ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 9ης Νοεμβρίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑559/15
Onix Asigurări SA
κατά
Istituto per la Vigilanza Sulle Assicurazioni (IVASS)
[αίτηση του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή — Προσέγγιση των νομοθεσιών — Πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής — Οδηγία 92/49/ΕΟΚ — Άρθρο 40, παράγραφος 6 — Έκταση των εξουσιών του κράτους μέλους υποδοχής — Μέτρο απαγορεύσεως της συνάψεως νέων συμβάσεων στο έδαφός του εις βάρος ασφαλιστικής επιχειρήσεως η οποία διαθέτει άδεια και της οποίας ο διευθύνων και κύριος μέτοχος έχει καταδικαστεί από ποινικό δικαστήριο»
1.
Η κρινόμενη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) ( 2 ).
2.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Onix Asigurări SA ( 3 ), ασφαλιστικής εταιρίας του ρουμανικού δικαίου με έδρα στη Ρουμανία, και του Istituto per la Vigilanza Sulle Assicurazioni ( 4 ), της ιταλικής εποπτικής αρχής ασφαλίσεων, με αντικείμενο την απόφαση της τελευταίας να απαγορεύσει στην Onix να συνάπτει νέες ασφαλιστικές συμβάσεις στο ιταλικό έδαφος.
3.
Η παρούσα υπόθεση θέτει το ζήτημα της υπάρξεως και της εκτάσεως των εξουσιών που διαθέτει το κράτος μέλος στο οποίο ασκείται η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, όταν ανακαλύπτει ότι μια ασφαλιστική επιχείρηση η οποία διαθέτει άδεια και της οποίας το κύριο μέρος των δραστηριοτήτων ασκείται στο έδαφός του, έχει ως βασικό διευθύνοντα και μέτοχο έναν υπήκοό του, ο οποίος, κατόπιν, μεταξύ άλλων, ποινικής του καταδίκης, δεν έχει πλέον το δικαίωμα προσβάσεως στην ασφαλιστική δραστηριότητα στο εν λόγω κράτος. Επιτρέπεται, υπ’ αυτές τις περιστάσεις, στο κράτος μέλος υποδοχής, υπό το πρίσμα των αρχών της ενιαίας άδειας και του ελέγχου από τη χώρα καταγωγής, να απαγορεύσει τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως αυτής στο έδαφός του, προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα όσων συνάπτουν ασφαλιστικές συμβάσεις, καθώς και όσων αντλούν δικαιώματα από αυτές;
4.
Καίτοι το ερώτημα αυτό μας καλεί σε μια άσκηση σταθμίσεως των αντικρουόμενων αρχών και συμφερόντων, που αποτελεί πάντοτε λεπτό ζήτημα, είμαι πεπεισμένος ότι το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να εμφορείται από την απόλυτη απαίτηση να μη χρησιμεύει η αρχή του ελέγχου από τη χώρα καταγωγής ως βάση, ή μάλλον ως άλλοθι, για πρακτικές καταστρατηγήσεως των κανόνων δικαίου, οι οποίες μπορούν να αποβούν ιδιαιτέρως βλαπτικές για το δημόσιο συμφέρον.
5.
Με τις προτάσεις μου θα υποστηρίξω ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, και το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239 ( 5 ) πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπουν στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τη λήψη, εις βάρος ασφαλιστικής επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται στο έδαφος του κράτους αυτού υπό το καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μέτρων όπως η απαγόρευση συνάψεως νέων συμβάσεων, τα οποία στηρίζονται αποκλειστικά στη μη τήρηση των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας, όπως αυτής που αφορά τη φήμη των μετόχων.
6.
Θα υποστηρίξω, ωστόσο, ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν εμποδίζουν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης –στην οποία η ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια από το κράτος μέλος καταγωγής, αφενός, έχει ως κύριο μέτοχο φυσικό πρόσωπο στο οποίο έχει απαγορευθεί η πρόσβαση στην αγορά ασφαλίσεων στο κράτος μέλος υποδοχής, λόγω, μεταξύ άλλων, ποινικής καταδίκης του για απόπειρα απάτης, και, αφετέρου, κατευθύνει τις δραστηριότητές της κυρίως στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους–, τη λήψη από τις εποπτικές αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49 και λαμβανομένου υπόψη του κατεπείγοντος που προκύπτει από την αδράνεια των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους καταγωγής, οι οποίες εις μάτην εκλήθησαν να ανακαλέσουν την άδεια της επιχειρήσεως αυτής, μέτρων που περιορίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών της εν λόγω επιχειρήσεως στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, όπως είναι η απαγόρευση της συνάψεως νέων συμβάσεων, προκειμένου να προληφθεί ο κίνδυνος καταστρατηγήσεως, μέσω παρένθετου νομικού προσώπου, της απαγορεύσεως προσβάσεως στην αγορά και ο συνακόλουθος κίνδυνος επαναλήψεως των παρατυπιών για τις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις στον κύριο μέτοχο.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η οδηγία 73/239
7.
Η οδηγία 73/239, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 92/49, όριζε, στο άρθρο της 6, τα εξής:
«Η ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφάλισης υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση διοικητικής άδειας.
Την άδεια αυτή πρέπει να ζητεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής:
α)
η επιχείρηση που εγκαθιστά την έδρα της στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους·
β)
η επιχείρηση η οποία, αφού λάβει την άδεια που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, επεκτείνει τις δραστηριότητές της στο σύνολο ενός κλάδου ή σε άλλους κλάδους».
8.
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής:
«1. Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ζητούν τη χορήγηση άδειας:
[...]
ε)
να διοικούνται από πρόσωπα που πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις εντιμότητας και επαγγελματικών προσόντων ή πείρας·
[...]
3. Η παρούσα οδηγία δεν αποτελεί εμπόδιο στη διατήρηση ή θέσπιση από τα κράτη μέλη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν την έγκριση των καταστατικών και την κοινοποίηση κάθε εγγράφου που είναι αναγκαίο για την ομαλή άσκηση του ελέγχου.
Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν προβλέπουν διατάξεις με τις οποίες απαιτείται η προηγούμενη έγκριση ή η συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν ή να καθιερώνουν την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο ενός γενικότερου συστήματος ελέγχου των τιμών.
[...]»
9.
Το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω οδηγίας προέβλεπε τα εξής:
«1. Η χρηματοπιστωτική εποπτεία μιας ασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των δραστηριοτήτων που αυτή ασκεί μέσω υποκαταστημάτων και υπό καθεστώς παροχής υπηρεσιών, υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.
2. Η εν λόγω χρηματοπιστωτική εποπτεία περιλαμβάνει ιδίως την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της και της σύστασης τεχνικών αποθεματικών και αντιπροσωπευτικών στοιχείων ενεργητικού σύμφωνα με τους κανόνες και τις πρακτικές του κράτους μέλους καταγωγής, δυνάμει των διατάξεων που θεσπίζονται σε κοινοτικό επίπεδο.
[...]»
10.
Το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, όπως είχε τροποποιηθεί, όριζε τα εξής:
«1. Η άδεια που χορηγήθηκε στην ασφαλιστική επιχείρηση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μπορεί να ανακληθεί από την αρχή αυτή εφόσον η επιχείρηση:
[...]
β)
δεν πληροί πλέον τους όρους ανάληψης δραστηριότητας·
[...]
δ)
αθετεί σοβαρώς τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των ρυθμίσεων που εφαρμόζονται στην περίπτωσή της.
[...]»
2. Η οδηγία 92/49
11.
Στις αιτιολογικές σκέψεις 5 έως 7 και 9 της οδηγίας 92/49 αναφέρονταν τα εξής:
«(5)
[Εκτιμώντας ότι] η προσέγγιση που υιοθετήθηκε συνίσταται στην επίτευξη βασικής, αναγκαίας και επαρκούς εναρμόνισης για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, η οποία επιτρέπει τη χορήγηση ενιαίας άδειας με ισχύ σε όλη την Κοινότητα και την εφαρμογή της αρχής του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής·
(6)
[Εκτιμώντας ότι], ως εκ τούτου, η πρόσβαση στην ασφαλιστική δραστηριότητα και η άσκησή της εξαρτώνται εφεξής από τη χορήγηση ενιαίας διοικητικής άδειας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο η ασφαλιστική επιχείρηση έχει την έδρα της· ότι η άδεια αυτή επιτρέπει στην επιχείρηση να ασκεί δραστηριότητες σε όλες τις χώρες της Κοινότητας, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών· ότι το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή της παροχής υπηρεσιών δεν θα μπορεί πλέον να απαιτεί τη χορήγηση νέας άδειας στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που επιθυμούν να ασκήσουν ασφαλιστικές δραστηριότητες σ’ αυτό το κράτος μέλος και που έχουν ήδη λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής [...]
(7)
[Εκτιμώντας ότι] την ευθύνη για την εποπτεία της σταθερότητας της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ασφαλιστικής επιχείρησης, ιδίως όσον αφορά τη φερεγγυότητά της και τη σύσταση επαρκών τεχνικών αποθεματικών, καθώς και την κάλυψη αυτών των αποθεματικών από νομισματικώς αντίστοιχα στοιχεία ενεργητικού, έχουν εφεξής οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης·
[...]
(9)
[Εκτιμώντας ότι] οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πρέπει επομένως να διαθέτουν τα μέσα ελέγχου που είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η ομαλή άσκηση των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής επιχείρησης στο σύνολο της Κοινότητας, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών· ότι, συγκεκριμένα, πρέπει να είναι σε θέση να θεσπίζουν κατάλληλα μέτρα διασφάλισης ή να επιβάλλουν κυρώσεις προκειμένου να αποφύγουν ενδεχόμενες παρατυπίες και παραβάσεις των κανόνων ελέγχου των ασφαλιστικών εργασιών».
