ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 7ης Μαρτίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑589/15 P
Αλέξιος Αναγνωστάκης
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως – Πρωτοβουλία πολιτών “Ένα εκατομμύριο υπογραφές για την Ευρώπη της αλληλεγγύης”, με την οποία καλείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση για την καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης – Αίτηση καταχωρίσεως – Απόρριψη από την Επιτροπή – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Άρθρο 122 ΣΛΕΕ – Άρθρο 136 ΣΛΕΕ»
I – Εισαγωγή
1.
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ο Αλέξιος Αναγνωστάκης ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 30ής Σεπτεμβρίου 2015, Αναγνωστάκης κατά Επιτροπής ( 2 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε ο νυν αναιρεσείων κατά της αποφάσεως C(2012) 6289 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, περί απορρίψεως της αιτήσεως καταχωρίσεως της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών «Ένα εκατομμύριο υπογραφές για την Ευρώπη της αλληλεγγύης» (στο εξής: επίμαχη απόφαση).
2.
Η υπόθεση αυτή παρέχει στο Δικαστήριο, για πρώτη φορά, τη δυνατότητα να εξετάσει το νομικό καθεστώς που διέπει την πρωτοβουλία πολιτών. Το δικαίωμα αναλήψεως πρωτοβουλίας πολιτών, το οποίο καθιερώθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας και κατοχυρώνεται στο άρθρο 11, παράγραφος 4, ΣΕΕ, προβλέπει ότι «[π]ολίτες της Ένωσης, εφόσον συγκεντρωθεί αριθμός τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου, υπήκοοι σημαντικού αριθμού κρατών μελών, μπορούν να λαμβάνουν την πρωτοβουλία να καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις επί θεμάτων στα οποία οι εν λόγω πολίτες θεωρούν ότι απαιτείται νομική πράξη της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών». Πρόκειται για θεμελιώδες μέσο όσον αφορά την ευρωπαϊκή συμμετοχική δημοκρατία, του οποίου η εφαρμογή ενδέχεται να αποδειχθεί δυσχερής. Πράγματι, αφενός, μολονότι η ιδέα συνίσταται στο να δοθεί στους πολίτες ενεργός ρόλος όσον αφορά τη θέσπιση του δικαίου της Ένωσης, απαιτείται προσοχή ώστε αυτό το δικαίωμα πρωτοβουλίας να μην περιορισθεί με προϋποθέσεις, τύπου ή ουσίας, υπέρμετρα αυστηρές ή υπέρμετρα περίπλοκες –επομένως δε, τελικώς, ελάχιστα κατανοητές– για τον μη ειδικό στο δίκαιο της Ένωσης· αφετέρου, όμως, δεν μπορεί να παραβλέπεται ότι η έννομη τάξη της Ένωσης διέπεται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας και ότι, επομένως, η συμμετοχική δημοκρατία, στην οποία επιχειρεί να δώσει ζωή το άρθρο 11, παράγραφος 4, ΣΕΕ, μπορεί να ασκηθεί μόνον εντός των ορίων αυτών.
3.
Σύμφωνα με όσα επιτάσσει το άρθρο 24, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, με τον κανονισμό (ΕΕ) 211/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με την πρωτοβουλία πολιτών ( 3 ), διευκρινίσθηκαν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να υποβληθεί ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών (στο εξής: ΕΠΠ). Στην αιτιολογική σκέψη του 2 επισημαίνεται ότι οι «διαδικασίες και προϋποθέσεις που απαιτούνται για την πρωτοβουλία πολιτών θα πρέπει να είναι σαφείς, απλές, εύχρηστες και ανάλογες με τον χαρακτήρα της πρωτοβουλίας πολιτών, ώστε να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών και να καθιστούν την Ένωση περισσότερο προσιτή. Θα πρέπει, ακόμη, να επιτυγχάνουν μια συνετή ισορροπία ανάμεσα σε δικαιώματα και υποχρεώσεις». Όσα θα εκτεθούν κατωτέρω αφορούν ακριβώς την αναζήτηση της ισορροπίας αυτής.
4.
Η ΕΠΠ ορίζεται ως «πρωτοβουλία η οποία υποβάλλεται στην Επιτροπή σύμφωνα […] [και] με την οποία η Επιτροπή καλείται, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να υποβάλει οποιαδήποτε κατάλληλη πρόταση επί θεμάτων στα οποία οι πολίτες θεωρούν ότι απαιτείται νομική πράξη της [Ένωσης] για την εφαρμογή των Συνθηκών και την οποία υποστηρίζουν έγκυρα τουλάχιστον ένα εκατομμύριο υπογράφοντες προερχόμενοι από το ένα τέταρτο τουλάχιστον των κρατών μελών» ( 4 ). Η διαδικασία έχει ως εξής: πριν από τη συλλογή των υπογραφών, οι διοργανωτές –δηλαδή τα πρόσωπα στα οποία οφείλεται η πρόταση ΕΠΠ– πρέπει να ζητήσουν την καταχώριση της εν λόγω προτάσεως στο ηλεκτρονικό μητρώο ( 5 ) που τηρεί η Επιτροπή, εισάγοντας προς τούτο ορισμένα στοιχεία ( 6 ). Η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει την πρόταση εντός δύο μηνών, να την καταχωρίσει με αριθμό μητρώου και να ενημερώσει τους διοργανωτές. Η καταχώριση σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας συλλογής των υπογραφών ( 7 ). Εφόσον πληρούνται όλες οι σχετικές με τη συλλογή υπογραφών προϋποθέσεις και τούτο επαληθευθεί ( 8 ), οι διοργανωτές μπορούν να υποβάλουν την ΕΠΠ ( 9 ). Η Επιτροπή τη δημοσιεύει και δέχεται σε συνάντηση τους διοργανωτές ( 10 ). Πρωτίστως, εντός τριών μηνών, εκθέτει «σε ανακοίνωση τα νομικά και πολιτικά συμπεράσματά της σχετικά με την [ΕΠΠ], τις ενδεχόμενες ενέργειες στις οποίες προτίθεται να προβεί και τους λόγους για τους οποίους θα προβεί ή δεν θα προβεί στις εν λόγω ενέργειες» ( 11 ).
5.
Η καταχώριση, ουσιώδης διατύπωση η οποία προηγείται της συλλογής υπογραφών, αποτελεί επομένως αναγκαία, αλλά όχι ικανή, προϋπόθεση προκειμένου η Επιτροπή να δώσει θετική και συγκεκριμένη συνέχεια στην πρόταση ΕΠΠ. Με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 211/2011 καθορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η πρόταση ΕΠΠ για να καταχωρισθεί από την Επιτροπή. Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι η πρόταση ΕΠΠ «δεν ευρίσκεται καταφανώς εκτός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής να υποβάλλει πρόταση για την έκδοση νομικής πράξης της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών».
6.
Η διάταξη αυτή ευρίσκεται στο επίκεντρο της υπό κρίση υποθέσεως. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011, βάσει του οποίου δύναται η Επιτροπή να απορρίπτει την αίτηση καταχωρίσεως προτάσεως ΕΠΠ, αποτελεί πραγματικά κριτήριο διαλογής το οποίο έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή. Φρονώ ότι η προϋπόθεση αυτή δεν θα έπρεπε να ερμηνεύεται κατά τρόπο υπέρμετρα διασταλτικό, άλλως θα καθίστατο άνευ περιεχομένου το δικαίωμα ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας, τη σημασία του οποίου επισήμανα προηγουμένως ( 12 ). Μολονότι η κρίση αυτή θα καθοδηγήσει συνολικώς την ανάλυση την οποία θα αναπτύξω, οφείλω να υπενθυμίσω επίσης ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου κατά την αναιρετική διαδικασία είναι περιορισμένη και ότι οι τοποθετήσεις του επί της μίας ή της άλλης προβληματικής εξαρτώνται ιδίως από τα επιχειρήματα που προβάλλονται ενώπιόν του.
7.
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν διαθέτει, ίσως, όλα τα απαιτούμενα γνωρίσματα που θα καθιστούσαν δυνατή στο Δικαστήριο την παροχή των αναμενόμενων διευκρινίσεων προκειμένου να προσδιορισθεί κατά καλύτερο τρόπο το νομικό καθεστώς της ΕΠΠ, δεδομένου ότι, κατόπιν εξετάσεως του συνόλου της δικογραφίας, εξακολουθεί να είναι δυσχερές να αντιληφθεί κάποιος τι ακριβώς προσδοκά να επιτύχει ο αναιρεσείων με την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία την οποία επιθυμεί να κινήσει ( 13 ).
II – Ιστορικό της διαφοράς, η ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
8.
Στις 13 Ιουλίου 2012, ο αναιρεσείων διαβίβασε στην Επιτροπή πρόταση ΕΠΠ με τίτλο «Ένα εκατομμύριο υπογραφές για την Ευρώπη της αλληλεγγύης». Σκοπός της προτάσεως αυτής ήταν να καθιερωθεί στο δίκαιο της Ένωσης η «αρχή της καταστάσεως ανάγκης, κατά την οποία, οσάκις η εξυπηρέτηση απεχθούς χρέους απειλεί την οικονομική και πολιτική υπόσταση κράτους, η άρνηση καταβολής του χρέους αυτού είναι αναγκαία και δικαιολογημένη» ( 14 ). Στην πρόταση ΕΠΠ μνημονευόταν ως νομική βάση για την έκδοσή της η «οικονομική και νομισματική πολιτική (άρθρα 119 έως 144 ΣΛΕΕ)».
9.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2012, αφού υπενθύμισε το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 211/2011 και εξέτασε τις προβαλλόμενες στην ΕΠΠ διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ, ειδικότερα δε το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθώς και «όλες τις πιθανές νομικές βάσεις» ( 15 ), η Επιτροπή απέρριψε την εκ μέρους του νυν αναιρεσείοντος αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ, για τον λόγο ότι η πρόταση αυτή προδήλως δεν ενέπιπτε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που καθιστούν δυνατή την εκ μέρους της Επιτροπής υποβολή προτάσεως για την έκδοση νομικής πράξεως της Ένωσης με σκοπό την εφαρμογή των Συνθηκών.
10.
