Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NILS WAHL
της 14ης Σεπτεμβρίου 2017 (1)
Υπόθεση C‑627/15
Dumitru Gavrilescu
Liana Gavrilescu
κατά
SC Banca Transilvania SA, πρώην SC Volksbank România SA
SC Volksbank România SA – sucursala Câmpulung
[αίτηση του Judecătoria Câmpulung (πρωτοδικείου του Câmpulung, Ρουμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Ύπαρξη εκκρεμούς διαφοράς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου – Εθνικές διατάξεις βάσει των οποίων επιτρέπεται η παραίτηση από τη δίκη μετά την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου – Εθνικές διατάξεις βάσει των οποίων δευτεροβάθμιο δικαστήριο δύναται να ελέγξει διάταξη περί αναστολής της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενόσω εκκρεμεί η απόφαση του Δικαστηρίου επί του προδικαστικού ζητήματος – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ – Συμβάσεις δανείου συνομολογούμενες σε ξένο νόμισμα – Ρήτρες μη υποκείμενες σε έλεγχο καταχρηστικότητας»
1. Μεταξύ των Dumitru και Liana Gavrilescu (στο εξής: ζεύγος Gavrilescu), αφενός, και της SC Volksbank România SA (στο εξής: Volksbank ή τράπεζα), αφετέρου, συνομολογήθηκε στη Ρουμανία σύμβαση δανείου σε ελβετικά φράγκα, προβλέπουσα την υποχρέωση των δανειοληπτών να αποπληρώσουν το δάνειο στο ίδιο νόμισμα. Κατά τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως, ωστόσο, το εθνικό νόμισμα (ρουμανικό λέι) παρουσίασε σημαντική υποτίμηση έναντι του ελβετικού φράγκου. Τούτο επηρέασε αρνητικώς το ποσό των δόσεων που το ζεύγος Gavrilescu όφειλε να καταβάλλει μηνιαίως στην τράπεζα, αφής στιγμής οι δύο σύζυγοι αμείβονταν σε ρουμανικά λέι.
2. Το ζεύγος Gavrilescu αποφάσισε να ασκήσει ενώπιον του Judecătoria Câmpulung (πρωτοδικείου του Câmpulung, Ρουμανία) αγωγή κατά της Volksbank, υποστηρίζοντας, συγκεκριμένα, ότι οι ρήτρες αποπληρωμής του δανείου σε ξένο νόμισμα έπρεπε να κριθούν καταχρηστικές. Κατά την άποψη των εναγόντων, λόγω ακριβώς των συγκεκριμένων ρητρών, ο κίνδυνος από τυχόν διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας μετετίθετο στους ίδιους.
3. Στο πλαίσιο της κύριας δίκης, το Judecătoria Câmpulung (πρωτοδικείο του Câmpulung) αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (2). Στη συνέχεια, ωστόσο, το ζεύγος Gavrilescu και η Volksbank κατέληξαν σε συμβιβασμό και, βάσει των εφαρμοστέων εθνικών κανόνων, οι ενάγοντες αποφάσισαν να παραιτηθούν από τη δίκη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
4. Παρά την παραίτηση από τη δίκη, το αιτούν δικαστήριο γνωστοποίησε στο Δικαστήριο την πρόθεσή του, αφενός, να εμμείνει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε και, αφετέρου, να υποβάλει δύο πρόσθετα ερωτήματα αναφορικά με το εύρος της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
5. Η υπό κρίση υπόθεση προσφέρει, επομένως, στο Δικαστήριο την ευκαιρία να εξειδικεύσει τη νομολογία του σχετικά με την προϋπόθεση του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, κατά την οποία η απόφαση επί των προδικαστικών ερωτημάτων πρέπει να είναι αναγκαία για την έκδοση της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου στην κύρια δίκη.
I. Το νομικό πλαίσιο
A. Το δίκαιο της Ένωσης
6. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13:
«Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.»
7. Το άρθρο 4 της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
2. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»
B. Το ρουμανικό δίκαιο
1. Ο νόμος 193/2000
8. Ο Legea nr. 193/2000 privind clauzele abuzive din contractele încheiate între comercianţi şi consumatori (νόμος 193/2000, περί καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ εμπόρων και καταναλωτών), της 10ης Νοεμβρίου 2000, όπως αναδημοσιεύθηκε (3) (στο εξής: νόμος 193/2000), σκοπεί στη μεταφορά της οδηγίας 93/13 στην εσωτερική έννομη τάξη.
2. Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
9. Το άρθρο 406 του Codul de procedură civilă (ρουμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) προβλέπει τα ακόλουθα:
«1) Ο ενάγων δύναται ανά πάσα στιγμή να παραιτηθεί από τη δίκη, εν όλω ή εν μέρει, είτε προφορικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση είτε με έγγραφη αίτηση.
2) Η αίτηση αυτή υποβάλλεται αυτοπροσώπως ή από εξουσιοδοτημένο ειδικώς προς τούτο δικαστικό πληρεξούσιο.
3) Σε περίπτωση κατά την οποία η παραίτηση είναι μεταγενέστερη της επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής, το δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, καταδικάζει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο εναγόμενος.
4) Σε περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων παραιτείται από τη δίκη κατά την πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην οποία οι διάδικοι είχαν κληθεί προσηκόντως ή μεταγενέστερα, παραίτηση χωρεί μόνο με τη ρητή ή σιωπηρή συμφωνία του αντιδίκου. Εφόσον ο εναγόμενος δεν παρίσταται στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση κατά την οποία ο ενάγων δηλώνει ότι παραιτείται από τη δίκη, το δικαστήριο τάσσει στον πρώτο προθεσμία προκειμένου να τοποθετηθεί επί του αιτήματος παραιτήσεως από τη δίκη. Η παράλειψη εμπρόθεσμης απαντήσεως λογίζεται ως σιωπηρή αποδοχή της παραιτήσεως. […]»
10. Το άρθρο 414 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα εξής:
«1. Το δικαστήριο αποφασίζει την αναστολή της διαδικασίας με διάταξη, η οποία μπορεί να προσβληθεί χωριστά ενώπιον του ανώτερου δικαστηρίου. [...]
2. Το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί ενόσω η διαδικασία αναστέλλεται, τόσο κατά της διατάξεως περί αναστολής όσο και κατά της διατάξεως περί απορρίψεως του αιτήματος επαναλήψεως της διαδικασίας.»
II. Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα
11. Από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, όπως αυτά εκτίθενται από το αιτούν δικαστήριο, προκύπτει ότι στις 5 Σεπτεμβρίου 2008 μεταξύ του ζεύγους Gavrilescu και της Volksbank συνήφθη σύμβαση δανείου ύψους 45 000 ελβετικών φράγκων (CHF). Η διάρκεια του δανείου ορίσθηκε σε 276 μήνες, ενώ το ετήσιο επιτόκιο σε 3,99 %. Η σύμβαση τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τις συμπληρωματικές τροποποιητικές πράξεις αριθ. 1 της 20ής Αυγούστου 2010 και αριθ. 2 της 25ης Ιουνίου 2013.
12. Η σύμβαση δανείου όριζε ότι κάθε πληρωμή θα γίνεται, κατ’ αρχήν, στο νόμισμα στο οποίο είχε συνομολογηθεί το δάνειο. Κατά το αιτούν δικαστήριο, βάσει των ρητρών της συμβάσεως, οιαδήποτε διαφορά της συναλλαγματικής ισοτιμίας βάρυνε αποκλειστικώς τον δανειολήπτη.