12.
Το άρθρο 8 της οδηγίας 92/49 όριζε τα εξής:
«Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας που επιτρέπει σε επιχείρηση την ανάληψη ασφαλιστικής δραστηριότητας εάν δεν τους έχει προηγουμένως ανακοινωθεί η ταυτότητα των μετόχων ή εταίρων, αμέσων ή εμμέσων, φυσικών ή νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδική συμμετοχή, καθώς και το ποσό αυτής της συμμετοχής.
Οι ίδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας εάν, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ανάγκη εξασφάλισης υγιούς και συνετής διαχείρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχουν πεισθεί για την καταλληλότητα των εν λόγω μετόχων ή εταίρων.»
13.
Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, το περιεχόμενο του οποίου προέρχεται από την οδηγία 2007/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007 ( 6 ), απαιτούσε την προηγούμενη κοινοποίηση των σχεδίων αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική επιχείρηση.
14.
Κατά το άρθρο 15β, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας:
«1. Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης του άρθρου 15, παράγραφος 1, και των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 15α, παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ορθή και συνετή διοίκηση της ασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή στην ασφαλιστική επιχείρηση, αξιολογούν την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
α)
τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή,
β)
τη φήμη και την πείρα οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες της ασφαλιστικής επιχείρησης κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής,
[...]».
15.
Το άρθρο 40, παράγραφοι 3 έως 7, της οδηγίας 92/49 προέβλεπε τα εξής:
«3. Αν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους διαπιστώσουν ότι μια επιχείρηση που έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα ή λειτουργεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο έδαφός του δεν τηρεί τους κανόνες δικαίου αυτού του κράτους μέλους που ισχύουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, καλούν την εν λόγω επιχείρηση να θέσει τέρμα στην αντικανονική αυτή κατάσταση.
4. Αν η εν λόγω επιχείρηση δεν ανταποκριθεί στην πρόσκληση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, οι αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής. Οι τελευταίες λαμβάνουν, το συντομότερο δυνατό, όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η εν λόγω επιχείρηση να θέσει τέρμα στην αντικανονική αυτή κατάσταση. Η φύση αυτών των μέτρων ανακοινώνεται στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
5. Αν, παρά τα ληφθέντα από το κράτος μέλος καταγωγής μέτρα ή σε περίπτωση ανεπάρκειας ή έλλειψης κατάλληλων μέτρων σ’ αυτό το κράτος μέλος, η επιχείρηση εξακολουθεί να παραβιάζει τους κανόνες δικαίου που ισχύουν στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το τελευταίο μπορεί, αφού ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή την καταστολή νέων παρατυπιών, και, εφόσον είναι απόλυτα αναγκαίο, την απαγόρευση της σύναψης νέων συμβάσεων από την επιχείρηση αυτή στο έδαφός του. Τα κράτη μέλη φροντίζουν να παρέχεται η δυνατότητα διενέργειας στο έδαφός τους των κοινοποιήσεων στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
6. Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 δεν θίγουν το δικαίωμα των κρατών μελών, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη των παρατυπιών που διαπράττονται στο έδαφός τους. Αυτά περιλαμβάνουν τη δυνατότητα απαγόρευσης της σύναψης νέων συμβάσεων από ασφαλιστική επιχείρηση στο έδαφός τους.
7. Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 δεν θίγουν την εξουσία των κρατών μελών να επιβάλλουν κυρώσεις στις διαπραττόμενες στο έδαφός τους παραβάσεις.
[...]»
16.
Οι οδηγίες 73/239 και 92/49 καταργήθηκαν από 1ης Ιανουαρίου 2016 με την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) ( 7 ).
3. Η ερμηνευτική ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
17.
Στις 16 Φεβρουαρίου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε ερμηνευτική ανακοίνωση με τίτλο «Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και γενικό συμφέρον στον ασφαλιστικό τομέα» ( 8 ).
18.
Κατά το σημείο I.A.5 της εν λόγω ανακοινώσεως, το οποίο τιτλοφορείται «Έλεγχος εκ μέρους της χώρας υποδοχής των όρων χορήγησης ενιαίας άδειας (διαβατηρίου)»:
«Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διατάξεις των ασφαλιστικών οδηγιών [...] δεν επιτρέπουν στο κράτος μέλος υποδοχής να ασκεί τον έλεγχο όσον αφορά την τήρηση, εκ μέρους ασφαλιστικής επιχείρησης που προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητες στο έδαφός του υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή μέσω υποκαταστήματος, των εναρμονισμένων όρων υπό τους οποίους χορηγήθηκε η ενιαία άδεια εκ μέρους του κράτους μέλους προέλευσης. Ο έλεγχος αυτός αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής. Η ενιαία άδεια χορηγείται με ευθύνη του εν λόγω κράτους μέλους αυτού και το κράτος μέλος υποδοχής δεν δύναται να την αμφισβητήσει [...].
Εάν το κράτος μέλος υποδοχής έχει λόγους να αμφιβάλει για την τήρηση των όρων αυτών, μπορεί να κάνει χρήση του άρθρου 227 της Συνθήκης ή [να καλέσει] την Επιτροπή να κινήσει τις διαδικασίες παράβασης με βάση το άρθρο 226 της Συνθήκης.»
4. Οι κατευθυντήριες γραμμές για την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχών
19.
Οι κατευθυντήριες γραμμές για την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και της αύξησης συμμετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, τις οποίες απαιτούσε η οδηγία 2007/44 ( 9 ), προέβλεπαν στα σημεία 27 και 28 τα εξής:
«27.
Οι εποπτικές αρχές επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στις ακόλουθες περιπτώσεις, οι οποίες μπορεί να δημιουργήσουν αμφιβολίες όσον αφορά την ακεραιότητα του υποψήφιου αγοραστή:
—
Καταδίκη για ποινικό αδίκημα: οι εποπτικές αρχές εξετάζουν ειδικότερα:
—
Κάθε παράβαση της νομοθεσίας, η οποία διέπει, αφενός, τις τραπεζικές, χρηματοπιστωτικές ή ασφαλιστικές δραστηριότητες και τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και, αφετέρου, τις αγορές κινητών αξιών, τις κινητές αξίες και τα μέσα πληρωμής –συμπεριλαμβανομένης της νομοθεσίας περί νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, χειραγωγήσεως της αγοράς, καταχρήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών και τοκογλυφίας·
—
κάθε ανέντιμη ή δόλια πρακτική, κάθε μείζον χρηματοοικονομικό αδίκημα, καθώς και κάθε άλλη παράβαση του δικαίου των εταιριών ή της νομοθεσίας περί πτωχεύσεως, αφερεγγυότητας ή προστασίας των καταναλωτών [...]
—
Κάθε ποινικό αδίκημα που αποτελεί ή έχει αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη, εφόσον δημιουργεί αμφιβολίες σχετικά με την ακεραιότητα του υποψηφίου αγοραστή και μπορεί, επομένως, να σημαίνει ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις ακεραιότητας.
28.
Η ακεραιότητα του υποψήφιου αγοραστή εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη όχι μόνον των δικαστικών αποφάσεων και των εκκρεμών δικών, αλλά και των ακόλουθων καταστάσεων, οι οποίες μπορεί να δημιουργήσουν αμφιβολίες σχετικά με την ακεραιότητα του υποψήφιου αγοραστή:
—
εν εξελίξει ή περατωθείσες έρευνες ή/και μέτρα καταναγκασμού εις βάρος του υποψήφιου αγοραστή ή διοικητικές κυρώσεις λόγω μη τηρήσεως διατάξεων που διέπουν τις τραπεζικές, χρηματοπιστωτικές ή ασφαλιστικές δραστηριότητες, τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τις αγορές κινητών αξιών, τις κινητές αξίες ή τα μέσα πληρωμής, ή οποιασδήποτε άλλης νομοθεσίας σχετικής με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες·
—
εν εξελίξει ή περατωθείσες έρευνες ή/και μέτρα καταναγκασμού που έχουν επιβληθεί από οποιονδήποτε επαγγελματικό ή ρυθμιστικό οργανισμό λόγω μη τηρήσεως των εφαρμοστέων διατάξεων».
B – Το ιταλικό δίκαιο
20.
Το άρθρο 193 του codice delle assicurazioni private (κώδικα ιδιωτικών ασφαλίσεων) ( 10 ), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, όριζε τα εξής:
«1. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλα κράτη μέλη υπόκεινται στον προληπτικό έλεγχο της αρχής του κράτους μέλους καταγωγής ακόμη και για τη δραστηριότητα που ασκούν, υπό καθεστώς εγκαταστάσεως ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας.
2. Mε την επιφύλαξη των προβλεπομένων στην παράγραφο 1, εάν το [ISVAP] ( 11 ) διαπιστώσει ότι η ασφαλιστική επιχείρηση παραβαίνει τις διατάξεις της ισχύουσας ιταλικής νομοθεσίας, γνωστοποιεί στην επιχείρηση την παράβαση και τη διατάσσει να συμμορφωθεί προς την ισχύουσα νομοθεσία.
3. Εάν η επιχείρηση δεν συμμορφωθεί προς την ισχύουσα νομοθεσία, το [ISVAP] ενημερώνει σχετικά την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ζητώντας τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την παύση των παραβάσεων.
