενημερώσει την αρμόδια εθνική αρχή σχετικά με την εσφαλμένη εφαρμογή των λογιστικών κανόνων κατά το παρελθόν και την συνακόλουθη ανακρίβεια των στοιχείων που της είχε διαβιβάσει. Η συμπεριφορά αυτή καταλογίζεται στην Ισπανία και, ως εκ τούτου, θεωρείται ότι αυτή παρουσίασε από βαριά αμέλεια ανακριβή στοιχεία για το έλλειμμα στην κοινοποίηση ΔΥΕ την οποία υπέβαλε στην Επιτροπή τον Μάρτιο του 2012.
152.
Κατά συνέπεια, το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως είναι επίσης αβάσιμο.
4. Ενδιάμεσο συμπέρασμα επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
153.
Επομένως, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Ε. Επί του ορθού υπολογισμού του επιβληθέντος προστίμου (τέταρτος λόγος ακυρώσεως)
154.
Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η Ισπανία προσάπτει στο Συμβούλιο ότι χρησιμοποίησε πολύ υψηλό ποσό αναφοράς κατά τον υπολογισμό του επιβληθέντος προστίμου. Για τον λόγο αυτόν, λοιπόν, εάν το Δικαστήριο κρίνει δικαιολογημένη την επιβολή προστίμου, η Ισπανία ζητεί να μειωθεί το πρόστιμο από 18,93 εκατομμύρια ευρώ σε 8,62 εκατομμύρια ευρώ. Προς στήριξη του αιτήματός της, η Ισπανία επικαλείται το άρθρο 14, παράγραφος 2, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 και επισημαίνει ότι οι κυρώσεις για την παραποίηση στοιχείων του ελλείμματος προβλέπονται από τα τέλη του 2011. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Ισπανία διευκρινίζει ότι επικαλείται την αρχή της μη αναδρομικότητας. Πριν από την εξέταση των επιχειρημάτων αυτών, επιβάλλεται κατ’ αρχάς να παρουσιασθεί ο τρόπος κατά τον οποίο το Συμβούλιο κατέληξε στο συγκεκριμένο ποσό αναφοράς για να υπολογίσει το πρόστιμο, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού που ζητεί η Ισπανία.
1. Επί του υπολογισμού του ποσού αναφοράς
155.
Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678, το πρόστιμο καθορίζεται με βάση ένα ποσό αναφοράς που μπορεί να προσαρμόζεται λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3. Η Ισπανία δεν αμφισβητεί τη μείωση στο ένα πέμπτο του ποσού αναφοράς στην οποία προέβη το Συμβούλιο.
156.
Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 2, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678, το ποσό αναφοράς ισούται με το 5 % των ανακριβών στοιχείων που παρουσιάστηκαν σχετικά με το δημόσιο έλλειμμα ή των ανακριβών στοιχείων που παρουσιάστηκαν σχετικά με το δημόσιο χρέος του κράτους μέλους –ανάλογα με το ποια ανακριβή στοιχεία είχαν τον μεγαλύτερο αντίκτυπο– για τα σχετικά έτη που αφορά η κοινοποίηση στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.
157.
Η κοινοποίηση που υποβλήθηκε τον Μάρτιο του 2012 αφορούσε τα έτη 2008 έως 2012 όπως προβλεπόταν σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 479/2009.
158.
Οι δαπάνες οι οποίες δεν καταχωρίσθηκαν ανέρχονταν σε 29 εκατομμύρια ευρώ για το έτος 2008, σε 378 εκατομμύρια ευρώ για το έτος 2009, σε 624 εκατομμύρια ευρώ για το έτος 2010 και σε 862 εκατομμύρια ευρώ για το έτος 2011, δηλαδή σε 1,893 δισεκατομμύρια ευρώ συνολικά.
159.
Το Συμβούλιο υπολόγισε με βάση το συνολικό ποσό των δαπανών που δεν είχαν καταχωρισθεί ένα ποσό αναφοράς ύψους 94,65 εκατομμυρίων ευρώ και από αυτό όρισε ως πρόστιμο το ένα πέμπτο.