13. Με το άρθρο 4.2 των γενικών όρων ο δανειολήπτης αποδεχόταν ότι, στην περίπτωση κατά την οποία, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως δανείου, η συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος του δανείου παρουσίαζε ανοδική διακύμανση σε ποσοστό υψηλότερο του 10 % σε σχέση με την ισχύουσα κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμβάσεως ισοτιμία, προκειμένου να μην επιτείνεται η έκθεση στον συναλλαγματικό κίνδυνο η τράπεζα είχε το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να μετατρέψει –μονομερώς– το δάνειο σε ρουμανικά λέι, βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας ελβετικού φράγκου/ρουμανικού λέι που αυτή εφήρμοζε κατά την ημερομηνία της μετατροπής. Ως εκ τούτου, το ύψος του δανείου θα υπολογιζόταν, από το χρονικό εκείνο σημείο, σε ρουμανικά λέι σύμφωνα με τη μετατροπή. Στο πλαίσιο αυτό, οι δανειολήπτες δέχονταν επίσης να επιβαρυνθούν με το σύνολο των δαπανών τις οποίες θα συνεπαγόταν μια τέτοια μετατροπή.
14. Σύμφωνα με το άρθρο 4.3. των γενικών όρων, κατά τη διάρκεια του δανείου, οι δανειολήπτες μπορούσαν να ζητήσουν από την τράπεζα τη μετατροπή του νομίσματος του δανείου σε ρουμανικά λέι αλλά η τράπεζα δεν ήταν υποχρεωμένη να κάνει δεκτό το εν λόγω αίτημα.
15. Εκτιμώντας ότι οι ρήτρες που επέβαλλαν την εξόφληση του δανείου σε ελβετικά φράγκα και μετέθεταν τον συναλλαγματικό κίνδυνο στους δανειολήπτες ήταν καταχρηστικές, το ζεύγος Gavrilescu άσκησε ενώπιον του Judecătoria Câmpulung (πρωτοδικείου του Câmpulung) αγωγή κατά της Volksbank. Το αιτούν δικαστήριο, διατηρώντας αμφιβολίες ως προς την ορθή ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 93/13, με διάταξη της 22ας Οκτωβρίου 2015 αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της [οδηγίας 93/13], την έννοια ότι οι όροι “κύριο αντικείμενο της συμβάσεωςˮ και “ανάλογο ή μη μεταξύ [του τιμήματος] και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρουˮ, καταλαμβάνουν ρήτρα που περιέχεται σε σύμβαση δανείου συνομολογηθείσα σε αλλοδαπό νόμισμα και συναφθείσα μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή, η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και η οποία ορίζει ότι, όσον αφορά την εξόφληση των μηνιαίων δόσεων, ο οφειλέτης φέρει αποκλειστικώς τον “κίνδυνο της συναλλαγματικής ισοτιμίαςˮ, δηλαδή το ενδεχόμενο αρνητικό αποτέλεσμα το οποίο συνίσταται στην αύξηση του ποσού που πρέπει να καταβάλλεται μηνιαίως, λόγω των διακυμάνσεων της συναλλαγματικής ισοτιμίας, υποχρέωση που βαρύνει τον οφειλέτη συνεπεία της συνάψεως της συμβάσεως δανείου και του γεγονότος ότι η εξόφληση των ποσών που οφείλονται βάσει της συμβάσεως δανείου πρέπει να γίνει σε νόμισμα διαφορετικό του εθνικού νομίσματος της Ρουμανίας;
2) Πρέπει να γίνει δεκτό, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, ότι η υποχρέωση του καταναλωτή να επιβαρυνθεί, κατά την εξόφληση του δανείου, με τη διαφορά που οφείλεται στην αύξηση της συναλλαγματικής αξίας του νομίσματος στο οποίο συνομολογήθηκε το δάνειο (ελβετικό φράγκο), συνιστά αμοιβή της οποίας το ανάλογο σε σχέση με την παρεχόμενη υπηρεσία δεν επιδέχεται εξέταση στο πλαίσιο έλεγχου καταχρηστικότητας;
3) Σε περίπτωση κατά την οποία δοθεί επί του προηγούμενου ερωτήματος η απάντηση ότι τέτοια ρήτρα δεν εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητας, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ρήτρα αυτή πληροί τις προϋποθέσεις καλής πίστεως, ισορροπίας και διαφάνειας, κατά την [οδηγία 93/13], παρέχοντας στον καταναλωτή τη δυνατότητα να προβλέπει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας επί του ιδίου;
4) Εμπίπτει στο προστατευτικό για τον καταναλωτή πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 ή εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητας συμβατική ρήτρα όπως αυτή του άρθρου 4.2 των γενικών όρων της συμβάσεως, με την οποία αναγνωρίζεται στην τράπεζα, σε σχέση με σύμβαση δανείου συνομολογηθείσα σε [ελβετικά φράγκα], το δικαίωμα μετατροπής του δανείου στο εθνικό νόμισμα σε περίπτωση διακυμάνσεως της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε επίπεδα άνω του 10 % εν συγκρίσει προς την ισοτιμία που ίσχυε κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, προκειμένου να μην συνεχίζεται η έκθεση στον κίνδυνο της συναλλαγματικής ισοτιμίας, χωρίς, όμως, να παρέχεται παρόμοιο δικαίωμα στον καταναλωτή;»
16. Με έγγραφο της 18ης Μαρτίου 2016 το αιτούν δικαστήριο ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι οι ενάγοντες της κύριας δίκης είχαν αιτηθεί την παραίτησή τους από τη δίκη. Τούτο δημιούργησε στο αιτούν δικαστήριο αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα εθνικής διατάξεως, όπως αυτή του άρθρου 406 του ρουμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο πρόσθετο, πέμπτο κατά σειρά, προδικαστικό ερώτημα:
«Αντιβαίνει στο άρθρο 267 [ΣΛΕΕ], βάσει του οποίου τα εθνικά δικαστήρια δύνανται να απευθύνονται στο [Δικαστήριο], διάταξη όπως αυτή του άρθρου 406 του ρουμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η οποία δεν απαγορεύει ρητώς την παραίτηση από τη δίκη μετά την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο [Δικαστήριο], παραίτηση η οποία στερεί στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί του προβαλλομένου καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικών ρητρών;».
17. Στη συνέχεια, με διάταξη της 2ας Ιουνίου 2016, το αιτούν δικαστήριο ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι –κατόπιν εφέσεως που άσκησε η Volksbank κατά της από 22 Οκτωβρίου 2015 διατάξεως του αιτούντος δικαστηρίου– το Tribunalul Argeş (πολυμελές πρωτοδικείο Argeş, Ρουμανία), με απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, εξαφάνισε τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, αναπέμποντας την υπόθεση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου προκειμένου αυτό να συνεχίσει την εκδίκασή της.
18. Κατά την αντίληψή μου, με την απόφασή του το Tribunalul Argeş (πολυμελές πρωτοδικείο Argeş) προσήψε στο αιτούν δικαστήριο ότι δεν συνήγαγε τα ορθά, βάσει του εθνικού δικαίου, συμπεράσματα από την αίτηση παραιτήσεως από τη δίκη που υπέβαλε το ζεύγος Gavrilescu. Σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, το αιτούν δικαστήριο όφειλε να καταργήσει τη δίκη, καθιστώντας, συνακολούθως, άνευ αντικειμένου την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει ένα νέο και δη το έκτο κατά σειρά προδικαστικό ερώτημα:
«Αντιβαίνει στο άρθρο 267 [ΣΛΕΕ] εθνική διάταξη, όπως αυτή του άρθρου 414 του ρουμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η οποία επιτρέπει σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο να ελέγξει, στο πλαίσιο εκδικάσεως ενδίκου μέσου, διάταξη περί αναστολής της διαδικασίας, στην περίπτωση κατά την οποία, με τη διάταξη αυτήν, το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»
19. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Volksbank, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Ρουμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Η Volksbank, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Ρουμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή υπέβαλαν επίσης προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 8ης Ιουνίου 2017.