4. Εφόσον η αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δεν λάβει μέτρα ή αυτά αποδειχθούν ακατάλληλα, εφόσον οι παρατυπίες που διαπράττονται μπορούν να θίξουν το γενικό συμφέρον ή σε κατεπείγουσες περιπτώσεις για την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων και άλλων δικαιούχων ασφαλιστικών παροχών, το [ISVAP] μπορεί να λάβει σε σχέση με την ασφαλιστική επιχείρηση, κατόπιν ενημερώσεως της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, τα αναγκαία μέτρα, περιλαμβανομένης της απαγορεύσεως συνάψεως νέων ασφαλιστικών συμβάσεων υπό καθεστώς εγκαταστάσεως ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών με τις συνέπειες που προβλέπονται στο άρθρο 167.
5. Αν η ασφαλιστική επιχείρηση που διέπραξε την παράβαση ασκεί τις δραστηριότητές της μέσω υποκαταστήματος ή κατέχει αγαθά στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας, οι εφαρμοστέες δυνάμει των διατάξεων του ιταλικού νόμου διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται εις βάρος του εν λόγω υποκαταστήματος ή λαμβάνουν τη μορφή κατασχέσεων των αγαθών που βρίσκονται επί ιταλικού εδάφους.
6. Τα μέτρα τα οποία επιβάλλουν κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση δραστηριοτήτων υπό καθεστώς εγκαταστάσεως ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κοινοποιούνται στην οικεία επιχείρηση. Η επικοινωνία της ασφαλιστικής επιχειρήσεως με το [ISVAP] πραγματοποιείται στην ιταλική γλώσσα.»
II – Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
21.
Η Onix είναι ασφαλιστική εταιρία του ρουμανικού δικαίου με έδρα στο Βουκουρέστι (Ρουμανία), η οποία, από τις 24 Οκτωβρίου 2012, δραστηριοποιείται στην Ιταλία υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ιδίως στον κλάδο των εγγυήσεων μέσω ασφαλιστηρίων συμβολαίων, τα οποία προσφέρει σε δημόσιους οργανισμούς στο πλαίσιο διαδικασιών πρόσκλησης υποβολής προσφορών.
22.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που κοινοποίησε η Autoritatea de supraveghere financiara (ρουμανική αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας) ( 12 ) στο IVASS, στη διάρκεια του διμήνου κατά το οποίο η Onix άσκησε τις δραστηριότητές της το 2012, η εν λόγω εταιρία εισέπραξε ασφάλιστρα ύψους 795363 ευρώ, από τα οποία το 75 % περίπου στην Ιταλία και το υπόλοιπο στη Ρουμανία.
23.
Κατόπιν αιτήματος παροχής πληροφοριών που υπέβαλε το IVASS, στο οποίο είχαν ήδη υποβληθεί ανάλογα αιτήματα από δημόσιες αρχές που ήταν δικαιούχοι εγγυήσεων μέσω ασφαλιστηρίων συμβολαίων, η ASF ανέφερε ότι ο κύριος μέτοχος της Onix ήταν Ιταλός πολίτης, ο Simone Lentini, ο οποίος είχε, ως φυσικό πρόσωπο έχον τη μετοχική ιδιότητα, τον έλεγχο του 0,01 % του κεφαλαίου της Onix και, ως αποκλειστικός μέτοχος της εταιρίας Egady Company, τον έλεγχο του 99,99 % του λοιπού κεφαλαίου. Η ASF διευκρίνισε επιπλέον ότι ο S. Lentini ήταν επίσης πρόεδρος και γενικός διευθυντής της Onix.
24.
Το IVASS έκρινε ότι οι πληροφορίες που είχε λάβει καταδείκνυαν ότι η φήμη του S. Lentini ήταν προβληματική, ιδίως επειδή, στις 29 Ιουλίου 2013, είχε καταδικαστεί από το Tribunale di Marsala (δικαστήριο της Marsala, Ιταλία) για απόπειρα διακεκριμένης απάτης εις βάρος του Ιταλικού Δημοσίου.
25.
Με επιστολή της 4ης Οκτωβρίου 2013, το IVASS διαβίβασε στην ASF τις πληροφορίες και τα έγγραφα που είχε στη διάθεσή του, ζητώντας της να λάβει κάθε ενδεδειγμένο μέτρο για την προστασία των ασφαλισμένων και προειδοποιώντας την ότι, σε περίπτωση αδράνειας, θα λάμβανε το ίδιο κάθε χρήσιμο και αναγκαίο μέτρο για την προστασία των συμφερόντων των Ιταλών ασφαλισμένων.
26.
Με επιστολή της 8ης Νοεμβρίου 2013, η ASF προσέφερε τη συνεργασία της, ανακοινώνοντας τη σύσταση εσωτερικής ομάδας εργασίας που θα εκτιμούσε τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν, και ζήτησε από το IVASS να συνεργαστεί μαζί της.
27.
Με επιστολή της 19ης Νοεμβρίου 2013, το IVASS επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να συνεργαστεί, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, το κατεπείγον της υποθέσεως και ανακοινώνοντας ότι, αν η ASF δεν ανακαλούσε την άδεια της Onix εντός 30 ημερών, θα αναγκαζόταν να απαγορεύσει στην εταιρία αυτή τη σύναψη νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων στην Ιταλία.
28.
Στις 9 Δεκεμβρίου 2013, πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ των δύο εποπτικών αρχών, κατά τη διάρκεια της οποίας η ASF ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει την άδεια της Onix, ιδίως επειδή τα κριτήρια που προβλέπονται από τις κατευθυντήριες γραμμές της 18ης Ιουλίου 2008 δεν είχαν μεταφερθεί στη ρουμανική έννομη τάξη.
29.
Με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2013, η οποία ελήφθη βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49 και του άρθρου 193, παράγραφος 4, του κώδικα ιδιωτικών ασφαλίσεων, το IVASS απαγόρευσε στην Onix τη σύναψη νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων στο ιταλικό έδαφος.
30.
Η Onix άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου του Lazio, Ιταλία), το οποίο, με απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2015, απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας ότι, στην περίπτωση που δεν πληρούται η προϋπόθεση περί φήμης, συντρέχει λόγος επείγοντος, ο οποίος δικαιολογεί τη λήψη μέτρων για την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων.
31.
Η Onix άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία), υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δεν έχει την εξουσία να απαγορεύει σε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια στο κράτος μέλος καταγωγής να συνάπτει νέα συμβόλαια στο έδαφος του κράτους αυτού για τον λόγο ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση περί φήμης.
32.
Το αιτούν δικαστήριο προτίθεται να απορρίψει την έφεση, καθώς κρίνει ότι το άρθρο 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49 παρέχει στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη δυνατότητα να απαγορεύουν προληπτικώς σε μια ασφαλιστική επιχείρηση τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της στο έδαφος του κράτους αυτού, λόγω του αποδεδειγμένου βεβαρημένου ποινικού μητρώου του κύριου μετόχου, προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντα των ασφαλισμένων.
33.
Διατηρώντας, ωστόσο, αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσον μια τέτοια λύση είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως με την αρχή της ενιαίας άδειας και του ελέγχου της συνδρομής της προϋποθέσεως περί φήμης από το κράτος μέλος καταγωγής, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Έχει το [δίκαιο της Ένωσης], ιδίως δε το άρθρο 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49, το σημείο 5 της ερμηνευτικής ανακοινώσεως 2000/C 43/03 και η [...] αρχή του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής, την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό ερμηνευτική προσέγγιση (όπως αυτή που αφορά το άρθρο 193, παράγραφος 4, του [κώδικα ιδιωτικών ασφαλίσεων] και την οποία προκρίνει το παρόν δικαστήριο), κατά την οποία η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ασφαλιστικής επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μπορεί να λάβει, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις και για την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων ασφαλιστικών παροχών, απαγορευτικά μέτρα, ιδίως δε το μέτρο της απαγορεύσεως της συνάψεως νέων συμβάσεων στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, τα οποία βασίζονται στο ότι δεν πληρούται, αρχικώς ή εν συνεχεία, στοιχείο που εκτιμάται κατά τη διακριτική ευχέρεια της αρχής, υποκειμενική προϋπόθεση, προβλεπόμενη για τη χορήγηση της άδειας ασκήσεως της ασφαλιστικής δραστηριότητας, ιδίως δε η σχετική με τη φήμη;»
III – Η εκτίμησή μου
34.
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να εκκινήσουμε από την παραδοχή, την οποίαν υπενθυμίζει η Επιτροπή στις γραπτές της παρατηρήσεις, ότι η οδηγία 92/49 έχει κατοχυρώσει τις αρχές της ενιαίας άδειας και της αποκλειστικής αρμοδιότητας του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η εταιρική έδρα της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική εποπτεία της επιχειρήσεως αυτής. Σύμφωνα με την αιτιολογική της σκέψη 1, η οδηγία αυτή έχει ως σκοπό την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα της πρωτασφάλισης εκτός της ασφάλειας ζωής, τόσο όσον αφορά την ελευθερία εγκατάστασης όσο και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, προκειμένου να διευκολυνθεί η κάλυψη των κινδύνων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στο έδαφός της.
35.
Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 92/49 προκύπτει ότι, προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί αυτοί, η προσέγγιση που υιοθετήθηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης συνίσταται στην επίτευξη «της βασικής, αναγκαίας και επαρκούς εναρμόνισης για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, η οποία επιτρέπει τη χορήγηση ενιαίας άδειας με ισχύ σε όλη την Κοινότητα και την εφαρμογή της αρχής του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής».
36.