160.
Η Ισπανία αντιτείνει ότι το Συμβούλιο όφειλε να λάβει υπόψη μόνον τις μη καταχωρισθείσες δαπάνες για το έτος 2011. Στην περίπτωση αυτή, το ποσό αναφοράς θα ανερχόταν σε 43,1 εκατομμύρια ευρώ και το πρόστιμο σε 8,62 εκατομμύρια ευρώ.
2. Επί της ερμηνείας του άρθρου 14, παράγραφος 2, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678
161.
Στον βαθμό που η Ισπανία επικαλείται το άρθρο 14, παράγραφος 2, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678, η άποψή της συνίσταται στο ότι βάσει της εν λόγω διατάξεως είναι κρίσιμος ο «μεγαλύτερος αντίκτυπος». Η Ισπανία, δηλαδή, συνάγει το συμπέρασμα ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη μόνον το έτος κατά το οποίο τα στοιχεία που κοινοποιήθηκαν είχαν την ευρύτερη απόκλιση από τα πραγματικά στοιχεία.
162.
Η εκτίμηση αυτή δεν είναι πειστική, διότι η έννοια του «μεγαλύτερου αντίκτυπου» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 δεν αφορά την ετήσια απόκλιση, αλλά τις επιπτώσεις των ανακριβών στοιχείων στο έλλειμμα ή στο χρέος. Πιο συγκεκριμένα, το ποσό αναφοράς ισούται με το 5 % των ανακριβών στοιχείων που παρουσιάστηκαν σχετικά με το δημόσιο έλλειμμα ή των ανακριβών στοιχείων που παρουσιάστηκαν σχετικά με το δημόσιο χρέος του κράτους μέλους –ανάλογα με το ποια ανακριβή στοιχεία είχαν τον μεγαλύτερο αντίκτυπο– για τα σχετικά έτη που αφορά η κοινοποίηση στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.
163.
Συναφώς, στις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις ( 56 ), είναι κρίσιμος ο μεγαλύτερος και όχι ο μέγιστος αντίκτυπος. Δεδομένου όμως ότι η κοινοποίηση καλύπτει περισσότερα έτη, η σύγκριση μεταξύ των ετήσιων αποκλίσεων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα περισσότερους μεγαλύτερους αντίκτυπους. Παραδείγματος χάρη, στην προκειμένη περίπτωση, το ποσό της ετήσιας απόκλισης ήταν κάθε έτος μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσό του προηγούμενου έτους. Ωστόσο, το άρθρο 14, παράγραφος 2, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 δύναται να εφαρμοσθεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι ο κρίσιμος αντίκτυπος μπορεί να προσδιορισθεί κατά τρόπο σαφή.
164.
Επιπλέον, η θέση του συγκεκριμένου στοιχείου στις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις της διατάξεως υποδεικνύει ότι αυτό αφορά μάλλον τον ενδεχόμενο διαφορετικό αντίκτυπο που είχε η απόκλιση των στοιχείων για το έλλειμμα έναντι της αποκλίσεως των στοιχείων για το χρέος και όχι τον διαφορετικό αντίκτυπο μεταξύ των ετήσιων αποκλίσεων. Στο γερμανικό κείμενο, μάλιστα, επιλέχθηκε το ασυνήθιστο εκφραστικό μέσο της θέσεως κειμένου εντός παυλών προς αποσαφήνιση αυτού του ζητήματος. Σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις, ιδίως στο ισπανικό κείμενο και στις γλώσσες που χρησιμοποιούν τον υπερθετικό βαθμό, το ίδιο νόημα προκύπτει αβίαστα από τη συντακτική δομή της διατάξεως.
165.