Στις 11 Οκτωβρίου 2012, ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της επίμαχης αποφάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Ο μόνος λόγος ακυρώσεως που προβαλλόταν με την προσφυγή είχε ως σκοπό να διαπιστωθεί η εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011. Ο αναιρεσείων υποστήριζε προς τούτο ότι η πρότασή του ΕΠΠ μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την εκ μέρους της Επιτροπής πρόταση για την έκδοση νομικής πράξεως βάσει του άρθρου 122, παράγραφος 1, του άρθρου 122, παράγραφος 2, και του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ, καθώς και των κανόνων του διεθνούς δικαίου.
11.
Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο, αφού εξέτασε αυτεπαγγέλτως ως λόγο ακυρώσεως την υποχρέωση αιτιολογήσεως των ατομικών αποφάσεων, εξέτασε τις διάφορες αιτιάσεις τις οποίες προέβαλε ο νυν αναιρεσείων στο πλαίσιο του μόνου λόγου ακυρώσεως και, εν συνεχεία, απέρριψε την προσφυγή και καταδίκασε τον νυν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
12.
Στις 30 Νοεμβρίου 2015, ο αναιρεσείων άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ο Α. Αναγνωστάκης ζητεί από το Δικαστήριο να δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως, να αναιρέσει στο σύνολό της την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να ακυρώσει την επίμαχη απόφαση, να υποχρεώσει την Επιτροπή να προβεί στην καταχώριση της προτάσεως ΕΠΠ του αναιρεσείοντος και να διατάξει κάθε νομικώς αναγκαίο μέτρο, καθώς και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Ο Α. Αναγνωστάκης ενέμεινε στα αρχικά αιτήματά του στο πλαίσιο του υπομνήματός του απαντήσεως.
13.
Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως αβάσιμη, επικουρικώς δε να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη στο σύνολό της, και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Η Επιτροπή ενέμεινε στα αρχικά αιτήματά της με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως.
14.
Οι εκπρόσωποι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
IV – Νομική ανάλυση
15.
Μολονότι η αίτηση αναιρέσεως διαρθρώνεται σε τέσσερις λόγους αναιρέσεως, επιθυμώ να την αναδιαρθρώσω σε δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση περί του αν η επίμαχη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, ενώ ο δεύτερος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά τον έλεγχο του βασίμου της αιτιολογίας και κατά την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011. Η πρώτη αιτίαση που προβάλλεται με τον δεύτερο αυτό λόγο αναιρέσεως αντλείται από παράβαση του άρθρου 122 ΣΛΕΕ, η δεύτερη αιτίαση αντλείται από παράβαση του άρθρου 136 ΣΛΕΕ και, τέλος, η τρίτη αιτίαση αντλείται από παράβαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου.
Α – Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση περί του αν η επίμαχη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
16.
Στις σκέψεις 29 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή τήρησε την υποχρέωσή της αιτιολογήσεως, η οποία εξαρτάται, άλλωστε, από τη φύση της πράξεως και από το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδίδεται. Το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στην έλλειψη σαφήνειας και ακρίβειας της προτάσεως ΕΠΠ όσον αφορά τον προσδιορισμό νομικού ερείσματος της αρμοδιότητας της Επιτροπής να υποβάλει πρόταση νομικής πράξεως, ιδίως λόγω του ότι η πρόταση αυτή απλώς παρέπεμπε συλλήβδην σε 26 άρθρα της Συνθήκης. Μόνο στο πλαίσιο της προσφυγής του ακυρώσεως προσδιόρισε ειδικότερα ο νυν αναιρεσείων τα άρθρα 122 και 136 ΣΛΕΕ ως νομική βάση της αρμοδιότητας της Επιτροπής. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, επομένως, ότι «[ω]ς εκ τούτου, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν ανέλυσε διεξοδικώς στην [επίμαχη] απόφαση τις διάφορες διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ των οποίων είχε γίνει συλλήβδην επίκληση με την πρόταση ΕΠΠ και ότι απλώς διαπίστωσε ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, εφόσον μάλιστα εξέτασε ενδελεχώς τη διάταξη την οποία, μεταξύ [όσων] έγινε επίκληση, έκρινε ως τη λιγότερο μη σχετική, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους η διάταξη αυτή δεν μπορούσε να χρησιμεύσει ως νομική βάση» ( 16 ). Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αιτιολογία της επίμαχης αποφάσεως ήταν επαρκής, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε, δεδομένου ότι ο μεν αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση των λόγων για τους οποίους απορρίφθηκε η αίτηση καταχωρήσεως της προτάσεώς του ΕΠΠ, το δε δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης είχε τη δυνατότητα να ασκήσει τον εκ μέρους του έλεγχο των λόγων αυτών.
2. Σύνοψη της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
17.
Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι ούτε απλώς η μνεία, στην επίμαχη απόφαση, του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011 ούτε η εξέταση των άρθρων 119 έως 144 ΣΛΕΕ, στα οποία παραπέμπει η εν λόγω απόφαση, αρκούν για να αποτελέσουν τη σαφή και λεπτομερή αιτιολογία η οποία απαιτείται οσάκις προβάλλεται πρόδηλη αναρμοδιότητα της Επιτροπής. Η πρόδηλη αναρμοδιότητα της Επιτροπής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το πλαίσιο εκδόσεως της επίμαχης αποφάσεως. Αντιθέτως, το ιδιαιτέρως περίπλοκο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η πρόταση ΕΠΠ καθιστά, κατά τον αναιρεσείοντα, αναγκαία την εκ μέρους του δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης απαίτηση περί λεπτομερούς και ειδικής αιτιολογίας των αποφάσεων με τις οποίες απορρίπτονται προτάσεις ΕΠΠ. Η επίμαχη απόφαση περιέχει απλώς μια παράφραση του άρθρου 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και, εν συνεχεία, άπαξ παρέπεμπε συλλήβδην στα άρθρα 119 έως 144 ΣΛΕΕ. Το Γενικό Δικαστήριο, όμως, παρέβλεψε τελείως, κατά τον αναιρεσείοντα, αυτή την πτυχή της κατ’ αντιμωλία συζητήσεως περί ανεπαρκούς αιτιολογίας. Επιπλέον, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι η αιτιολογία πράξεως εξαρτάται από τη φύση της και από το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η πράξη αυτή, δεδομένου ότι το άρθρο 296 ΣΛΕΕ ουδόλως μνημονεύει το πλαίσιο αυτό. Ο αναιρεσείων αμφισβητεί επίσης ότι ασκεί οποιανδήποτε επιρροή η προβαλλόμενη έλλειψη σαφήνειας και ακρίβειας της προτάσεως ΕΠΠ. Εν πάση περιπτώσει, το πλαίσιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης είναι περίπλοκο, ενώ δεν υπήρχε σχετική νομολογία, ώστε να καθοδηγηθούν οι πολίτες όσον αφορά τις προτάσεις τους στον τομέα αυτό, κατά τον χρόνο υποβολής της προτάσεως ΕΠΠ. Δεν υφίσταται ομοφωνία ως προς την έννοια και την ερμηνεία των σχετικών με την ένωση αυτή διατάξεων. Ο αναιρεσείων παραθέτει τα παραδείγματα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, που έχουν αμφότεροι συσταθεί δυνάμει του άρθρου 122 ΣΛΕΕ. Απλώς και μόνον η επανάληψη των διατάξεων δεν αρκεί για να αποτελέσει επαρκή αιτιολογία, με γνώμονα τόσο το άρθρο 296 ΣΛΕΕ όσο και το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011.
18.
Η Επιτροπή φρονεί ότι το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου ουδόλως ενέχει πλάνη περί το δίκαιο. Μεταξύ άλλων, ορθώς έκρινε ότι η επίμαχη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, τόσο για τον λόγο ότι αφορούσε το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011 όσο και επειδή εξέθετε τους λόγους για τους οποίους η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης δεν μπορούσε να στηριχθεί στα άρθρα 119 έως 144 ΣΛΕΕ και, ειδικότερα, στο άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Το Γενικό Δικαστήριο εφήρμοσε προσηκόντως την πάγια νομολογία, κατά την οποία η αιτιολογία πρέπει να εκτιμάται με βάση τη φύση της πράξεως και το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε. Η Επιτροπή επισημαίνει ιδιαιτέρως ότι με την πρόταση ΕΠΠ απλώς παρετίθετο κατάλογος διατάξεων που προβάλλονταν ως σχετικές και ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε προσπάθειες προκειμένου να προσδιορίσει με ακριβέστερο και εμπεριστατωμένο τρόπο την πιθανή νομική βάση ενδεχόμενης παρεμβάσεως της Επιτροπής. Η Επιτροπή υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι με δική της πρωτοβουλία εξέτασε διεξοδικότερα, στην επίμαχη απόφαση, το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, διάταξη την οποία έκρινε ως τη λιγότερο μη σχετική. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατό να απαιτείται από αυτήν να απαντήσει επί ανύπαρκτης υποθετικής επιχειρηματολογίας, μολονότι ο νυν αναιρεσείων είχε τεχνικώς τη δυνατότητα να παράσχει διευκρινίσεις και επεξηγήσεις. Η έλλειψη σαφήνειας και ο περίπλοκος χαρακτήρας των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης δεν αναιρούν τη διαπίστωση περί αντικειμενικής και πρόδηλης ελλείψεως αρμοδιότητας της Επιτροπής να δώσει συνέχεια στην πρόταση ΕΠΠ. Τέλος, ο αναιρεσείων δεν προβάλλει ενδεχόμενη πλάνη του Γενικού Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση περί επαρκούς αιτιολογίας της επίμαχης αποφάσεως, αλλά επικρίνει το βάσιμο της αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα που προβάλλει δεν μπορούν να εξετασθούν στο πλαίσιο λόγου αναιρέσεως ο οποίος αφορά την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση περί της επάρκειας της αιτιολογίας της αποφάσεως της Επιτροπής. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. Εκτίμηση
19.
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως καθιερώνεται στο πρωτογενές δίκαιο με το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, τίθεται δε σε εφαρμογή, στο πλαίσιο της ΕΠΠ, με το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 211/2011 ( 17 ).
20.
Κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως βλαπτικής πράξεως, η οποία συνιστά αναγκαία συνέπεια της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, έχει ως σκοπό να παράσχει, αφενός, στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις ως προς το αν η πράξη είναι όντως βάσιμη ή αν ενδεχομένως ενέχει πλημμέλεια δυνάμενη να αποτελέσει λόγο αμφισβητήσεως του κύρους της ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης και, αφετέρου, στα εν λόγω όργανα τη δυνατότητα ελέγχου της νομιμότητας της πράξεως αυτής. Η αιτιολογία την οποία επιτάσσει το άρθρο 296 ΣΛΕΕ πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της επίμαχης πράξεως και στο πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε ( 18 ). Η απαίτηση περί αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως ( 19 ), ιδίως δε το περιεχόμενο της πράξεως, τη φύση των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως οι αποδέκτες στην παροχή διευκρινίσεων. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να προσδιορίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία ( 20 ), καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία πράξεως είναι επαρκής πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα. Επομένως, πράξη είναι επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον εκδόθηκε εντός πλαισίου που είναι γνωστό στον ενδιαφερόμενο και του παρέχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε η πράξη αυτή.
21.
Πρόκειται για σαφώς πάγια νομολογία με την οποία οριοθετήθηκε επακριβώς η υποχρέωση αιτιολογήσεως. Διαπιστώνω ότι οι βασικές αυτές αρχές επιβεβαιώθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο στο μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όπου εξετάσθηκε –αυτεπαγγέλτως– ο αντλούμενος από ενδεχόμενη παράβαση της υποχρεώσεως αυτής λόγος ακυρώσεως ( 21 ).
22.
Αφού εξέθεσε αυτές τις γενικού χαρακτήρα εκτιμήσεις, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε τη σημασία που έχει η τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως αποφάσεων με τις οποίες απορρίπτεται αίτηση καταχωρίσεως προτάσεως ΕΠΠ, λαμβανομένου υπόψη ότι μια τέτοια απόφαση δύναται «να θίξει την ίδια την αποτελεσματικότητα της ασκήσεως του δικαιώματος των πολιτών να υποβάλουν πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών» ( 22 ). Κατά συνέπεια, το σκεπτικό πρέπει να καθίσταται «σαφές» ( 23 ) κατά το Γενικό Δικαστήριο. Πράγματι, η ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας της Ένωσης, στην οποία συμβάλλει καταρχήν ο μηχανισμός της ΕΠΠ, θα συμβιβαζόταν δυσχερώς με την αυθαίρετη άσκηση της εξουσίας λήψεως αποφάσεων που διαθέτει συναφώς η Επιτροπή.
23.
Το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε εν συνεχεία το περιεχόμενο της επίμαχης αποφάσεως, κατόπιν δε διαπίστωσε ότι η απόφαση αυτή στηριζόταν στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011 και επισήμαινε επίσης ρητώς ότι, κατά την Επιτροπή, καμία από τις μνημονευόμενες στην πρόταση ΕΠΠ διατάξεις περί οικονομικής και νομισματικής πολιτικής της Ένωσης ( 24 ) ή κάποια άλλη νομική βάση, περιλαμβανομένου και του άρθρου 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δεν μπορούσε να αποτελέσει την προσήκουσα νομική βάση για την πρόταση αυτή ( 25 ). Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε επίσης την αιτιολογία που εξέθεσε κατά τον τρόπο αυτό στην απορριπτική απόφασή της η Επιτροπή σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προτάσεως ΕΠΠ. Ως εκ τούτου, προέβη σε εκτίμηση περί της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο εκδόσεως της επίμαχης αποφάσεως. Στο πλαίσιο αυτό επισήμανε ότι η εν λόγω πρόταση ενείχε ορισμένη ασάφεια, ιδίως λόγω του ότι απλώς παρέπεμπε, χωρίς να καταβάλλεται καμία προσπάθεια επεξηγήσεως, στα άρθρα 119 έως 144 ΣΛΕΕ ( 26 ).
24.
Είμαι πεπεισμένος ότι η αποστολή που ανατίθεται στην Επιτροπή με τον κανονισμό 211/2011 όσον αφορά τη διαδικασία καταχωρίσεως προτάσεων ΕΠΠ είναι κομβικής σημασίας και ότι, λαμβανομένου υπόψη του λόγου υπάρξεως του μηχανισμού της ΕΠΠ, το θεσμικό όργανο αυτό πρέπει να επιδείξει, στις αποφάσεις του περί απορρίψεως αιτήσεως καταχωρίσεως, στάση ιδιαιτέρως παιδαγωγικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι όσοι υποβάλλουν τέτοιες προτάσεις δεν είναι κατ’ ανάγκη ειδήμονες στο δίκαιο της Ένωσης. Εντούτοις, δεν θεωρώ εύλογο να βαρύνεται η Επιτροπή, όπως θα επιθυμούσε ο αναιρεσείων, με υποχρέωση αιτιολογήσεως τέτοια ώστε να απαιτείται από αυτήν να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους ενδεχόμενη δράση της Ένωσης δεν μπορεί να στηριχθεί σε καμία από τις διατάξεις των Συνθηκών, τουλάχιστον σε περίπτωση κατά την οποία η αρχική ασάφεια –την οποία ήδη επισήμανα ( 27 ) και η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και κατά την αναιρετική διαδικασία ( 28 )– πρέπει να χρεωθεί στους διοργανωτές της προτάσεως ΕΠΠ. Τούτο θα ισοδυναμούσε, πράγματι, με το να απαιτείται από το θεσμικό όργανο αυτό, αντιθέτως προς ό,τι προβλέπει η νομολογία, να προσδιορίζει όλα τα «κρίσιμα» νομικά στοιχεία, ακόμα και εκείνα που ίσως δεν είχαν εξετάσει οι διοργανωτές της προτάσεως ΕΠΠ, μολονότι το πραγματικό ζήτημα συνίσταται απλώς στο να καθορισθεί, στο στάδιο αυτό της αναλύσεως, αν παρασχέθηκε στον αποδέκτη της αποφάσεως η δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους της απορρίψεως του αιτήματός του. Φρονώ, όμως, ότι από την επίμαχη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ διότι έκρινε ότι η πρόταση αυτή προδήλως δεν ενέπιπτε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.
25.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο το Γενικό Δικαστήριο αποφαινόμενο ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, δεν υφίστατο παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Επομένως, δεν μπορεί να προβάλλεται, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε το ζήτημα σχετικά με την επάρκεια της αιτιολογίας, μολονότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη ακριβώς σε εξακρίβωση του αν το σκεπτικό που εξέθεσε η Επιτροπή στην επίμαχη απόφαση ήταν επαρκές προκειμένου ο νυν αναιρεσείων να έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τους λόγους της απορρίψεως και, ενδεχομένως, να προσφύγει ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης με αίτημα τον έλεγχο νομιμότητας της αποφάσεως αυτής.
26.
Ο αναιρεσείων αμφισβητεί, επίσης, την ύπαρξη οποιασδήποτε αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προβαλλομένης ασάφειας της προτάσεως ΕΠΠ και του περιεχομένου της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που υπέχει η Επιτροπή. Ωστόσο, η ασάφεια αυτή αποτελεί μέρος των περιστάσεων τις οποίες πρέπει να λάβει υπόψη το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης για να εκτιμήσει την τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, δεδομένης της επιρροής που ασκεί στη δυνατότητα της Επιτροπής να αντιληφθεί πλήρως τη γενεσιουργό αιτία και τις συνέπειες της προτάσεως ΕΠΠ, προκειμένου να καθορίσει τη νομική βάση ενδεχόμενης δράσεώς της.
27.
Τέλος, ο έλεγχος της τηρήσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, ο οποίος αποσκοπεί να διακριβωθεί, εν προκειμένω, αν οι ενδείξεις τις οποίες παρέσχε η Επιτροπή με την επίμαχη απόφαση ήταν επαρκείς για να καταστήσουν δυνατό στον αναιρεσείοντα να αντιληφθεί τους λόγους για τους οποίους το θεσμικό όργανο αυτό απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ, πρέπει να διακρίνεται από την εξέταση του βασίμου της αιτιολογίας, η οποία συνίσταται στον έλεγχο της ουσιαστικής νομιμότητας της επίμαχης αποφάσεως ( 29 ), δηλαδή στον έλεγχο του αν οι λόγοι αυτοί ήταν βάσιμοι ( 30 ). Ως εκ τούτου, οι αιτιάσεις και τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς αμφισβήτηση του βασίμου της αιτιολογίας για τον λόγο ότι, λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών ως προς την ερμηνεία των διατάξεων που διέπουν την οικονομική και νομισματική πολιτική της Ένωσης, η πρόταση ΕΠΠ δεν ευρίσκεται καταφανώς εκτός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής στερούνται σημασίας στο πλαίσιο λόγου αντλούμενου από έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η αιτιολογία της επίμαχης αποφάσεως στηρίζεται σε πεπλανημένη ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης που μνημονεύονται στην πρόταση ΕΠΠ, η πλάνη αυτή δεν συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ και το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 211/2011. Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες αφορούν πεπλανημένη ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης στις οποίες δύναται να στηριχθεί πρωτοβουλία της Ένωσης με σκοπό την καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης, θα εξετασθούν, επομένως, στο πλαίσιο του επόμενου λόγου αναιρέσεως ( 31 ).
28.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων λόγων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Β – Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τον έλεγχο του βασίμου της αιτιολογίας
29.
Κατά τον αναιρεσείοντα, κακώς αποφάνθηκε το Γενικό Δικαστήριο ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011, δηλαδή η προϋπόθεση εκείνη βάσει της οποίας απαιτείται η πρόταση ΕΠΠ να μην εκφεύγει προδήλως του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, ερμηνεύοντας εσφαλμένα το άρθρο 122 και το άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ, καθώς και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου.
30.
Προκειμένου να διακριβωθεί αν το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε προσηκόντως το βάσιμο της αιτιολογίας της επίμαχης αποφάσεως, πρέπει να ληφθεί υπόψη το αντικείμενο της προτάσεως ΕΠΠ: όπως προκύπτει από την εν λόγω πρόταση, έγκειται στην καθιέρωση της «αρχής της καταστάσεως ανάγκης, κατά την οποία, οσάκις η εξυπηρέτηση απεχθούς χρέους απειλεί την οικονομική και πολιτική υπόσταση κράτους, η άρνηση καταβολής του χρέους αυτού είναι αναγκαία και δικαιολογημένη». Η περιγραφή αυτή και η μνεία των άρθρων 119 έως 144 ΣΛΕΕ ήταν τα μόνα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή κατά τον χρόνο κατά τον οποίο αποφάνθηκε επί της αιτήσεως καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ.
