ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 14ης Ιουλίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑547/15
Interservice d.o.o. Koper
κατά
Sándor Horváth
[αίτηση του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουγγαρία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή — Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας — Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 — Άρθρο 96, παράγραφος 2 — Υποχρέωση προσκομίσεως ανέπαφων των εμπορευμάτων στο τελωνείο προορισμού με τήρηση των μέτρων διαπιστώσεως της ταυτότητάς τους — Ενδιαφερόμενα πρόσωπα — Υπεργολάβος μεταφοράς»
1.
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 96, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ( 2 ).
2.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Interservice d.o.o. Koper ( 3 ), εκτελωνίστριας, και του Sándor Horváth, μεταφορέα, σχετικά με την ανάκτηση των τελωνειακών δασμών που η Interservice κατέβαλε ως «κυρίως υπόχρεος» κατόπιν της απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων που ο S. Horváth, βάσει συμβάσεως υπεργολαβίας, μετέφερε υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
3.
Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει στο ζήτημα αν, όταν ο ορισθείς από τον εντολέα κύριος μεταφορέας έχει αναθέσει με υπεργολαβία την εκτέλεση της μεταφοράς, η υποχρέωση προσκομίσεως, στο τελωνείο προορισμού, ανέπαφων των εμπορευμάτων που έχουν τεθεί υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως βαρύνει τον υπεργολάβο μεταφοράς. Επιπλέον, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το Δικαστήριο θα πρέπει να διευκρινίσει την έκταση της εν λόγω υποχρεώσεως.
4.
Στις παρούσες προτάσεις, θα υποστηρίξω, αφενός, ότι το άρθρο 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ως «μεταφορέας» νοείται κάθε πρόσωπο που πραγματοποιεί τη μεταφορά εμπορευμάτων τα οποία αποδέχθηκε ενώ γνώριζε ότι είχαν τεθεί υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, είτε βάσει συμβάσεως μεταφοράς συναφθείσας με τον εντολέα είτε βάσει συμβάσεως υπεργολαβίας συναφθείσας με τον κύριο μεταφορέα, και, αφετέρου, ότι η προβλεπόμενη στην εν λόγω διάταξη υποχρέωση βαρύνει τον μεταφορέα κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει αναλάβει τα εμπορεύματα που βρίσκονται στην κατοχή του.
5.
Θα υποστηρίξω ότι, σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, όπου ο υπεργολάβος μεταφοράς πράγματι μετέφερε τα εμπορεύματα μέχρι τον χώρο σταθμεύσεως στο τελωνείο προορισμού και παρέδωσε τα σχετικά με τα εν λόγω εμπορεύματα έγγραφα στον εκπρόσωπο του κύριου μεταφορέα έτσι ώστε αυτός να διεκπεραιώσει τις διατυπώσεις για τη λήξη του καθεστώτος της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, ο υπεργολάβος μεταφοράς απηλλάγη της υποχρεώσεώς του όταν ο κύριος μεταφορέας ανέλαβε από τον υπεργολάβο τα εμπορεύματα και ο υπεργολάβος μεταβίβασε στον κύριο μεταφορέα τα συνοδευτικά έγγραφα.
6.
Θα εκθέσω επίσης ότι, μολονότι το γεγονός ότι κατόπιν ο υπεργολάβος μεταφοράς συνέχισε τη μεταφορά των εμπορευμάτων μέχρι άλλο κράτος μέλος δεν συνεπάγεται γι’ αυτόν την υποχρέωση να εξακριβώσει, πριν από τη συνέχιση της μεταφοράς, ότι ο κύριος μεταφορέας πράγματι προσκόμισε τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού με σκοπό να λήξει το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, παρά ταύτα η ευθύνη του θα μπορέσει να στοιχειοθετηθεί αν αποδειχθεί ότι συνέχισε τη μεταφορά γνωρίζοντας πληροφοριακά στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι το εν λόγω καθεστώς δεν είχε λήξει νομότυπα, πράγμα που στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να καθορίσει με γνώμονα το σύνολο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών.
I – Το νομικό πλαίσιο
7.
Βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του τελωνειακού κώδικα, το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως επιτρέπει την κυκλοφορία μεταξύ δύο σημείων του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας μη κοινοτικών εμπορευμάτων χωρίς τα εμπορεύματα αυτά να υπόκεινται σε εισαγωγικούς δασμούς ή άλλες επιβαρύνσεις ούτε σε μέτρα εμπορικής πολιτικής.
8.
Κατά το άρθρο 96, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα:
«Ο κυρίως υπόχρεος είναι ο υποκείμενος στο καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης και οφείλει:
α)
να προσκομίζει προς έλεγχο ανέπαφα τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού μέσα στην καθορισμένη προθεσμία και να έχει τηρήσει τα μέτρα διαπίστωσης της ταυτότητάς τους, τα οποία έχουν ληφθεί από τις τελωνειακές αρχές,
β)
να τηρεί τις οικείες διατάξεις του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακόμισης.»
9.