Έτσι, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 13 της οδηγίας 73/239, όπως έχουν τροποποιηθεί, το κράτος μέλος καταγωγής είναι αποκλειστικά αρμόδιο να ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων που είναι αναγκαίες για τη χορήγηση της προηγούμενης διοικητικής άδειας, καθώς και να ασκεί τη χρηματοπιστωτική εποπτεία. Όπως διευκρινίζει ρητώς το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, η χορήγηση της άδειας αυτής από το κράτος μέλος καταγωγής παρέχει πρόσβαση στην ασφαλιστική δραστηριότητα στο σύνολο της Ένωσης.
37.
Στο μέτρο που οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας έχουν εναρμονιστεί, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν μπορεί να περιορίζεται από την επιβολή, εκ μέρους των λοιπών κρατών μελών, επιπλέον προϋποθέσεων, από τις οποίες να εξαρτούν την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων στο έδαφός τους, είτε υπό το καθεστώς της εγκαταστάσεως είτε υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Πρέπει να θεωρηθεί ότι, κατά τον ίδιο τρόπο, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί πλήρως ούτε αν τα λοιπά κράτη μέλη μπορούσαν να αρνηθούν το ευεργέτημα των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει προηγούμενη διοικητική άδεια, προβαίνοντας σε διαφορετική εκτίμηση της καταστάσεως της εν λόγω επιχειρήσεως από την άποψη των προϋποθέσεων που έχει θέσει ο νομοθέτης της Ένωσης.
38.
Επομένως, η αρχή της ενιαίας άδειας εμποδίζει αδιαμφισβήτητα την επανεξέταση από το κράτος μέλος υποδοχής των εναρμονισμένων προϋποθέσεων που προβλέπονται για τη χορήγηση της άδειας αυτής, η οποία μπορεί να ανακληθεί μόνον από το κράτος μέλος καταγωγής, στην περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση δεν πληροί πλέον τις εν λόγω προϋποθέσεις.
39.
Οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας απαριθμούνται στο άρθρο 8 της οδηγίας 73/239, το οποίο προβλέπει ειδικότερα ότι, προκειμένου να αποκτήσει την άδεια, η συσταθείσα εταιρία πρέπει να υιοθετήσει μία από τις νομικές μορφές που προβλέπονται από την οδηγία αυτή ( 13 ), να περιορίσει τον σκοπό της στην ασφαλιστική δραστηριότητα και στις εργασίες που προκύπτουν άμεσα από αυτήν, εξαιρουμένης κάθε άλλης εμπορικής δραστηριότητας ( 14 ), και να παρουσιάσει πρόγραμμα δραστηριοτήτων, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τη φύση των ασφαλιζόμενων κινδύνων και τις προβλέψεις τις σχετικές με τα ασφάλιστρα και τις ασφαλιστικές ζημίες.
40.
Όσον αφορά ειδικότερα την υπό κρίση υπόθεση, επισημαίνεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 73/239 προβλέπει ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις πρέπει να διοικούνται από πρόσωπα που πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις «εντιμότητας και επαγγελματικών προσόντων ή πείρας», τα δε άρθρα 8 και 15β της οδηγίας 92/49 προβλέπουν προϋποθέσεις οι οποίες αφορούν την «καταλληλότητα» των μετόχων ή εταίρων, που πρέπει να εγγυάται την υγιή και συνετή διαχείριση, ενώ το δεύτερο από τα δύο αυτά άρθρα διευκρινίζει ότι, σε περίπτωση αποκτήσεως συμμετοχής από νέο αγοραστή, αυτός πρέπει να πληροί το κριτήριο της «φήμης».
41.
Επομένως, οι δύο αυτές οδηγίες εξαρτούν ρητώς τη χορήγηση και τη διατήρηση της άδειας από τις προϋποθέσεις της «εντιμότητας» των διοικούντων και της «φήμης» των μετόχων.
42.
Από τα ανωτέρω προκύπτουν δύο συνέπειες.
43.
Πρώτον, καίτοι δεν είναι απαραίτητο να αποφανθεί το Δικαστήριο σχετικά με το ακριβές πεδίο εφαρμογής των κατευθυντηρίων γραμμών της 18ης Ιουλίου 2008, πρέπει να επισημανθεί ότι η έκδοση των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών ερμηνευτικής φύσεως δεν σημαίνει προφανώς ότι, προ της ερμηνείας αυτής, οι διατάξεις που ορίζουν προϋποθέσεις όσον αφορά τη φήμη δεν ήταν υποχρεωτικές για τα κράτη μέλη. Εσφαλμένως, λοιπόν, οι ρουμανικές εποπτικές αρχές θεώρησαν ότι καλύπτονται από τη μη μεταφορά των κατευθυντηρίων γραμμών στο εθνικό τους δίκαιο για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους να ανακαλέσουν την άδεια της Onix λόγω του βεβαρημένου ποινικού μητρώου του κύριου μετόχου της.
44.
Δεύτερον, μολονότι οι σχετικά αόριστοι όροι «φήμη» και «εντιμότητα» αφήνουν οπωσδήποτε κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, δεν μπορούν, ωστόσο, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι παρέχουν στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη δυνατότητα να προβούν σε εκτίμηση των κριτηρίων αυτών παράλληλα με τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής. Αν υπάρχει κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως, αυτό ανήκει αποκλειστικά στο κράτος μέλος καταγωγής και δεν εισάγει συντρέχουσα αρμοδιότητα του κράτους μέλους υποδοχής. Η απουσία, δηλαδή, ακριβούς οριοθετήσεως της «τυποποιημένης» έννοιας της φήμης ή της εντιμότητας δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ανάμιξη των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους υποδοχής στις αρμοδιότητες που ανήκουν αποκλειστικώς στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.
45.
Θεωρώ, επομένως, ότι η προϋπόθεση της φήμης δεν εξαιρείται από τον κανόνα που υπενθυμίζει η Επιτροπή στην ερμηνευτική της ανακοίνωση, σύμφωνα με τον οποίον η τήρηση των εναρμονισμένων προϋποθέσεων για τη χορήγηση αδείας απόκειται αποκλειστικά στο κράτος μέλος καταγωγής υπό την ευθύνη του οποίου έχει εκδοθεί η ενιαία άδεια.
46.
Ως εκ τούτου, συμμερίζομαι απολύτως το συμπέρασμα του εν λόγω θεσμικού οργάνου ότι η αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δεν έχει κατ’ αρχήν την εξουσία να αντιμετωπίσει την αδράνεια της αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, διατάσσοντας μέτρο το οποίο στηρίζεται αποκλειστικά στη μη τήρηση μιας από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας στις ασφαλιστικές εταιρίες.
47.
Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να δεχθεί ως γενικό κανόνα ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, και το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπουν στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τη λήψη, εις βάρος ασφαλιστικής επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται στο έδαφος του κράτους αυτού υπό το καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μέτρων όπως η απαγόρευση συνάψεως νέων συμβάσεων, τα οποία στηρίζονται αποκλειστικά στη μη τήρηση των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας, όπως αυτής που αφορά τη φήμη των μετόχων.
48.
Από τον κανόνα όμως αυτόν δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να συναχθεί αυτομάτως το βεβιασμένο συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, το Ιταλικό Δημόσιο δεν είχε καμιά άλλη δυνατότητα να ενεργήσει προκειμένου να διασφαλίσει την προστασία των ασφαλισμένων και των αντισυμβαλλόμενων στην ασφαλιστική σύμβαση, πέραν της προσφυγής κατά παραλείψεως.
49.
Πράγματι, η ανάλυση σύμφωνα με την οποία η αρχή της ενιαίας άδειας και ο κανόνας του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής στερούν από το κράτος μέλος υποδοχής οποιαδήποτε δυνατότητα να ενεργήσει κατά ασφαλιστικής επιχειρήσεως που διαθέτει άδεια και δεν τηρεί τους εφαρμοστέους στο έδαφός του κανόνες δικαίου στηρίζεται σε αποσπασματική ερμηνεία της οδηγίας 92/49, σημαντικές διατάξεις της οποίας επιφυλάσσουν στις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν για να θέσουν τέλος στις διαπιστωθείσες παρατυπίες.
50.
Πρώτον, το άρθρο 28 της οδηγίας αυτής αναγνωρίζει στο κράτος μέλος υποδοχής την εξουσία να εμποδίζει τη σύναψη συμβάσεως η οποία «αντιβαίνει προς τις [ισχύουσες] νομικές διατάξεις περί προστασίας του δημοσίου συμφέροντος». Το δημόσιο συμφέρον αποτελεί, επομένως, μια πρώτη ασπίδα προστασίας, η οποία μπορεί να δικαιολογήσει μέτρο που περιορίζει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μιας επιχειρήσεως που διαθέτει άδεια. Η λύση που κατοχυρώνει έτσι ο νομοθέτης της Ένωσης απηχεί ευθέως τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την απόφασή του της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewe-Zentral ( 15 ), την επονομαζόμενη «Cassis de Dijon», με την οποία έγινε δεκτό ότι επιτακτικοί λόγοι δημόσιου συμφέροντος μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία.
51.
Δεύτερον, το άρθρο 40 της οδηγίας 92/49 προβλέπει μια ρήτρα διασφαλίσεως η οποία επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να λαμβάνει μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι επιχειρήσεις που διαθέτουν υποκατάστημα ή δραστηριοποιούνται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο έδαφός του τηρούν τους εφαρμοστέους στο κράτος αυτό κανόνες.
52.
Το άρθρο αυτό θεσπίζει δύο διαφορετικές διαδικασίες, αναλόγως του αν συντρέχει ή όχι κατεπείγουσα περίπτωση.