31.
Από την αίτηση αναιρέσεως προκύπτει, εξάλλου, ότι η πρόταση ΕΠΠ αφορούσε αποκλειστικώς το «απεχθές» μέρος του δημοσίου χρέους και ότι, επομένως, δεν πρόκειται για μονομερή διαγραφή του συνόλου του χρέους ( 32 ). Η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης θα καθιστούσε δυνατή τη διαγραφή ( 33 ), δηλαδή τη μη καταβολή, του απεχθούς χρέους κράτους προς τα λοιπά κράτη μέλη και την Ένωση ( 34 ). Ο μηχανισμός θα ενεργοποιούνταν με συμφωνία των κρατών μελών σε περίπτωση κατά την οποία η εξυπηρέτηση του χρέους θα απειλούσε την οικονομική και πολιτική υπόσταση ενός εκ των κρατών αυτών ( 35 ). Η πρόταση δεν θα υποκαθιστούσε ούτε τη νομισματική κυριαρχία της Ένωσης ούτε τη δημοσιονομική και οικονομική κυριαρχία των κρατών μελών. Δεν πρόκειται ούτε για μηχανισμό χρηματοδοτήσεως ( 36 ). Η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης θα καθιστούσε απλώς δυνατή, στο πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών, τη μονομερή δράση του κράτους που αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες ( 37 ). Εν συνεχεία, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η καθιέρωση της αρχής αυτής θα αφορούσε όλα τα κράτη μέλη και, επομένως, όχι μόνον εκείνα που συμμετέχουν στην Ευρωζώνη, ότι δεν θα κάλυπτε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και ότι θα καθιστούσε δυνατή την έγκαιρη αντιμετώπιση των δυσχερειών. Τέλος, η δυνατότητα επικλήσεως της καταστάσεως ανάγκης θα μπορούσε να υπόκειται σε όρους που θα προτείνει η Επιτροπή ( 38 ). Η πρωτοβουλία για την κήρυξη καταστάσεως ανάγκης θα ανήκε στο κράτος μέλος το οποίο θα είχε λάβει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, έγκριση προς τούτο ( 39 ). Η Ένωση θα ενέκρινε εν συνεχεία την κήρυξη της καταστάσεως ανάγκης, το δε οικείο κράτος μέλος θα ετύγχανε προσωρινής αναστολής των πληρωμών του χρέους του ( 40 ). Η Ένωση θα έπρεπε προηγουμένως να εγκρίνει το νομοθέτημα πριν κάποιο κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στον μηχανισμό αυτό ( 41 ). Η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης θα κάλυπτε μόνον το χρέος ενός κράτους μέλους προς την Ένωση ( 42 ). Έτι κατωτέρω, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης θα επέτρεπε σε κράτος μέλος που αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες να αναστείλει προσωρινά την πληρωμή όλων των οφειλών του προκειμένου να προσανατολίσει την οικονομική πολιτική του προς την ανάπτυξη ( 43 ). Ο αναιρεσείων κάνει επίσης λόγο για «άφεση χρέους» ( 44 ).
1. Επί της αιτιάσεως η οποία αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 122 ΣΛΕΕ
α) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
32.
Στις σκέψεις 41 έως 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το Δικαστήριο, με την απόφασή του Pringle ( 45 ), έκρινε ότι το άρθρο 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν συνιστά την προσήκουσα νομική βάση για την εκ μέρους της Ένωσης ενδεχόμενη παροχή χρηματοπιστωτικής συνδρομής, μέσω της καθιερώσεως μηχανισμού χρηματοδοτήσεως των κρατών μελών που αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσχέρειες. Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει του άρθρου αυτού πρέπει να αποτελούν την έκφραση πνεύματος αλληλεγγύης και συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών και ότι, για τον λόγο αυτό, η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να αποτελέσει την προσήκουσα νομική βάση για την καθιέρωση στο δίκαιο της Ένωσης αρχής της καταστάσεως ανάγκης, κατά την οποία θα παρέχεται σε κράτος μέλος η δυνατότητα να αποφασίζει μονομερώς τη μη αποπληρωμή, εν όλω ή εν μέρει, του χρέους του, λόγω των δυσχερειών που αντιμετωπίζει.
33.
Επιπλέον, στις σκέψεις 47 έως 50, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το Δικαστήριο έκρινε, πάντα με την απόφαση Pringle ( 46 ), ότι το άρθρο 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ παρέχει στην Ένωση τη δυνατότητα να χορηγήσει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, χρηματοδοτική ενίσχυση ad hoc σε κράτος μέλος, χωρίς, όμως, να δικαιολογεί τη νομοθετική καθιέρωση μηχανισμού διαγραφής του χρέους, όπως επιθυμεί ο νυν αναιρεσείων, εξαιτίας του γενικού και μόνιμου χαρακτήρα ενός τέτοιου μηχανισμού. Το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι το άρθρο 122 ΣΛΕΕ έχει ως αντικείμενο αποκλειστικώς τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενισχύσεως εκ μέρους της Ένωσης και όχι από τα κράτη μέλη. Η καθιέρωση, όμως, της αρχής της καταστάσεως ανάγκης δεν θα αφορούσε, κατά το Γενικό Δικαστήριο, μόνον το χρέος κράτους μέλους προς την Ένωση, αλλά και τις οφειλές του εν λόγω κράτους προς άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου –δηλαδή περίπτωση η οποία προδήλως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 122 ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης προδήλως δεν εμπίπτει στην έννοια των μέτρων χρηματοδοτικής ενισχύσεως τα οποία δύναται να λάβει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του άρθρου 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
β) Σύνοψη της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
34.
Ο αναιρεσείων προβάλλει, κατ’ ουσίαν, τέσσερα επιχειρήματα.
35.
Καταρχάς, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε μεμονωμένα το άρθρο 122 ΣΛΕΕ, μολονότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τα άρθρα 119 έως 126 ΣΛΕΕ, από κοινού με τα οποία αποτελεί «σύνολο».
36.
Δεύτερον, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, για τον λόγο ότι με τη διάταξη αυτή παρέχεται στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως να προτείνει στο Συμβούλιο τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής καταστάσεως, για την αντιμετώπιση των σοβαρών δυσχερειών, χωρίς να καθορίζεται ειδικώς η μορφή των προτεινόμενων αυτών μέτρων. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει, κατά τον αναιρεσείοντα, να λαμβάνονται με πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών. Στηριζόμενος στη νομολογία του Δικαστηρίου επί του άρθρου 103 ΕΚ, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι τα προτεινόμενα μέτρα οικονομικής πολιτικής πρέπει να είναι απαραίτητα για την αποτροπή της διακινδυνεύσεως των σκοπών που επιδιώκει η Ένωση. Το γεγονός ότι το άρθρο 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ μνημονεύει ρητώς την παροχή οικονομικής βοήθειας σε κράτος μέλος που αντιμετωπίζει δυσχέρειες δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να αναγνωρισθεί η δυνατότητα της Επιτροπής, βάσει της ευρείας εξουσίας για την ανάληψη πρωτοβουλιών την οποία της παρέχει το άρθρο 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να προτείνει μέτρα με τη μορφή οικονομικής βοήθειας. Κατά τον αναιρεσείοντα, η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης θα συνιστούσε, επομένως, κατάλληλο μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Εν πάση περιπτώσει, θα αποτελούσε σφάλμα να γίνει δεκτό ότι η καθιέρωση αυτή προδήλως δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής.
37.
Τρίτον, ο αναιρεσείων αμφισβητεί τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι το άρθρο 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν μπορεί να αποτελέσει κατάλληλη νομική βάση για την καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης. Αφενός, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα την απόφαση Pringle ( 47 ). Αντιθέτως προς τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (στο εξής: ΕΜΣ), τον οποίο αφορούσε η απόφαση εκείνη, η πρόταση ΕΠΠ δεν έχει ως σκοπό να υποκαταστήσει τη νομισματική, δημοσιονομική και οικονομική κυριαρχία των κρατών μελών ή να καθιερώσει μηχανισμό χρηματοδοτήσεως. Οι σκοποί της προτάσεως ΕΠΠ δεν είναι, κατά τον αναιρεσείοντα, παρεμφερείς εκείνων της ιδρύσεως του ΕΜΣ. Οι κρίσεις που διατυπώθηκαν με την απόφαση Pringle ( 48 ) δεν έχουν, επομένως, άνευ ετέρου εφαρμογή στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και ούτε καν ασκούν επιρροή εν προκειμένω. Αφετέρου, μολονότι, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, «το πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών το οποίο πρέπει να διέπει την εκ μέρους του Συμβουλίου λήψη των κατάλληλων για την αντιμετώπιση της οικονομικής καταστάσεως μέτρων, κατά την έννοια του άρθρου 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, υποδεικνύει ότι τα μέτρα αυτά στηρίζονται στη συνδρομή μεταξύ των κρατών μελών», η έννοια αυτή δεν ορίζεται στο εν λόγω άρθρο. Συνεπώς, κακώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι αυτή η συνδρομή μπορεί να έχει μόνον τη μορφή μηχανισμού οργανωμένης και δομημένης βοήθειας και ότι η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης δεν μπορεί να αποτελέσει μία εκ των διαλαμβανομένων στη διάταξη αυτή μορφών χρηματοδοτικής ενισχύσεως.
38.