Κατά τα λοιπά, το αποτέλεσμα της γραμματικής ερμηνείας συνάδει και με τον σκοπό που συνίσταται στον καθορισμό εύλογης κυρώσεως. Εάν η παρουσίαση ανακριβών στοιχείων αφορούσε μόνον ένα έτος, η σοβαρότητα της πράξεως θα ήταν προφανώς μικρότερη από ό,τι αν αφορούσε περισσότερα έτη. Οι δύο περιπτώσεις, λοιπόν, δεν θα ήταν εύλογο να τύχουν της ίδιας μεταχειρίσεως, δηλαδή να ληφθεί υπόψη και για τις δύο μόνον ένα συγκεκριμένο έτος, προκειμένου να επιμετρηθεί το ύψος της κυρώσεως.
166.
Πάντως, εφόσον η υπό κρίση υπόθεση αφορά μόνο μία ανακριβή κοινοποίηση, δεν απαιτείται να διευκρινισθεί ο τρόπος κατά τον οποίο θα έπρεπε να υπολογισθεί το ποσό αναφοράς με βάση το άρθρο 14, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678, εάν κοινοποιούνταν επανειλημμένως ανακριβή αριθμητικά στοιχεία.
3. Επί της αρχής της μη αναδρομικότητας
167.
Η Ισπανία επικαλείται, επίσης, εμμέσως την αρχή της μη αναδρομικότητας. Δεδομένου ότι ο κανονισμός 1173/2011 τέθηκε σε ισχύ στις 13 Δεκεμβρίου 2011, η Ισπανία υποστηρίζει ότι δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά της κατά τα έτη 2008 έως 2010.
168.
Ούτε το επιχείρημα αυτό είναι εύστοχο.
169.
Τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως του αν δύνανται να επικαλεσθούν το άρθρο 49, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη, όπου προβλέπεται η απαγόρευση της αναδρομικότητας σε σχέση με τις ποινές, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υφίστανται κυρώσεις βάσει αναδρομικών ρυθμίσεων ( 57 ). Καμία άλλη στάση δεν θα ήταν αποδεκτή στο πλαίσιο μιας Ένωσης δικαίου.
170.
Εν προκειμένω όμως η αιτίαση περί παραβιάσεως της αρχής της μη αναδρομικής εφαρμογής κυρώσεων είναι αβάσιμη.
171.
Όπως επισημάνθηκε ήδη, το πρόστιμο επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1173/2011 για την υποβολή ανακριβών στοιχείων στην Επιτροπή και όχι για την παραποίηση στοιχείων στο στάδιο που προηγείται της υποβολής τους.
172.
Η Ισπανία υπέβαλε την κοινοποίηση ΔΥΕ, για την οποία επιβλήθηκε κύρωση, τον Μάρτιο του 2012, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1173/2011. Τα στοιχεία σχετικά με το έλλειμμα που περιέχονταν στην εν λόγω κοινοποίηση και αφορούσαν τα έτη 2008 έως 2011 ήταν ανακριβή κατά τον χρόνο υποβολής. Συναφώς, δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι η εσφαλμένη εφαρμογή των λογιστικών κανόνων η οποία οδήγησε στην ανακριβή κοινοποίηση ΔΥΕ είχε εκκινήσει πολύ πριν από τις 13 Δεκεμβρίου 2011.
173.
Παραβίαση της αρχής της μη αναδρομικότητας θα υφίστατο μόνον αν το Συμβούλιο είχε στηριχθεί στο άρθρο 14, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 και είχε λάβει υπόψη κατά τον υπολογισμό του προστίμου το ότι οι κοινοποιήσεις ΔΥΕ των ετών 2008 έως 2011 ήταν επίσης ανακριβείς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δηλαδή, το Συμβούλιο θα επέβαλε εμμέσως κυρώσεις και για αυτές τις κοινοποιήσεις, μολονότι ο κανονισμός 1173/2011 τέθηκε σε ισχύ μετά την υποβολή τους. Εντούτοις, από την αιτιολογική σκέψη 11 της επίδικης αποφάσεως προκύπτει ότι το Συμβούλιο δεν συνεκτίμησε στη στάθμισή του την ανακρίβεια των κοινοποιήσεων των ετών 2008 έως 2011.
4. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
174.
Το Συμβούλιο, λοιπόν, υπολόγισε ορθώς το ποσό αναφοράς. Έλαβε υπόψη δεόντως τις προβλέψεις του άρθρου 14, παράγραφος 2, της κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεως 2012/678 και δεν παραβίασε την αρχή της μη αναδρομικότητας.
175.
Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως είναι επίσης αβάσιμος.
ΣΤ. Σύνοψη
176.
Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η Ισπανία δεν θα ευδοκιμούσε, η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της, εάν το Δικαστήριο δεν παραπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο.
VI. Επί των δικαστικών εξόδων
177.
Εάν το Δικαστήριο δεχθεί την πρότασή μου και παραπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, παρέλκει η κρίση επί των δικαστικών εξόδων.
178.
Πάντως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει την προκειμένη διαφορά, ο ηττηθείς διάδικος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα με βάση το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι κατά τη δική μου πρόταση θα νικούσε το Συμβούλιο, η Ισπανία θα έπρεπε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
179.
Ωστόσο, κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή θα έφερε τα δικαστικά της έξοδα.
VII. Πρόταση
180.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1)
Παραπέμπει την υπόθεση Ισπανία κατά Συμβουλίου (C-521/15) στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
181.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν δεχθεί αυτήν την πρόταση, προτείνω επικουρικώς να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την Ισπανία στα δικαστικά έξοδα, εξαιρουμένων των εξόδων της Επιτροπής τα οποία πρέπει να φέρει η ίδια η Επιτροπή.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2015/1289 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, για την επιβολή προστίμου στην Ισπανία για την παραποίηση των στοιχείων του ελλείμματος στην Αυτόνομη Κοινότητα της Βαλένθια (ΕΕ 2015, L 198, σ. 19). Ο προσδιορισμός «εκτελεστική» προστέθηκε μεταγενέστερα στον τίτλο (ΕΕ 2015, L 291, σ. 10).
( 3 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011 (ΕΕ 2011, L 306, σ. 1).
( 4 ) Πρωτόκολλο αριθ. 12 της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ.
( 5 ) Κανονισμός (ΕΚ) 2223/96 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1996, περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 310, σ. 1) (στο εξής: ΕΣΛ 1995). Ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 549/2013 (ΕΕ 2013, L 174, σ. 1) (ΕΣΛ 2010) ο οποίος όμως δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ακόμη στην εξεταζόμενη περίπτωση.
( 6 ) Η Επιτροπή δημοσίευσε προσφάτως, στο πλαίσιο διαδικασίας κατά της Αυστρίας, μια έκθεση κατόπιν σχετικής έρευνας [COM(2017) 94 τελικό], με την οποία απευθύνει σύσταση προς το Συμβούλιο.
( 7 ) Απόφαση 2004/407/ΕΚ, Ευρατόμ, που τροποποιεί τα άρθρα 51 και 54 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου (ΕΕ 2004, L 132, σ. 5).
( 8 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2009, για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 2009, L 145, σ. 1), ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 679/2010 του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 2010 (ΕΕ 2010, L 198, σ. 1).
( 9 ) Κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση της Επιτροπής της 29ης Ιουνίου 2012 (ΕΕ 2012, L 306, σ. 21).
( 10 ) Έκθεση της Επιτροπής για την έρευνα σχετικά με την παραποίηση στατιστικών στοιχείων στην Ισπανία, σύμφωνα με κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1173/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αποτελεσματική επιβολή της δημοσιονομικής εποπτείας στη ζώνη του ευρώ (απόφαση της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 2014) [COM(2015) 211 τελικό].
( 11 ) Βλ. υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων.
( 12 ) Βλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2005, Επιτροπή κατά AMI Semiconductor Belgium κ.λπ. (C‑294/02, EU:C:2005:172, σκέψη 49), και διάταξη της 14ης Ιουλίου 2005, Ελβετία κατά Επιτροπής (C-70/04, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2005:468, σκέψη 18).