53.
Η συνήθης διαδικασία, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 40, παράγραφοι 3 έως 5, της οδηγίας 92/49, επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να προλαμβάνει ή να καταστέλλει τις παρατυπίες που διαπράττει στο έδαφός του επιχείρηση η οποία διαθέτει άδεια. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους αυτού υποχρεούται κατ’ αρχάς να καλέσει την εν λόγω επιχείρηση να θέσει τέλος στην παράτυπη κατάσταση και, στη συνέχεια, σε περίπτωση που η επιχείρηση αυτή δεν πράξει ό,τι είναι αναγκαίο, οφείλει να ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, προκειμένου να λάβουν αυτές, «το συντομότερο δυνατό, όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η εν λόγω επιχείρηση να θέσει τέρμα στην αντικανονική αυτή κατάσταση» ( 16 ). Μόνον στην περίπτωση που η επιχείρηση επιμείνει στην παράβαση των ισχυόντων κανόνων δικαίου παρά τα ληφθέντα μέτρα ή σε περίπτωση «ανεπάρκειας» ( 17 ) ή «έλλειψης κατάλληλων μέτρων» ( 18 ) μπορεί το κράτος μέλος υποδοχής να λάβει το ίδιο «τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή την καταστολή νέων παρατυπιών» ( 19 ), τα οποία, «εφόσον είναι απόλυτα αναγκαίο» ( 20 ), περιλαμβάνουν την απαγόρευση της συνάψεως νέων ασφαλιστικών συμβάσεων.
54.
Η κατεπείγουσα διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49 παρέχει στα οικεία κράτη μέλη τη δυνατότητα να λαμβάνουν, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη των παρατυπιών που διαπράττονται στο έδαφός τους, στα οποία περιλαμβάνεται η απαγόρευση της συνάψεως νέων ασφαλιστικών συμβάσεων.
55.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι το μέτρο της απαγορεύσεως συνάψεως νέων συμβάσεων στην Ιταλία ελήφθη βάσει του άρθρου 193 του κώδικα ιδιωτικών ασφαλίσεων, το οποίο έχει συγχωνεύσει σε μια ενιαία διαδικασία τη διαδικασία του κατεπείγοντος και τη συνήθη διαδικασία. Εντούτοις, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι το εν λόγω μέτρο αιτιολογήθηκε με την ύπαρξη κατεπείγοντος, το οποίο συνίστατο στην ανάγκη προστασίας των ασφαλισμένων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον το αιτούν δικαστήριο επικέντρωσε το προδικαστικό του ερώτημα στην ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49.
56.
Οι διάδικοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου προέβησαν σε αντίθετες ερμηνείες της εν λόγω διατάξεως.
57.
Η Onix υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή περιορίζει την εξουσία παρεμβάσεως του κράτους μέλους υποδοχής αποκλειστικά στην περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος που εμπίπτουν στην εφαρμοστέα στο εν λόγω κράτος μέλος «διέπουσα ζητήματα λειτουργίας κανονιστική ρύθμιση» για τη σύναψη και την εκτέλεση των ασφαλιστικών συμβάσεων, ενώ η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, για τη θεμελίωση της εξουσίας αυτής, αρκεί το γεγονός και μόνον ότι ένας από τους μετόχους δεν πληροί πλέον την προϋπόθεση περί φήμης, εφόσον αποδεικνύεται ότι το γενικό συμφέρον των ασφαλισμένων δεν μπορεί να προστατευθεί κατάλληλα στο κράτος μέλος καταγωγής. Όσον αφορά ειδικότερα την κατεπείγουσα διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49, η εν λόγω κυβέρνηση προσθέτει ότι η έννοια της «προλήψεως των παρατυπιών» είναι ευρύτατη και περιλαμβάνει όλες τις περιστάσεις λόγω των οποίων μπορεί να προκύψει πραγματικός κίνδυνος για τα συμφέροντα των ασφαλισμένων ή κίνδυνος προσβολής της νομιμότητας και της αποτελεσματικής λειτουργίας της αγοράς των ασφαλίσεων στο σύνολό της. Η Επιτροπή υποστηρίζει από την πλευρά της ότι, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία του κατεπείγοντος, η αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δεν πρέπει να αποδείξει απλώς ότι δεν πληρούται ή δεν πληρούται πλέον κάποια από τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας, αλλά και ότι συντρέχει ειδική ανάγκη παρεμβάσεως, προκειμένου να εμποδιστεί η διάπραξη παραβάσεων. Δέχεται, ωστόσο, ότι στην αρχή αυτή απόκειται να διαπιστώσει αν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, υπήρχε κίνδυνος διαπράξεως παρατυπιών στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και αν ήταν απολύτως αναγκαία για την πρόληψή τους η απαγόρευση της συνάψεως νέων συμβάσεων· για δε τον σκοπό αυτόν, μπορούν να ληφθούν υπόψη η συγκεκριμένη κατάσταση των υπευθύνων για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως και η μη συμμόρφωσή τους προς την προϋπόθεση περί εντιμότητας.
58.
Κατά τη γνώμη μου, η διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που διέπουν την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής προϋποθέτει, όπως ορθώς εξηγεί η Επιτροπή, ότι οι αρχές του κράτους μέλους υποδοχής δεν μπορούν να κάνουν χρήση της διαδικασίας διασφαλίσεως στηριζόμενες αποκλειστικά στο γεγονός ότι η ασφαλιστική επιχείρηση που δραστηριοποιείται υπό καθεστώς ελεύθερης εγκαταστάσεως ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν πληροί ή δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις χορηγήσεως άδειας. Ειδικότερα, η παραδοχή ότι η μη τήρηση των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας αρκεί καθεαυτήν για να δικαιολογήσει την αρμοδιότητα του κράτους μέλους υποδοχής θα μετέτρεπε σε κανόνα την εξαίρεση του άρθρου 40 της οδηγίας 92/49 και σε συντρέχουσα αρμοδιότητα μια απλώς συμπληρωματική αρμοδιότητα, η οποία ασκείται σε περίπτωση αδράνειας των αρχών του κράτους μέλους καταγωγής.
59.
Αντιθέτως, δεν θεωρώ ότι οι αρχές της ενιαίας άδειας και του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής επιβάλλουν το συμπέρασμα ότι οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να ενεργήσουν βάσει του άρθρου 40 της οδηγίας 92/49 μόνον σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων που παραμένουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
60.
Πράγματι, έναντι της ερμηνείας αυτής χωρούν πολλές αντιρρήσεις.
61.
Πρώτον, θεωρώ ότι η ερμηνεία αυτή στηρίζεται σε μια υπερβολικά περιοριστική ανάγνωση του άρθρου 40 της οδηγίας 92/49, το οποίο, καίτοι εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά, είναι, ωστόσο, διατυπωμένο με γενικούς όρους χωρίς να διακρίνει αναλόγως της προελεύσεως των παρατυπιών των οποίων επιδιώκεται η πρόληψη.
62.
Δεύτερον, η ανάλυση σύμφωνα με την οποία το άρθρο 40 της οδηγίας 92/49 φαίνεται να έχει σχεδιαστεί όχι μόνον ως διαδικαστική διάταξη, αλλά και ως εξαίρεση από την αρχή του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής, καθώς καθιστά υπό ορισμένες προϋποθέσεις αρμόδιο το κράτος μέλος υποδοχής, ενισχύεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 92/49. Πράγματι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της προτάσεως της τρίτης οδηγίας του Συμβουλίου για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ [COM(90) 348 τελικό] ( 21 ), μολονότι το νομικό καθεστώς που έχει καθιερωθεί για να καθιστά δυνατή την επιβολή μέτρων και κυρώσεων στην ασφαλιστική επιχείρηση που δεν τηρεί τους κανόνες στους οποίους υπόκειται κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων της υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών «βασίζεται στις αρχές μεταβίβασης της γενικής εξουσίας για την υιοθέτηση μέτρων και την επιβολή κυρώσεων στο κράτος μέλος καταγωγής καθώς και στη συνεργασία μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών μελών» ( 22 ), το κράτος μέλος υποδοχής «διατηρεί ωστόσο ( 23 ) τη δυνατότητα να υιοθετήσει άμεσα ( 24 ) μέτρα κατά της επιχείρησης που λειτουργεί στην επικράτειά του για την πρόληψη ή την καταστολή των παραβάσεων που πραγματοποιεί η επιχείρηση στην επικράτειά του σε σχέση με τις διατάξεις που ισχύουν στην περίπτωσή της» ( 25 ). Αναφέρεται, δε, ότι «[τ]ο ίδιο ισχύει όταν τα μέτρα που λαμβάνει το κράτος μέλος καταγωγής είναι ανεπαρκή ή ελλιπή» ( 26 ). Επομένως, ο μηχανισμός διασφαλίσεως αντιμετωπίζεται πράγματι ως παρέκκλιση από την αρχή της «μεταβίβασης της γενικής εξουσίας» στο κράτος μέλος καταγωγής, επιτρέποντας στο κράτος μέλος υποδοχής να λαμβάνει μέτρα για την πρόληψη ή την καταστολή των παρατυπιών στο έδαφός του. Ως εκ τούτου, η συμβολή του μηχανισμού αυτού δεν είναι μόνον διαδικαστικής φύσεως. Ο μηχανισμός αυτός δεν περιορίζεται απλώς στον συντονισμό της δράσεως των κρατών μελών προκειμένου να τηρούνται τα αντίστοιχα πεδία αρμοδιοτήτων τους, αλλά επιπλέον αναγνωρίζει ότι το κράτος μέλος υποδοχής είναι σε ορισμένο βαθμό αρμόδιο για την πρόληψη και την καταστολή των παρατυπιών που διαπράττονται στο έδαφός του από επιχείρηση που ασκεί τις δραστηριότητές της υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
63.