Τέλος, τέταρτον, ο αναιρεσείων προβάλλει εκ νέου την επιχειρηματολογία του με σκοπό να γίνει διάκριση μεταξύ του ΕΜΣ, αφενός, και της καθιερώσεως της αρχής της καταστάσεως ανάγκης, αφετέρου. Ο αναιρεσείων διευκρινίζει συναφώς ότι η αρχή της καταστάσεως ανάγκης αφορά όλα τα κράτη μέλη και όχι μόνον εκείνα που μετέχουν στην Ευρωζώνη και δεν καλύπτει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Καθιστά απλώς δυνατή την έγκαιρη αντιμετώπιση των σοβαρών δυσχερειών που αντιμετωπίζει κράτος μέλος. Το κράτος αυτό θα έχει τη δυνατότητα να επικαλεσθεί την αρχή της καταστάσεως ανάγκης, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενων προϋποθέσεων τις οποίες θα καθορίσει η Επιτροπή. Η πρωτοβουλία θα ανήκει στο κράτος μέλος που αντιμετωπίζει δυσχέρειες, πλην όμως θα εναπόκειται στην Ένωση να αποφασίσει ή όχι αν το κράτος αυτό θα τύχει του ευεργετήματος της καταστάσεως ανάγκης. Η Ένωση θα είναι αυτή που θα εγκρίνει, με πνεύμα αλληλεγγύης, την κήρυξη της καταστάσεως ανάγκης οπότε το κράτος μέλος που αντιμετωπίζει δυσχέρειες θα δύναται να αναστείλει προσωρινώς την καταβολή του χρέους του. Κακώς έκρινε, επομένως, το Γενικό Δικαστήριο ότι η διαδικασία κινείται από τα κράτη μέλη και όχι από την Ένωση. Η Ένωση θα είναι επίσης αυτή που θα εγκρίνει, με πνεύμα αλληλεγγύης, την κήρυξη της καταστάσεως ανάγκης έτσι ώστε το κράτος μέλος που αντιμετωπίζει δυσχέρειες να έχει τη δυνατότητα να αναστείλει προσωρινά την πληρωμή του χρέους του. Κακώς, επίσης, κατά τον αναιρεσείοντα, έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο σκοπός της προτάσεως ΕΠΠ προδήλως δεν αντιστοιχούσε στη χρηματοδοτική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, μολονότι, κατά τον αναιρεσείοντα, η καθιέρωση της εν λόγω αρχής αφορά αποκλειστικώς το χρέος κράτους μέλους προς την Ένωση. Το τελευταίο αυτό ζήτημα εμπίπτει προδήλως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αποτέλεσε τη νομική βάση για την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 407/2010 του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2010, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοοικονομικής σταθεροποίησης ( 49 ), η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης θα μπορούσε να στηριχθεί στο ίδιο πρότυπο. Στη χειρότερη των περιπτώσεων, η Επιτροπή θα μπορούσε να δώσει εν μέρει μόνο συνέχεια στην πρόταση ΕΠΠ, περιορίζοντας την αναστολή πληρωμών αποκλειστικώς στο χρέος κράτους μέλους προς την Ένωση. Ο αναιρεσείων υπενθυμίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε, στην επίμαχη απόφαση, την εκ μέρους της απόρριψη βάσει του πεδίου εφαρμογής της αρχής της καταστάσεως ανάγκης.
39.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι με την αίτηση αναιρέσεως δεν εξηγείται πραγματικά σε τι ακριβώς συνίσταται η πλάνη κατά την ερμηνεία του άρθρου 122 ΣΛΕΕ. Το επιχείρημα περί ερμηνείας του άρθρου 122 ΣΛΕΕ βάσει του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τα άρθρα 119 έως 126 ΣΛΕΕ είναι νέο. Η νομολογία σχετικά με το άρθρο 103 ΕΚ δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή, διότι αφορά αποκλειστικώς την περίπτωση χρηματοδοτικής ενισχύσεως ad hoc και όχι την καθιέρωση μηχανισμού γενικού χαρακτήρα. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή δεν εντοπίζει καμία πλάνη εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου κατά την ερμηνεία της αποφάσεως Pringle ( 50 ) με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το πνεύμα αλληλεγγύης που διαπνέει το άρθρο 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και ως προς το οποίο επιμένει ο αναιρεσείων δεν σχετίζεται με την έννοια της χρηματοδοτικής ενισχύσεως, η δε αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών δεν μπορεί, κατά την Επιτροπή, να έχει τη μορφή μονομερούς αποφάσεως περί μη καταβολής οφειλών. Η Επιτροπή προσάπτει επίσης στον αναιρεσείοντα την εκ μέρους του απόπειρα να περιορίσει την εμβέλεια της προτάσεως ΕΠΠ αποκλειστικώς στο μέρος του χρέους κράτους μέλους προς την Ένωση, μολονότι δεν είχε γίνει προγενέστερα νύξη για έναν τέτοιο περιορισμό, η δε πρόταση ΕΠΠ αφορούσε έως τότε την αποπληρωμή του χρέους «ιδίως προς τα κράτη μέλη». Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η πρόταση ΕΠΠ περιοριζόταν αποκλειστικώς στο χρέος προς την Ένωση, η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης θα εξακολουθούσε να μην εμπίπτει στην έννοια της χρηματοδοτικής ενισχύσεως κατά το άρθρο 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Τέλος, δεν χωρεί σύγκριση με τον μηχανισμό που καθιερώθηκε με τον κανονισμό 407/2010. Ο κανονισμός αυτός προβλέπει τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενισχύσεως σε κράτος μέλος με απόφαση του Συμβουλίου, ενώ η πρόταση ΕΠΠ αποσκοπούσε στην καθιέρωση μηχανισμού με τον οποίο θα καθίσταται δυνατό σε κράτος μέλος να αποφασίζει τη μονομερή διαγραφή του χρέους του προς την Ένωση. H Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι ένας τέτοιος μηχανισμός δεν εμπίπτει στην έννοια της χρηματοδοτικής ενισχύσεως. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτου και εν μέρει αβάσιμου.
γ) Εκτίμηση
40.
Πρέπει να επισημάνω εκ νέου ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει ο αναιρεσείων στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως μεταβάλλουν ουσιωδώς τη θέση του σε σχέση με ό,τι είχε υποστηρίξει με το δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Τα επιχειρήματα σχετικά με τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του άρθρου 103 ΕΚ, τον κανονισμό 407/2010 και με την ενδεχόμενη δυνατότητα της Επιτροπής να δώσει συνέχεια μόνον εν μέρει στην πρόταση ΕΠΠ είναι νέα. Το Γενικό Δικαστήριο, άλλωστε, ουδόλως αποφάνθηκε επί των ζητημάτων αυτών. Αντικείμενο του εκ μέρους του Δικαστηρίου ελέγχου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας είναι, όμως, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου.
41.
Εν πάση περιπτώσει, από το άρθρο 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι το Συμβούλιο δύναται, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, να αποφασίζει, με πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών, «τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κατάστασης, ιδίως εάν ανακύψουν σοβαρές δυσκολίες στον εφοδιασμό με ορισμένα προϊόντα, ιδίως στον τομέα της ενέργειας». Όσον αφορά το άρθρο 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, αυτό ορίζει ότι το Συμβούλιο, πάντα κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, δύναται να χορηγήσει, υπό ορισμένους όρους, χρηματοδοτική ενίσχυση της Ένωσης σε κράτος μέλος το οποίο αντιμετωπίζει δυσχέρειες «οφειλόμενες σε φυσικές καταστροφές ή έκτακτες περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχό του».
42.
Φρονώ ότι απλώς και μόνον η υπόμνηση του περιεχομένου των σκέψεων 116 και 118 της αποφάσεως Pringle ( 51 ) αρκεί για να διαπιστωθεί ότι το άρθρο 122 ΣΛΕΕ δεν μπορεί προδήλως να αποτελέσει τη νομική βάση για την καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης. Όσον αφορά το άρθρο 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η διάταξη αυτή «δεν συνιστά πρόσφορη νομική βάση για την εκ μέρους της Ένωσης ενδεχόμενη παροχή χρηματοπιστωτικής συνδρομής προς τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν ή διατρέχουν τον κίνδυνο να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης» ( 52 ). Η καθιέρωση μηχανισμού με τον οποίο κράτος μέλος θα αποφάσιζε μονομερώς να μην αποπληρώσει το χρέος του δεν μπορεί, επομένως, να εμπίπτει στην κατηγορία των κατάλληλων μέτρων που τίθενται σε εφαρμογή βάσει του άρθρου 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, τούτο δε κατά μείζονα λόγο οσάκις τα μέτρα αυτά θεωρείται ότι διέπονται από πνεύμα αλληλεγγύης. Επιπλέον, τα μέτρα αυτά έχουν κατ’ ανάγκη χαρακτήρα ad hoc, ενώ η πρόταση ΕΠΠ, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο ( 53 ), αποσκοπεί στην καθιέρωση μηχανισμού γενικού και μόνιμου χαρακτήρα, τον οποίο θα εξακολουθούσαν να έχουν στη διάθεσή τους τα κράτη μέλη σε περίπτωση που θα αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσχέρειες. Εξάλλου, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης αποτελεί μορφή χρηματοδοτικής ενισχύσεως εμπίπτουσα στην έννοια των «κατάλληλων μέτρων» κατά το άρθρο 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, φρονώ ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση Pringle ( 54 ), την οποία εξέδωσε εν ολομελεία, απέκλεισε σαφώς το ενδεχόμενο επικλήσεως του άρθρου αυτού σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσχέρειες χρηματοδοτήσεως.
43.
Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει, εν γένει, ότι το άρθρο 122 ΣΛΕΕ έχει αποκλειστικώς ως αντικείμενο χρηματοπιστωτική ενίσχυση χορηγούμενη από την Ένωση και όχι από τα κράτη μέλη. Δεδομένου ότι εν προκειμένω έχουμε μόνον τη δυνατότητα διατυπώσεως υποθέσεων, εάν η πρόταση ΕΠΠ πρέπει να ερμηνευθεί ως έχουσα την έννοια ότι αφορά την καθιέρωση μηχανισμού με τον οποίο κράτος μέλος δύναται να αποφασίζει μονομερώς να μην αποπληρώσει το χρέος του προς την Ένωση ( 55 ), τούτο δεν μπορεί να θεωρηθεί «χρηματοδοτική ενίσχυση» χορηγούμενη από την Ένωση στο οικείο κράτος μέλος, κατά το άρθρο 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Εάν, όμως, η εν λόγω πρόταση πρέπει να ερμηνευθεί ως έχουσα την έννοια ότι το απεχθές χρέος καλύπτει αποκλειστικώς ή επίσης το χρέος προς τα κράτη μέλη, τότε δεν θα πληρούται ούτε η προϋπόθεση σχετικά με τη χορήγηση της εν λόγω ενισχύσεως από την «Ένωση». Επιπλέον, ο μόνιμος χαρακτήρας του μηχανισμού αποτελεί εκ νέου κώλυμα για την καθιέρωσή του βάσει του άρθρου 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
44.