( 13 ) Βλ. σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση ιδιωτών, για παράδειγμα, αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1977, Koninklijke Scholten Honig κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (101/76, EU:C:1977:70, σκέψεις 5/7 έως 8/11), και της 19ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Planet (C-314/11 P, EU:C:2012:823, σκέψεις 94 και 95). Βλ., σχετικά με την παράλειψη χαρακτηρισμού μιας εκτελεστικής αποφάσεως ως τέτοιας, προτάσεις μου στις υποθέσεις Borealis Polyolefine, OMV Refining & Marketing, DOW Benelux κ.λπ., καθώς και Esso Italiana κ.λπ. (C-191/14, C-192/14, C-295/14 και C-389/14, EU:C:2015:754, σημείο 177).
( 14 ) Απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, National Iranian Oil Company κατά Συμβουλίου (C-440/14 P, EU:C:2016:128, σκέψη 66).
( 15 ) Απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, National Iranian Oil Company κατά Συμβουλίου (C-440/14 P, EU:C:2016:128, σκέψη 36), και προηγούμενες αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1989, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (16/88, EU:C:1989:397, σκέψη 11), σχετικά με το άρθρο 145, τρίτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΟΚ, και της 23ης Φεβρουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-122/04, EU:C:2006:134, σκέψεις 36 και 37), σχετικά με το άρθρο 202, τρίτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ, αμφότερες προγενέστερες διατάξεις τις οποίες αντικατέστησε το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
( 16 ) Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τα φαινόμενα, η αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου με βάση τις εξαιρέσεις του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του Οργανισμού δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ μέχρι σήμερα.
( 17 ) Η απόφαση της 13ης Ιουλίου 2004, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-27/04, EU:C:2004:436), πάντως, δεν θεμελιώνει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, διότι κατά τον χρόνο εκείνο δεν ίσχυε ακόμη η σημερινή διάκριση αρμοδιοτήτων και, σε περίπτωση εφαρμογής της, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου θα προέκυπτε από το άρθρο 51, παράγραφος 2, του Οργανισμού.
( 18 ) Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2014, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου και Κοινοβουλίου (C-270/12, EU:C:2014:18, σκέψεις 78 έως 86).
( 19 ) Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2014, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C-292/11 P, EU:C:2014:3, σκέψεις 50 και 51).
( 20 ) Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2014, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C-292/11 P, EU:C:2014:3, σκέψεις 77 και 78).
( 21 ) Βλ., παραδείγματος χάρη, αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, Beuttenmüller (C-102/02, EU:C:2004:264, σκέψη 64), της 16ης Ιουλίου 2009, Infopaq International (C-5/08, EU:C:2009:465, σκέψη 56), και της 8ης Μαρτίου 2017, Euro Park Service (C-14/16, EU:C:2017:177, σκέψη 49).
( 22 ) Βλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2016, Bayer CropScience και Stichting De Bijenstichting (C‑442/14, EU:C:2016:890, σκέψεις 55 έως 58).
( 23 ) Τρίτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, για την ίδρυση Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1988, L 319, σ. 1).
( 24 ) Βλ., σχετικά, άρθρο 11β, παράγραφος 2, του κανονισμού 479/2009.
( 25 ) Άρθρο 11α, πρώτο εδάφιο, και άρθρο 11β, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2009.
( 26 ) Έκθεση της Επιτροπής (παρατίθεται στην υποσημείωση 10, σ.8).
( 27 ) Note to the ESSC/EFC – implementation of ESA 2010 and changes needed in regulation 479 (παράρτημα F.1 της απαντήσεως της Ισπανίας στο υπόμνημα παρεμβάσεως της Επιτροπής).
( 28 ) Αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, Mediocurso κατά Επιτροπής (C-462/98 P, EU:C:2000:480, σκέψη 36), της 9ης Ιουνίου 2005, Ισπανία κατά Επιτροπής (C-287/02, EU:C:2005:368, σκέψη 37), και της 17ης Μαρτίου 2016, Bensada Benallal (C-161/15, EU:C:2016:175, σκέψη 33).