III. Ανάλυση
20. Ευθύς εξαρχής, οφείλω να επισημάνω ότι συντάσσομαι με την άποψη της Volksbank, της Ρουμανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής ότι η υπό κρίση υπόθεση εκφεύγει, σε μεγάλο βαθμό, των ορίων της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
21. Ωστόσο, αφής στιγμής το πέμπτο και το έκτο προδικαστικό ερώτημα –τα οποία προσέθεσε εν συνεχεία το Judecătoria Câmpulung (πρωτοδικείο του Câmpulung) στα αρχικώς υποβληθέντα τέσσερα ερωτήματα– έχουν ακριβώς ως αντικείμενο το εύρος της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, θα εξετάσω κατά προτεραιότητα τα δύο αυτά ερωτήματα. Από τις απαντήσεις στα εν λόγω ερωτήματα θα καταστεί σαφές ότι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, το Δικαστήριο δεν είναι –ή δεν είναι πλέον– αρμόδιο να αποφανθεί επί των τεσσάρων πρώτων ερωτημάτων.
A. Επί του πέμπτου και του έκτου ερωτήματος
22. Με το πέμπτο και έκτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν αντιβαίνουν στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ (i) εθνικοί δικονομικοί κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν παραίτηση από τη δίκη μετά την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, στερώντας ούτως από το εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί του προβαλλομένου καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικών ρητρών, και (ii) εθνικοί δικονομικοί κανόνες βάσει των οποίων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δύναται να ελέγξει, στο πλαίσιο της εκδικάσεως ενδίκου μέσου, διάταξη περί αναστολής της διαδικασίας στην περίπτωση κατά την οποία, με τη διάταξη αυτήν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αποφασίσει να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο.
23. Τα ερωτήματα αυτά σκοπούν, κατ’ ουσίαν, στο να προσδιοριστεί αν οι εθνικού δικαίου διατάξεις, βάσει των οποίων το αιτούν δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να καταργήσει την κύρια δίκη λόγω παραιτήσεως των εναγόντων από αυτή, είναι συμβατές με το δίκαιο της Ένωσης. Υπό διαφορετική οπτική γωνία, με τα ερωτήματα αυτά τίθεται το ζήτημα κατά πόσον η διαφορά της κύριας δίκης μπορεί να θεωρείται ακόμη εκκρεμής κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
1. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ
24. Όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω στο πλαίσιο της υποθέσεως Gullotta (4), ο ρόλος και οι αρμοδιότητες του Δικαστηρίου, ακριβώς όπως κάθε άλλου θεσμικού οργάνου της Ένωσης, διέπονται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας. Συναφώς, το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ ορίζει: «[κ]άθε θεσμικό όργανο δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους σκοπούς τους οποίους προβλέπουν». Συνεπώς, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου οριοθετείται από το σύστημα ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπεται από τις Συνθήκες, τα οποία μπορούν να ασκηθούν μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στις οικείες διατάξεις.
25. Όσον αφορά τη διαδικασία προδικαστικής παραπομπής, κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ρητώς υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, όπως ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως, τα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να αφορούν διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων η ερμηνεία ή το κύρος αμφισβητείται στην κύρια δίκη. Περαιτέρω, κατά το δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής, το παραπέμπον όργανο πρέπει να είναι δικαστήριο κράτους μέλους και η απόφαση επί του προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως στην κύρια δίκη.
26. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να πληρούνται όχι μόνο κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως από το εθνικό δικαστήριο, αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται ή αν παύσουν να πληρούνται, το Δικαστήριο πρέπει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, δύναται δε να το πράξει οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής (5).
27. Κομβικής σημασίας ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση είναι το κατά πόσον η απόφαση του Δικαστηρίου επί των προδικαστικών ερωτημάτων είναι αναγκαία για την έκδοση της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου στην κύρια δίκη. Η προϋπόθεση αυτή έχει, ειδικότερα, την έννοια ότι ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να εκκρεμεί πραγματική διαφορά, καθώς και ότι η απάντηση που θα δοθεί από το Δικαστήριο πρέπει να είναι λυσιτελής. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από το γράμμα αλλά και από την οικονομία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ σαφώς προκύπτει ότι δικαστήριο κράτους μέλους δεν μπορεί να παραπέμψει ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου με τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αν δεν εκκρεμεί πράγματι διαφορά ενώπιόν του, στο πλαίσιο της οποίας αυτό καλείται να εκδώσει απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την προδικαστική απόφαση (6).
28. Τούτο εξηγείται από την ίδια την αποστολή που το άρθρο 267 ΣΛΕΕ αναθέτει στο Δικαστήριο, η οποία συνίσταται στη συμβολή του στην απονομή της δικαιοσύνης στα κράτη μέλη (7), μέσω της συνδρομής του στην αποτελεσματική επίλυση των διαφορών με αντικείμενο το δίκαιο της Ένωσης, και όχι στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών επί ζητημάτων γενικής ή υποθετικής φύσεως (8).
29. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα εξετάσω διεξοδικότερα το πέμπτο και το έκτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Judecătoria Câmpulung (πρωτοδικείο του Câmpulung).
2. Εθνικές διατάξεις βάσει των οποίων επιτρέπεται η παραίτηση από τη δίκη μετά την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο
30. Το αιτούν δικαστήριο εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το αν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, εθνικές διατάξεις –όπως αυτή του άρθρου 406 του ρουμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – βάσει των οποίων επιτρέπεται η παραίτηση από τη δίκη μετά την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο είναι συμβατές με το δίκαιο της Ένωσης. Όπως εξηγεί το αιτούν δικαστήριο, η παραίτηση από τη δίκη έχει ως αποτέλεσμα να στερείται το εθνικό δικαστήριο την εξουσία να αποφανθεί επί των αιτημάτων που σχετίζονται με καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές.
31. Δεν συμμερίζομαι τις αμφιβολίες αυτές. Για τους λόγους που θα εκθέσω ακολούθως, δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο για τον οποίο εθνικός δικονομικός κανόνας ο οποίος επιτρέπει παραίτηση από τη δίκη μετά την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, καθιστώντας με τον τρόπο αυτόν άνευ αντικειμένου τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, είναι ενδεχομένως ασυμβίβαστος με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Τουναντίον, εκτιμώ ότι ένας τέτοιος κανόνας προφανώς στοιχείται προς το πνεύμα του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
α) Οι αρχές της προσωπικής αυτονομίας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης
32. Πρέπει εξαρχής να υπομνησθεί ότι κανόνες βάσει των οποίων επιτρέπεται στους ενάγοντες να παραιτούνται εν όλω ή εν μέρει από τη δίκη –ιδίως στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις– είναι απολύτως αναγκαίοι για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Οι κανόνες αυτοί αποτελούν έκφανση της αρχής της προσωπικής αυτονομίας (γνωστής σε ορισμένα νομικά συστήματα και ως «αρχής της διαθέσεως»): το αν και σε ποιον βαθμό ένα πρόσωπο αποφασίζει να προβάλει τα δικαιώματά του ενώπιον του δικαστή εξαρτάται σε τελική ανάλυση από τη βούλησή του (9).