Τέλος, το επιχείρημα περί δυνατότητας της Επιτροπής να δώσει εν μέρει μόνο συνέχεια στην πρόταση ΕΠΠ δεν στερείται, καταρχήν, ενδιαφέροντος. Εντούτοις, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχεται συναφώς κάποια κρίση δυνάμενη να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αναιρετική διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει, δεν αναιρεί την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία συντάσσομαι, περί του ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος πρόταση ΕΠΠ –πρωτίστως, ίσως, λόγω του εγγενώς απρόβλεπτου χαρακτήρα της– δεν θα μπορούσε προδήλως να έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση πράξεως βάσει του άρθρου 122 ΣΛΕΕ.
2. Επί της αιτιάσεως που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ
α) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
45.
Αφού υπενθύμισε το γράμμα του άρθρου 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 57 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης, εννοουμένης ως επιτρέπουσας σε κράτος μέλος να αποφασίζει μονομερώς τη διαγραφή του δημοσίου χρέους, δεν έχει ως σκοπό να ενισχύσει τον συντονισμό της δημοσιονομικής πειθαρχίας και δεν καταλέγεται μεταξύ των διαλαμβανομένων στο εν λόγω άρθρο προσανατολισμών οικονομικής πολιτικής τους οποίους το Συμβούλιο είναι εξουσιοδοτημένο να καθορίζει με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Στηριζόμενο στην απόφαση Pringle ( 56 ), το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η αποστολή της Ένωσης στον τομέα της οικονομικής πολιτικής περιορίζεται στη λήψη μέτρων συντονισμού και ότι η έκδοση νομοθετικής πράξεως επιτρέπουσας τη μη αποπληρωμή του χρέους κράτους μέλους βαίνει πέραν των όσων εμπίπτουν στην έννοια των προσανατολισμών της οικονομικής πολιτικής, κατά το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, διότι μια τέτοια νομοθετική πράξη θα είχε ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση της ελεύθερης βουλήσεως των συμβαλλομένων από έναν νομοθετικό μηχανισμό μονομερούς διαγραφής του δημοσίου χρέους. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, ορθώς κατά νόμον αποφάνθηκε, επομένως, η Επιτροπή ότι η πρόταση ΕΠΠ του νυν αναιρεσείοντος προδήλως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης ότι η άρνηση αυτή δεν αντιβαίνει στη ρήτρα αλληλεγγύης του άρθρου 222 ΣΛΕΕ, καθόσον η εν λόγω ρήτρα αλληλεγγύης προδήλως δεν αφορά την οικονομική και νομισματική πολιτική ούτε την οικονομική κατάσταση ή τις δημοσιονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη.
β) Σύνοψη της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
46.
Κατά τον αναιρεσείοντα, το άρθρο 136 ΣΛΕΕ είναι πολύπλοκη διάταξη η οποία πρέπει, κατά τη νομική θεωρία, να αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματική των άρθρων 121 και 126 ΣΛΕΕ. Η καθιέρωση, στο δίκαιο της Ένωσης, της αρχής αυτής της καταστάσεως ανάγκης θα επιδίωκε την επίτευξη του σκοπού ο οποίος διαλαμβάνεται στο άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και συνίσταται στην εύρυθμη λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Κακώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι η αναγνώριση αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα την καθιέρωση νομοθετικού μηχανισμού μονομερούς διαγραφής του χρέους, καθόσον η αρχή της καταστάσεως ανάγκης απλώς επιτρέπει σε κράτος μέλος που αντιμετωπίζει σοβαρές χρηματοπιστωτικές δυσχέρειες να αναστείλει προσωρινά την πληρωμή όλων των οφειλών του προκειμένου να προσανατολίσει την οικονομική πολιτική του στην ανάπτυξη, ενθαρρύνοντας τις επενδύσεις στην οικονομία του. Ο αναιρεσείων φρονεί, εξάλλου, ότι η πρώτη διαδικασία αναδιαρθρώσεως του κρατικού χρέους της Ελλάδας αποφασίσθηκε στις 21 Ιουλίου 2011 στο πλαίσιο συναντήσεως κορυφής της Ευρωζώνης, κατά την οποία ελήφθη απόφαση προς τούτο. Επομένως, στο δίκαιο της Ένωσης υφίσταται νομική βάση για τη διαγραφή δημοσίου χρέους. Επιπλέον, η διαγραφή αυτή θα συνέβαλε αναντίρρητα στην εύρυθμη λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, δηλαδή στον σκοπό του οποίου την επίτευξη επιδιώκει το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Με τη διάταξη αυτή εξουσιοδοτείται επίσης το Συμβούλιο να εγκρίνει μέτρα για τον καθορισμό των κατευθυντηρίων γραμμών της οικονομικής πολιτικής. Μέτρο με στόχο την ανάκαμψη της οικονομίας και την ανάπτυξη θα αποδεικνυόταν απολύτως σύμφωνο με τα όσα επιτάσσει το άρθρο 121 ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είναι καθ’ όλα εξουσιοδοτημένη να προτείνει τα μέτρα αυτά στο Συμβούλιο, κατά μείζονα λόγο αν ληφθεί υπόψη ότι με το άρθρο 352 ΣΛΕΕ εξουσιοδοτείται να προτείνει μέτρο απαραίτητο για την επίτευξη ενός εκ των στόχων που θέτουν οι Συνθήκες, όπως είναι η σταθερότητα της ζώνης του ευρώ. Υπό τις συνθήκες αυτές, κακώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι η πρόταση ΕΠΠ προδήλως δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, δεδομένου ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Από την επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος προκύπτει επίσης ότι τυχόν μηχανισμός σταθερότητας και χρηματοοικονομικής συνδρομής, όπως εγκρίνεται βάσει του άρθρου 136, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, δύναται, κατά τον αναιρεσείοντα, να περιλαμβάνει, κατόπιν συμφωνίας των κρατών μελών και σε περίπτωση κατά την οποία ένα εξ αυτών βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης, την αναστολή πληρωμής του χρέους του κράτους αυτού.
47.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο αναιρεσείων προβάλλει στο πλαίσιο του τρίτου λόγου του αναιρέσεως νέο επιχείρημα κατά το οποίο η καθιέρωση μηχανισμού χρηματοοικονομικής συνδρομής με τη μορφή της μη πληρωμής του απεχθούς χρέους μπορεί να προταθεί βάσει του άρθρου 352 ΣΛΕΕ, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του άρθρου 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Συνεπώς, το σκέλος του λόγου αναιρέσεως που αφορά το άρθρο 352 ΣΛΕΕ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Εν πάση περιπτώσει, ο αναιρεσείων δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η έκδοση νομοθετικής πράξεως σύμφωνα με τα όσα προβλέπει η πρόταση ΕΠΠ θα ήταν απαραίτητη για την επίτευξη του κατά τις Συνθήκες στόχου περί σταθερότητας της Ευρωζώνης. Επικουρικώς, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση Pringle ( 57 ), στην οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι με το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν δημιουργείται καμία νέα νομική βάση για την ανάληψη δράσεως εκ μέρους της Ένωσης. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι το επιχείρημα που αντλείται από την απόφαση που ελήφθη στη σύνοδο των χωρών της Ευρωζώνης στις 21 Ιουλίου 2011 για την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους είναι νέο. Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση αυτή δεν ελήφθη βάσει των Συνθηκών. Επιπλέον, ουδεμία πλάνη ενέχει η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι το να επιτραπεί σε κράτος μέλος να αποφασίσει μονομερώς τη μη αποπληρωμή του χρέους του δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μέτρο προσανατολισμού της οικονομικής πολιτικής που μπορεί να λάβει το Συμβούλιο βάσει των Συνθηκών. Το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δυνάμει του οποίου μπορούν να ληφθούν μόνο μέτρα προσανατολισμού της οικονομικής πολιτικής, κατ’ ανάγκη μη δεσμευτικά, δεν μπορεί, επομένως, να αποτελέσει τη βάση της προτάσεως ΕΠΠ. Κατά την Επιτροπή, ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτος όσον αφορά το άρθρο 136, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και το άρθρο 352 ΣΛΕΕ και αβάσιμος όσον αφορά το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
48.
Με το υπόμνημά του απαντήσεως, ο αναιρεσείων αμφισβητεί ότι τα επιχειρήματα που αντλούνται από το άρθρο 136, παράγραφος 3, και το άρθρο 352 ΣΛΕΕ είναι νέα, δεδομένου ότι συνάγονται από τη μεταξύ των διαδίκων συζήτηση σχετικά με την απόφαση Pringle ( 58 ). Όσον αφορά την απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, το Δικαστήριο όφειλε να τη λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη, ως δίδαγμα της κοινής πείρας και περιστατικό της ευρωπαϊκής πολιτικής ζωής. Εν πάση περιπτώσει, ο αναιρεσείων καλεί το Δικαστήριο να μεταβάλει τη νομολογία του περί απαραδέκτου των νέων λόγων και επιχειρημάτων κατά την αναιρετική διαδικασία. Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Επιτροπή εμμένει στις απόψεις της.
γ) Εκτίμηση
49.
Το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι, «[π]ροκειμένου να συμβάλει στην καλή λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των Συνθηκών, το Συμβούλιο θεσπίζει, σύμφωνα με την οικεία διαδικασία μεταξύ των προβλεπομένων στα άρθρα 121 και 126 […], μέτρα για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, προκειμένου: α) να ενισχυθεί ο συντονισμός και η εποπτεία της δημοσιονομικής τους πειθαρχίας· β) να χαράσσονται, ως προς τα εν λόγω κράτη, οι προσανατολισμοί οικονομικής πολιτικής, μεριμνώντας ώστε να είναι συμβατοί με τους καθοριζόμενους για το σύνολο της Ένωσης, και να διασφαλίζεται η εποπτεία τους». Το άρθρο 136, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ( 59 ) ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ μπορούν να θεσπίσουν μηχανισμό σταθερότητας ο οποίος θα ενεργοποιείται εφόσον κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να διασφαλίζεται η σταθερότητα της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Η παροχή τυχόν απαιτούμενης χρηματοοικονομικής συνδρομής δυνάμει του μηχανισμού θα υπόκειται σε αυστηρούς όρους».
50.
Επισημαίνω πρωτίστως την ύπαρξη ορισμένης αντιφάσεως όσον αφορά το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι το άρθρο 136 ΣΛΕΕ δύναται ενδεχομένως να συνδέει την πρόταση ΕΠΠ με αρμοδιότητα της Επιτροπής, μολονότι από ορισμένα σημεία της αιτήσεως αναιρέσεως συνάγεται ότι η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης μπορεί να αφορά άπαντα τα κράτη μέλη και όχι μόνον αυτά που μετέχουν στη ζώνη του ευρώ και ότι «δεν καλύπτει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα» ( 60 ).
51.
Πρόβλημα εγείρει επίσης το ότι ουδόλως εντοπίζω –ούτε στο δικόγραφο της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ασκηθείσας προσφυγής ούτε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση– επιχειρήματα ή αιτιάσεις σχετικά με το άρθρο 352 ΣΛΕΕ ή την απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011. Τα επιχειρήματα αυτά, τα οποία προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, είναι επομένως απαράδεκτα, καθόσον φρονώ ότι κανένα στοιχείο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε, όπως το καλεί ο αναιρεσείων, να μεταβάλει τη νομολογία του επί του ζητήματος αυτού. Πρέπει, επομένως, να υπομνησθεί ότι αν επιτρεπόταν σε διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου επιχείρημα που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα είναι περιορισμένη κατ’ αναίρεση, διαφορά με περιεχόμενο ευρύτερο εκείνου της διαφοράς την οποία εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο ( 61 ).
52.
Βάσει της ιδίας συλλογιστικής, δεδομένου ότι η τροποποίηση της Συνθήκης η οποία είχε ως αποτέλεσμα την προσθήκη του άρθρου 136, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2013, ήταν αδύνατο ο αναιρεσείων να εξέλαβε τη διάταξη αυτή ως νομική βάση της επίμαχης προτάσεως ΕΠΠ, η οποία υποβλήθηκε στις 13 Ιουλίου 2012. Συνεπώς, το επιχείρημα που στηρίζεται στη συγκεκριμένη διάταξη είναι, και αυτό, απαράδεκτο.
53.
Όσον αφορά τον προβαλλόμενο ως εσφαλμένο χαρακτηρισμό εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, κατά τον οποίο η πρόταση ΕΠΠ έχει ως σκοπό την καθιέρωση νομοθετικού μηχανισμού μονομερούς διαγραφής του χρέους, επισημαίνω εκ νέου ότι η διατύπωση που χρησιμοποιείται στην αίτηση αναιρέσεως για να περιγραφεί η πρόταση ΕΠΠ δεν αποκλείει αυτή τη δυνατότητα λήψεως αποφάσεων μονομερώς ( 62 ). Ακόμη και αν δεχόμουν ότι η ασάφεια της προτάσεως ΕΠΠ ώθησε ίσως το Γενικό Δικαστήριο να διατυπώσει την υπόθεση αυτή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ενδεχόμενο δεν διαψεύσθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την αναιρετική διαδικασία. Ακόμη και αν η πρόταση ΕΠΠ μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα αποκλειστικώς την έκδοση μη δεσμευτικής πράξεως, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε βασίμως να απορρίψει την αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως ή, αργότερα, να μη δώσει σε αυτή συνέχεια απλώς και μόνο για τον λόγο αυτό ( 63 ).
54.
Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής ( 64 ) όλων των πιθανών εκδοχών της προτάσεως ΕΠΠ που εξέτασε ο αναιρεσείων –δηλαδή η καθιέρωση αρχής κατά την οποία, οσάκις η εξυπηρέτηση απεχθούς χρέους απειλεί την υπόσταση κράτους μέλους, η άρνηση καταβολής του χρέους αυτού είναι αναγκαία και δικαιολογημένη–, δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για μέτρο το οποίο δεν έχει απλώς ιδιαίτερη συμβολική αξία, αλλά επίσης –και, πιθανώς, πρωτίστως– πόρρω απέχει από τις ιδέες περί δημοσιονομικής πειθαρχίας. Αντιθέτως, πρόκειται μάλλον για τη διαχείριση των συνεπειών της ελλείψεως δημοσιονομικής πειθαρχίας. Όπως και το Γενικό Δικαστήριο ( 65 ), εξακολουθώ να αδυνατώ να διακρίνω τη σχέση που μπορεί να υπάρξει, κατά τον αναιρεσείοντα, μεταξύ της αρχής της καταστάσεως ανάγκης, όπως μόλις την εξέθεσα, και «τον συντονισμό και την εποπτεία» της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών μελών. Η καθιέρωση της αρχής αυτής δεν εμπίπτει ούτε στην έννοια του προσανατολισμού της οικονομικής πολιτικής. Ο προσανατολισμός αποτελεί πρόσκληση, κατά το μάλλον ή ήττον κατηγορηματική, για να ακολουθηθεί συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης βαίνει πέραν αυτού, όχι επειδή ο αναιρεσείων είχε εξετάσει μόνο μια «δεσμευτική» εκδοχή της εν λόγω αρχής ( 66 ), αλλά επειδή είναι κατά πολύ ακριβέστερη ενός απλού προσανατολισμού και επιτάσσει την καθιέρωση συγκεκριμένου μηχανισμού ( 67 ), και εννοουμένου ότι, άλλωστε, το δίκαιο της Ένωσης δεν παρέχει δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των χρεών των κρατών μελών.
55.
Τέλος, μου φαίνεται κάπως βεβιασμένο το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι η μη καταβολή του χρέους κράτους μέλους που αντιμετωπίζει δυσχέρειες θα συνέβαλε στην εύρυθμη λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και ότι, επομένως, θα ήταν σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκεται με το άρθρο 136 ΣΛΕΕ. Δεν είναι βέβαιο ότι η οικονομική υγεία των λοιπών κρατών μελών και, ως εκ τούτου, της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης δεν θίγεται σε περίπτωση κατά την οποία αυτά κατέχουν το εν λόγω μη εξοφλούμενο χρέος.
56.
Ορθώς, επομένως, έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι βασίμως κατά νόμον αποφάνθηκε η Επιτροπή ότι η πρόταση καθιερώσεως της αρχής της καταστάσεως ανάγκης, όπως την εννοεί ο νυν αναιρεσείων, προδήλως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
3. Επί της αιτιάσεως η οποία αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία των κανόνων του διεθνούς δικαίου
α) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
57.
Με τη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι υφίσταται κανόνας διεθνούς δικαίου που καθιερώνει αρχή της καταστάσεως ανάγκης κατά την οποία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, επιτρέπεται σε κράτος μέλος να μην αποπληρώσει το δημόσιο χρέος, απλώς και μόνον η ύπαρξη τέτοιας αρχής του διεθνούς δικαίου δεν θα αρκούσε, εν πάση περιπτώσει, να στηρίξει ΕΠΠ όπως αυτή του νυν αναιρεσείοντος, καθόσον οι Συνθήκες ουδόλως προβλέπουν ανάθεση αρμοδιότητας προς τούτο.
β) Σύνοψη της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
58.
Αφενός, ο αναιρεσείων αμφισβητεί τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης με νομοθετική πράξη της Ένωσης εκφεύγει καταφανώς του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής. Αφετέρου, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε τα επιχειρήματά του προς απόδειξη του ότι η αρχή αυτή υφίσταται πράγματι στο διεθνές δίκαιο. Οι αρχές, όμως, του διεθνούς δικαίου αποτελούν πηγές του δικαίου της Ένωσης οι οποίες τυγχάνουν άμεσης ενσωματώσεως και εφαρμογής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή, ακόμη και ελλείψει ρητής προς τούτο προβλέψεως των Συνθηκών, δύναται να προτείνει με νομοθετική πράξη της Ένωσης την εφαρμογή των υπέρτερης ισχύος αρχών αυτών ( 68 ).
59.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είναι σκόπιμο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του αν υφίσταται ή όχι αρχή της καταστάσεως ανάγκης στο διεθνές δίκαιο, δεδομένου ότι καμία αρχή του διεθνούς δικαίου δεν δύναται να αποτελέσει, αφεαυτής, νομική βάση για πρόταση της Επιτροπής. Μόνον στις Συνθήκες δύναται να στηριχθεί νομοθετική πρωτοβουλία της Ένωσης, κατά την αρχή της δοτής αρμοδιότητας.
γ) Εκτίμηση
60.
Καταρχάς, επισημαίνω την ύπαρξη αντιφάσεως στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος, ο οποίος, αρχικά, ερμηνεύει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως «υπονο[ούσα] έμμεσα αλλά καθαρά ότι υπάρχει αρχή διεθνούς δικαίου» ( 69 ) περιεχομένου ανάλογου με την κατάσταση ανάγκης, εν συνεχεία δε προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε το βάσιμο των επιχειρημάτων του περί υπάρξεως της εν λόγω αρχής ( 70 ).
61.
Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με όσα προβλέπει το άρθρο 5 ΣΕΕ, η αρχή της δοτής αρμοδιότητας διέπει την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης ( 71 ) και ότι, κατά συνέπεια, η Ένωση ενεργεί μόνον εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες για την επίτευξη των στόχων που οι Συνθήκες αυτές ορίζουν, οπότε οποιαδήποτε αρμοδιότητα δεν απονέμεται στην Ένωση με τις Συνθήκες ανήκει στα κράτη μέλη ( 72 ). Όσον αφορά τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι καθένα από αυτά δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους σκοπούς που αυτές προβλέπουν ( 73 ).
62.