( 29 ) Αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψεις 181 έως 183), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής (C‑105/04 P, EU:C:2006:592, σκέψη 38).
( 30 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 183).
( 31 ) Αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1989, Dow Benelux κατά Επιτροπής (85/87, EU:C:1989:379, σκέψεις 17 και 18), της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C-254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψεις 298 και 299), καθώς και της 22ας Οκτωβρίου 2002, Roquette Frères (C-94/00, EU:C:2002:603, σκέψη 48).
( 32 ) Αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1989, Dow Benelux κατά Επιτροπής (85/87, EU:C:1989:379, σκέψη 19), και της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C‑252/99 P και C-254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 301).
( 33 ) Βλ. σημεία 64 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 34 ) Βλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής (C-105/04 P, EU:C:2006:592, σκέψεις 56 επ.)
( 35 ) Βλ., σχετικά με το δίκαιο ανταγωνισμού, απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2007, Dalmine κατά Επιτροπής (C-407/04 P, EU:C:2007:53, σκέψη 60).
( 36 ) Αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 1989, Orkem κατά Επιτροπής (374/87, EU:C:1989:387, σκέψεις 34 και 35), και της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C-213/00 P, C-217/00 P και C-219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 65).
( 37 ) Βλ., για τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 1985, Επιτροπή κατά Ελλάδας (192/84, EU:C:1985:497, σκέψη 19), της 9ης Νοεμβρίου 1999, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C-365/97, EU:C:1999:544, σκέψη 85), της 13ης Ιουλίου 2004, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C-82/03, EU:C:2004:433, σκέψη 15), της 26ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑494/01, EU:C:2005:250, σκέψεις 41, 197 και 198), και της 5ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κατά Βελγίου (C-275/04, EU:C:2006:641, σκέψη 82).
( 38 ) Απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2008, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (C-405/07 P, EU:C:2008:613, σκέψη 56). Βλ., επίσης, απόφαση της 16ης Απριλίου 2013, Ισπανία κατά Συμβουλίου (C-274/11 και C-295/11, EU:C:2013:240, σκέψη 54).
( 39 ) Βλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2013, Ziegler κατά Επιτροπής (C-439/11 P, EU:C:2013:513, σκέψη 155), και της 19ης Φεβρουαρίου 2009, Gorostiaga Atxalandabaso κατά Κοινοβουλίου (C-308/07 P, EU:C:2009:103, σκέψη 46).
( 40 ) Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Ziegler κατά Επιτροπής (C-439/11 P, EU:C:2012:800, σημείο 145).
( 41 ) Βλ., παραδείγματος χάρη, απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Pillbox 38 (C-477/14, EU:C:2016:324, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επί της διατυπώσεως, βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση G4S Secure Solutions (C-157/15, EU:C:2016:382, σημείο 98), σύμφωνα με το γαλλικό Conseil constitutionnel, αποφάσεις αριθ. 2015-527 QPC της 22ας Δεκεμβρίου 2015 (FR:CC:2015:2015.527.QPC, σκέψεις 4 και 12) και αριθ. 2016-536 QPC της 19ης Φεβρουαρίου 2016 (FR:CC:2016:2016.536.QPC, σκέψεις 3 και 10)· ομοίως, Conseil d’État, απόφαση αριθ. 317827 της 26ης Οκτωβρίου 2011 (FR:CEASS:2011:317827.20111026)· βλ. και το γερμανικό Bundesverfassungsgericht, BVerfGE 120, 274, 318 επ. (DE:BVerfG:2008:rs20080227.1bvr037007, σκέψη 218).
( 42 ) Βλ., σχετικά με τον διοικητικό φόρτο για την προστασία δεδομένων, απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Rijkeboer (C-553/07, EU:C:2009:293, σκέψεις 59 επ.), καθώς και, αντίστοιχα, για την πρόσβαση σε έγγραφα, αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2001, Συμβούλιο κατά Hautala (C‑353/99 P, EU:C:2001:661, σκέψη 30), και της 2ας Οκτωβρίου 2014, Strack κατά Επιτροπής (C-127/13 P, EU:C:2014:2250, σκέψη 28).