Το άρθρο 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι, «[μ]ε την επιφύλαξη των υποχρεώσεων του κυρίως υποχρέου που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο μεταφορέας ή παραλήπτης εμπορευμάτων που δέχεται εμπορεύματα, γνωρίζοντας ότι έχουν τεθεί υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης, οφείλει επίσης να τα προσκομίσει ανέπαφα στο τελωνείο προορισμού εντός της καθορισμένης προθεσμίας και να έχει τηρήσει τα μέτρα διαπίστωσης της ταυτότητάς τους τα οποία έχουν λάβει οι τελωνειακές αρχές».
10.
Το άρθρο 92, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως λήγει όταν τα εμπορεύματα και το σχετικό έγγραφο προσκομίζονται στο τελωνείο προορισμού.
11.
Σε περίπτωση που εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς απομακρυνθεί από την τελωνειακή επιτήρηση, βάσει του άρθρου 203 του τελωνειακού κώδικα γεννάται τελωνειακή οφειλή εις βάρος τεσσάρων κατηγοριών προσώπων, ήτοι:
—
του προσώπου που απομάκρυνε το εμπόρευμα από την τελωνειακή επιτήρηση,
—
των προσώπων που συνήργησαν στην απομάκρυνση αυτή, ενώ γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν ότι επρόκειτο για απομάκρυνση του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση,
—
των προσώπων που απέκτησαν ή κατείχαν το εν λόγω εμπόρευμα, και που γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν, στο χρονικό σημείο της αποκτήσεως ή παραλαβής του εμπορεύματος, ότι επρόκειτο για εμπόρευμα που είχε απομακρυνθεί από την τελωνειακή επιτήρηση, και
—
ενδεχομένως, του προσώπου το οποίο είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την παραμονή του εμπορεύματος σε προσωρινή εναπόθεση ή από τη χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί.
12.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 213 του τελωνειακού κώδικα, οι συνοφειλέτες τελωνειακής οφειλής ευθύνονται αλληλεγγύως για την πληρωμή της εν λόγω οφειλής.
II – Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13.
Κατόπιν αιτήσεως της Friedler Spedition GmbH, η IGAZ Trans Kft. ανέλαβε την υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως μεταφορά εμπορευμάτων προελεύσεως Κίνας τα οποία είχαν φθάσει στο λιμάνι του Koper (Σλοβενία).
14.
Στις 8 Δεκεμβρίου 2008, η IGAZ Trans ανέθεσε στον S. Horváth τη μεταφορά των εμπορευμάτων από το Koper μέχρι τη Βιέννη (Αυστρία) και εν συνεχεία, μετά την ολοκλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, μέχρι τη Ρώμη (Ιταλία).
15.
Στις 11 Δεκεμβρίου 2008, η Interservice, εκτελωνίστρια, κίνησε, κατόπιν αιτήσεως της IGAZ Trans, τη διαδικασία διαμετακομίσεως ενώπιον του τελωνείου του Koper. Μετά την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας, τα εμπορεύματα έπρεπε να προσκομιστούν στο τελωνείο Wiencont Süd, Freilager Wien (Βιέννη, Αυστρία) το αργότερο στις 18 Δεκεμβρίου 2008.
16.
Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 11 Δεκεμβρίου 2008, ο S. Horváth παρουσιάστηκε στην εταιρία Interservice η οποία συνέταξε τη φορτωτική CMR ( 4 ) καθώς και την απαιτούμενη για την παραλαβή των εμπορευμάτων εξουσιοδότηση και απέστειλε ηλεκτρονικώς στις σλοβενικές τελωνειακές αρχές το απαιτούμενο για τη διαδικασία διαμετακομίσεως έγγραφο T1. Εν συνεχεία, αφότου παρέλαβε τα εμπορεύματα στο τελωνείο του Koper, ο S. Horváth τα μετέφερε μέχρι τον χώρο σταθμεύσεως στο τελωνείο της Βιέννης, ο οποίος αναγραφόταν στη φορτωτική CMR, όπου παρέδωσε στον εκπρόσωπο της IGAZ Trans τα απαραίτητα έγγραφα για τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων.
17.
Εν συνεχεία, ο S. Horváth παρέμεινε σε αυτόν τον χώρο σταθμεύσεως από τις 12 έως τις 17 Δεκεμβρίου 2008, με το εμπορευματοκιβώτιο που περιείχε τα εμπορεύματα. Στις 17 Δεκεμβρίου 2008, επέστρεψε στην Ουγγαρία αφήνοντας επί τόπου το εμπορευματοκιβώτιο, και εν συνεχεία ξαναέφυγε για τη Βιέννη στις 18 Δεκεμβρίου 2008.
18.
Τα εμπορεύματα δεν προσκομίστηκαν στο τελωνείο προορισμού για να διεκπεραιωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις. Ο S. Horváth συνέχισε τη μεταφορά τους υπό το κάλυμμα νέας φορτωτικής εκδοθείσας από τη Friedler Spedition και παραληφθείσας από τον εκπρόσωπο της IGAZ Trans, και εν συνεχεία τα μετέφερε μέχρι τον τελικό τους προορισμό στην Ιταλία.
19.