Κατά τα λοιπά, η αρχή του ελέγχου από τη χώρα καταγωγής δεν είναι απόλυτη και, «εφόσον δεν πρόκειται για αρχή καθιερωθείσα από τη Συνθήκη» ( 27 ), ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί να παρεκκλίνει από αυτήν ( 28 ). Εξάλλου, η αρχή αυτή, όπως έχει καθιερωθεί από την οδηγία 92/49, έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, καθόσον «καταλαμβάνει μόνον τη χρηματοπιστωτική εποπτεία των ασφαλιστικών εταιριών» ( 29 ) και «δεν αποκλείει τη δυνατότητα ελέγχων» ( 30 ) από τις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.
64.
Τρίτον, θεωρώ σημαντικό να επισημανθεί ότι, υπό το πρίσμα των παρατυπιών που μπορούν να αποδοθούν στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, δεν υπάρχει απόλυτο στεγανό μεταξύ των διατάξεων της αρμοδιότητας του κράτους μέλους καταγωγής και εκείνων της αρμοδιότητας του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς πραγματικά περιστατικά που συνιστούν παράβαση των εναρμονισμένων διατάξεων μπορούν επίσης να συνιστούν παρατυπία ή, τουλάχιστον, να ενέχουν τον κίνδυνο παρατυπίας, υπό το πρίσμα της μη εναρμονισμένης εθνικής νομοθεσίας.
65.
Υπάρχει, συναφώς, μια σημαντική διαφορά στη διατύπωση του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/49 και του άρθρου 40, παράγραφος 6, της οδηγίας αυτής. Ενώ η πρώτη από τις δύο αυτές διατάξεις εξαρτά την κίνηση της συνήθους διαδικασίας από τη διαπίστωση ότι η επιχείρηση που έχει υποκατάστημα ή λειτουργεί υπό το καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο έδαφος κράτους μέλους «δεν τηρεί τους κανόνες δικαίου αυτού του κράτους μέλους που ισχύουν στη συγκεκριμένη περίπτωση», η δεύτερη δεν περιέχει παρόμοια διάταξη για την εφαρμογή της κατεπείγουσας διαδικασίας. Η κίνηση της συνήθους διαδικασίας εξαρτάται, επομένως, από τη διαπίστωση μιας «αντικανονικής καταστάσεως», η οποία συνίσταται στη μη τήρηση των κανόνων δικαίου του κράτους μέλους υποδοχής. Κατά συνέπεια, η διαδικασία αυτή έχει ως σκοπό την παύση μιας παρατυπίας που έχει ήδη διαπραχθεί από την οικεία επιχείρηση και την επιβολή κυρώσεων για την παρατυπία αυτή.
66.
Αντιθέτως, η προληπτική πτυχή της κατεπείγουσας διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49 καθιστά δυνατή μια πιο ευέλικτη εφαρμογή. Η διαδικασία αυτή δεν υπόκειται στις ίδιες προϋποθέσεις με τη συνήθη διαδικασία, καθώς, για την κίνησή της από το κράτος μέλους υποδοχής, αρκεί να αποδειχθεί η ανάγκη για «πρόληψη των παρατυπιών» που θα μπορούσαν να διαπραχθούν στο έδαφός του. Επομένως, η προστασία των ημεδαπών ασφαλισμένων από τους κινδύνους παρατυπιών μπορεί να δικαιολογήσει την παρέμβαση του κράτους μέλους υποδοχής, υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι οι κίνδυνοι αυτοί είναι δεόντως τεκμηριωμένοι.
67.
Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι η προβλεπόμενη στην οδηγία 92/49 ρήτρα διασφαλίσεως δεν σχεδιάστηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης ως αποκλειστικά διαδικαστική διάταξη, η οποία θα είχε ως μόνο σκοπό την οργάνωση της συνεργασίας μεταξύ του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής όσον αφορά τον έλεγχο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται υπό καθεστώς ελεύθερης εγκαταστάσεως ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, χωρίς να μεταβάλλει τους κανόνες κατανομής των αρμοδιοτήτων. Η ρήτρα αυτή, η οποία έχει σχεδιαστεί ως εξαίρεση από την αρχή του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής, αποσκοπεί επίσης να αναγνωρίσει στο κράτος μέλος υποδοχής εξουσίες παρεμβάσεως, την άσκηση των οποίων εξαρτά όμως από αυστηρές προϋποθέσεις, τόσο ουσιαστικές όσο και διαδικαστικές.
68.
Εν κατακλείδι, καίτοι συμμερίζομαι πλήρως την ανάλυση της Επιτροπής σύμφωνα με την οποίαν η αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δεν έχει, κατ’ αρχήν, την εξουσία να αντιμετωπίσει την αδράνεια της αρχής του κράτους μέλους καταγωγής με την επιβολή μέτρου στηριζόμενου στη μη τήρηση κάποιας από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας στις ασφαλιστικές εταιρίες, θεωρώ, ωστόσο, ότι, σε περιπτώσεις όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, το άρθρο 40, παράγραφος 6, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη λήψη μέτρου απαγορεύσεως συνάψεως νέων συμβάσεων, εφόσον το μέτρο αυτό δεν στηρίζεται στην πραγματικότητα στη μη τήρηση μιας από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας, αλλά στην ύπαρξη κινδύνου παρατυπιών εις βάρος των ασφαλισμένων και των δικαιούχων εγγυήσεων μέσω ασφαλιστηρίων συμβολαίων.
69.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει στη διαφορά της κύριας δίκης, που αφορά περίπτωση στην οποία συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις που αποδεικνύουν τον πρόδηλο χαρακτήρα των κινδύνων παρατυπιών τους οποίους επικαλούνται οι ιταλικές εποπτικές αρχές, καθώς και την κατεπείγουσα ανάγκη για τη λήψη μέτρων κατά της Onix, προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία της ιταλικής αγοράς ασφαλίσεων.
70.
Επιβάλλεται, συναφώς, να υπομνησθεί ότι από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το IVASS έλαβε την απόφαση να απαγορεύσει τη σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων στην Ιταλία βάσει των ακόλουθων διαπιστώσεων:
—
Κατ’ αρχάς, ο S. Lentini, ο οποίος ελέγχει το κεφάλαιο της Onix ως φυσικό πρόσωπο έχον τη μετοχική ιδιότητα και ως αποκλειστικός μέτοχος της εταιρίας Egady Company, καταδικάστηκε στις 29 Ιουλίου 2013 για απόπειρα διακεκριμένης απάτης εις βάρος του Ιταλικού Δημοσίου με σκοπό την εξασφάλιση δημόσιων χρηματοδοτήσεων.
—
Ακολούθως, ο S. Lentini ήταν ο αποκλειστικός διαχειριστής της εταιρίας G.C.C. Garanzie Crediti e Cauzioni SpA, η οποία, με απόφαση της Banca d’Italia (Τράπεζας της Ιταλίας) της 28ης Αυγούστου 2007, καθώς και με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας της 10ης Ιουνίου 2008, διαγράφηκε από τους καταλόγους των χρηματοπιστωτικών διαμεσολαβητών λόγω παρατυπιών κατά τη διαχείριση και μη τηρήσεως των ελάχιστων απαιτήσεων όσον αφορά τα ίδια κεφάλαια, ενώ, για τους ίδιους λόγους, επιβλήθηκε στον S. Lentini διοικητικό πρόστιμο ύψους 80000 ευρώ.
—
Τέλος, η εταιρία Garanzie Crediti e Cauzioni Srl, πρώην εταιρία Garanzie Crediti e Cauzioni SpA, υπέστη δύο φορές κατάσχεση με απόφαση της Agenzia delle Entrate (φορολογικής αρχής) λόγω εγγυήσεων που τελικώς δεν καλύφθηκαν.
71.
Κατά την άποψή μου, στηριζόμενο στα τρία αυτά γεγονότα, το IVASS αναγνώρισε την ύπαρξη ιδιαιτέρως σοβαρού κινδύνου να επαναληφθούν μέσω της Onix, ως παρένθετου νομικού προσώπου, οι παρατυπίες για τις οποίες είχαν ήδη επιβληθεί κυρώσεις είτε στον S. Lentini προσωπικώς είτε στις εταιρίες τις οποίες ελέγχει. Από τις ίδιες τις προηγούμενες παρατυπίες, όμως, προκύπτει ο κίνδυνος η Onix να μην είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις εγγυητικές της υποχρεώσεις και, κατά συνέπεια, να προκαλέσει σημαντική ζημία τόσο στις επιχειρήσεις που χρηματοδότησαν τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με την εταιρία αυτή όσο και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υπέρ των οποίων ανελήφθησαν οι σχετικές δεσμεύσεις. Επομένως, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, θεωρώ ότι αποδείχθηκε σαφώς ο κίνδυνος διαπράξεως παρατυπιών που δικαιολογεί την προσφυγή στη διαδικασία του άρθρου 40, παράγραφος 6, ανεξαρτήτως της διαπιστώσεως της μη τηρήσεως της προϋποθέσεως περί φήμης, η οποία είναι αναγκαία για τη χορήγηση της άδειας.
72.