( 43 ) Επί της ανάγκης αναθεωρήσεων για τον λόγο αυτόν, βλ. .
( 44 ) Δηλαδή, όχι κατά τον χρόνο που πραγματοποιήθηκαν –κατά παραβίαση της αρχής της αυτοτέλειας των χρήσεων (σημείο 1.57 του ΕΣΛ 1995).
( 45 ) Αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1976, Επιτροπή κατά Ιταλίας (52/75, EU:C:1976:29, σκέψη 11), της 29ης Μαρτίου 2001, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (C-163/99, EU:C:2001:189, σκέψη 22) και της 19ης Νοεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (C-118/07, EU:C:2009:715, σκέψη 48.)
( 46 ) COM(2010) 524 τελικό.
( 47 ) Έγγραφο του Συμβουλίου αριθ. 11480/11, εκεί άρθρο 6α και αιτιολογική σκέψη 3.
( 48 ) Τροπολογίες που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 23 Ιουνίου 2011 στην πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αποτελεσματική επιβολή της δημοσιονομικής εποπτείας στη ζώνη του ευρώ [P7_TA(2011)0290].
( 49 ) Έγγραφο A7-0180/2011.
( 50 ) Τούτο καθίσταται ιδιαιτέρως σαφές στο γαλλικό κείμενο του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1173/2011: «[…] État membre qui a […] fait des déclarations erronées au sujet des données relatives au […]». Στο γερμανικό και αγγλικό κείμενο η διατύπωση είναι λιγότερο σαφής, καθόσον γίνεται λόγος για εσφαλμένη παρουσίαση στοιχείων. Αντιθέτως, το ισπανικό κείμενο επικεντρώνεται στο στοιχείο της παραποιήσεως: «[…] Estado miembro que […] tergiverse datos relativos al […]».
( 51 ) Αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού (ΕΕ) 1173/2011.
( 52 ) Τούτο προκύπτει με σαφήνεια από το γερμανικό, το ισπανικό και το γαλλικό κείμενο. Αντιθέτως, το αγγλικό κείμενο δεν είναι σαφές: «An unintentional act or omission should be considered a case of serious negligence if a person responsible for the production of general government deficit and debt data is in patent breach of his duty of care».
( 53 ) Αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1991, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C-33/90, EU:C:1991:476, σκέψη 24), και της 1ης Απριλίου 2008, Gouvernement de la Communauté française και Gouvernement wallon (C-212/06, EU:C:2008:178, σκέψη 58).
( 54 ) Το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου ΔΥΕ ορίζει τα εξής: «Προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών ευθύνονται, στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, για τα ελλείμματα του δημοσίου υπό ευρεία έννοια, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 πρώτη περίπτωση. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές διαδικασίες στον τομέα του προϋπολογισμού τους επιτρέπουν να εκπληρώνουν τις σχετικές υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τις Συνθήκες. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν αμέσως και τακτικά, στην Επιτροπή, τα προβλεπόμενα και υφιστάμενα ελλείμματά τους και το ύψος του χρέους τους.» Στο άρθρο 2, πρώτη περίπτωση, οι όροι «δημόσιος» και «δημοσιονομικός» ορίζονται ως έννοιες οι οποίες «καλύπτουν την κεντρική κυβέρνηση, την περιφερειακή ή τοπική διοίκηση και τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης».
( 55 ) Βλ., σχετικά, σημείο 129 των παρουσών προτάσεων.
( 56 ) Μόνο στο δανικό, το εσθονικό και το σουηδικό κείμενο φαίνεται να χρησιμοποιείται ο υπερθετικός βαθμός αντί του συγκριτικού βαθμού.
( 57 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C-610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 51).
Full & Egal Universal Law Academy