Κατά τις διαπιστώσεις του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουγγαρία), ο S. Horváth αποδέχτηκε τα εμπορεύματα ενώ προδήλως γνώριζε ότι είχαν τεθεί υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Παρά ταύτα, δεν βεβαιώθηκε προσηκόντως, πριν συνεχίσει τη μεταφορά τους από τη Βιέννη μέχρι τη Ρώμη, ότι η IGAZ Trans ή η Friedler Spedition είχε όντως προσκομίσει τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει επίσης ότι στις δίκες ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας δεν προέκυψαν περαιτέρω στοιχεία που να δείχνουν ότι ο S. Horváth τελούσε εν γνώσει της απομακρύνσεως των εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση.
20.
Η προσκομισθείσα στο τελωνείο αναχωρήσεως απόδειξη της λήξεως του καθεστώτος της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως ήταν μια διασάφηση διαμετακομίσεως φέρουσα τη σφραγίδα ρουμανικού τελωνείου. Μετά από έρευνα, οι σλοβενικές τελωνειακές αρχές διαπίστωσαν ότι στη διασάφηση διαμετακομίσεως είχε τεθεί με απατηλό τρόπο η σφραγίδα του ρουμανικού τελωνείου.
21.
Λόγω της απομακρύνσεως των εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση, η Interservice, ως κυρίως υπόχρεος, υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 11196,49 ευρώ για τελωνειακούς δασμούς, φόρο προστιθέμενης αξίας και τόκους υπερημερίας.
22.
Η Interservice στράφηκε αναγωγικώς κατά του S. Horváth με αγωγή θεμελιωμένη στην εξωσυμβατική ευθύνη, υποστηρίζοντας ότι, δυνάμει του άρθρου 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, ο μεταφορέας είναι υπεύθυνος, από κοινού με τον κυρίως υπόχρεο, για την προσκόμιση των εμπορευμάτων, ακόμη και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ενεργεί μόνον ως υπεργολάβος μεταφοράς.
23.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό, η δε Interservice κατέθεσε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου), το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πρέπει το άρθρο 96, παράγραφος 2, του [τελωνειακού κώδικα] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ως μεταφορέας εμπορευμάτων θεωρείται όχι μόνον κάθε πρόσωπο που έχει συνάψει σύμβαση μεταφοράς με τον πωλητή για τη μεταφορά των περί ων πρόκειται εμπορευμάτων (συμβατικός ή κύριος μεταφορέας), αλλά και κάθε πρόσωπο που πραγματοποιεί εν όλω ή εν μέρει τη μεταφορά βάσει άλλης συμβάσεως, συναφθείσας με τον συμβατικό ή κύριο μεταφορέα (υπεργολάβος μεταφοράς);
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει το άρθρο 96, παράγραφος 2, του [τελωνειακού κώδικα] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη, η διάταξη αυτή επιβάλλει στον υπεργολάβο μεταφοράς την υποχρέωση όπως αυτός, πριν από τη συνέχιση της μεταφοράς των περί ων πρόκειται εμπορευμάτων, βεβαιωθεί προσηκόντως ότι ο κύριος μεταφορέας πράγματι προσκόμισε τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις;»
III – Ανάλυση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
24.
Προκειμένου να κατανοηθούν καλύτερα τα διακυβεύματα της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, θεωρώ χρήσιμη μια σύντομη υπόμνηση του πραγματικού και νομικού πλαισίου της υποθέσεως της κύριας δίκης.
25.
Το αιτούν δικαστήριο, αφενός, ζητεί διευκρινίσεις σχετικά με τον όρο «μεταφορέας», κατά την έννοια του άρθρου 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, προκειμένου να κρίνει αν συντρέχει λόγος να χαρακτηριστεί ο S. Horvath ως «μεταφορέας» και, αφετέρου, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ζητεί να καθοριστεί η έκταση της υποχρεώσεως που έχει ο ενδιαφερόμενος.
26.
Τα ερωτήματα αυτά τέθηκαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ενός εκτελωνιστή, ο οποίος έχει αναγνωριστεί ως οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής κατόπιν της απομακρύνσεως των εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση, και ενός υπεργολάβου μεταφοράς των εν λόγω εμπορευμάτων.
27.
Σχετικά με την κατάσταση αυτή πρέπει να γίνουν αμέσως δύο παρατηρήσεις.
28.
Η πρώτη αφορά τη γενεσιουργό αιτία της τελωνειακής οφειλής.
29.
Συναφώς, δεν συμμερίζομαι τους δισταγμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία υποστηρίζει ότι, κατά το ιστορικό που εκτίθεται στην απόφαση περί παραπομπής, υπάρχει αμφιβολία ως προς την αιτία της εν λόγω τελωνειακής οφειλής, η οποία ενδέχεται να γεννήθηκε είτε λόγω της απομακρύνσεως των εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την έννοια του άρθρου 203 του τελωνειακού κώδικα, είτε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 204 του ίδιου κώδικα, λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, η οποία παράβαση δεν είχε συνέπειες για την τελωνειακή επιτήρηση.
30.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση, έννοια η οποία περιέχεται στο άρθρο 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, πρέπει να νοείται ως περιλαμβάνουσα οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει, έστω και προσωρινά, την πρόσβαση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής στο ευρισκόμενο υπό τελωνειακή επιτήρηση εμπόρευμα και την από μέρους της πραγματοποίηση των ελέγχων που προβλέπονται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα ( 5 ).