Θεωρώ, επιπλέον, ότι το IVASS απέδειξε την ύπαρξη του κατεπείγοντος, το οποίο προκύπτει από τη μη συνεργασία και την αμέλεια των ρουμανικών εποπτικών αρχών, από το γεγονός ότι οι δραστηριότητες της Onix ασκούνταν κυρίως επί ιταλικού εδάφους –καθόσον, αφότου της επιτράπηκε να δραστηριοποιείται εκεί, μόλις στις 24 Οκτωβρίου 2012, η εταιρία εισέπραξε στη χώρα αυτή το 75 % των ασφαλίστρων της κατά τη διάρκεια των δύο μηνών δραστηριότητάς της μέσα στο 2012–, καθώς και από τα ανησυχητικά αιτήματα για την παροχή πληροφοριών, τα οποία υπέβαλαν δημόσιες αρχές εκφράζοντας τις ανησυχίες τους ως δικαιούχοι εγγυήσεων βάσει συμβάσεων που είχαν συναφθεί με την Onix.
73.
Ως προς το σημείο αυτό, συμμερίζομαι απολύτως την άποψη του προέδρου της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) ( 31 ), ο οποίος, κρίνοντας το βάσιμο της καταγγελίας που υπέβαλε η Onix στις 5 Φεβρουαρίου 2014 κατά του IVASS, αποφάσισε ( 32 ) να μην κινήσει διαδικασία έρευνας, δεχόμενος ιδίως ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49 εξουσία της αρχής του κράτους μέλους υποδοχής να λαμβάνει σε κατεπείγουσες περιπτώσεις κατάλληλα μέτρα μπορεί να ασκηθεί, εφόσον δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες της εν λόγω αρχής με άλλον τρόπο, ιδίως μέσω της συνεργασίας μεταξύ εποπτικών αρχών.
74.
Εν τέλει, θεωρώ ότι οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της προβλεπόμενης στο άρθρο 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49 κατεπείγουσας διαδικασίας πληρούνται στην υπό κρίση υπόθεση, στο μέτρο που το IVASS δεν περιορίστηκε να διαπιστώσει ότι η Onix δεν πληροί την προϋπόθεση περί φήμης, αλλά επιπλέον ανέδειξε την ύπαρξη κατεπείγοντος, το οποίο επέβαλλε τη λήψη μέτρων για την πρόληψη των παρατυπιών.
75.
Θεωρώ ότι η ανάλυση σύμφωνα με την οποίαν η παρέμβαση του κράτους μέλους υποδοχής είναι νόμιμη και δικαιολογημένη υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης ενισχύεται από την πλούσια νομολογία που αφορά την κύρωση για την κατάχρηση δικαιώματος.
76.
Η επίκληση της καταχρήσεως δικαιώματος προκειμένου να δικαιολογηθεί η νομιμότητα ορισμένων περιορισμών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εμφανίστηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου με την απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, van Binsbergen ( 33 ). Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι «δεν μπορεί [...] να αποκλειστεί από ένα κράτος μέλος το δικαίωμα να λαμβάνει μέτρα παρακωλύοντα τον παρέχοντα υπηρεσίες, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητες εξ ολοκλήρου ή κυρίως στο έδαφός του, να εκμεταλλεύεται την ελευθερία [παροχής υπηρεσιών] για να διαφεύγει τους επαγγελματικούς κανόνες, οι οποίοι θα εφαρμόζονταν σ’ αυτόν, αν ήταν εγκατεστημένος στο έδαφος του κράτους αυτού [...]» ( 34 ).
77.
Αργότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι «κάθε κράτος μέλος δικαιούται να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να εμποδίζει την προσπάθεια ορισμένων από τους υπηκόους του να αποφεύγουν καταχρηστικά την υπαγωγή τους στην εθνική νομοθεσία [...], καταχρώμενοι ευκολιών που δημιουργούνται δυνάμει της Συνθήκης» ( 35 ), και ότι οι πολίτες «δεν μπορούν να επικαλούνται τους [κανόνες του δικαίου της Ένωσης] καταχρηστικά ή καταστρατηγώντας τους» ( 36 ). Το Δικαστήριο έκρινε ότι, υπ’ αυτές τις συνθήκες, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να λαμβάνουν υπόψη, βασιζόμενα σε αντικειμενικά στοιχεία, την καταχρηστική ή απατηλή συμπεριφορά των ενδιαφερομένων ώστε να μην εφαρμόσουν, ενδεχομένως, υπέρ αυτών τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αυτοί επικαλούνται, οφείλουν όμως, κατά την εκτίμηση μιας τέτοιας συμπεριφοράς, να λαμβάνουν υπόψη τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκουν οι οικείες διατάξεις ( 37 ).
78.
Η νομολογία αυτή δεν επιτρέπει, βεβαίως, σε ένα κράτος μέλος να αποκλείει γενικώς τη δυνατότητα παροχής ορισμένων υπηρεσιών από επιχειρηματίες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη, διότι αυτό θα κατέληγε στην κατάργηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( 38 ), του επιτρέπει, όμως, να λαμβάνει «κατά περίπτωση» ( 39 ) μέτρα περιέχοντα συγκεκριμένη απαγόρευση.
79.
Το Δικαστήριο απαιτεί ο χαρακτηρισμός μιας περιπτώσεως ως καταχρήσεως δικαιώματος να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία. Στα στοιχεία που λαμβάνονται γενικώς υπόψη περιλαμβάνεται το κριτήριο που αντλείται από τον προσανατολισμό της δραστηριότητας, η δε περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω δραστηριότητα κατευθύνεται εξ ολοκλήρου ή κατά κύριο λόγο στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής εμπίπτει στο δικαίωμα εγκαταστάσεως και όχι στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
80.
Εν προκειμένω, από τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης προκύπτουν αντικειμενικά στοιχεία καταστρατηγήσεως της ιταλικής νομοθεσίας. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι η Onix, από τότε που της επιτράπηκε να δραστηριοποιείται υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κατηύθυνε το 75 % των δραστηριοτήτων της στην ιταλική επικράτεια, ενώ τη διοίκηση και τον έλεγχό της είχε πρόσωπο στο οποίο είχε απαγορευθεί η πρόσβαση στην ιταλική αγορά ασφαλίσεων ( 40 ). Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι ο S. Lentini εγκαταστάθηκε στη Ρουμανία προκειμένου να ασκήσει εκ νέου στο ιταλικό έδαφος, μέσω παρένθετου νομικού προσώπου, την ίδια δραστηριότητα με αυτή η άσκηση της οποίας του είχε απαγορευθεί.
81.
Ενώ ο χαρακτηρισμός της καταχρήσεως γίνεται συνήθως δεκτός σε περιπτώσεις στις οποίες ο επιχειρηματίας εγκαθιστά την επιχείρησή του σε κράτος μέλος με ευνοϊκή νομοθεσία προκειμένου να αποφύγει την αυστηρότερη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά μια πλέον πρόδηλη και σοβαρή περίπτωση απάτης, στην οποία κάποιος προσπαθεί να παρακάμψει την απαγόρευση ασκήσεως μιας δραστηριότητας χρησιμοποιώντας την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
82.
Καίτοι συμμερίζομαι την άποψη, την οποία με γλαφυρό τρόπο εξέθεσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή και σύμφωνα με την οποίαν οι κίνδυνοι καταστρατηγήσεως δεν πρέπει να μας οδηγήσουν «μαζί με τα ξερά να κάψουμε και τα χλωρά», αχρηστεύοντας την αρχή του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής, είμαι ταυτοχρόνως πεπεισμένος, για να συνεχίσω τη μεταφορά, ότι δεν πρέπει «να αφήσουμε τα ξερά άκαυτα». Η παραδοχή ότι οι αρχές της ενιαίας άδειας και του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής μπορούν να κινούνται στη θολή ή και σκοτεινή περιοχή της καταστρατηγήσεως του νόμου οδηγεί μάλλον στην κατάργηση παρά στη διασφάλιση των αρχών αυτών.
83.
Κατά τη γνώμη μου, στην προκειμένη υπόθεση κρίνεται η αξιοπιστία της έννομης τάξης της Ένωσης. Η άρνηση επιβολής κυρώσεων σε συμπεριφορές οι οποίες καταστρατηγούν τον νόμο και συνίστανται στη χρησιμοποίηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ως μέσου για την παράκαμψη αποφάσεως που απαγορεύει την πρόσβαση σε εθνική αγορά και δικαιολογείται, μεταξύ άλλων, από προηγούμενες ποινικές καταδίκες παρέχει ένα στιβαρό επιχείρημα σε όλους όσοι εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις σε σχέση με την αρχή του ελέγχου από τη χώρα καταγωγής, η οποία, ωστόσο, είναι θεμελιώδης για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς. Η αρχή αυτή αξίζει καλύτερη αντιμετώπιση από μια δογματική προσέγγιση, η οποία, με τον επικίνδυνα απόλυτο χαρακτήρα που της προσδίδει, την καθιστά εντελώς άκαμπτη και τελικώς εύθραυστη, με αποτέλεσμα να απειλείται ολόκληρο το οικοδόμημα.
84.
Τέλος, η παραδοχή ότι η ρήτρα διασφαλίσεως που επέλεξε ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί να λειτουργήσει υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης πραγματοποιεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, «αυτή την ευεργετική απάμβλυνση, αυτή την κοινωνικά επιβεβλημένη συμπίεση χωρίς την οποία η δικαιική ρύθμιση θα κατέληγε απωθητική, καθώς θα μπορούσε να χρησιμεύσει αδιακρίτως στην υπηρεσία της δικαιοσύνης ή της αδικίας, αναλόγως των ενδοιασμών ή των ορέξεων καθενός» ( 41 ). Άλλωστε, το να αποκλείει κανείς να καταστεί η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών έρμαιο των ορέξεων των απατεώνων που επιδιώκουν να παρακάμψουν μια απαγόρευση ασκήσεως δραστηριότητας σε ένα κράτος μέλος, βρίσκοντας καταφύγιο σε άλλο κράτος μέλος, δεν συνιστά αμφισβήτηση των κεκτημένων της εσωτερικής αγοράς.