Επομένως, οι ιδρυτικές Συνθήκες στις οποίες στηρίζεται η Ένωση είναι πράγματι αυτές –και μόνον αυτές– που δύνανται να θεμελιώσουν την αρμοδιότητα της Επιτροπής να προτείνει νομοθετική πράξη. Από την εφαρμογή της αρχής της δοτής αρμοδιότητας, όπως ορίσθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν δύναται να αντλήσει καμία αρμοδιότητα από την ενδεχόμενη ύπαρξη στο διεθνές δίκαιο αρχής της καταστάσεως ανάγκης. Βεβαίως, το Γενικό Δικαστήριο, κάνοντας χρήση της φράσεως «[α]κόμη κι αν γίνει δεκτό ότι», στη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν έλαβε θέση επί του ζητήματος αν υφίσταται ή όχι στο διεθνές δίκαιο αρχή της καταστάσεως ανάγκης. Ωστόσο, για τους λόγους που εξέθεσα, κάτι τέτοιο θα ήταν άσκοπο. Πράγματι, ακόμη και αν υπήρχε τέτοια αρχή στο διεθνές δίκαιο, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, προδήλως αλυσιτελές, για τον λόγο ότι, όπως μόλις υπενθύμισα, η έννομη τάξη της Ένωσης διέπεται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας και ότι μόνον οι ιδρυτικές Συνθήκες της Ένωσης δύνανται να αποτελέσουν την πηγή των εν λόγω αρμοδιοτήτων. Δηλαδή, η πρόταση ΕΠΠ πρέπει να ευρίσκεται εντός των ορίων των εξουσιών που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή βάσει του πρωτογενούς δικαίου για να δώσει η Επιτροπή συνέχεια στην πρόταση αυτή.
63.
Η αιτίαση αυτή πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως αβάσιμη. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και, ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της πρέπει να απορριφθεί. Απόκειται, ενδεχομένως, στον αναιρεσείοντα να υποβάλει νέα πρόταση ΕΠΠ η οποία, ως καλύτερα τεκμηριωμένη, αναλυτικότερη και ακριβέστερη, θα μπορεί στην περίπτωση αυτή να μην απορριφθεί κατά το στάδιο της καταχωρίσεώς της.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
64.
Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ιδίου Κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα και ότι, αν γίνει δεκτή η πρότασή μου, ο αναιρεσείων θα ηττηθεί, πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα της αναιρετικής δίκης.
VI – Πρόταση
65.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
–
απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως, και
–
ο Αλέξιος Αναγνωστάκης φέρει, πέραν των εξόδων του, και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) T‑450/12, EU:T:2015:739.
( 3 ) ΕΕ 2011, L 65, σ. 1.
( 4 ) Άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 211/2011.
( 5 ) Το ηλεκτρονικό έντυπο για την καταχώριση διατίθεται στην ηλεκτρονική σελίδα ιστοτόπου .
( 6 ) Τα στοιχεία αυτά απαριθμούνται στο παράρτημα II του κανονισμού 211/2011.
( 7 ) Βλ. άρθρα 5 επ. του κανονισμού 211/2011.
( 8 ) Βλ. άρθρα 8 και 9 του κανονισμού 211/2011.
( 9 ) Άρθρο 9 του κανονισμού 211/2011.
( 10 ) Βλ. άρθρο 10 του κανονισμού 211/2011.
( 11 ) Άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 211/2011.
( 12 ) Επισημαίνεται συναφώς ότι η μη συνδρομή της προϋποθέσεως η οποία διαλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011 αποτελεί τον λόγο απορρίψεως που επικαλείται συχνότερα η Επιτροπή: βλ. έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο – Έκθεση για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 211/2011 σχετικά με την πρωτοβουλία πολιτών [COM(2015) 145 τελικό].
( 13 ) Η εξέταση της δικογραφίας προκαλεί την εντύπωση ότι ο αναιρεσείων «διευκρίνισε» την ιδέα του αναλόγως της εξελίξεως των διαδικασιών που κίνησε ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης. Το δικόγραφο της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι, άλλωστε, εξαιρετικά πενιχρό σε συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία θα καθιστούσαν δυνατή την κατανόηση του τι επιδιώκεται να κατοχυρωθεί μέσω αυτής της αρχής της καταστάσεως ανάγκης.
( 14 ) Βλ. σκέψη 3 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 15 ) Σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παραπέμπουσα στην επίμαχη απόφαση.
( 16 ) Σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 17 ) Το οποίο ορίζει ότι «[ε]φόσον αρνηθεί την καταχώριση προτεινόμενης πρωτοβουλίας πολιτών, η Επιτροπή αναφέρει στους διοργανωτές τους λόγους της άρνησης, καθώς και όλα τα πιθανά ένδικα και εξώδικα μέσα που τίθενται στη διάθεσή τους».
( 18 ) Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Iranian Offshore Engineering & Construction κατά Συμβουλίου (C‑459/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:646, σκέψη 24).
( 19 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Club Hotel Loutraki κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑131/15 P, EU:C:2016:989, σκέψη 47).
( 20 ) Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2015, Εσθονία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑508/13, EU:C:2015:403, σκέψη 58), της 9ης Ιουνίου 2016, Pesce κ.λπ. (C‑78/16 και C‑79/16, EU:C:2016:428, σκέψη 88), της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Iranian Offshore Engineering & Construction κατά Συμβουλίου (C‑459/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:646, σκέψη 24) και της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Club Hotel Loutraki κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑131/15 P, EU:C:2016:989, σκέψη 47).
( 21 ) Βλ. σκέψεις 21 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ειδικότερα δε σκέψεις 21 έως 24 της αποφάσεως αυτής.
( 22 ) Σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 23 ) Σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 24 ) Συγκεκριμένα δε, τα άρθρα 119 έως 144 ΣΛΕΕ.
( 25 ) Βλ. σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 26 ) Βλ. σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 27 ) Βλ. σημείο 7 των ανά χείρας προτάσεων.
( 28 ) Βλ. σημεία 30 επ. των ανά χείρας προτάσεων.
( 29 ) Βλ. σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 30 ) Όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ ελέγχου της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και ελέγχου του βασίμου της αιτιολογίας, βλ., για την πρόσφατη νομολογία, αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, Elf Aquitaine κατά Επιτροπής (C‑521/09 P, EU:C:2011:620, σκέψη 146 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Trafilerie Meridionali κατά Επιτροπής (C‑519/15 P, EU:C:2016:682, σκέψη 40), και της 30ής Νοεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Γαλλίας και Orange (C‑486/15 P, EU:C:2016:912, σκέψη 79).
( 31 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Iranian Offshore Engineering & Construction κατά Συμβουλίου (C‑459/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:646, σκέψεις 30 έως 32).
( 32 ) Σημείο 4 της αιτήσεως αναιρέσεως. Το απεχθές χρέος ορίζεται στο σημείο 7 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 33 ) Τα στοιχεία που παρατίθενται με πλάγιους χαρακτήρες καταδεικνύουν τις αντιφάσεις τις οποίες ενέχουν οι εξηγήσεις του αναιρεσείοντος όσον αφορά την επίμαχη πρόταση ΕΠΠ.
( 34 ) Βλ. σημεία 10, 12 και 13 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 35 ) Βλ. σημείο 9 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 36 ) Βλ. σημείο 40 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 37 ) Βλ. σημείο 40 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 38 ) Βλ. σημείο 46 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 39 ) Βλ. σημείο 46 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 40 ) Βλ. σημείο 47 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 41 ) Βλ. σημείο 47 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 42 ) Βλ. σημείο 48 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 43 ) Βλ. σημείο 51 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 44 ) Βλ. σημείο 51 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 45 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012 (C‑370/12, EU:C:2012:756).
( 46 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012 (C‑370/12, EU:C:2012:756).
( 47 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012 (C‑370/12, EU:C:2012:756).
( 48 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012 (C‑370/12, EU:C:2012:756).
( 49 ) ΕΕ 2010, L 118, σ. 1.
( 50 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012 (C‑370/12, EU:C:2012:756).
( 51 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012 (C‑370/12, EU:C:2012:756).
( 52 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012, Pringle (C‑370/12, EU:C:2012:756, σκέψη 116).
( 53 ) Βλ. σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 54 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012 (C‑370/12, EU:C:2012:756).
( 55 ) Βλ. σημεία 10, 12 και 13 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 56 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012 (C‑370/12, EU:C:2012:756).
( 57 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012 (C‑370/12, EU:C:2012:756).
( 58 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012 (C‑370/12, EU:C:2012:756).
( 59 ) Διάταξη η οποία προσετέθη με την απόφαση 2011/199/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 2011, που τροποποιεί το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με μηχανισμό σταθερότητας για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ (ΕΕ 2011, L 91, σ. 1), και ετέθη σε ισχύ την 1η Μαΐου 2013.
( 60 ) Σημείο 46 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 61 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής (C‑514/07 P, C‑528/07 P και C‑532/07 P, EU:C:2010:541, σκέψη 126 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 62 ) Βλ. σημείο 31 των ανά χείρας προτάσεων και σημείο 40 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 63 ) Χάριν σαφήνειας, πρέπει να διευκρινίσω ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει, κατά τα φαινόμενα, η Επιτροπή, για να επιδέχεται καταχώριση μια πρόταση ΕΠΠ δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη να μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση νομοθετικής πράξεως της Ένωσης με δεσμευτική ισχύ. Πράγματι, το άρθρο 11, παράγραφος 4, ΣΕΕ μνημονεύει ότι «απαιτείται νομική πράξη της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών» (βλ. επίσης άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 211/2011). Στο άρθρο 288 ΣΛΕΕ, όμως, απαριθμούνται οι νομικές πράξεις της Ένωσης, μεταξύ των οποίων καταλέγονται οι συστάσεις και οι γνώμες.
( 64 ) Όπως προκύπτει από την πρόταση ΕΠΠ.
( 65 ) Βλ. σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 66 ) Κάτι το οποίο, άλλωστε, αμφισβητεί ο αναιρεσείων. Δεν μπορεί, εντούτοις, να αποκλεισθεί εντελώς το ενδεχόμενο αυτό, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων εκδοχών της προτάσεως ΕΠΠ που προτάθηκαν.
( 67 ) Μολονότι πάντα ασαφούς.
( 68 ) Βλ. σημείο 20 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 69 ) Σημείο 20 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 70 ) Βλ. σημείο 54 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 71 ) Άρθρο 5, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Βλ. επίσης διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 28ης Οκτωβρίου 2010, Bejan (C‑102/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2010:654, σκέψη 29), και διάταξη της 14ης Αυγούστου 2012, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑114/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:365, σκέψη 74).
( 72 ) Άρθρο 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ.
( 73 ) Άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ.
Full & Egal Universal Law Academy