31.
Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως έληξε με απατηλό τρόπο, δεδομένου ότι η απόδειξη της αφίξεως των εμπορευμάτων στο τελωνείο προορισμού πιστοποιήθηκε με βάση έγγραφα που έφεραν πλαστές σφραγίδες των ρουμανικών τελωνειακών αρχών ( 6 ). Η μη νομότυπη προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο προορισμού εμπόδισε τις τελωνειακές αρχές, οι οποίες εξαπατήθηκαν από πλαστά έγγραφα, να βεβαιωθούν για την τύχη των εμπορευμάτων στο, αποφασιστικής όμως σημασίας, χρονικό σημείο της λήξεως του εν λόγω καθεστώτος ( 7 ), αυτή δε η δολίως επιτευχθείσα λήξη προκάλεσε προφανώς κίνδυνο παράνομης εντάξεως των εμπορευμάτων στο οικονομικό κύκλωμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, φρονώ ότι από μόνη της η περίσταση ότι προσκομίστηκαν πλαστά έγγραφα προκειμένου να αποδειχθεί ότι έληξε το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως συνιστά κατάφωρη περίπτωση απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση, η οποία γεννά τελωνειακή οφειλή κατά το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα.
32.
Η δεύτερη παρατήρησή μου αφορά τις συνέπειες που έχει το γεγονός ότι πρόκειται για απομάκρυνση από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την έννοια του άρθρου 203 του τελωνειακού κώδικα.
33.
Σε περίπτωση απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς, τα πρόσωπα που δύνανται να χαρακτηριστούν ως οφειλέτες της τελωνειακής οφειλής ορίζονται στο άρθρο 203, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα, το οποίο διακρίνει τέσσερις κατηγορίες υπόχρεων.
34.
Οι τρεις πρώτες περιπτώσεις της εν λόγω διατάξεως αφορούν τα πρόσωπα που απομάκρυναν το εμπόρευμα από την τελωνειακή επιτήρηση, τα πρόσωπα που με οποιονδήποτε τρόπο συνήργησαν για την εν λόγω απομάκρυνση, ενώ γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν ότι το εν λόγω εμπόρευμα είχε απομακρυνθεί από την τελωνειακή επιτήρηση, καθώς και τα πρόσωπα που απέκτησαν ή κατείχαν το εν λόγω εμπόρευμα, και που γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν, στο χρονικό σημείο της αποκτήσεως ή παραλαβής του εμπορεύματος, ότι το εμπόρευμα αυτό είχε απομακρυνθεί από την τελωνειακή επιτήρηση. Ο κοινός παρονομαστής των τριών αυτών κατηγοριών προσώπων είναι ότι αυτά είχαν, κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συμμετοχή στο αδίκημα, ή τουλάχιστον ωφελήθηκαν από αυτό, όντας κατά κάποιον τρόπο, για να δανειστούμε όρους του ποινικού δικαίου, αυτουργοί ή συνεργοί του αδικήματος αυτού ή κλεπταποδόχοι του εμπορεύματος που εισήλθε στο οικονομικό κύκλωμα της Ένωσης χωρίς να εκτελωνιστεί.
35.
Η τέταρτη περίπτωση της εν λόγω διατάξεως αφορά, αντιθέτως, πρόσωπα που δεν έλαβαν μέρος στην απομάκρυνση του εμπορεύματος, αλλά που, μεταξύ άλλων, όφειλαν να εκτελέσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη χρήση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο είχε τεθεί το εμπόρευμα. Όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ’ επανάληψη, στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, ο υποκείμενος στο εν λόγω καθεστώς είναι εκείνος που, ως o κυρίως υπόχρεος κατά την έννοια του άρθρου 96, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, οφείλει να εκτελέσει τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η χρήση του εν λόγω καθεστώτος και είναι οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κώδικα αυτού ( 8 ).
36.
Εντούτοις, το άρθρο 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα καθιστά δυνατόν, μέσω του άρθρου 203, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του ίδιου κώδικα, οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής να καταστεί επίσης ο μεταφορέας ή ο παραλήπτης των εμπορευμάτων, καθόσον επιβάλλει στον εν λόγω μεταφορέα ή στον εν λόγω παραλήπτη την υποχρέωση να προσκομίσει ανέπαφα τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού.
37.
Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, το οποίο εκκινεί από την παραδοχή ότι ο S. Horváth δεν εμπλέκεται στην απομάκρυνση των εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση, προκύπτει ότι η ευθύνη του υπεργολάβου μεταφοράς δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί βάσει των γενεσιουργών αιτίων που αναφέρουν οι τρεις πρώτες περιπτώσεις του άρθρου 203, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα. Αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν αυτός πρέπει να θεωρηθεί ως συνοφειλέτης της τελωνειακής οφειλής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 203, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του ίδιου κώδικα, πράγμα που προϋποθέτει ότι αυτός οφείλει να εκτελέσει την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 96, παράγραφος 2, του εν λόγω κώδικα.
38.
Επομένως, πρόκειται για περίπτωση όπου η ευθύνη του μεταφορέα ή του παραλήπτη των εμπορευμάτων φαίνεται ότι μπορεί να στοιχειοθετηθεί μόνον επειδή το άρθρο 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα του επιβάλλει συγκεκριμένη υποχρέωση προσκομίσεως των εμπορευμάτων αυτών στο τελωνείο προορισμού, με τήρηση των μέτρων διαπιστώσεως της ταυτότητάς τους ( 9 ).
39.
Επομένως, η ερμηνεία την οποία το αιτούν δικαστήριο ζητεί προκειμένου να του δοθούν διευκρινίσεις σχετικά με τους οφειλέτες της εν λόγω υποχρεώσεως και σχετικά με την έκτασή της είναι αναγκαία για τη λύση της διαφοράς της κυρίας δίκης.
Β – Επί του πρώτου ερωτήματος
40.
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν ως «μεταφορέας» κατά την έννοια του άρθρου 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα νοείται αποκλειστικά και μόνον ο κύριος μεταφορέας, στον οποίο ευθέως ανατέθηκε η μεταφορά των εμπορευμάτων που έχουν τεθεί υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, ή αν ο όρος αυτός περιλαμβάνει επίσης τον υπεργολάβο μεταφοράς, στον οποίο ο κύριος μεταφορέας ανέθεσε με υπεργολαβία την εκτέλεση της συμβάσεως μεταφοράς.
41.
Κατά την άποψή μου, το άρθρο 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα αφορά αδιακρίτως κάθε πρόσωπο που αναλαμβάνει τη μεταφορά εμπορευμάτων που έχουν τεθεί υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, είτε πρόκειται για κύριο μεταφορέα είτε για υπεργολάβο μεταφοράς.
42.
Απλώς και μόνον η ανάγνωση της εν λόγω διατάξεως φαίνεται να ενισχύει το συμπέρασμα αυτό.
43.
Όπως προκύπτει από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, η μόνη προϋπόθεση που η διάταξη αυτή θέτει για να υπάρξει η υποχρέωση του μεταφορέα ή του παραλήπτη των εμπορευμάτων είναι αυτοί να έχουν αποδεχθεί τα εμπορεύματα γνωρίζοντας το νομικό καθεστώς τους. Δεδομένου ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν διακρίνει ανάλογα με το αν η μεταφορά έγινε απευθείας από τον κύριο μεταφορέα ή ανατέθηκε με υπεργολαβία σε άλλον μεταφορέα, η υποχρέωση προσκομίσεως των εμπορευμάτων ανέπαφων στο τελωνείο προορισμού βαρύνει αδιακρίτως κάθε πρόσωπο που έχει αναλάβει τη μεταφορά των εμπορευμάτων και για το οποίο αποδεικνύεται ότι πράγματι γνώριζε το καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Επομένως, αν όσον αφορά τον υπεργολάβο μεταφοράς πληρούται η προϋπόθεση της γνώσεως, τότε αυτός υπόκειται στην υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα.
44.
Επιπλέον, το συμπέρασμα αυτό φαίνεται να επιρρωννύεται από τελολογική ερμηνεία.
45.
Πράγματι, η υποχρέωση που έχει ο μεταφορέας ή ο παραλήπτης των εμπορευμάτων οριοθετείται από τον ίδιο τον σκοπό της, ο οποίος έγκειται στην προσκόμιση των εμπορευμάτων ανέπαφων στο τελωνείο προορισμού εντός της ταχθείσας προθεσμίας και με τήρηση των μέτρων διαπιστώσεως της ταυτότητάς τους που έχουν ληφθεί από τις τελωνειακές αρχές.
46.
Όπως σωστά υποστηρίζει η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ακριβώς για να λάβει υπόψη ότι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του τα εμπορεύματα είναι το μόνο που είναι εν τοις πράγμασι σε θέση να τα προσκομίσει στο τελωνείο προορισμού ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε την από κοινού ευθύνη του μεταφορέα ή του παραλήπτη των εμπορευμάτων.
47.
Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η περιορισμένη υποχρέωση την οποία ο μεταφορέας ή ο παραλήπτης των εμπορευμάτων έχει δυνάμει του άρθρου 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα διακρίνεται από τη γενική υποχρέωση που ο κυρίως υπόχρεος έχει κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 96, παράγραφος 1, του ίδιου κώδικα.
48.
Ο κυρίως υπόχρεος, ως υποκείμενος στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, υποχρεούται όχι μόνον να προσκομίσει τα εμπορεύματα ανέπαφα στο τελωνείο προορισμού, εντός της ταχθείσας προθεσμίας και με τήρηση των μέτρων διαπιστώσεως της ταυτότητάς τους τα οποία έχουν ληφθεί από τις τελωνειακές αρχές ( 10 ), αλλά επίσης, και γενικότερα, «να τηρεί τις οικείες διατάξεις του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακόμισης» ( 11 ). Δυνάμει του άρθρου 96, παράγραφος 1, του άρθρου 203, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, και του άρθρου 204, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, καθίσταται οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής απλώς και μόνο λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων του εν λόγω καθεστώτος, ακόμη και αν η εν λόγω οφειλή δεν είναι ευθέως καταλογιστέα σε αυτόν, δεδομένου ότι η ευθύνη που κατά τα ανωτέρω προβλέπεται εις βάρος του έχει ως σκοπό «τη διασφάλιση της συνεπούς και ενιαίας εφαρμογής των διατάξεων περί της εισπράξεως των τελωνειακών οφειλών, ώστε να προστατεύονται τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας και των κρατών μελών της» ( 12 ). Οφείλοντας να βεβαιώνεται για την ορθή τέλεση των πράξεων διαμετακομίσεως, ο κυρίως υπόχρεος παραμένει οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής ακόμη και αν είναι καλόπιστος και η παράβαση του καθεστώτος της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως απορρέει από απάτη στην οποία αυτός δεν εμπλέκεται ( 13 ). Επομένως, η αντικειμενική ευθύνη του κυρίως υπόχρεου τον καθιστά υπεύθυνο για οποιαδήποτε παράβαση της ρυθμίσεως σχετικά με το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, ακόμη και αν η εν λόγω παράβαση έχει διαπραχθεί από άλλον.
49.
Η ευθύνη του μεταφορέα ή του παραλήπτη των εμπορευμάτων είναι πιο περιορισμένη. Σε αντίθεση με τον κυρίως υπόχρεο, ο μεταφορέας ή ο παραλήπτης δεν οφείλει να τηρήσει το σύνολο των διατάξεων περί του καθεστώτος της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Μολονότι το άρθρο 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να θεωρηθεί ότι του επιβάλλει μια υποχρέωση αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι οφείλει να βεβαιωθεί ότι τα εμπορεύματα προσκομίστηκαν ανέπαφα στο τελωνείο προορισμού, παρά ταύτα ο μεταφορέας ή ο παραλήπτης των εμπορευμάτων αυτών είναι σε θέση να το πράξει μόνο κατά το χρονικό διάστημα κατά τον οποίο έχει στην κατοχή του τα εν λόγω εμπορεύματα. Με άλλα λόγια, ενώ η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 96, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα βασίζεται σε αυτή ταύτη την ιδιότητα του κυρίως υπόχρεου ο οποίος οφείλει να αναλαμβάνει την ευθύνη για τις συνέπειες οποιασδήποτε παραβάσεως ή παρανομίας που έχει διαπραχθεί, η ευθύνη του μεταφορέα ή του παραλήπτη των εμπορευμάτων στοιχειοθετείται και οριοθετείται από την κατοχή των εν λόγω εμπορευμάτων.
50.
Επομένως, από τα ανωτέρω συνάγω ότι, μολονότι ο υπεργολάβος μεταφοράς υπόκειται στην υποχρέωση προσκομίσεως ανέπαφων των εμπορευμάτων στο τελωνείο προορισμού, παρά ταύτα έχει την εν λόγω υποχρέωση μόνο κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ασκεί πράγματι τη δραστηριότητα μεταφοράς, έχοντας αναλάβει τα εμπορεύματα.
51.
Στη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων, η χρήση περισσότερων μεταφορέων αποτελεί συνήθη πρακτική. Κατά την άποψή μου, στην περίπτωση που περισσότεροι μεταφορείς θα αναλάμβαναν από ένα τμήμα της διαδρομής, η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα θα βάρυνε διαδοχικά κάθε έναν από αυτούς, δεδομένου ότι ακριβώς κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχουν αναλάβει τα εμπορεύματα μπορούν να μεριμνούν ώστε τα εν λόγω εμπορεύματα να μείνουν ανέπαφα, αποφεύγοντας ιδίως οποιαδήποτε ρήξη των σφραγίδων ή παράνομη μεταφόρτωση.
52.
Σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, όπου ο υπεργολάβος μεταφοράς πράγματι μετέφερε τα εμπορεύματα μέχρι τον χώρο σταθμεύσεως στο τελωνείο προορισμού και παρέδωσε τα σχετικά με τα εν λόγω εμπορεύματα έγγραφα στον εκπρόσωπο του κύριου μεταφορέα έτσι ώστε αυτός να διεκπεραιώσει τις διατυπώσεις για τη λήξη του καθεστώτος της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, φρονώ ότι ο υπεργολάβος μεταφοράς απηλλάγη της υποχρεώσεώς του όταν ο κύριος μεταφορέας ανέλαβε από τον υπεργολάβο τα εμπορεύματα και ο υπεργολάβος μεταβίβασε τα συνοδευτικά έγγραφα στον κύριο μεταφορέα ο οποίος, κατά συνέπεια, κατέστη «μεταφορέας», κατά την έννοια του άρθρου 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα.
53.
Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο ερώτημα την απάντηση, αφενός, ότι το άρθρο 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ως «μεταφορέας» νοείται κάθε πρόσωπο που πραγματοποιεί τη μεταφορά εμπορευμάτων τα οποία αποδέχθηκε γνωρίζοντας ότι είχαν τεθεί υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, είτε βάσει συμβάσεως μεταφοράς συναφθείσας με τον εντολέα είτε βάσει συμβάσεως υπεργολαβίας συναφθείσας με τον κύριο μεταφορέα, και, αφετέρου, ότι η υποχρέωση που προβλέπεται στη διάταξη αυτή βαρύνει τον μεταφορέα κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτός έχει αναλάβει τα εμπορεύματα που βρίσκονται στην κατοχή του, οπότε σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, όπου ο υπεργολάβος μεταφοράς πράγματι μετέφερε τα εμπορεύματα μέχρι τον χώρο σταθμεύσεως στο τελωνείο προορισμού και παρέδωσε τα σχετικά με τα εν λόγω εμπορεύματα έγγραφα στον εκπρόσωπο του κύριου μεταφορέα έτσι ώστε ο τελευταίος να διεκπεραιώσει τις διατυπώσεις για τη λήξη του καθεστώτος της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, ο υπεργολάβος μεταφοράς απηλλάγη της υποχρεώσεώς του όταν ο κύριος μεταφορέας ανέλαβε από τον υπεργολάβο τα εμπορεύματα και ο υπεργολάβος μεταβίβασε τα συνοδευτικά έγγραφα στον κύριο μεταφορέα.
54.
Πάντως, απομένει να εξεταστεί αν το γεγονός ότι ο S. Horváth συνέχισε τη μεταφορά των εμπορευμάτων από τη Βιέννη μέχρι τη Ρώμη τον κατέστησε εκ νέου οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής.
55.
Ακριβώς αυτό είναι το αντικείμενο του δευτέρου ερωτήματος.
Γ – Επί του δευτέρου ερωτήματος
56.
Με το δεύτερο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν, σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, ο υπεργολάβος μεταφοράς οφείλει, πριν συνεχίσει τη μεταφορά των εμπορευμάτων μέχρι άλλο κράτος μέλος, να βεβαιωθεί προσηκόντως ότι ο κύριος μεταφορέας πράγματι προσκόμισε τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις.
57.
Νομίζω ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί προκύπτει αβίαστα από όσα ανέπτυξα προηγουμένως σχετικά με το πρώτο ερώτημα.
58.
Σε αντίθεση με τον κυρίως υπόχρεο, ο οποίος οφείλει να βεβαιωθεί για την ορθή τέλεση των πράξεων διαμετακομίσεως, ο μεταφορέας, στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, δεν έχει άλλη υποχρέωση πέραν της προσκομίσεως ανέπαφων των εμπορευμάτων στο τελωνείο προορισμού εντός της ταχθείσας προθεσμίας και με τήρηση των μέτρων διαπιστώσεως της ταυτότητάς τους που έχουν ληφθεί από τις τελωνειακές αρχές.
59.
Υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, όπου ο υπεργολάβος μεταφοράς παρέδωσε στον κύριο μεταφορέα τα έγγραφα διαμετακομίσεως προκειμένου αυτός να διεκπεραιώσει τις απαραίτητες για τη λήξη του τελωνειακού καθεστώτος διατυπώσεις, φρονώ ότι αυτός ο κύριος μεταφορέας κατέστη οφειλέτης, από το χρονικό σημείο της παραδόσεως αυτής, της υποχρεώσεως που ο υπεργολάβος είχε δυνάμει του άρθρου 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα.
60.
Απαλλαγείς της εν λόγω υποχρεώσεως, ο υπεργολάβος δεν όφειλε να εξακριβώσει, πριν από τη συνέχιση της μεταφοράς, ότι ο κύριος μεταφορέας είχε πράγματι προσκομίσει τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού για να λήξει το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
61.
Μολονότι, βάσει του άρθρου 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί στον υπεργολάβο μεταφοράς καθήκον επαγρυπνήσεως, παρά ταύτα θεωρώ ότι η ευθύνη του υπεργολάβου μεταφοράς θα μπορέσει να στοιχειοθετηθεί αν αποδειχθεί ότι αυτός συνέχισε τη μεταφορά γνωρίζοντας πληροφοριακά στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως δεν είχε λήξει νομότυπα, πράγμα που στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να καθορίσει με γνώμονα το σύνολο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή ο υπεργολάβος μεταφοράς θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δέχθηκε να συνεχίσει τη μεταφορά των εμπορευμάτων γνωρίζοντας ότι εξακολουθούσαν να τελούν υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, πράγμα που θα έχει ως συνέπεια να καταστεί εκ νέου οφειλέτης της υποχρεώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 96, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα.
IV – Πρόταση
62.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο, να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουγγαρία) ως εξής:
Το άρθρο 96, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 648/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ως «μεταφορέας» νοείται κάθε πρόσωπο που πραγματοποιεί τη μεταφορά εμπορευμάτων που αποδέχθηκε γνωρίζοντας ότι τα εν λόγω εμπορεύματα είχαν τεθεί υπό το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, είτε βάσει συμβάσεως μεταφοράς συναφθείσας με τον εντολέα είτε βάσει συμβάσεως υπεργολαβίας συναφθείσας με τον κύριο μεταφορέα, και ότι η υποχρέωση που προβλέπεται στη διάταξη αυτή βαρύνει τον μεταφορέα κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει αναλάβει τα εμπορεύματα που βρίσκονται στην κατοχή του.
Σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, όπου ο υπεργολάβος πράγματι μετέφερε τα εμπορεύματα μέχρι τον χώρο σταθμεύσεως στο τελωνείο προορισμού και παρέδωσε τα σχετικά με τα εν λόγω εμπορεύματα έγγραφα στον εκπρόσωπο του κύριου μεταφορέα έτσι ώστε αυτός να διεκπεραιώσει τις διατυπώσεις για τη λήξη του καθεστώτος της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, ο υπεργολάβος μεταφοράς απηλλάγη της υποχρεώσεώς του όταν ο κύριος μεταφορέας ανέλαβε από τον υπεργολάβο τα εμπορεύματα και ο υπεργολάβος μεταβίβασε τα συνοδευτικά έγγραφα στον κύριο μεταφορέα.
Επιπλέον, η περίσταση ότι κατόπιν ο υπεργολάβος μεταφοράς συνέχισε τη μεταφορά των εμπορευμάτων μέχρι άλλο κράτος μέλος δεν συνεπάγεται γι’ αυτόν την υποχρέωση να εξακριβώσει, πριν από τη συνέχιση της μεταφοράς, ότι ο κύριος μεταφορέας είχε πράγματι προσκομίσει τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού για να λήξει το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Παρά ταύτα, η ευθύνη του υπεργολάβου μεταφοράς θα μπορέσει να στοιχειοθετηθεί αν αποδειχθεί ότι συνέχισε τη μεταφορά ενώ γνώριζε πληροφοριακά στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως δεν είχε λήξει νομότυπα, πράγμα που στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να καθορίσει με γνώμονα το σύνολο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 1992, L 302, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 648/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005 (ΕΕ 2005, L 117, σ. 13, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
( 3 ) Στο εξής: Interservice.
( 4 ) Έγγραφο αποστολής που συντάσσεται βάσει της Συμβάσεως περί του συμβολαίου για τη διεθνή οδική μεταφορά εμπορευμάτων, που υπογράφτηκε στις 19 Μαΐου 1956 στη Γενεύη, όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο που υπογράφτηκε στη Γενεύη στις 5 Ιουλίου 1978.
( 5 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 2014, SEK Zollagentur (C‑75/13, EU:C:2014:1759, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 29ης Οκτωβρίου 2015, B & S Global Transit Center (C‑319/14, EU:C:2015:734, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 6 ) Από το άρθρο 361, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 (ΕΕ 1993, L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1192/2008 της Επιτροπής, της 17ης Νοεμβρίου 2008 (ΕΕ 2008, L 329, σ. 1), προκύπτει ότι η πράξη διαμετακομίσεως δύναται να περατωθεί σε τελωνείο άλλο από εκείνο που προβλέπεται στη διασάφηση διαμετακομίσεως, οπότε το εν λόγω τελωνείο καθίσταται τελωνείο προορισμού.
( 7 ) Όσον αφορά την κρίσιμη πτυχή του ελέγχου στο χρονικό σημείο λήξεως του καθεστώτος της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, παραπέμπω στα σημεία 25 και 26 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση B & S Global Transit Center (C‑319/14, EU:C:2015:500).
( 8 ) Βλ. αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2013, Codirex Expeditie (C‑542/11, EU:C:2013:429, σκέψη 33), και της 12ης Ιουνίου 2014, SEK Zollagentur (C‑75/13, EU:C:2014:1759, σκέψη 35).
( 9 ) Αποτελώντας παράδειγμα της χρησιμότητας της συγκεκριμένης υποχρεώσεως, η υπόθεση της κύριας δίκης οδηγεί στο να διερωτηθεί κανείς ως προς τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή στην πρότασή της κανονισμού (ΕΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα [COM(97) 472 τελικό], είχε προτείνει την κατάργηση της εν λόγω διατάξεως επειδή, κατά την αιτιολογική σκέψη 5 της προτάσεως, «δεν προσθέτει καθαυτή τίποτε στις διατάξεις του κώδικα όσον αφορά τον καθορισμό του γενεσιουργού αιτίου και των υπόχρεων της τελωνειακής οφειλής». Κατόπιν τροπολογίας του Κοινοβουλίου, που έγινε δεκτή από την Επιτροπή, η πρόταση κανονισμού υιοθετήθηκε χωρίς τροποποίηση του άρθρου 96 [βλ. τροποποιημένη πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα [COM(1998) 428 τελικό] καθώς και κανονισμό (ΕΚ) 955/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 1999, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 σε ό,τι αφορά το καθεστώς εξωτερικής διαμετακομίσεως (ΕΕ 1999, L 119, σ. 1)].
( 10 ) Άρθρο 96, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του τελωνειακού κώδικα.
( 11 ) Άρθρο 96, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου κώδικα.
( 12 ) Βλ. απόφαση της 3ης Απριλίου 2008, Militzer & Münch (C‑230/06, EU:C:2008:186, σκέψη 48). Βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 15ης Ιουλίου 2010, DSV Road (C‑234/09, EU:C:2010:435, σκέψη 30).
( 13 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 3ης Απριλίου 2008, Militzer & Münch (C‑230/06, EU:C:2008:186, σκέψη 49).
Full & Egal Universal Law Academy