ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NILS WAHL
της 29ης Ιουνίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C-598/15
Banco Santander SA
κατά
Cristobalina Sánchez López
[αίτηση του Juzgado de Primera Instancia de Jerez de la Frontera
(πρωτοδικείο της Jerez de la Frontera, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων πιστώσεως που συνάπτονται με καταναλωτές – Εξουσίες του εθνικού δικαστηρίου να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου στο πλαίσιο συνοπτικής διαδικασίας αναγνωρίσεως καταχωρισμένων στο κτηματολόγιο δικαιωμάτων»
1.
Με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η οποία αφορά κατ’ ουσίαν την ερμηνεία των άρθρων 3, 6 και 7 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ ( 2 ), το Δικαστήριο καλείται να παράσχει ορισμένες διευκρινίσεις ως προς τις εξουσίες που πρέπει να αναγνωρίζονται στα εθνικά δικαστήρια προς τον σκοπό της αποτελεσματικότητας της προστασίας των καταναλωτών την οποία εγγυάται η οδηγία αυτή.
2.
Η υπό κρίση υπόθεση, σε συνέχεια προγενέστερης νομολογίας σχετικής με την ισπανική διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως ( 3 ), αφορά ειδικότερα την καλούμενη «συνοπτική» διαδικασία εκτελέσεως κατόπιν της κινήσεως, ενώπιον συμβολαιογράφου, διαδικασίας εξωδικαστικής εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως. Όπως προκύπτει από το εφαρμοστέο επί των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης ισπανικό δίκαιο η εν λόγω συνοπτική διαδικασία σκοπεί στην προστασία των καταχωρισμένων, μεταξύ άλλων, στο κτηματολόγιο εμπράγματων δικαιωμάτων και στην εκτέλεση που αφορά τα δικαιώματα αυτά. Ως εκ τούτου, ανακύπτει το ζήτημα κατά πόσον επιβάλλεται, προκειμένου να είναι αποτελεσματική η απορρέουσα από την οδηγία 93/13 προστασία των καταναλωτών, να είναι σε θέση το εθνικό δικαστήριο να ελέγξει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών που περιλαμβάνονται σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου σε στάδιο μεταγενέστερο της μεταβιβάσεως της κυριότητας του ενυπόθηκου περιουσιακού στοιχείου.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα εξής:
«Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.»
4.
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
5.
Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, «[τ]α κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές».
Το ισπανικό δίκαιο
6.
Ο Ley 1/2000 de Enjuiciamento Civil (νόμος 1/2000 περί του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), της 7ης Ιανουαρίου 2000 ( 4 ), προβλέπει, στο άρθρο 250, παράγραφος 1, τα εξής:
«Εκδικάζονται κατά τη συνοπτική διαδικασία, ανεξαρτήτως της αξίας της διαφοράς, οι ακόλουθες αγωγές:
[…]
7°
οι αγωγές των φορέων καταχωρισμένων στο κτηματολόγιο εμπράγματων δικαιωμάτων με αίτημα την προστασία των εν λόγω δικαιωμάτων έναντι εκείνων που αντιτίθενται στα δικαιώματα αυτά ή διαταράσσουν την άσκησή τους, χωρίς να διαθέτουν καταχωρισμένο τίτλο ο οποίος να νομιμοποιεί την αντίθεσή τους ή τη διατάραξη της ασκήσεως των δικαιωμάτων.»
7.
Δυνάμει του άρθρου 444, παράγραφος 2, του LEC, ο εναγόμενος υποχρεούται, κατ’ αίτηση του ενάγοντος, να καταβάλει την ορισθείσα από το δικαστήριο εγγύηση προκειμένου να δύναται να προβάλει αντιρρήσεις κατά της ασκηθείσας στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 250, παράγραφος 1, σημείο 7, του LEC αγωγής. Περαιτέρω, οι αντιρρήσεις τις οποίες δικαιούται να προβάλει ο εναγόμενος απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 444, παράγραφος 2, του LEC. Σε αυτές δεν περιλαμβάνεται η ένσταση περί υπάρξεως καταχρηστικών ρητρών στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου στην οποία βασίζεται η εξωδικαστική αναγκαστική πώληση.
8.
Δυνάμει του άρθρου 440, παράγραφος 2, του LEC, εφόσον ο εναγόμενος δεν παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου ή παραστεί χωρίς να καταβάλει την εγγύηση, το δικαστήριο υποχρεούται να εκδώσει απόφαση διατάσσοντας την απόδοση του ακινήτου και την αποβολή του κατόχου του.
9.
Η εξωδικαστική εκτέλεση ενυπόθηκης απαιτήσεως ρυθμίζεται, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 41 του Ley Hipotecaria (νόμος περί υποθηκών, στο εξής: LH) ( 5 ). Η εν λόγω διάταξη, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, προέβλεπε τα εξής:
«Οι εμπράγματες αγωγές που αφορούν καταχωρισμένα δικαιώματα μπορούν να εκδικασθούν κατά την προβλεπόμενη στον [LEC] συνοπτική διαδικασία και ασκούνται κατά εκείνων οι οποίοι, χωρίς να διαθέτουν καταχωρισμένο τίτλο, αντιτίθενται στα δικαιώματα αυτά ή διαταράσσουν την άσκησή τους. Οι αγωγές αυτές, που στηρίζονται στη νομιμοποίηση που παρέχει, κατά το άρθρο 38, η εγγραφή στο κτηματολόγιο, απαιτούν πάντοτε την άνευ οποιασδήποτε αντιφάσεως απόδειξη του κύρους της αντίστοιχης εγγραφής, με την προσκόμιση βεβαιώσεως του προϊσταμένου του κτηματολογίου.»
10.
Το άρθρο 129 του LH ορίζει ότι «[η]υποθηκική αγωγή μπορεί να ασκηθεί απευθείας επί των ενυπόθηκων περιουσιακών στοιχείων, κατά τα οριζόμενα [στον LEC] […]. Επιπλέον, στην πράξη συστάσεως της υποθήκης μπορεί να περιληφθεί ρήτρα περί εξωδικαστικής αναγκαστικής πωλήσεως του ενυπόθηκου περιουσιακού στοιχείου […] σε περίπτωση μη καταβολής των οφειλόμενων βάσει της ασφαλιζομένης απαιτήσεως ποσών. Η εξωδικαστική αναγκαστική πώληση διενεργείται από συμβολαιογράφο, κατά τα οριζόμενα στην κανονιστική πράξη περί υποθηκών».
11.
Το Decreto por el que se aprueba el Reglamento Hipotecario (διάταγμα με το οποίο εγκρίθηκε η κανονιστική πράξη περί υποθηκών[, στο εξής: RH]), της 14ης Φεβρουαρίου 1947 ( 6 ), καθορίζει τη διαδικασία της εξωδικαστικής αναγκαστικής πωλήσεως.
12.
Κατά το άρθρο 234 της RH:
«1. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 129 του [LH] εξωδικαστική εκτέλεση ενυπόθηκης απαιτήσεως προϋποθέτει να ορίζεται ρητώς στην πράξη συστάσεως της υποθήκης η συγκατάθεση των μερών να υπαχθούν στην εν λόγω διαδικασία και να μνημονεύονται στην πράξη αυτή τα ακόλουθα στοιχεία:
1)
η αξία στην οποία οι ενδιαφερόμενοι αποτιμούν το ακίνητο, η οποία θα αποτελέσει και την τιμή πρώτης προσφοράς κατά τον πλειστηριασμό […]·
2)
η κατοικία που δηλώνει ο παραχωρών την υποθήκη για την επίδοση των αιτήσεων και κοινοποιήσεων […]·
3)
το πρόσωπο το οποίο, σε περίπτωση εξωδικαστικής αναγκαστικής πωλήσεως, οφείλει να υπογράψει την πράξη πωλήσεως του ακινήτου στο όνομα και για λογαριασμό του παραχωρούντος την υποθήκη, για τον σκοπό δε αυτόν μπορεί να οριστεί και ο ίδιος ο δανειστής.
2. Η ρήτρα δυνάμει της οποίας τα μέρη που συνάπτουν δανειακή σύμβαση και συστήνουν υποθήκη δηλώνουν ότι δέχονται να υπαχθούν στη διαδικασία εξωδικαστικής εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως πρέπει να είναι αυτοτελής σε σχέση με τις λοιπές διατάξεις της πράξεως.»
13.
Το άρθρο 236-l της RH προβλέπει τα εξής:
«1. Αφού ελεγχθεί η καλύτερη προσφορά ή η κατακύρωση και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, κατατεθεί το πλειστηρίασμα, ο συμβολαιογράφος καταχωρεί την κατακυρωτική έκθεση στο ετήσιο αρχείο του και το συμβολαιογραφικό έγγραφο υπογράφεται, αφενός από τον πλειοδότη ή τον υπερθεματιστή και, αφετέρου, από τον κύριο του ακινήτου […]
[…]
3. Το εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο αποτελεί επαρκή τίτλο για την εγγραφή (στο κτηματολόγιο) των εμπράγματων δικαιωμάτων του πλειοδότη ή του υπερθεματιστή επί του κατακυρωθέντος ακινήτου […].»
14.
Το άρθρο 236-m της RH ορίζει τα εξής:
«Ο υπερθεματιστής μπορεί να ζητήσει την απόδοση των κατακυρωθέντων περιουσιακών στοιχείων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται αυτά.»
15.
Το άρθρο 236-ñ της RH προβλέπει τα εξής:
«1. Ο συμβολαιογράφος αναστέλλει τις πράξεις εκτελέσεως μόνον εάν αποδεικνύεται εγγράφως ότι [εκκρεμεί ποινική διαδικασία η οποία έχει ως αντικείμενο ενδεχόμενη πλαστότητα του τίτλου εγγραφής της υποθήκης, ή εάν ο αρμόδιος υπάλληλος του κτηματολογίου ενημερώσει ότι υποβλήθηκε μεταγενέστερα τίτλος που δικαιολογεί την εξάλειψη της υποθήκης] […].
2. Αφού εξακριβώσει ότι συντρέχει οποιαδήποτε από τις ανωτέρω περιστάσεις, ο συμβολαιογράφος αναστέλλει την εξωδικαστική εκτέλεση της ενυπόθηκης απαιτήσεως έως την περάτωση της ποινικής διαδικασίας ή της σχετικής με την εξάλειψη της υποθήκης διαδικασίας, αντίστοιχα. Η εξωδικαστική εκτέλεση επισπεύδεται εκ νέου με πρωτοβουλία του επισπεύδοντος δανειστή, εφόσον δεν αναγνωριστεί η πλαστότητα του τίτλου ή δεν εξαλειφθεί η υποθήκη από το βιβλίο εγγραφών.»
16.
Βάσει του άρθρου 236-o της RH:
«Όσον αφορά τις λοιπές ενστάσεις που δύνανται να προβάλουν ο οφειλέτης, ο τρίτος κάτοχος ή άλλοι εμπλεκόμενοι, ισχύουν οι διατάξεις των πέντε τελευταίων παραγράφων του άρθρου 132 του [LH], όταν το άρθρο αυτό είναι εφαρμοστέο.»
17.
Η πέμπτη μεταβατική διάταξη του Ley 1/2013, de medidas para reforzar la protección a los deudores hipotecarios, reestructuración de deuda y alquiler social (νόμος 1/2013, περί μέτρων για την ενίσχυση της προστασίας των ενυπόθηκων οφειλετών, την αναδιάρθρωση του χρέους και την εργατική κατοικία), της 14ης Μαΐου 2013 ( 7 ), τροποποίησε σε διάφορα σημεία το άρθρο 129 του LH. Η εν λόγω διάταξη διευκρινίζει ότι οι τροποποιήσεις αυτές έχουν εφαρμογή στις εξωδικαστικές αναγκαστικές πωλήσεις ενυπόθηκων περιουσιακών στοιχείων, η διαδικασία των οποίων κινήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 1/2013 ανεξαρτήτως της ημερομηνίας συντάξεως της πράξεως συστάσεως της υποθήκης. Στις εξωδικαστικές αναγκαστικές πωλήσεις, η διαδικασία των οποίων κινήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 1/2013 και σε αυτές στις οποίες δεν έχει κατακυρωθεί ακόμη το ενυπόθηκο περιουσιακό στοιχείο, ο συμβολαιογράφος αποφασίζει την αναστολή της διαδικασίας όταν, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός μηνός από την επομένη της ενάρξεως ισχύος του νόμου 1/2013, οποιοδήποτε από τα μέρη αποδεικνύει ότι προσέφυγε ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 129 του νόμου περί υποθηκών, προβάλλοντας τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας της συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου στην οποία βασίζεται η εξωδικαστική αναγκαστική πώληση ή η οποία καθορίζει το απαιτητό ποσό.
Το ιστορικό της διαφοράς, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
18.
Στις 21 Δεκεμβρίου 2004, η Cristobalina Sánchez López συνήψε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου με την Banco Español de Crédito SA, νυν Banco Santander SA, με αντικείμενο την αγορά κατοικίας.
19.
Το άρθρο 11 της εν λόγω συμβάσεως, με τίτλο «εξωδικαστική διαδικασία», ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη συνομολογούν τη δυνατότητα υπαγωγής τους σε εξωδικαστική διαδικασία εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως. Με το άρθρο αυτό παρέχεται επίσης πληρεξουσιότητα στην τράπεζα προκειμένου να εκπροσωπήσει τον ενυπόθηκο οφειλέτη κατά την υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξεως πωλήσεως.
20.
Στις 24 Μαρτίου 2011, η Banco Santander επίσπευσε ενώπιον συμβολαιογράφου διαδικασία εξωδικαστικής εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως. Η εν λόγω διαδικασία περατώθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2011, με την κατακύρωση της ενυπόθηκης κατοικίας στον δανειστή χωρίς να έχει προηγουμένως καθορισθεί τιμή πρώτης προσφοράς, το δε ακίνητο πωλήθηκε έναντι ποσού που αντιστοιχεί στο 59,7% της αξίας στην οποία είχε αποτιμηθεί για την εκτέλεση της ενυπόθηκης απαιτήσεως. Συνεπώς, η οφειλέτρια εξακολουθούσε να οφείλει ποσό ύψους 13482,97 ευρώ.
21.
Ο συμβολαιογράφος συνέταξε, στις 23 Φεβρουαρίου 2012, τη συμβολαιογραφική πράξη πωλήσεως της κατοικίας υπέρ του δανειστή, χωρίς σύμπραξη της οφειλέτριας, εκπροσωπούμενης προς τούτο από τον δανειστή, σύμφωνα με το άρθρο 11 της συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου. Η εγγραφή της εν λόγω συμβολαιογραφικής πράξεως στο κτηματολόγιο έλαβε χώρα στις 12 Απριλίου 2012.
22.
Ακολούθως, η Banco Santander άσκησε, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, αγωγή κατά τη συνοπτική διαδικασία του άρθρου 250, παράγραφος 1, σημείο 7, του LEC, με την οποία ζητούσε την έκδοση δικαστικής αποφάσεως διατάσσουσας την αποβολή της C. Sánchez López από την εν λόγω κατοικία και την απόδοση της κατοικίας αυτής στην τράπεζα.
23.
Περαιτέρω, η Banco Santander όρισε σε 10000 ευρώ το ποσό της εγγυήσεως που έπρεπε να καταβάλει η οφειλέτρια προκειμένου να προβάλει αντιρρήσεις κατά της αγωγής αυτής.
24.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η C. Sánchez López δεν παρέστη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι του Juzgado de Primera Instancia de Jerez de la Frontera (πρωτοδικείο της Jerez de la Frontera, Ισπανία).
25.
Υπό τις συνθήκες αυτές το Juzgado de Primera Instancia de Jerez de la Frontera (πρωτοδικείο της Jerez de la Frontera) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Αντιτίθενται οι προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας [93/13] και οι επιδιωκόμενοι από αυτήν σκοποί σε εθνική ρύθμιση που προβλέπει διαδικασία όπως αυτή του άρθρου 250, παράγραφος 1, σημείο 7, του [LEC], βάσει της οποίας, αφενός, ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να διατάξει την απόδοση της ενυπόθηκης κατοικίας στο πρόσωπο στο οποίο αυτή κατακυρώθηκε στο πλαίσιο εξωδικαστικής διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, και αφετέρου, κατά το ισχύον νομικό πλαίσιο, που ορίζεται από το άρθρο 129 του νόμου περί υποθηκών, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1/2000 της 7ης Ιανουαρίου 2000, και τα άρθρα 234 έως 236-ο του [RΗ] […], δεν είναι δυνατός ούτε ο αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος των καταχρηστικών ρητρών ούτε η προβολή αντιρρήσεων από τον οφειλέτη κατά της εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως λόγω της υπάρξεως τέτοιων ρητρών, τούτο δε τόσο στο πλαίσιο της εξωδικαστικής διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως όσο και στο πλαίσιο αυτοτελούς δίκης;
2)
Αντιτίθενται οι προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας [93/13] και οι επιδιωκόμενοι από αυτήν σκοποί σε ρύθμιση όπως η πέμπτη μεταβατική διάταξη του νόμου 1/2013, η οποία επιτρέπει στον συμβολαιογράφο να αναστείλει εξωδικαστική διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως η οποία είχε ήδη κινηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου 1/2013, μόνον εφόσον ο καταναλωτής αποδείξει ότι άσκησε ανακοπή προβάλλοντας τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας που περιέχεται στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου στην οποία βασίζεται η εξωδικαστική αναγκαστική πώληση ή η οποία καθορίζει το απαιτητό ποσό στο πλαίσιο της εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως, και εφόσον η εν λόγω αυτοτελής ανακοπή ασκήθηκε από τον καταναλωτή εντός προθεσμίας ενός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου 1/2013, μολονότι η προθεσμία αυτή δεν γνωστοποιήθηκε προσωπικά στον καταναλωτή, σε κάθε δε περίπτωση ασκήθηκε πριν την κατακύρωση από τον συμβολαιογράφο;
3)
Έχουν οι προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας [93/13], ο επιδιωκόμενος από αυτήν σκοπός και η υποχρέωση που η οδηγία επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να ελέγχουν αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρητρών σε συμβάσεις συναπτόμενες με καταναλωτές, χωρίς να απαιτείται σχετικό αίτημα του καταναλωτή, την έννοια ότι επιτρέπουν στον εθνικό δικαστή, σε διαδικασίες όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 250, παράγραφος 1, σημείο 7, του [LEC] ή στη διαδικασία “εξωδικαστικής αναγκαστικής πωλήσεως”, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 129 του [LH], να μην εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο σε περίπτωση που αυτό δεν επιτρέπει τον εν λόγω αυτεπάγγελτο δικαστικό έλεγχο, λαμβανομένης υπόψη της σαφήνειας των διατάξεων της [εν λόγω] οδηγίας και της πάγιας νομολογίας του [Δικαστηρίου] όσον αφορά την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να ελέγχουν αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών σε διαφορές που αφορούν συμβάσεις συναπτόμενες με καταναλωτές;
4)
Αντιτίθενται οι προαναφερθείσες διατάξεις της [εν λόγω] οδηγίας και οι επιδιωκόμενοι από αυτήν σκοποί σε εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 129 του [LH], όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1/2013, η οποία, ως μοναδικό μέσο αποτελεσματικής προστασίας των κατοχυρούμενων με την οδηγία [93/13] δικαιωμάτων των καταναλωτών στο πλαίσιο εξωδικαστικών διαδικασιών εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, προβλέπει απλώς και μόνο την ευχέρεια του συμβολαιογράφου να επισημάνει την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών καθώς και τη δυνατότητα του οφειλέτη καταναλωτή, επί του ακινήτου του οποίου χωρεί η εξωδικαστική εκτέλεση της ενυπόθηκης απαιτήσεως, να ασκήσει ανακοπή στο πλαίσιο αυτοτελούς δίκης πριν την κατακύρωση από τον συμβολαιογράφο του ακινήτου αυτού;
5)
Αντιτίθενται οι προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας [93/13] και οι επιδιωκόμενοι από αυτήν σκοποί σε εθνική ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 129 του [LH], όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1/2013, και των άρθρων 234 έως 236 της [RH], η οποία προβλέπει εξωδικαστική διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκων απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων συναφθείσες μεταξύ επαγγελματιών και καταναλωτών στο πλαίσιο της οποίας αποκλείεται παντελώς ο αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος των καταχρηστικών ρητρών;»
26.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Banco Santander, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
27.
Στις 25 Απριλίου 2017 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην οποία παρέστησαν η Banco Santander, η Ισπανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή.
Ανάλυση
Προδήλως απαράδεκτο του δευτέρου, του τετάρτου και του πέμπτου ερωτήματος
28.
Όπως επισήμαναν, κατ’ ουσίαν, οι μετέχοντες στη διαδικασία που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο διακρίνονται σε δύο κατηγορίες.
29.
Το πρώτο και το τρίτο ερώτημα αφορούν τη συμφωνία του νομικού πλαισίου της συνοπτικής διαδικασίας του άρθρου 250, παράγραφος 1, του LH, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, προς την οδηγία 93/13 και τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από την ενδεχόμενη αντίθεση του πλαισίου αυτού προς την εν λόγω οδηγία, κυρίως από την άποψη της εξουσίας του εθνικού δικαστή να προβαίνει σε αυτεπάγγελτο έλεγχο.
30.
Το δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο ερώτημα αφορούν τη συμφωνία του άρθρου 129 του LH, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1/2013 και τις διατάξεις εφαρμογής του, με τις διατάξεις της οδηγίας 93/13.
31.
Ωστόσο, το τελευταίο αυτό νομικό πλαίσιο δεν τυγχάνει εφαρμογής επί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης.
32.
Συγκεκριμένα, ο νόμος 1/2013 προβλέπει, στην πέμπτη μεταβατική του διάταξη, ότι οι τροποποιήσεις που επιφέρει έχουν εφαρμογή στις εξωδικαστικές αναγκαστικές πωλήσεις ενυπόθηκων περιουσιακών στοιχείων η διαδικασία των οποίων κινήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του (ήτοι τη 15η Μαΐου 2013), και τούτο ανεξαρτήτως της ημερομηνίας συντάξεως της πράξεως συστάσεως της υποθήκης. Στον βαθμό που η επίμαχη στην κύρια δίκη εξωδικαστική διαδικασία εκτελέσεως περατώθηκε πολύ πριν την ημερομηνία αυτή, και συγκεκριμένα στις 23 Φεβρουαρίου 2012, ο νόμος αυτός δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ratione temporis επί της διαφοράς της κύριας δίκης, όπως, εξάλλου, φαίνεται να επισημαίνει το εθνικό δικαστήριο.
33.
Κατά συνέπεια, το δεύτερο, το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να κηρυχθούν προδήλως απαράδεκτα καθόσον δεν ζητείται με αυτά ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που να είναι αντικειμενικώς αναγκαία για την απόφαση που καλείται να εκδώσει το αιτούν δικαστήριο ( 8 ).
Επί της ουσίας εξέταση του πρώτου και του τρίτου ερωτήματος
34.
Το πρώτο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία συνδέονται στενά, αφορούν την έκταση των εξουσιών του δικαστή, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της οδηγίας 93/13 στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ήδη εγγεγραμμένων στο κτηματολόγιο εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων.
35.
Κατ’ αρχάς, οφείλω να εκφράσω την αμηχανία μου όσον αφορά τη διατύπωση των υποβληθέντων ερωτημάτων –και, ως εκ τούτου, το από τυπικής απόψεως παραδεκτό των ερωτημάτων αυτών– και τα συμπεράσματα τα οποία φαίνεται να αντλεί το αιτούν δικαστήριο από τη νομολογία που αφορά την αποτελεσματικότητα της απορρέουσας από την οδηγία 93/13 προστασίας.
36.
Συγκεκριμένα, η πρωτοτυπία της υπό κρίση υποθέσεως έγκειται στο γεγονός ότι η φερόμενη ως καταχρηστική ρήτρα, δηλαδή αυτή που προβλέπει τη δυνατότητα προσφυγής στην εξωδικαστική διαδικασία με τις συνεπακόλουθες συνέπειες, είναι ακριβώς αυτή που, κατά την αντίληψή μου, παρέσχε, εν τέλει, τη δυνατότητα στο αιτούν δικαστήριο να επιληφθεί της υποθέσεως της κύριας δίκης, και τούτο, πολλά έτη μετά την περάτωση της διαδικασίας αυτής στο πλαίσιο της συνοπτικής διαδικασίας την οποία προβλέπει το άρθρο 41 του LH και την οποία αφορά το άρθρο 250, παράγραφος 1, σημείο 7, του LEC.
37.
Εξάλλου, όσον αφορά τον υφιστάμενο σύνδεσμο μεταξύ της διαδικασίας της κύριας δίκης και της εφαρμογής της οδηγίας 93/13, επισημαίνεται ότι το εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της εν λόγω συνοπτικής διαδικασίας, κλήθηκε, κατ’ ουσίαν, να αποφανθεί όχι επί του κύρους συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου, δεδομένου ότι η εν λόγω σύμβαση εξάντλησε όλα τα αποτελέσματά της, αλλά μόνον επί του κύρους καταχωρισμένου στο κτηματολόγιο τίτλου ιδιοκτησίας. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν με τις γραπτές παρατηρήσεις, η επίμαχη σύμβαση προσκομίσθηκε στη δικογραφία μόνο κατόπιν σχετικού αιτήματος.
38.
Με το πρώτο και το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο θέτει, συνεπώς, υπό αμφισβήτηση, με τρόπο τουλάχιστον πρωτόγνωρο, την εθνική ρύθμιση που εφαρμόζεται επί της διαδικασίας με την οποία σκοπείται η άσκηση νομίμως καταχωρισμένου στο κτηματολόγιο δικαιώματος κυριότητας.
39.
Συγκεκριμένα, με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν η ισχύουσα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών ισπανική νομοθεσία –και ειδικότερα το άρθρο 250, παράγραφος 1, σημείο 7, του LEC και το άρθρο 129 του LH–, που υποχρεώνει τον εθνικό δικαστή να εκδώσει απόφαση περί αποδόσεως της κατοικίας που απέκτησε το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στο πλαίσιο διαδικασίας εξωδικαστικής εκτελέσεως του άρθρου 129 του LH, συνάδει ή όχι με το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι τόσο κατά τη διαδικασία εξωδικαστικής εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως όσο και στο πλαίσιο της μεταγενέστερης δίκης με αντικείμενο την παράδοση της νομής του ακινήτου στον υπέρ ου η εκτέλεση, δεν υπήρχε δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των καταχρηστικών ρητρών, και δεν είχε προβλεφθεί η δυνατότητα αποτελεσματικής και έγκαιρης προβολής αντιρρήσεων εκ μέρους του καταναλωτή.
40.
Με το τρίτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο επιδιώκει τον προσδιορισμό των συνεπειών ενδεχόμενης διαπιστώσεως περί ασυμβατότητας της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως με την οδηγία. Το εν λόγω δικαστήριο διερωτάται, ειδικότερα, κατά πόσον ο δικαστής δύναται, βάσει της υποχρεώσεώς του να προβαίνει σε έλεγχο της καταχρηστικότητας των περιεχομένων στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές ρητρών, να μην εφαρμόσει την επίμαχη εθνική ρύθμιση.
41.
Κατ’ αρχάς, θα αναφερθώ συνοπτικά στα διδάγματα της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά την έκταση των εξουσιών του δικαστή και τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχονται στους καταναλωτές, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της οδηγίας 93/13 στο πολύ ειδικό πλαίσιο των διαδικασιών εξωδικαστικής εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως. Στη συνέχεια, θα εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους δεν θεωρώ ότι είναι εν προκειμένω αναγκαία ή κατ’ ανάγκην σκόπιμη η παρέμβαση του δικαστή υπό την έννοια που προτείνει το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο της αποτελεσματικότητας της οδηγίας 93/13.
Τα διδάγματα της νομολογίας όσον αφορά την έκταση των εξουσιών του δικαστή και τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχονται στους καταναλωτές στο πλαίσιο των διαδικασιών εξωδικαστικής εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως
42.
Κατά πάγια νομολογία ( 9 ), το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία όσον αφορά τόσο την εξουσία διαπραγματεύσεως όσο και το επίπεδο πληροφορήσεως, κατάσταση η οποία τον υποχρεώνει να προσχωρήσει στους όρους που έχει διατυπώσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει το περιεχόμενό τους.
43.
Πρώτον, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 θεσπίζει τον κανόνα κατά τον οποίο ο καταναλωτής δεν μπορεί να δεσμεύεται από τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων.
44.
Λαμβανομένης υπόψη της ασθενέστερης θέσεως στην οποία βρίσκεται ο καταναλωτής, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο αποτελεί επιτακτική διάταξη δημοσίας τάξεως ( 10 ) σκοπούσα στην αποκατάσταση της ισότητας των συμβαλλομένων, έχει ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στον εθνικό δικαστή –ή ακόμα και τον υποχρεώνει εφόσον έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία– να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας που περιλαμβάνεται σε συναφθείσα μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία σύμβαση ( 11 ).
45.
Όσον αφορά το ζήτημα της συμβατότητας με την οδηγία 93/13 εθνικών δικονομικών διατάξεων, και ειδικότερα διαδικασίας εκτελέσεως εμπράγματων ασφαλειών ή ενεργοποιήσεως εκ μέρους των συμβολαιογράφων εγγυήσεων που συνοδεύουν τις συναπτόμενες με καταναλωτές δανειακές συμβάσεις ( 12 ), πρέπει να υπομνησθεί ότι ο τρόπος λειτουργίας των εθνικών μηχανισμών αναγκαστικής εκτελέσεως και παρεμβάσεως των συμβολαιογράφων στο πλαίσιο αυτό εμπίπτει στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας ( 13 ).
46.
Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, την μόνη την οποία αφορά πράγματι η υπό κρίση υπόθεση ( 14 ), το Δικαστήριο, το οποίο κλήθηκε να αποφανθεί ειδικότερα επί των δικονομικών διατάξεων περί εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, υπογράμμισε ότι, ελλείψει αποτελεσματικού ελέγχου του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών της συμβάσεως που συνιστά εκτελεστό τίτλο, δεν μπορεί να διασφαλιστεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία 93/13 ( 15 ).
47.
Όσον αφορά τις εθνικές ρυθμίσεις εξωδικαστικής εκτελέσεως ενυπόθηκων απαιτήσεων, το Δικαστήριο προσδιόρισε ορισμένα στοιχεία που είναι δυνατόν να αποδειχθούν αναγκαία για τη διασφάλιση της προβλεπόμενης από την εν λόγω οδηγία προστασίας των καταναλωτών.
48.
Συγκεκριμένα, κατά πρώτον, αναγνωρίστηκε, όσον αφορά δικονομικές διατάξεις της σλοβακικής νομοθεσίας, η ευχέρεια του επιληφθέντος κατά τη διάρκεια εξωδικαστικής διαδικασίας εθνικού δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση πωλήσεως ακινήτου. Ωστόσο, οι διατάξεις της οδηγίας 93/13 έχουν ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία είναι δυνατή η είσπραξη απαιτήσεως, που πηγάζει από ενδεχομένως καταχρηστικές συμβατικές ρήτρες, διά της εξωδικαστικής εκτελέσεως εμπράγματης ασφάλειας συσταθείσας από τον καταναλωτή επί ακινήτου του, στον βαθμό που η ρύθμιση αυτή δεν καθιστά πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την προστασία των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η οδηγία αυτή στον καταναλωτή ( 16 ).
49.
Κατά δεύτερον, το Δικαστήριο έκρινε ότι στον βαθμό που, αφενός, ο συμβολαιογράφος μπορεί να αποτρέπει καταχρηστικές ρήτρες της εν λόγω συμβάσεως και καλείται, άλλωστε, ρητά να διασφαλίζει με την ενημέρωση που παρέχει την ίση μεταχείριση σε όλες τις διαδικασίες που υπάγονται στην αρμοδιότητά του, προκειμένου να επιστήσει την προσοχή των καταναλωτών στην ενδεχόμενη καταχρηστικότητα ρήτρας, και στον βαθμό που, αφετέρου, ο καταναλωτής έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το κύρος της συμβάσεως της οποίας ζητείται η εκτέλεση, η αποτελεσματικότητα της προβλεπόμενης από την εν λόγω οδηγία προστασίας κατ’ αρχήν διασφαλίζεται ( 17 ).
50.
Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο συμβολαιογράφος δύναται να κινήσει αναγκαστική εκτέλεση συμβάσεως χωρίς να εξετάσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών, η σχετική με την αυτεπάγγελτη διαπίστωση των καταχρηστικών ρητρών νομολογία εντάσσεται στο ειδικό πλαίσιο της ασκήσεως της δικαστικής λειτουργίας και δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη συμβολαιογραφική λειτουργία, λόγω των ουσιαστικών διαφορών που υφίστανται μεταξύ των δύο ( 18 ).
51.
Περαιτέρω, η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν μπορεί να βαίνει μέχρι του σημείου να απαιτείται από το εθνικό δικαστήριο όχι μόνον να θεραπεύσει μια δικονομικής φύσεως παράλειψη του αγνοούντος τα δικαιώματά του καταναλωτή, αλλά και να επανορθώσει καθ’ ολοκληρία τις συνέπειες από την πλήρη αδράνεια του οικείου καταναλωτή ο οποίος δεν μετείχε σε κανένα στάδιο της διαδικασίας της δικαστικής εκτελέσεως ( 19 ).
52.
Εν τέλει, το Δικαστήριο έκρινε, συνεπώς, ότι η εξωδικαστική διαδικασία αναγκαστικής πωλήσεως ακινήτου, παρά το γεγονός ότι δεν παρέχει τη δυνατότητα στον συμβολαιογράφο να αποφανθεί επί της ενδεχόμενης υπάρξεως καταχρηστικής ρήτρας, δεν θίγει την αποτελεσματικότητα της οδηγίας 93/13, δεδομένου ότι ο καταναλωτής είχε τη δυνατότητα να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου και το εν λόγω δικαστήριο μπορούσε να λάβει προσωρινά μέτρα αναστολής της διαδικασίας του ενδεχόμενου –διενεργούμενου από τον συμβολαιογράφο– πλειστηριασμού ( 20 ).
53.
Δεύτερον, όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να εμποδιστεί η χρήση καταχρηστικών ρητρών, το εν λόγω άρθρο δεν επιτάσσει την τροποποίηση των προβλεπόμενων στο εθνικό επίπεδο διαδικασιών στο σύνολό τους. Είναι αναγκαίο να διαπιστωθεί μόνον ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις, αν αναλυθούν εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται και ληφθεί υπόψη το σύνολο των υφιστάμενων μέσων παροχής ένδικης προστασίας, διασφαλίζουν την ύπαρξη επαρκών και αποτελεσματικών μέσων για την παύση της χρήσεως καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές και ότι οι ρήτρες αυτές δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές ( 21 ).
54.
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο αποφάσισε να ελέγξει εθνική διάταξη βάσει της αρχής της αποτελεσματικότητας της οδηγίας 93/13, ο δικαστής που επιλήφθηκε της διαφοράς μπορούσε πράγματι πάντοτε να κηρύξει την ακυρότητα ρήτρας, και επομένως είτε να αποτρέψει την εφαρμογή της, είτε ακόμη να θέσει υπό εξέταση τη μη περατωθείσα εισέτι διαδικασία κατασχέσεως ή αναγκαστικής εκποιήσεως περιουσιακού στοιχείου. Πράγματι, τούτο ίσχυε είτε στο πλαίσιο αναγνωριστικού χαρακτήρα δίκης επί της ουσίας, κατά την οποία ο δικαστής που επιλήφθηκε της διαφοράς μπορούσε να εξετάσει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία, είτε και στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως η οποία βασίστηκε σε τέτοιου είδους σύμβαση δυνάμενη να περιέχει καταχρηστική ρήτρα.
55.
Με άλλα λόγια, βάσει των υποθέσεων που έχουν υποβληθεί μέχρι τούδε στην κρίση του Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια που επιλήφθηκαν των υποθέσεων αυτών ζήτησαν διευκρινίσεις ως προς την έκταση της κατοχυρούμενης με την οδηγία 93/13 προστασίας στο πλαίσιο εκκρεμούς διαδικασίας εκτελέσεως και λαμβανομένης υπόψη της αποδεδειγμένης ή εικαζόμενης υπάρξεως καταχρηστικής ρήτρας στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου λόγω της οποίας δημιουργήθηκε η διαφορά.
56.
Συγκεκριμένα, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Aziz ( 22 ), η εκποίηση του επίδικου ακινήτου δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί, δεδομένου ότι, παρά το γεγονός ότι διενεργήθηκε πλειστηριασμός, δεν είχε βρεθεί πλειοδότης και ο M. Aziz είχε, λίγο πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί αποβολής του από το ακίνητο, ασκήσει αναγνωριστική αγωγή ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου με αίτημα την ακύρωση ρήτρας της συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου.
57.
Υπό το πρίσμα των διδαγμάτων αυτών πρέπει να εξεταστεί, λαμβανομένου υπόψη του νομικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης διαδικασία αναγνωρίσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων.
Η δυνατότητα αυτεπάγγελτης εξετάσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα ρητρών που περιλαμβάνονται σε σύμβαση δεν μπορεί να εκτείνεται σε διαδικασία αναγνωρίσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων η οποία είναι ανεξάρτητη από τη διαδικασία πλειστηριασμού περιουσιακού στοιχείου
58.
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά ούτε διαδικασία εκτελέσεως διαταγής πληρωμής, ούτε μη περατωθείσα διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως στο πλαίσιο της οποίας παρίσταται πάντοτε σκόπιμο να κριθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας των ρητρών της συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου που έχει προηγουμένως συναφθεί.
59.
Η διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου έχει ως μοναδικό αντικείμενο να καταστήσει αποτελεσματική την άσκηση νομίμως καταχωρισμένου δικαιώματος κυριότητας. Όπως διευκρίνισε το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο απαντήσεως σε υποβληθείσα από το Δικαστήριο ερώτηση, η εν λόγω διαδικασία σκοπεί αποκλειστικώς στην προστασία των καταχωρισμένων εμπράγματων δικαιωμάτων.
60.
Κατά την άποψή μου, επιβάλλεται να γίνει διάκριση μεταξύ της διαδικασίας εξωδικαστικής αναγκαστικής πωλήσεως και της συνοπτικής διαδικασίας που διέπεται από το άρθρο 41 του LH.
61.
Η διαδικασία εξωδικαστικής αναγκαστικής πωλήσεως, η διεξαγωγή της οποίας προϋποθέτει, κατά το άρθρο 234 του RH, συμφωνία των μερών που έχει συμπεριληφθεί στην πράξη συστάσεως υποθήκης, έχει ως σκοπό τη σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξεως μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου στον υπερθεματιστή, μέσω της καταχωρίσεως της εν λόγω πράξεως στο κτηματολόγιο.
62.
Αντιθέτως, η συνοπτική διαδικασία αναγνωρίσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων, εν προκειμένω αυτή που διέπεται από το άρθρο 41 του LH, η οποία είναι ανεξάρτητη από τη διαδικασία εξωδικαστικής αναγκαστικής πωλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου, επιδιώκει την προστασία του καταχωρισμένου, μεταξύ άλλων –αλλά όχι μόνον–, στο κτηματολόγιο δικαιώματος εμπράγματου δικαιούχου. Η εν λόγω διαδικασία δεν συνδέεται με τυχόν σύμβαση συναπτόμενη με καταναλωτή επί της οποίας καλείται να αποφανθεί το εθνικό δικαστήριο, αλλά έχει ως μοναδικό σκοπό τη διαπίστωση της υπάρξεως καταχωρισμένου δικαιώματος, προκειμένου αυτό να μπορέσει να αναπτύξει τα αποτελέσματά του.
63.
Βεβαίως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η προσφυγή στη συνοπτική διαδικασία αποτελεί παρεμπίπτουσα συνέπεια του άρθρου 11 της συμβάσεως που συνάφθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2004 μεταξύ της C. Sánchez López και της Banco Santander, άρθρου το οποίο προέβλεπε την υπαγωγή στην ενώπιον συμβολαιογράφου εξωδικαστική διαδικασία σε περίπτωση εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως.
64.
Ωστόσο, η διαδικασία που διέπεται από το άρθρο 41 του LH, την οποία αφορούν το πρώτο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, σκοπεί στην προστασία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων που απορρέουν από την εξωδικαστική αναγκαστική πώληση, με την οποία ο κύριος αποκτά την πραγματική κατοχή του ακινήτου.
65.
Η εν λόγω διαδικασία δεν ερείδεται στην επίμαχη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου, αλλά στον καταχωρισμένο στο κτηματολόγιο τίτλο κυριότητας. Συγκεκριμένα, με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξωδικαστικής αναγκαστικής πωλήσεως, λύεται η ενυπόθηκη σύμβαση και αίρεται το υποθηκικό βάρος.
66.
Εν προκειμένω, φαίνεται πράγματι ότι η ενώπιον συμβολαιογράφου διαδικασία αναγκαστικής πωλήσεως παρήγαγε όλα τα έννομα αποτελέσματά της κατόπιν της διενέργειας πλειστηριασμού και της κατακυρώσεως του ακινήτου.
67.
Με άλλα λόγια, η συνοπτική διαδικασία η οποία εξετάζεται εν προκειμένω είναι, όπως υπογράμμισε η Ισπανική Κυβέρνηση, ανεξάρτητη από την εξωδικαστική αναγκαστική πώληση ή από οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως.
68.
Πάντως, είναι αρκετά σαφές, κατά τη γνώμη μου, ότι η οδηγία 93/13 δεν μπορεί να κριθεί εφαρμοστέα στην επίδικη διαδικασία η οποία αφορά τη διαπίστωση εμπραγμάτων δικαιωμάτων προκειμένου αυτά να δύνανται να αντιταχθούν έναντι τρίτων και όχι την εκτέλεση συμβάσεως που έχει συναφθεί μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία.
69.
Περαιτέρω, το δικαστήριο έχει, κατ’ επανάληψη, υπενθυμίσει ότι κάθε περίπτωση κατά την οποία τίθεται το ζήτημα εάν μια εθνική δικονομική διάταξη καθιστά αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να αναλύεται λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της εν λόγω διατάξεως στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, καθώς και της εξέλιξης και των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας αυτής, ενώπιον των διαφόρων εθνικών δικαστηρίων ( 23 ).
70.
Όπως τόνισε η Ισπανική Κυβέρνηση, φαίνεται ότι παρασχέθηκε στην οφειλέτρια η δυνατότητα, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξωδικαστικής αναγκαστικής πωλήσεως του ενυπόθηκου περιουσιακού στοιχείου, να προβάλει αντιρρήσεις επί της εν λόγω διαδικασίας ή να αιτηθεί την αναστολή της λόγω της υπάρξεως καταχρηστικής ρήτρας στην σύμβαση ενυπόθηκου δανείου, ζητώντας συγχρόνως και τη λήψη προσωρινών μέτρων για την αναστολή της αναγκαστικής πωλήσεως του ακινήτου του οποίου ήταν κυρία.
71.
Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει διαφορές σε σχέση με τις υποθέσεις που έχει μέχρι τώρα εξετάσει το Δικαστήριο, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, η υπό κρίση απόφαση περί παραπομπής δεν περιέχει κανένα πραγματικό στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ρήτρα της επίμαχης συμβάσεως, εκτός αυτής που αφορά τη διαδικασία εξωδικαστικής εκτελέσεως, θα μπορούσε να έχει καταχρηστικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13.
72.
Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Aziz, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αναφερόταν ρητά στις συμβατικές ρήτρες περί πρόωρης λύσεως της συμβάσεως και περί του ποσού των τόκων υπερημερίας ( 24 ). Στην υπόθεση Finanmadrid EFC, η απόφαση περί παραπομπής ανέφερε ότι υπήρχαν αμφιβολίες ως προς τον πιθανώς καταχρηστικό χαρακτήρα ορισμένων από τις ρήτρες της επίδικης συμβάσεως ( 25 ).
73.
Το εθνικό δικαστήριο οφείλει, βεβαίως, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την καταχρηστικότητα όλων των συμβατικών ρητρών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, ακόμη και ελλείψει ρητού συναφούς αιτήματος, όταν διαθέτει τα αναγκαία προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία ( 26 ), αλλά πρέπει επίσης να αναφέρει την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα άλλης ρήτρας της επίμαχης στη διαφορά της κύριας δίκης συμβάσεως.
74.
Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία 93/13 αποσκοπεί στο να αποφευχθεί να περιλαμβάνονται καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτών και επαγγελματιών (τέταρτη αιτιολογική σκέψη), στο να καταργηθούν ενδεχόμενες τέτοιες ρήτρες στις συμβάσεις αυτές και, τέλος, στο να αποφευχθεί η δέσμευση των καταναλωτών από τέτοιες ρήτρες (εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη).
75.
Ωστόσο, εφόσον η σύμβαση, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, και η οποία θεωρείται ότι περιλαμβάνει την υποτιθέμενη καταχρηστική ρήτρα εξάντλησε όλα τα αποτελέσματά της λόγω της οριστικής εκποιήσεως του επίδικου στη διαφορά της κύριας δίκης ακινήτου, δεν είναι πλέον σκόπιμο να τίθεται, μεταξύ άλλων, το ερώτημα κατά πόσον είναι αναγκαίο να αποτραπεί ή να καταργηθεί η εισαγωγή τέτοιας ρήτρας.
76.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των εκτιμήσεων αυτών, φρονώ ότι η προστασία που παρέχει η οδηγία 93/13 δεν συνεπάγεται ότι ο εθνικός δικαστής έχει την εξουσία να αποφανθεί επί του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου στο πλαίσιο διαδικασίας, ανεξάρτητης από τη διαδικασία εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως, σκοπούσας στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος κυριότητας επί του οικείου ακινήτου.
77.
Φρονώ ότι διαφορετική κρίση του Δικαστηρίου δεν θα ήταν απαραιτήτως πρόσφορη για τον οικείο καταναλωτή, ούτε επιθυμητή υπό το πρίσμα της τηρήσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου και του σεβασμού των ήδη κτηθέντων δικαιωμάτων κυριότητας.
78.
Πρώτον, η διαπίστωση ασυμβατότητας της επίμαχης διαδικασίας με την οδηγία 93/13 δεν φαίνεται να δικαιολογείται κατ’ ανάγκην για λόγους προστασίας του οικείου καταναλωτή, προστασίας η οποία υπενθυμίζω ότι αποτελεί εν τέλει τον πρωταρχικό σκοπό της οδηγίας 93/13.
79.
Μολονότι η απόφαση περί παραπομπής έχει πολλά κενά όσον αφορά την κατάσταση της εναγομένης της κύριας δίκης, από τα πραγματικά στοιχεία τα οποία γνωστοποιήθηκαν στο Δικαστήριο από τη Banco Santander και την Ισπανική Κυβέρνηση προκύπτει ότι, μολονότι η συμβολαιογραφική πράξη περί κατακυρώσεως του επίδικου ακινήτου συνετάγη στις 23 Φεβρουαρίου 2012 και καταχωρίστηκε στο κτηματολόγιο στις 12 Απριλίου 2012, η C. Sánchez López ζήτησε από τη Banco Santander να της επιτραπεί να παραμείνει στην εν λόγω κατοικία δυνάμει της συμφωνίας για τη δημιουργία Ταμείου Κοινωνικής Κατοικίας που τέθηκε σε ισχύ σε εθνικό επίπεδο στις 17 Ιανουαρίου 2013. Στις 19 Νοεμβρίου 2015, η C. Sánchez López και η Banco Santander συνήψαν σύμβαση υπαγόμενη στην ανωτέρω συμφωνία, η οποία επιτρέπει, μεταξύ άλλων, στην C. Sánchez López να διαμένει στο ακίνητο ως μισθώτρια καταβάλλοντας μίσθωμα ύψους περίπου 90 ευρώ. Κατ’ αυτό τον τρόπο, είναι προφανές ότι η C. Sánchez López δεν εκδήλωσε την επιθυμία να αμφισβητήσει τη σύμβαση ενυπόθηκης απαιτήσεως που είχε προγενέστερα υπογράψει, μολονότι, κατά πάσα πιθανότητα, είχε αυτή τη δυνατότητα. Ομοίως, κανένα στοιχείο δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος καταναλωτής είχε την πρόθεση να αμφισβητήσει τον οριστικό χαρακτήρα της μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου που κατέχει, μεταβιβάσεως που επήλθε με την κατακύρωση που έλαβε χώρα στις 15 Δεκεμβρίου 2011 και καταχωρίστηκε στο κτηματολόγιο στις 12 Απριλίου 2012.
80.
Με άλλα λόγια, δεν είναι βέβαιο ότι η αμφισβήτηση της διαδικασίας αυτής είναι ικανή να δημιουργήσει «πλεονέκτημα» υπέρ του συγκεκριμένου καταναλωτή. Δεδομένου ότι η κριθείσα ως καταχρηστική ρήτρα δεν δεσμεύει τον καταναλωτή, η εξωδικαστική εκτέλεση της ενυπόθηκης απαιτήσεως θα μπορούσε να ακυρωθεί και ο καταναλωτής, ελλείψει καταβολής της οφειλής του, θα δεσμευόταν εκ νέου από τη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου. Συγκεκριμένα, εφόσον δεν μπορεί να προσδιορισθεί κάποια άλλη ενδεχομένως καταχρηστική συμβατική ρήτρα, το αρχικό συμβατικό πλαίσιο τίθεται, εν προκειμένω, εκ νέου σε ισχύ, χωρίς τροποποίηση των ρητρών που αφορούν την εξόφληση. Εντούτοις, πρέπει να υπομνησθεί ότι το δικαίωμα του καταναλωτή σε αποτελεσματική προστασία εμπεριέχει και τη δυνατότητα να μην επικαλεστεί τα δικαιώματά του ( 27 ).
81.
Επιπροσθέτως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η ακύρωση της επίμαχης εν προκειμένω ενυπόθηκης συμβάσεως να θέσει τον οικείο καταναλωτή σε ακόμα δυσμενέστερη κατάσταση, καθόσον μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση της κατακυρώσεως του ακινήτου και, συνεπώς, να θέσει εν αμφιβόλω τη σύμβαση μισθώσεως κοινωνικής κατοικίας που συνήφθη εν συνεχεία μεταξύ της Banco Santander και της C. Sánchez López.
82.
Δεύτερον, η παροχή στον εθνικό δικαστή της δυνατότητας να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών της προγενέστερα συναφθείσας συμβάσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως η οποία παρήγαγε όλα τα αποτελέσματά της –το ενυπόθηκο περιουσιακό στοιχείο έχει αποτελέσει αντικείμενο οριστικής εκποιήσεως– θα ισοδυναμούσε με αμφισβήτηση, προς τον σκοπό της αποτελεσματικότητας της οδηγίας 93/13, εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητας το οποίο δεν στηρίζεται σε σύμβαση συναφθείσα με καταναλωτές, αλλά στην εξωδικαστική αναγνώριση ενός τίτλου κυριότητας.
83.
Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι το θιγόμενο εμπράγματο δικαίωμα αποτέλεσε αντικείμενο καταχωρίσεως στο κτηματολόγιο τέσσερα περίπου έτη πριν την έκδοση της αποφάσεως περί προδικαστικής παραπομπής στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Μολονότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, αποδεικνύεται ότι η Banco Santander είναι δικαιούχος του εν λόγω δικαιώματος, θα μπορούσε δικαιούχος να ήταν μια τελείως διαφορετική οντότητα που απέκτησε το περιουσιακό αυτό στοιχείο μετά τη σχετική εγγραφή στο κτηματολόγιο.
84.
Κατά συνέπεια, είναι αντίθετο προς τις αρχές της ασφάλειας του δικαίου και των δικαιωμάτων κυριότητας να αμφισβητούνται, χάριν της αποτελεσματικότητας της οδηγίας 93/13, κτηθέντα δικαιώματα κυριότητας, ενώ μάλιστα δεν τίθεται πλέον ζήτημα εξαλείψεως καταχρηστικής ρήτρας που περιλαμβάνεται σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή η οποία εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα.
Πρόταση
85.
Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Juzgado de Primera Instancia de Jerez de la Frontera (πρωτοδικείο της Jerez de la Frontera, Ισπανία) η ακόλουθη απάντηση:
Η οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, δεν έχει εφαρμογή σε διαδικασία όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 41 του Ley Hipotecaria (νόμου περί υποθηκών) και στο άρθρο 250, παράγραφος 1, του Ley 1/2000 de Enjuiciamiento Civil (νόμου 1/2000 περί του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) της 7ης Ιανουαρίου 2000, στο μέτρο που η εν λόγω διαδικασία δεν έχει ως αντικείμενο την εκτίμηση και/ή την εκτέλεση συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, αλλά αποσκοπεί απλώς στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας νομίμως αποκτηθέντος και καταχωρισμένου στο κτηματολόγιο δικαιώματος κυριότητας.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).
( 3 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164), της 30ής Απριλίου 2014, Barclays Bank (C-280/13, EU:C:2014:279), της 17ης Ιουλίου 2014, Sánchez Morcillo και Abril García (C-169/14, EU:C:2014:2099), και της 21ης Ιανουαρίου 2015, Unicaja Banco και Caixabank (C-482/13, C-484/13, C-485/13 και C-487/13, EU:C:2015:21), διάταξη της 16ης Ιουλίου 2015, Sánchez Morcillo και Abril García (C-539/14, EU:C:2015:508), και· αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 2015, BBVA (C-8/14, EU:C:2015:731), και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus (C-421/14, EU:C:2017:60).
( 4 ) BOE αριθ. 7, της 8ης Ιανουαρίου 2000, σ. 575 έως 728, στο εξής: LEC.
( 5 ) BOE αριθ. 58, της 27ης Φεβρουαρίου 1946.
( 6 ) Reglamento hipotecario (κανονιστική πράξη περί υποθηκών) (BOE αριθ. 106, της 16ης Απριλίου 1947).
( 7 ) BOE αριθ 116, της 15ης Μαΐου 2013, σ. 36373, στο εξής: νόμος 1/2013.
( 8 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português (C-667/13, EU:C:2015:151, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 9 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Kušionová (C-34/13, EU:C:2014:2189, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 1ης Οκτωβρίου 2015, ERSTE Bank Hungary (C-32/14, EU:C:2015:637, σκέψη 39).
( 10 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2006, Mostaza Claro (C-168/05, EU:C:2006:675, σκέψη 36), καθώς και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus (C-421/14, EU:C:2017:60, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 11 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Gutiérrez Naranjo κ.λπ. (C-154/15, C-307/15 και C-308/15, EU:C:2016:980, σκέψη 58).
( 12 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Kušionová (C-34/13, EU:C:2014:2189, σκέψη 49), και της 1ης Οκτωβρίου 2015, ERSTE Bank Hungary (C-32/14, EU:C:2015:637, σκέψη 48).
( 13 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 1ης Οκτωβρίου 2015, ERSTE Bank Hungary (C-32/14, EU:C:2015:637, σκέψη 49).
( 14 ) Εν προκειμένω, δεν έχουμε στη διάθεσή μας στοιχεία δυνάμενα να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς τη συμφωνία της επίμαχης στη διαφορά της κύριας δίκης ρυθμίσεως με την αρχή της ισοδυναμίας.
( 15 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 59), και της 18ης Φεβρουαρίου 2016, Finanmadrid EFC (C-49/14, EU:C:2016:98, σκέψη 46).
( 16 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Kušionová (C-34/13, EU:C:2014:2189, σκέψεις 60 και 68).
( 17 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, ERSTE Bank Hungary (C-32/14, EU:C:2015:637, σκέψεις 57 και 60).
( 18 ) Βλ. απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, ERSTE Bank Hungary (C-32/14, EU:C:2015:637, σκέψη 47).
( 19 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2009, Asturcom Telecomunicaciones (C-40/08, EU:C:2009:615, σκέψη 47), και της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Kušionová (C-34/13, EU:C:2014:2189, σκέψη 56).
( 20 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, ERSTE Bank Hungary (C-32/14, EU:C:2015:637, σκέψεις 59 έως 61).
( 21 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, ERSTE Bank Hungary (C-32/14, EU:C:2015:637, σκέψη 52).
( 22 ) Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164, σκέψεις 26 και 27).
( 23 ) Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C-618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 24 ) Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164, σκέψεις 65 επ.).
( 25 ) Απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2016, Finanmadrid EFC (C-49/14, EU:C:2016:98, σκέψη 22).
( 26 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM (C-243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 32).
( 27 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 2013, Banif Plus Bank (C-472/11, EU:C:2013:88, σκέψη 35), καθώς και της 14ης Απριλίου 2016, Sales Sinués και Drame Ba (C‑381/14 και C-385/14, EU:C:2016:252, σκέψη 25).
Full & Egal Universal Law Academy