33. Πράγματι, σε αρκετές δικαιοδοτικές τάξεις –συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (10)– η εξουσία παραιτήσεως από τη δίκη μπορεί να ασκείται μονομερώς από τον ενάγοντα, χωρίς ο εναγόμενος να μπορεί να εναντιωθεί. Τυχόν υποχρέωση (ή ακόμη και απλή δυνατότητα) του δικαστηρίου να συνεχίσει τη διαδικασία, μολονότι δεν υφίσταται εκκρεμής διαφορά ενώπιόν του, δεν θα είχε απολύτως καμία χρησιμότητα: οι δικαστές δεν θα καλούνταν να αποφανθούν επί κάποιου αιτήματος. Στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο θα αύξανε απλώς τον όγκο των συσσωρευμένων και χρονιζουσών υποθέσεων (κοινό πρόβλημα σε πολλές δικαιοδοτικές τάξεις) όπως επίσης και τις δημόσιες δαπάνες.
34. Τυχόν «αναγκαστική» συνέχιση της διαδικασίας θα μπορούσε, επιπλέον, να αποθαρρύνει τα μέρη να συνάπτουν φιλικούς διακανονισμούς, είτε εντός είτε εκτός της αίθουσας του δικαστηρίου, στόχος που επιδιώκεται από πολλά νομικά συστήματα (11). Συναφώς, θα ήθελα να επισημάνω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 147, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, υπό την επιφύλαξη αντίθετης διατάξεως, «αν, προτού το Δικαστήριο εκδώσει την απόφασή του, οι διάδικοι συμφωνήσουν στη λύση της διαφοράς και γνωστοποιήσουν στο Δικαστήριο ότι παραιτούνται από κάθε αξίωση, ο πρόεδρος διατάσσει τη διαγραφή της υποθέσεως από το πρωτόκολλο και αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 141, λαμβάνοντας, ενδεχομένως, υπόψη τις σχετικές προτάσεις των διαδίκων».
35. Η ερμηνεία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ την οποία εισηγείται το αιτούν δικαστήριο δεν συνάδει με τις ανωτέρω αρχές.
β) Παρέλκει η απάντηση επί υποθετικών ερωτημάτων
36. Πρωτίστως, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να αποφανθεί επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως όταν η διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου έχει ήδη περατωθεί κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως (12). Ωστόσο, ακόμη και όταν η διαδικασία σε εθνικό επίπεδο δεν έχει περατωθεί επισήμως, η ίδια αρχή ισχύει οσάκις η αιτούμενη ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου είναι πλέον προφανώς αλυσιτελής για τον λόγο ότι η κύρια δίκη κατέστη εκ των πραγμάτων άνευ αντικειμένου (13).
37. Το Δικαστήριο, για παράδειγμα, έκρινε ότι παρείλκε η απάντηση επί ορισμένων προδικαστικών ερωτημάτων επί περιπτώσεως στο πλαίσιο της οποίας, μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν είχε αποσύρει την αίτησή του βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τα αιτήματα του προσφεύγοντος στο πλαίσιο της κύριας δίκης είχαν ικανοποιηθεί πλήρως (14). Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι, κατ’ αρχήν, ο προσφεύγων ή ο ενάγων της κύριας δίκης είναι σε θέση να καταστήσει άνευ αντικειμένου μια αίτηση προδικαστικής αποφάσεως παραιτούμενος απλώς από την προσφυγή ή την αγωγή του ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου (15).
38. Σε όλες αυτές τις υποθέσεις τα προδικαστικά ερωτήματα είχαν καταστεί υποθετικά, καθόσον οι κανόνες της Ένωσης των οποίων την ερμηνεία αιτήθηκε το εθνικό δικαστήριο δεν θα μπορούσαν να τύχουν, στη συνέχεια, εφαρμογής στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Η επιθυμία και μόνον του αιτούντος δικαστηρίου να εμμείνει σε ένα ή περισσότερα προδικαστικά ερωτήματα, παρά το γεγονός ότι η κύρια δίκη είχε καταστεί άνευ αντικειμένου, δεν μπορούσε να ασκήσει συναφώς καμία επιρροή (16). Εξυπακούεται ότι η επιθυμία του εθνικού δικαστή να εμμείνει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου πέραν των ορίων του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Ομοίως, ουδεμία επιρροή ασκεί το ενδεχόμενο η απάντηση του Δικαστηρίου να αποδειχθεί λυσιτελής για το αιτούν δικαστήριο (ή για άλλα εθνικά δικαστήρια) στο πλαίσιο άλλων εκκρεμών υποθέσεων με παρόμοιο αντικείμενο (17) ή τυχόν μελλοντικών υποθέσεων, συναφών με την κύρια δίκη (18).
39. Πράγματι, η απάντηση που καλείται να δώσει το Δικαστήριο θα πρέπει να μπορεί να εφαρμοσθεί, με αδιαμφισβήτητη δεσμευτική ισχύ (19), σε αυτήν την ίδια τη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας έχουν ανακύψει τα προδικαστικά ερωτήματα (20). Ακόμη και όταν διατυπώνεται με αφηρημένο τρόπο, η απάντηση του Δικαστηρίου σε αίτηση που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ ερείδεται πάντοτε στο πραγματικό και νομικό πλαίσιο της πραγματικής υποθέσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Παρά την ομοιότητά τους, διαφορετικές μεταξύ τους υποθέσεις είναι δυνατό να εμφανίζουν συγκεκριμένες διαφορές, οι οποίες ενδέχεται να είναι κρίσιμες για την απάντηση που πρέπει να δοθεί από το Δικαστήριο.
40. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, στις «Συστάσεις προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων», το Δικαστήριο επισημαίνει ότι «οσάκις η έκβαση πλειόνων εκκρεμών υποθέσεων ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου εξαρτάται από την απάντηση του Δικαστηρίου στα ερωτήματα αυτά, ενδείκνυται ενδεχομένως η ένωση, στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, των υποθέσεων αυτών, προκειμένου το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα παρά την τυχόν περαίωση μιας ή περισσοτέρων υποθέσεων»(21)
γ) Οι συνέπειες επί της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου
41. Η ερμηνεία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ την οποία εισηγείται το αιτούν δικαστήριο μπορεί να έχει ορισμένες σημαντικές συνέπειες επί της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
42. Πρώτον, όπως γίνεται ευχερώς αντιληπτό, συχνά οι διάδικοι της κύριας δίκης δεν υποβάλλουν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο (δεν έχουν κανένα συμφέρον να το πράξουν) ή υποβάλλουν παρατηρήσεις μόνον προκειμένου να επισημάνουν ότι η κύρια δίκη έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται και στην παρούσα διαδικασία: οι ενάγοντες της κύριας δίκης (το ζεύγος Gavrilescu) δεν κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ούτε παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ενώ η εναγόμενη της κύριας δίκης (Volksbank Romania) κατέθεσε γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις εστιάζοντας, ως επί το πλείστον, στο ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο θα καλείτο τελικώς να αποφανθεί επί των ζητημάτων ουσίας που του θέτει το αιτούν δικαστήριο, μολονότι οι διάδικοι της κύριας δίκης ουδόλως ή στοιχειωδώς επιχειρηματολόγησαν επ’ αυτών. Μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι η περίπτωση αυτή δεν συνιστά την ιδανική πορεία μιας δίκης.
43. Δεύτερον και βασικότερον, οι διάδικοι της δίκης στο πλαίσιο της οποίας πρόκειται να εφαρμοστεί η απόφαση του Δικαστηρίου (είτε από το αιτούν δικαστήριο είτε από άλλα δικαστήρια) θα στερούνταν, κατ’ ουσίαν, τη δυνατότητα συμμετοχής στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Εκτιμώ ότι τούτο θα συνιστούσε καταστρατήγηση ή τουλάχιστον ανορθόδοξη διεξαγωγή της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Μέχρι να παραπεμφθούν ενώπιον του Δικαστηρίου παρόμοιες εκκρεμείς ή μέλλουσες υποθέσεις, οι υποθέσεις αυτές δεν είναι –από την άποψη του Δικαστηρίου– «ώριμες» προς εκδίκαση (22).
δ) Η αρχή της δικονομικής αυτονομίας
44. Η προτεινόμενη εν προκειμένω ερμηνεία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ ευθυγραμμίζεται, εξάλλου, περισσότερο με την αρχή της δικονομικής αυτοτέλειας. Κατά πάγια νομολογία, ελλείψει συναφών κανόνων της Ένωσης, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να θεσπίσει δικονομικούς κανόνες περί ενδίκων διαδικασιών που σκοπούν στη διαφύλαξη δικαιωμάτων ιδιωτών, υπό τον όρον, ωστόσο, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους διέποντες παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (23).
45. Εκτιμώ ότι στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως πληρούνται αμφότερες οι ανωτέρω προϋποθέσεις. Κατά την αντίληψή μου, το άρθρο 406 του ρουμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται κατά πανομοιότυπο τρόπο στις διαδικασίες για παράβαση κανόνων του δικαίου της Ένωσης και στις διαδικασίες για παράβαση κανόνων του εθνικού δικαίου (24). Εξάλλου, δεν θα μπορούσε ευλόγως να υποστηριχθεί ότι η εν λόγω διάταξη καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η ενωσιακή έννομη τάξη: τα πρόσωπα τα οποία προβάλλουν παράβαση της οδηγίας 93/13 πρέπει απλώς να συνεχίσουν τη δίκη που έχει ήδη αρχίσει προκειμένου να εξεταστεί το αίτημά τους από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια.
46. Είναι αλήθεια ότι, στο πεδίο της προστασίας των καταναλωτών, το Δικαστήριο έχει εισαγάγει ορισμένους περιορισμούς επί της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, προκειμένου να προστατεύονται δεόντως τα δικαιώματα των καταναλωτών, δεδομένου ότι αυτοί βρίσκονται γενικώς σε μειονεκτική θέση έναντι των επαγγελματιών (25). Ωστόσο, οι παρεκκλίσεις αυτές αφορούσαν περιπτώσεις στις οποίες οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες καθιστούσαν δυσχερή ή αδύνατη, στο πλαίσιο των υφισταμένων δικαστικών διαδικασιών, την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Τούτο συνέβαινε, ειδικότερα, διότι ο καταναλωτής αγνοούσε δικαιώματά του ή συναντούσε δυσχέρειες κατά την άσκησή τους (26) (για παράδειγμα, λόγω μη παροχής του δικαιώματος ακροάσεως ή επειδή δεν του επιτρεπόταν να επικαλεστεί τις διατάξεις της οδηγίας 93/13 ή επειδή ο δικαστής δεν διέθετε την εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ζητήματα της εν λόγω οδηγίας) (27). Η θετική πράξη, συνεπώς, του εθνικού δικαστηρίου «αντιστάθμιζε» την αδυναμία του καταναλωτή να προασπίζεται σωστά τα δικαιώματά του στο πλαίσιο των ενδίκων διαδικασιών.
47. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, το ζεύγος Gavrilescu ήταν πλήρως ενημερωμένο για τα δικαιώματα που η οδηγία 93/13 παρέχει στους καταναλωτές, δεδομένου ότι κίνησε ένδικη διαδικασία με σκοπό την προβολή των δικαιωμάτων που υποστηρίζει ότι έχει βάσει της συγκεκριμένης οδηγίας. Στη συνέχεια, ωστόσο, το εν λόγω ζεύγος συνειδητά αποφάσισε να παραιτηθεί από τη δίκη, επειδή –υποθέτω– θεώρησε ικανοποιητική τη συμβιβαστική πρόταση της τράπεζας. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει άγνοια ή δυσχέρεια προβολής δικαιώματος από τον καταναλωτή την οποία πρέπει να «αντισταθμίσει» η θετική πράξη του εθνικού δικαστηρίου.
48. Επιπροσθέτως, η ενεργός παρέμβαση του εθνικού δικαστηρίου στην υπόθεση της κύριας δίκης θα είχε ως αποτέλεσμα την αγνόηση της σαφούς βουλήσεως του καταναλωτή και την εναντίωση προς αυτήν. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως επισημάνει ότι η ενέργεια του εθνικού δικαστηρίου στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να αντιβαίνει στη σαφή βούληση των ενδιαφερομένων καταναλωτών (28).
49. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η εξέλιξη που σημειώθηκε στην υπόθεση της κύριας δίκης σε καμία περίπτωση δεν είναι ασυνήθης ή παράδοξη: συχνά οι ενάγοντες προσφεύγουν στη δικαιοσύνη επιδιώκοντας ακριβώς να εξαναγκάσουν τους εναγομένους να ικανοποιήσουν τα αιτήματά τους ή, τουλάχιστον, να τους παρακινήσουν να αρχίσουν διαπραγματεύσεις ενόψει πιθανού συμβιβασμού. Η παραίτηση, συνεπώς, από τη δίκη οφείλεται συχνά στο γεγονός ότι ικανοποιήθηκαν πλήρως ή επαρκώς τα αιτήματα του ενάγοντος στο πλαίσιο εξωδικαστικού συμβιβασμού. Εξάλλου, δεν αποκλείεται ο ενάγων να αποφάσισε να παραιτηθεί κατόπιν σταθμίσεως της δικαστικής διαδικασίας με όρους κόστους/οφέλους, συνυπολογίζοντας τις πιθανότητες επιτυχούς εκβάσεώς της.
50. Είναι σαφές ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο καταναλωτής μπορεί να συνειδητοποιήσει, κατά τη διάρκεια της δίκης, ότι είναι πιθανό να ηττηθεί, είτε εν όλω είτε εν μέρει. Υπό τις συνθήκες αυτές, η «αναγκαστική» συνέχιση της διαδικασίας –απορρέουσα από την άρνηση του εθνικού δικαστηρίου να λάβει υπόψη του τη βούληση των διαδίκων– θα μπορούσε να οδηγήσει σε «αντίστροφο» αποτέλεσμα: σε περίπτωση ήττας του καταναλωτή, η τράπεζα θα δικαιούτο να αποσύρει την αρχική της προσφορά και, ενδεχομένως, να αναζητήσει από τον καταναλωτή τα δικαστικά της έξοδα (συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων εξόδων που συνεπάγεται η «αναγκαστική» συνέχιση της διαδικασίας).
51. Στην πραγματικότητα, τούτο θα μπορούσε κάλλιστα να συμβεί εν προκειμένω. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι οι δύο κατηγορίες συμβατικών ρητρών, που αμφισβητούνται από τους ενάγοντες της κύριας δίκης ως καταχρηστικές, αντιβαίνουν πράγματι στις διατάξεις της οδηγίας 93/13. Όσον αφορά τις ρήτρες που επιβάλλουν την εξόφληση του δανείου στο νόμισμα στο οποίο συνομολογήθηκε το δάνειο και που, ως εκ τούτου, εκθέτουν έως έναν βαθμό τους καταναλωτές σε «συναλλαγματικό κίνδυνο», διάφορα στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι ρήτρες αυτές εκφεύγουν του ελέγχου καταχρηστικότητας, καθώς αφορούν «το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 (29). Εξάλλου, όσον αφορά τη ρήτρα που επιτρέπει στην τράπεζα να μετατρέψει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το δάνειο στο εθνικό νόμισμα –μολονότι κατά πάσα πιθανότητα αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 (30)– το ενδεχόμενο να είναι καταχρηστική είναι, μολοντούτο, κάθε άλλο παρά προφανές (31).
52. Αφής στιγμής, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, η τράπεζα ικανοποίησε σε μεγάλο βαθμό τα αιτήματα του ζεύγους Gavrilescu, στο πλαίσιο του συμβιβασμού που επήλθε μεταξύ τους, χάριν υποθέσεως μόνο θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα αν θα ήταν σώφρον για τους ίδιους να συνεχίσουν τη δίκη. Μολονότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να τοποθετηθεί επί του συγκεκριμένου ζητήματος, είναι αναμφισβήτητο ότι, σε πολλές περιπτώσεις, η αυτεπάγγελτη παρέμβαση του εθνικού δικαστηρίου θα αντέκειτο στη βούληση των διαδίκων και θα συνέτεινε, τελικώς, στη διακύβευση και όχι στην επίτευξη του σκοπού της προστασίας του αδύναμου διαδίκου.
53. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ την οποία προτείνει το αιτούν δικαστήριο όχι μόνον αντιβαίνει στο γράμμα και στον σκοπό της διατάξεως αυτής, αλλά φαίνεται, επίσης, ασυμβίβαστη με ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης. Εξάλλου, η θετική παρέμβαση του εθνικού δικαστή, αντί να αποκαθιστά την ισορροπία στη σχέση καταναλωτή και επαγγελματία, ενδέχεται, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποβαίνει εις βάρος του καταναλωτή.
ε) Η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να διακριθεί από την υπόθεση Matei
54. Τέλος, θα ήθελα απλώς να σημειώσω ότι η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να διακριθεί από την υπόθεση Matei (32), η οποία μνημονεύεται κατ’ επανάληψη στη διάταξη περί παραπομπής. Στην υπόθεση εκείνη, το αιτούν δικαστήριο ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι, παρά το γεγονός ότι είχε επιτευχθεί συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων, το αιτούν δικαστήριο δεν μπορούσε να επικυρώσει τον συγκεκριμένο συμβιβασμό διότι αυτός δεν ήταν συμβατός με το εθνικό δίκαιο. Συνακολούθως, είχε γίνει δεκτό ότι η υπόθεση παρέμενε εκκρεμής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, όπως αναγνώρισε το αιτούν δικαστήριο με τα έγγραφα που απέστειλε στο Δικαστήριο, οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από δίκη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
55. Εξάλλου, ενώ στην υπόθεση Matei ο συμβιβασμός των μερών θα επικυρωνόταν με δικαστική απόφαση (αποκτώντας δυνητικά ισχύ δεδικασμένου), στην παρούσα υπόθεση το ζεύγος Gavrilescu διατηρεί το δικαίωμα να κινήσει εκ νέου διαδικασία αν θεωρήσει ότι οι συμβατικές ρήτρες που συνομολογήθηκαν στο πλαίσιο του συμβιβασμού με τη Volksbank αντιβαίνουν στις διατάξεις της οδηγίας 93/13.
στ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
56. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία ικανά να θέσουν εν αμφιβόλω τη συμβατότητα εθνικού δικονομικού κανόνα, όπως ο επίμαχος στο πλαίσιο της κύριας δίκης, με το δίκαιο της Ένωσης. Υπό το φως των ανωτέρω, είμαι της γνώμης ότι δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ εθνικοί δικονομικοί κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν παραίτηση από τη δίκη μετά την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, ακόμη και αν η παραίτηση αυτή στερεί στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί του προβαλλομένου καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικών ρητρών.
57. Η προτεινόμενη απάντηση στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα φαίνεται επαρκής για την επίλυση της υπό κρίση υποθέσεως: δεδομένου ότι ενώπιον του Judecătoria Câmpulung (πρωτοδικείο του Câmpulung) δεν εκκρεμεί πλέον διαφορά, παρέλκει η απάντηση επί των λοιπών προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Εντούτοις, δεδομένου ότι το έκτο προδικαστικό ερώτημα συνδέεται στενά με το πέμπτο, χάριν πληρότητας θα προχωρήσω στην εξέταση του ζητήματος που εγείρεται με το συγκεκριμένο ερώτημα.
3. Εθνικές διατάξεις βάσει των οποίων δύναται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να ελέγξει διάταξη περί αναστολής της διαδικασίας
58. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 267 ΣΛΕΕ δεν απαγορεύει οι αποφάσεις δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις μπορούν να προσβληθούν βάσει του εσωτερικού δικαίου και το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως να εξακολουθούν να υπόκεινται στα προβλεπόμενα από το εθνικό δίκαιο τακτικά ένδικα μέσα, τα οποία επιτρέπουν στο ανώτερο δικαστήριο να αποφανθεί αυτό το ίδιο επί της διαφοράς, η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο της προδικαστικής παραπομπής, και να αναλάβει, επομένως, την ευθύνη να διασφαλίσει την τήρηση του δικαίου της Ένωσης (33).
59. Στοιχιζόμενο προς την εν λόγω αρχή, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει κατά το παρελθόν –για παράδειγμα στην υπόθεση Pohotovosť (34) και στην υπόθεση BNP Paribas Personal Finance και Facet (35)– ότι δίκη μπορεί να καταστεί άνευ αντικειμένου στην περίπτωση κατά την οποία το δικάζον σε δεύτερο βαθμό δικαστήριο αποφασίσει, βάσει των εφαρμοστέων εθνικών δικονομικών κανόνων, να ανατρέψει την άρνηση του αιτούντος δικαστηρίου να λάβει υπόψη την παραίτηση του επισπεύδοντος της κύριας δίκης και να διατάξει την ανάκληση της υποβληθείσας από το ως άνω δικαστήριο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
60. Μολονότι η διατύπωση της αποφάσεως Pohotovost’ (36) μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να δημιουργεί την εντύπωση ότι καταλείπεται στο Δικαστήριο ορισμένη διακριτική ευχέρεια ως προς το αν, σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί εν τέλει να αποφασίσει τη συνέχιση της διαδικασίας, μια τέτοια ερμηνεία της αποφάσεως θα ήταν προφανώς εσφαλμένη.
61. Η διακριτική ευχέρεια της οποίας απολαύει το Δικαστήριο στο πλαίσιο αυτό –και στην οποία αναφέρεται η απόφαση Pohotovost’– αφορά αποκλειστικώς την κρισιμότητα, το βάρος και την αξιοπιστία των στοιχείων που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει, από τους διαδίκους ή από άλλα δικαστήρια πέραν του αιτούντος δικαστηρίου, σε σχέση με το γεγονός ότι η κύρια δίκη έχει καταργηθεί ή καταστεί άνευ αντικειμένου.
62. Πράγματι, όσον αφορά την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, βρισκόμαστε ενώπιον καταστάσεως «δυοίν θάτερον»: είτε η Συνθήκη παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία (και επιβάλλει σε αυτό την υποχρέωση) να εκδικάσει την υπόθεση είτε όχι. Αφενός, υπό την προϋπόθεση ότι έχει αρμοδιότητα και ότι η αίτηση είναι παραδεκτή, το Δικαστήριο υποχρεούται να επιλαμβάνεται όλων των υποθέσεων που παραπέμπονται ενώπιόν του βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (37). Αφετέρου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει ότι θα εκδικάσει μια υπόθεση όταν αυτή δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του.
63. Επομένως, οσάκις από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η κύρια δίκη έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, το Δικαστήριο υποχρεούται να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο. Τούτο ακριβώς συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, αφής στιγμής το ίδιο το αιτούν δικαστήριο γνωστοποίησε στο Δικαστήριο την –νόμιμη, βάσει του εθνικού δικαίου– παραίτηση των εναγόντων από τη δίκη.
64. Κυρίως, όμως, λόγω αυτής ακριβώς της αρνήσεως του αιτούντος δικαστηρίου να αντλήσει τις συνέπειες από την παραίτηση των εναγόντων από τη δίκη, το δικάζον σε δεύτερο βαθμό δικαστήριο επέκρινε τη διάταξή του αιτούντος δικαστηρίου περί αναστολής της διαδικασίας. Η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν αφορούσε –όπως υπογράμμισε η Ρουμανική Κυβέρνηση– τις πτυχές της διατάξεως που άπτονταν της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
65. Επομένως, η περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης ομοιάζει με εκείνη που εξέτασε το Δικαστήριο, για παράδειγμα, στην υπόθεση Nationale Loterij (38) και στην υπόθεση Cloet και Cloet (39): το δικάζον σε δεύτερο βαθμό δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε την επίμαχη εθνική διάταξη κατά τρόπον ώστε να κρίνει απλώς και μόνον τη διαφορά αυτή καθ’ εαυτήν βάσει κανόνων που δεν προϋπέθεταν καμία ερμηνεία διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας. Σε αντίθεση με την περίπτωση της υποθέσεως Cartesio (40), ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνικός δικονομικός κανόνας ούτε ερμηνεύθηκε ούτε εφαρμόστηκε κατά τρόπον ώστε το αιτούν δικαστήριο να στερηθεί τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
66. Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρώ ότι δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ εθνικοί δικονομικοί κανόνες βάσει των οποίων δύναται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να ελέγξει, στο πλαίσιο της εκδικάσεως ενδίκου μέσου, διάταξη περί αναστολής της διαδικασίας, ακόμη και αν με τη διάταξη αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αποφασίσει να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο.
4. Καταληκτικές παρατηρήσεις
67. Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πέμπτο και στο έκτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ εθνικοί δικονομικοί κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν παραίτηση από τη δίκη μετά την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, ακόμη και αν, συνεπεία τούτου, το εθνικό δικαστήριο στερείται τη δυνατότητα να αποφανθεί επί του προβαλλομένου καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικών ρητρών. Δεν αντιβαίνουν, εξάλλου, στην εν λόγω διάταξη εθνικοί δικονομικοί κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο να ελέγξει, στο πλαίσιο της εκδικάσεως ενδίκου μέσου, διάταξη περί αναστολής της διαδικασίας προκειμένου να εξακριβώσει αν η υπόθεση παραμένει εκκρεμής, ακόμη και αν με τη διάταξη αυτήν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αποφασίσει να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο.
68. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι πλέον αρμόδιο να απαντήσει στα τέσσερα πρώτα προδικαστικά ερωτήματα. Αφής στιγμής οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν παραίτηση από τη δίκη είναι συμβατοί με το δίκαιο της Ένωσης, δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής διαφορά ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Συνεπώς, τα συγκεκριμένα προδικαστικά ερωτήματα έχουν πλέον καταστεί υποθετικά. Για τον λόγο αυτό, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί, σύμφωνα με το άρθρο 100, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ότι παρέλκει η απάντηση επί του πρώτου, του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος.
IV. Πρόταση
69. Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το Judecătoria Câmpulung (πρωτοδικείο του Câmpulung, Ρουμανία) ως εξής:
– δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ εθνικοί δικονομικοί κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν παραίτηση από τη δίκη μετά την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, ακόμη και αν, συνεπεία τούτου, το εθνικό δικαστήριο στερείται τη δυνατότητα να αποφανθεί επί του προβαλλομένου καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικών ρητρών·
– δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ εθνικοί δικονομικοί κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο να ελέγξει, στο πλαίσιο της εκδικάσεως ενδίκου μέσου, διάταξη περί αναστολής της διαδικασίας προκειμένου να εξακριβώσει αν η υπόθεση παραμένει εκκρεμής, όταν με τη διάταξη αυτήν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αποφασίσει να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 Οδηγία του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).
3 Εσχάτως, αναδημοσιεύθηκε στη Monitorul Oficial al României, Μέρος I, αριθ. 543, της 3ης Αυγούστου 2012.
4 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Gullotta και Farmacia di Gullotta Davide & C. (C‑497/12, EU:C:2015:168, σημεία 16 έως 19 όπου και περαιτέρω παραπομπές).
5 Βλ. άρθρο 100, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
6 Βλ., ειδικότερα, διάταξη της 5ης Ιουνίου 2014, Antonio Gramsci Shipping κ.λπ. (C‑350/13, EU:C:2014:1516, σκέψη 10 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
7 Βλ., αντί πολλών, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, Unió de Pagesos de Catalunya (C‑197/10, EU:C:2011:590, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
8 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Pohotovosť (C‑470/12, EU:C:2014:101, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
9 Βλ., προσφάτως, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση British Airways κατά Επιτροπής (C‑122/16 P, EU:C:2017:406, σημεία 84 και 85 όπου και περαιτέρω παραπομπές). Γενικώς, για τη σημασία της εν λόγω αρχής, βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Belov (C‑394/11, EU:C:2012:585, σημείο 45, υποσημείωση 39): «Η αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία η κίνηση, περάτωση και διαμόρφωση της διαδικασίας επαφίεται στους διαδίκους, ισχύει στην (πολιτική) δικονομία πολλών κρατών μελών και παρέχει, παραδείγματος χάριν, στους διαδίκους τη δυνατότητα να περατώσουν μια διαφορά με συμβιβασμό, παραιτούμενοι της εκδόσεως αποφάσεως».
10 Βλ., ειδικότερα, άρθρο 148 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Επί προσφυγής, βλ. διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Μαρτίου 1996, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑120/94, EU:C:1996:116, σκέψεις 5 έως 13).
11 Για να δώσω ένα μόνο παράδειγμα, οι κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: ΠΟΕ) ορίζουν: «Προτιμώνται σαφώς λύσεις αμοιβαία αποδεκτές από τα μέρη και σύμφωνες με τις καλυπτόμενες συμφωνίες [ΠΟΕ] [έναντι υπαγωγής μιας υποθέσεως στον μηχανισμό επιλύσεως διαφορών]» (η υπογράμμιση δική μου) (βλ. άρθρο 3.7 του μνημονίου συμφωνίας σχετικά με τους κανόνες και τις διαδικασίες που διέπουν την επίλυση των διαφορών).
12 Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 21ης Απριλίου 1998, Pardini (338/85, EU:C:1988:194, σκέψεις 10 και 11), και Lourenço Dias (C‑343/90, EU:C:1992:327, σκέψη 18).
13 Βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Ιουνίου 1995, Zabala κ.λπ. (C‑422/93 έως C‑424/93, EU:C:1995:183, σκέψη 30).
14 Βλ. αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 1998, Djabali (C‑314/96, EU:C:1998:104, σκέψεις 15 έως 23), και της 20ής Ιανουαρίου 2005, García Blanco (C‑225/02, EU:C:2005:34, σκέψεις 29 έως 32).
15 Βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Μαΐου 2001, TNT Traco (C‑340/99, EU:C:2001:281, σκέψη 34).
16 Βλ., συναφώς, διατάξεις της 10ης Ιουνίου 2011, Mohammad Imran (C‑155/11 PPU, EU:C:2011:387, σκέψεις 16 έως 22), και της 22ας Οκτωβρίου 2012, Šujetová (C‑252/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:653, σκέψεις 10 επ.).
17 Βλ. απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2005, García Blanco (C‑225/02, EU:C:2005:34, σκέψεις 22 έως 24 και 30 έως 32). Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην ίδια υπόθεση (EU:C:2004:669, σημείο 34).
18 Βλ., ιδίως, διάταξη της 10ης Ιουνίου 2011, Mohammad Imran (C‑155/11 PPU, EU:C:2011:387, σκέψεις 19 και 20).
19 Βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 12 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
20 Βλ., συναφώς, απόφαση της 3ης Ιουλίου 2014, Da Silva (C‑189/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2043, σκέψη 34).
21 Σημείο 25 (η υπογράμμιση δική μου) (ΕΕ 2016, C 439, σ. 1).
22 Εν προκειμένω, δανείζομαι έναν όρο ο οποίος συνήθως χρησιμοποιείται στο αμερικανικό δίκαιο. Το Court of Appeal for the Second Circuit των Ηνωμένων Πολιτειών επισήμανε με απόφασή του ότι «η αρχή της συνταγματικής ωριμότητας [...] περιορίζει τη δικαστική εξουσία. Αποτρέπει τα δικαστήρια από το να αποφαίνονται in vitro και να διατυπώνουν γενικεύσιμους κανόνες παρά μόνον αν αυτό είναι αναγκαίο για την επίλυση μιας πραγματικής διαφοράς [...] Ο δείκτης ωριμότητας μιας υποθέσεως προς εκδίκαση αποτελεί, επομένως, ένα εργαλείο που μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα δικαστήρια προκειμένου να ενισχύσουν την ακρίβεια των αποφάσεών τους και να αποφύγουν να εμπλακούν σε ένδικες διαδικασίες οι οποίες ενδέχεται αργότερα να αποδειχθούν περιττές ή προαπαιτούν εξέταση συνταγματικών, ιδίως, ζητημάτων τα οποία συν τω χρόνω μπορεί να καταστούν πιο απλά ή λιγότερο αμφιλεγόμενα» [βλ. Simmonds κατά Immigration and Naturalization Service, 326 F.3d 351, 357 (2d Cir. 2003)]. Κατά την άποψή μου, η συλλογιστική αυτή ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, και στην παρούσα υπόθεση.
23 Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Bensada Benallal (C‑161/15, EU:C:2016:175, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
24 Βλ., ομοίως, απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2016, Danqua (C‑429/15, EU:C:2016:789, σκέψη 30).
25 Βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Gutiérrez Naranjo κ.λπ. (C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, EU:C:2016:980, σκέψη 56).
26 Βλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006, Mostaza Claro (C‑168/05, EU:C:2006:675, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27 Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C‑415/11, EU:C:2013:164), της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C‑618/10, EU:C:2012:349), και της 9ης Νοεμβρίου 2010, VB Pénzügyi Lízing (C‑137/08, EU:C:2010:659).
28 Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM (C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 33 και διατακτικό), και της 21ης Φεβρουαρίου 2013, Banif Plus Bank (C‑472/11, EU:C:2013:88, σκέψη 35). Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Duarte Hueros (C‑32/12, EU:C:2013:128, σημείο 53), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Sales Sinués και Drame Ba (C‑381/14 και C‑385/14, EU:C:2016:15, σημεία 69 και 70).
29 Επ’ αυτού, βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Andriciuc κ.λπ. (C‑186/16, EU:C:2017:313, σημεία 34 έως 59).
30 Πρώτον, ρήτρα όπως η επίμαχη δεν φαίνεται να αφορά τον πυρήνα της συμβατικής σχέσεως μεταξύ της τράπεζας και του καταναλωτή αλλά δευτερεύουσα πτυχή της. Η ρήτρα αυτή φαίνεται, πράγματι, να έχει παρεπόμενο χαρακτήρα στη γενικότερη οικονομία της συμβάσεως: παρέχει απλώς στον δανειστή την εξουσία να μετατρέπει το ποσό του δανείου από το ένα νόμισμα στο άλλο. Όπως επίσης προκύπτει, η εν λόγω ρήτρα μπορεί να διαχωρισθεί από τη λοιπή σύμβαση: εάν η ρήτρα αυτή δεν υπήρχε, τα βασικά χαρακτηριστικά της συμβάσεως δανείου θα παρέμεναν αναλλοίωτα. Δεύτερον, η επίδικη ρήτρα δεν φαίνεται να αφορά το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου. Η υπό εξέταση ρήτρα δεν προβλέπει την παροχή κάποιας υπηρεσίας εκ μέρους της τράπεζας ως αντάλλαγμα προς υποχρέωση που υπέχουν οι καταναλωτές. Το δικαίωμα που παρέχεται στην τράπεζα –το οποίο μπορεί να ασκηθεί μονομερώς κατά την κρίση της τράπεζας και δεν συνοδεύεται από αναγνώριση ανάλογης εξουσίας υπέρ των καταναλωτών– δεν μπορεί συνεπώς να συνιστά «αμοιβή» της οποίας το ανάλογο έναντι παρεχομένης από τον δανειστή υπηρεσίας θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εκτιμήσεως. Επί των συγκεκριμένων ζητημάτων βλ., γενικώς, αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C‑26/13, EU:C:2014:282, σκέψεις 36 έως 59), και της 23ης Απριλίου 2015, Van Hove (C‑96/14, EU:C:2015:262, σκέψεις 33 έως 39).
31 Συναφώς, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει, μεταξύ άλλων, κατά πόσον η ασυμμετρία που ενδεχομένως προκαλείται μεταξύ των μερών λόγω της συγκεκριμένης ρήτρας είναι, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, «εις βάρος του καταναλωτή». Τούτο δεν είναι προφανές: ο σκοπός του άρθρου 4.2 των γενικών όρων της συμβάσεως δανείου της υπό κρίση υποθέσεως, όπως αυτός ορίζεται ρητώς, είναι «να μην επιτείνεται η έκθεση [των καταναλωτών] στον συναλλαγματικό κίνδυνο». Η συγκεκριμένη ρήτρα έχει, συνεπώς, ως αποτέλεσμα, τουλάχιστον έμμεσο, την προστασία του καταναλωτή. Αναμφισβήτητα είναι προς το συμφέρον της τράπεζας να μην οδηγηθεί ο καταναλωτής σε αθέτηση των υποχρεώσεών του λόγω σημαντικής υποτιμήσεως του εθνικού νομίσματος έναντι του ξένου στο οποίο, ωστόσο, συνομολογήθηκε το δάνειο.
32 Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei (C‑143/13, EU:C:2015:127, σκέψεις 37 έως 42).
33 Βλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, X και van Dijk (C‑72/14 και C‑197/14, EU:C:2015:564, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
34 Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Pohotovosť (C‑470/12, EU:C:2014:101, σκέψη 33).
35 Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Σεπτεμβρίου 2013, BNP Paribas Personal Finance και Facet (C‑564/12, EU:C:2013:642).
36 Η σκέψη 33 της αποφάσεως έχει ως εξής: «Μόνο σε περίπτωση που το δικάζον σε δεύτερο βαθμό δικαστήριο αποφάσιζε, βάσει των εφαρμοστέων εθνικών δικονομικών κανόνων, να ανατρέψει την άρνηση του αιτούντος δικαστηρίου να λάβει υπόψη την παραίτηση του επισπεύδοντος της κύριας δίκης και να διατάξει την ανάκληση της υποβληθείσας από το αιτούν δικαστήριο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως θα μπορούσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο να αντλήσει τα κατάλληλα συμπεράσματα από την ως άνω απόφαση, προχωρώντας ενδεχομένως στη διαγραφή της υποθέσεως από το πινάκιο του Δικαστηρίου, έχοντας λάβει, αν χρειάζεται, τις σχετικές παρατηρήσεις του αιτούντος δικαστηρίου» (η υπογράμμιση δική μου).
37 Βλ. αποφάσεις της 19ηςΔεκεμβρίου 1968, De Cicco (19/68, EU:C:1968:56, σ. 478), και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus (C‑421/14, EU:C:2017:60, σκέψη 29).
38 Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2016, Nationale Loterij (C‑667/15, EU:C:2016:958).
39 Διάταξη της 4ης Ιουνίου 2009, Cloet και Cloet (C‑129/08, EU:C:2009:347).
40 Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Cartesio (C‑210/06, EU:C:2008:723).
Full & Egal Universal Law Academy