85.
Για τους λόγους αυτούς προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, και το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/239 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπουν στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τη λήψη, εις βάρος ασφαλιστικής επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται στο έδαφος του κράτους αυτού υπό το καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μέτρων όπως η απαγόρευση συνάψεως νέων συμβάσεων, τα οποία στηρίζονται αποκλειστικά στη μη τήρηση των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας, όπως αυτής που αφορά τη φήμη των μετόχων.
86.
Αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης –στην οποία η ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια από το κράτος μέλος καταγωγής, αφενός, έχει ως κύριο μέτοχο φυσικό πρόσωπο στο οποίο έχει απαγορευθεί η πρόσβαση στην αγορά ασφαλίσεων στο κράτος μέλος υποδοχής, λόγω, μεταξύ άλλων, ποινικής καταδίκης του για απόπειρα απάτης, και, αφετέρου, κατευθύνει τις δραστηριότητές της κυρίως στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους– τη λήψη από τις εποπτικές αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49 και λαμβανομένου υπόψη του κατεπείγοντος που προκύπτει από την αδράνεια των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους καταγωγής, οι οποίες εις μάτην εκλήθησαν να ανακαλέσουν την άδεια της επιχειρήσεως αυτής, μέτρων που περιορίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών της εν λόγω επιχειρήσεως στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, όπως είναι η απαγόρευση της συνάψεως νέων συμβάσεων, προκειμένου να προληφθεί ο κίνδυνος καταστρατηγήσεως, μέσω παρένθετου νομικού προσώπου, της απαγορεύσεως προσβάσεως στην αγορά και ο συνακόλουθος κίνδυνος επαναλήψεως των παρατυπιών για τις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις στον κύριο μέτοχο.
87.
Μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με τη διαδικασία που μπορεί να ακολουθήσει η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής προκειμένου να λάβει μέτρα βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49, η διαπίστωσή του ότι το μέτρο της απαγορεύσεως συνάψεως νέων συμβάσεων ελήφθη κατά της Onix χωρίς προηγούμενη ακρόασή της με υποχρεώνει να διευκρινίσω ότι, κατά την άποψή μου, το δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο κάθε διαδικασίας πρέπει να εφαρμόζεται ακόμη και όταν ακολουθείται η κατεπείγουσα διαδικασία που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή. Πράγματι, ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως έχει εφαρμογή όταν η διοίκηση προτίθεται να εκδώσει βλαπτική πράξη σε βάρος ενός προσώπου ( 42 ) και επιβάλλεται έστω και αν η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση δεν προβλέπει ρητώς μια τέτοια διαδικαστική δυνατότητα ( 43 ).
IV – Πρόταση
88.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) την ακόλουθη απάντηση:
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, και το άρθρο 13, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής, έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τη λήψη, εις βάρος ασφαλιστικής επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται στο έδαφος του κράτους αυτού υπό το καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μέτρων όπως η απαγόρευση συνάψεως νέων συμβάσεων, τα οποία στηρίζονται αποκλειστικά στη μη τήρηση των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας, όπως αυτής που αφορά τη φήμη των μετόχων.
Αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης –στην οποία η ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια από το κράτος μέλος καταγωγής, αφενός, έχει ως κύριο μέτοχο φυσικό πρόσωπο στο οποίο έχει απαγορευθεί η πρόσβαση στην αγορά ασφαλίσεων στο κράτος μέλος υποδοχής, λόγω, μεταξύ άλλων, ποινικής καταδίκης του για απόπειρα απάτης, και, αφετέρου, κατευθύνει τις δραστηριότητές της κυρίως στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους– τη λήψη από τις εποπτικές αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής), και λαμβανομένου υπόψη του κατεπείγοντος που προκύπτει από την αδράνεια των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους καταγωγής, οι οποίες εις μάτην εκλήθησαν να ανακαλέσουν την άδεια της επιχειρήσεως αυτής, μέτρων που περιορίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών της εν λόγω επιχειρήσεως στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, όπως είναι η απαγόρευση της συνάψεως νέων συμβάσεων, προκειμένου να προληφθεί ο κίνδυνος καταστρατηγήσεως, μέσω παρένθετου νομικού προσώπου, της απαγορεύσεως προσβάσεως στην αγορά και ο συνακόλουθος κίνδυνος επαναλήψεως των παρατυπιών για τις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις στον κύριο μέτοχο.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 1992, L 228, σ. 1.
( 3 ) Στο εξής: Onix.
( 4 ) IVASS.
( 5 ) Πρώτη οδηγία του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157).
( 6 ) Οδηγία για τροποποίηση της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2002/83/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2005/68/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ σχετικά με τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήρια αξιολόγησης για την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και της αύξησης συμμετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα (ΕΕ 2007, L 247, σ. 1).
( 7 ) ΕΕ 2009, L 335, σ. 1.
( 8 ) ΕΕ 2000, C 43, σ. 5.
( 9 ) CEBS/2008/214, CEIOPS‑3L3‑19/08, CESR/08‑543b. Στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές της 18ης Ιουλίου 2008.
( 10 ) Τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 239, της 13ης Οκτωβρίου 2005.
( 11 ) Istituto per la vigilanza sulle assicurazioni private e di interesse collettivo, νυν IVASS.
( 12 ) Στο εξής: ASF.
( 13 ) Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 73/239.
( 14 ) Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 73/239.
( 15 ) 120/78, EU:C:1979:42.
( 16 ) Άρθρο 40, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/49.
( 17 ) Άρθρο 40, παράγραφος 5, της οδηγίας 92/49.
( 18 ) Άρθρο 40, παράγραφος 5, της οδηγίας 92/49.
( 19 ) Άρθρο 40, παράγραφος 5, της οδηγίας 92/49.
( 20 ) Άρθρο 40, παράγραφος 5, της οδηγίας 92/49.
( 21 ) ΕΕ 1990, C 244, σ. 28.
( 22 ) Άρθρο 35, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, της προτάσεως της Επιτροπής.
( 23 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 24 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 25 ) Άρθρο 35, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, της προτάσεως της Επιτροπής.
( 26 ) Άρθρο 35, παράγραφος 2, τρίτη περίοδος, της προτάσεως της Επιτροπής.
( 27 ) Απόφαση της 13ης Μαΐου 1997, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑233/94, EU:C:1997:231, σκέψη 64).
( 28 ) Απόφαση της 13ης Μαΐου 1997, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑233/94, EU:C:1997:231, σκέψη 64).
( 29 ) Απόφαση της 28ης Απριλίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑518/06, EU:C:2009:270, σκέψη 115).
( 30 ) Απόφαση της 28ης Απριλίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑518/06, EU:C:2009:270, σκέψη 117).
( 31 ) Η ΕΑΑΕΣ, η οποία ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ 2010, L 331, σ. 48), αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού (ΕΕ) 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΕ 2010, L 331, σ. 1), μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ), σκοπός του οποίου είναι να εποπτεύει το χρηματοοικονομικό σύστημα της Ένωσης.
( 32 ) Απόφαση EIOPA‑14‑267 του προέδρου της ΕΑΑΕΣ, σχετικά με την κίνηση διαδικασίας έρευνας δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού 1094/2010.
( 33 ) 33/74, EU:C:1974:131.
( 34 ) Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, van Binsbergen (33/74, EU:C:1974:131, σκέψη 13).
( 35 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 24).
( 36 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 2ας Μαΐου 1996, Paletta (C‑206/94, EU:C:1996:182, σκέψη 24, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ένας εργοδότης μπορεί να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να επιτρέπουν στο εθνικό δικαστήριο, αν παραστεί ανάγκη, να διαπιστώσει την ύπαρξη καταχρηστικής ή παραπλανητικής συμπεριφοράς η οποία απορρέει από το γεγονός ότι ένας εργαζόμενος, παρόλο που αποδεικνύει ανικανότητα προς εργασία βάσει ιατρικού πιστοποιητικού που συντάχθηκε στο εξωτερικό, δεν είναι, στην πραγματικότητα, ασθενής), και της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 24).
( 37 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 2ας Μαΐου 1996, Paletta (C‑206/94, EU:C:1996:182, σκέψη 25), και της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 25).
( 38 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑11/95, EU:C:1996:316, σκέψη 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 39 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 25), και της 21ης Ιουλίου 2011, Oguz (C‑186/10, EU:C:2011:509, σκέψη 25).
( 40 ) Η ύπαρξη τέτοιας απαγορεύσεως εις βάρος του S. Lentini μετά τις κυρώσεις που του επιβλήθηκαν αναφέρεται ρητώς στην απόφαση περί παραπομπής (σημείο 1.2., στοιχείο βʹ).
( 41 ) Josserand, L., De l’esprit des droits et de leur relativité, Théorie dite de l’abus des droits, 2η έκδοση, Dalloz, Παρίσι, 2006.
( 42 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Ιουλίου 2014, Kamino International Logistics και Datema Hellmann Worldwide Logistics (C‑129/13 και C‑130/13, EU:C:2014:2041, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 43 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Ιουλίου 2014, Kamino International Logistics και Datema Hellmann Worldwide Logistics (C‑129/13 και C‑130/13, EU:C:2014:2041, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy