ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 6ης Ιουλίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑650/15 P
Polyelectrolyte Producers Group GEIE (PPG)
SNF SAS
κατά
Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων
«Αίτηση αναιρέσεως — Κανονισμός (ΕΚ) 1907/2006 (κανονισμός REACH) — Άκρως ανησυχητικές ουσίες — Κατάρτιση καταλόγου ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV (κατάλογος ουσιών που υπόκεινται σε αδειοδότηση) — Απόφαση περί χαρακτηρισμού του ακρυλαμιδίου ως ουσίας που πληροί τα κριτήρια εγγραφής στον κατάλογο — Άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ — Εξαίρεση — Έννοια του “ενδιάμεσου προϊόντος” — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Αρχή της αναλογικότητας»
1.
Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως ασκείται κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Σεπτεμβρίου 2015, PPG και SNF κατά ΕΟΧΠ ( 2 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Με την εν λόγω απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που άσκησαν ο Polyelectrolyte Producers Group GEIE (στο εξής: PPG) και η SNF SAS (στο εξής: SNF) με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (στο εξής: ΕΟΧΠ ή Οργανισμός) (ED/68/2009) με την οποία το ακρυλαμίδιο (ΕΚ 201‑173-7) χαρακτηρίστηκε ως άκρως ανησυχητική ουσία (στο εξής: ΑΑΟ) που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 57 του κανονισμού REACH ( 3 ) και εγγράφηκε στον κατάλογο των ουσιών που είναι υποψήφιες προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV του εν λόγω κανονισμού (στο εξής: επίδικη απόφαση).
2.
Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να ερμηνεύσει το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού REACH, το οποίο εξαιρεί τα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα και τα μεταφερόμενα ενδιάμεσα προϊόντα στις εγκαταστάσεις παρασκευής από τον τίτλο VII του εν λόγω κανονισμού. Ο εν λόγω τίτλος αφορά τις ΑΑΟ και θεσπίζει τους κανόνες και τις εφαρμοστέες διαδικασίες, πρώτον, για τον προσδιορισμό των εν λόγω ουσιών και την ενδεχόμενη εγγραφή τους στον κατάλογο των ουσιών που υπόκεινται σε αδειοδότηση και, δεύτερον, για την αδειοδότησή τους, εφόσον περιληφθούν στον εν λόγω κατάλογο. Στο πλαίσιο της εν λόγω αναλύσεως το Δικαστήριο θα κληθεί να προσδιορίσει την έννοια του «ενδιάμεσου προϊόντος» καθώς και να διαπιστώσει εάν οι ενδιάμεσες χρήσεις των ουσιών θα πρέπει λαμβάνονται υπόψη κατά τον χαρακτηρισμό μιας ΑΑΟ.
Ο κανονισμός REACH
3.
Σκοπός του κανονισμού REACH είναι να εξασφαλίσει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος. Τούτο συμπεριλαμβάνει την προαγωγή εναλλακτικών μεθόδων αξιολογήσεως των κινδύνων ουσιών, καθώς και την ελεύθερη κυκλοφορία αυτών εντός της εσωτερικής αγοράς, με παράλληλη ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας ( 4 ).
4.
Η αιτιολογική σκέψη 12 επισημαίνει ότι σκοπός του κανονισμού REACH είναι να «ενθαρρυνθεί και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εξασφαλισθεί ότι οι [ΑΑΟ] θα αντικατασταθούν τελικά από λιγότερο επικίνδυνες ουσίες ή τεχνολογίες όταν υπάρχουν κατάλληλες εναλλακτικές λύσεις που είναι τεχνικά και οικονομικά βιώσιμες».
5.
Στην αιτιολογική σκέψη 22 σημειώνεται ότι οι διατάξεις για την αδειοδότηση «θα πρέπει να εξασφαλίζουν την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενώ παράλληλα θα διασφαλίζεται ότι ελέγχονται κατάλληλα οι κίνδυνοι από [ΑΑΟ]».
6.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 41, «για λόγους εφαρμοσιμότητας και λόγω του ειδικού χαρακτήρα τους θα πρέπει να ορισθούν ειδικές απαιτήσεις καταχώρισης για τα ενδιάμεσα προϊόντα».
7.
Στο άρθρο 2 θεσπίζονται οι εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού REACH. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, ορίζει ότι ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα μη απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα. Το άρθρο 2, παράγραφος 8, ορίζει ότι «τα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα στις εγκαταστάσεις παρασκευής και μεταφερόμενα ενδιάμεσα προϊόντα εξαιρούνται από:
α)
το κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙ, πλην των άρθρων 8 και 9, και
β)
τον τίτλο VII.»
8.
Το άρθρο 3 περιλαμβάνει τους ακόλουθους ορισμούς:
«1.
Ουσία: ένα χημικό στοιχείο και οι ενώσεις του σε φυσική κατάσταση ή όπως λαμβάνονται από οποιαδήποτε διεργασία παρασκευής, συμπεριλαμβανομένου κάθε προσθέτου που είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της σταθερότητάς της και κάθε πρόσμειξης που προέρχεται από τη χρησιμοποιούμενη διεργασία, αποκλειόμενου κάθε διαλύτη που μπορεί να διαχωριστεί, χωρίς να επηρεάσει τη σταθερότητα της ουσίας ή να μεταβάλει τη σύνθεσή της.
[…]
15.
Ενδιάμεσο προϊόν: ουσία η οποία παρασκευάζεται και καταναλώνεται ή χρησιμοποιείται αποκλειστικά στο πλαίσιο χημικών διεργασιών με σκοπό να μετατραπεί σε άλλη ουσία (στο εξής “σύνθεση”):
α)
μη απομονωμένο ενδιάμεσο προϊόν: ενδιάμεση ουσία η οποία, κατά τη σύνθεση, δεν αφαιρείται σκόπιμα (παρά μόνο για δειγματοληψία) από τον εξοπλισμό μέσα στον οποίο πραγματοποιείται η σύνθεση. Ο εξοπλισμός αυτός περιλαμβάνει το δοχείο αντίδρασης, τον βοηθητικό του εξοπλισμό, και κάθε άλλο εξοπλισμό μέσα από τον οποίο περνούν η ή οι ουσίες κατά τη διεργασία συνεχούς ροής ή ασυνεχούς ροής καθώς και τους σωλήνες για τη μεταφορά από το ένα δοχείο στο άλλο για το επόμενο βήμα της αντίδρασης, αλλά δεν περιλαμβάνει δεξαμενές ή άλλα δοχεία στα οποία φυλάσσονται η [ουσία] ή οι ουσίες μετά την παρασκευή·
β)
απομονωμένο ενδιάμεσο προϊόν στις εγκαταστάσεις παρασκευής: ενδιάμεση ουσία η οποία δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια του μη απομονωμένου ενδιάμεσου προϊόντος, υπό τον όρο ότι η παρασκευή του ενδιάμεσου προϊόντος και η σύνθεση άλλης ουσίας ή ουσιών από το συγκεκριμένο ενδιάμεσο προϊόν γίνεται στις ίδιες εγκαταστάσεις παρασκευής τις οποίες εκμεταλλεύονται μια ή περισσότερες νομικές οντότητες·
γ)
μεταφερόμενο απομονωμένο ενδιάμεσο προϊόν: ενδιάμεση ουσία η οποία δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια του μη απομονωμένου ενδιάμεσου προϊόντος και η οποία μεταφέρεται ή παραδίδεται σε άλλες εγκαταστάσεις.
16.
Εγκατάσταση: ενιαία τοποθεσία στην οποία, εάν υπάρχουν περισσότεροι του ενός παρασκευαστές ουσίας ή ουσιών, μέρος της υποδομής και των εγκαταστάσεων χρησιμοποιούνται από κοινού.
[…]»
9.
Ο τίτλος VII αφορά τη διαδικασία αδειοδοτήσεως. Κατά το άρθρο 55, σκοπός του εν λόγω τίτλου είναι «να εξασφαλισθεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, εξασφαλίζοντας ταυτοχρόνως ότι οι κίνδυνοι από τις [ΑΑΟ] ελέγχονται επαρκώς και ότι οι ουσίες αυτές αντικαθίστανται προοδευτικά από κατάλληλες εναλλακτικές οικονομικώς και τεχνικώς βιώσιμες ουσίες ή τεχνολογίες». Στο άρθρο 56, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, θεσπίζεται η γενική αρχή σύμφωνα με την οποία οι παρασκευαστές, εισαγωγείς ή οι μεταγενέστεροι χρήστες δεν διαθέτουν μια ουσία στην αγορά για χρήση ούτε τη χρησιμοποιούν οι ίδιοι, εάν η ουσία περιλαμβάνεται στο παράρτημα XIV (που επιγράφεται «Κατάλογος ουσιών που υπόκεινται σε αδειοδότηση»), εκτός εάν οι χρήσεις της ουσίας έχουν αδειοδοτηθεί.
10.
Κατά το άρθρο 57, οι ουσίες που μπορούν να εγγράφονται στο παράρτημα XIV είναι οι ακόλουθες:
«α)
ουσίες που ανταποκρίνονται στα κριτήρια ταξινόμησης ως καρκινογόνες κατηγορίας 1 ή 2, σύμφωνα με την οδηγία 67/548/ΕΟΚ [ ( 5 )],
β)
ουσίες που ανταποκρίνονται στα κριτήρια ταξινόμησης ως μεταλλαξιογόνες κατηγορίας 1 ή 2, σύμφωνα με την οδηγία 67/548/ΕΟΚ,
γ)
ουσίες που ανταποκρίνονται στα κριτήρια ταξινόμησης ως τοξικές για την αναπαραγωγή, κατηγορίας 1 ή 2, σύμφωνα με την οδηγία 67/548/ΕΟΚ,
δ)
ουσίες που είναι ανθεκτικές, βιοσυσσωρεύσιμες και τοξικές βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ του παρόντος κανονισμού,
ε)
ουσίες που είναι άκρως ανθεκτικές και άκρως βιοσυσσωρεύσιμες βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ του παρόντος κανονισμού,
στ)
ουσίες, όπως αυτές που έχουν ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής ή αυτές που έχουν ανθεκτικές, βιοσυσσωρεύσιμες και τοξικές ιδιότητες ή άκρως ανθεκτικές και άκρως βιοσυσσωρεύσιμες ιδιότητες, οι οποίες δεν πληρούν τα κριτήρια των στοιχείων δ) ή ε) και για τις οποίες υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία ότι είναι πιθανόν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον, οι οποίες προκαλούν ισοδύναμο επίπεδο ανησυχίας με εκείνο άλλων ουσιών που περιλαμβάνονται στα στοιχεία α) έως ε) και που καθορίζονται κατά περίπτωση, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 59.»
11.
Το άρθρο 59, παράγραφοι 2 έως 10, προβλέπει τη διαδικασία που εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό των ουσιών που ανταποκρίνονται στα κριτήρια του άρθρου 57 και για την κατάρτιση καταλόγου αυτών των υποψηφίων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV:
«2. Η [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τον Οργανισμό να εκπονήσει φάκελο, σύμφωνα με τα σχετικά σημεία του παραρτήματος XV, για ουσίες, οι οποίες, κατά τη γνώμη της, ανταποκρίνονται στα κριτήρια του άρθρου 57. Ο φάκελος μπορεί να περιορίζεται, ανάλογα με την περίπτωση, σε παραπομπή σε εγγραφή στο μέρος 3 του παραρτήματος VI του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008. Ο Οργανισμός θέτει τον εν λόγω φάκελο στη διάθεση των κρατών μελών.
3. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να εκπονεί φάκελο σύμφωνα με το παράρτημα XV για ουσίες οι οποίες κατά τη γνώμη του ανταποκρίνονται στα κριτήρια του άρθρου 57 και να τον διαβιβάζει στον Οργανισμό. Ο φάκελος μπορεί να περιορίζεται, ανάλογα με την περίπτωση, σε παραπομπή σε εγγραφή στο μέρος 3 του παραρτήματος VI του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008. Ο Οργανισμός θέτει τον φάκελο αυτό στη διάθεση των άλλων κρατών μελών εντός 30 ημερών από την παραλαβή του.
4. Ο Οργανισμός δημοσιεύει στον δικτυακό τόπο του ανακοίνωση ότι έχει καταρτισθεί φάκελος για μια ουσία σύμφωνα με το παράρτημα XV. Ο Οργανισμός καλεί όλους τους ενδιαφερομένους να του υποβάλουν σχόλια εντός καθορισμένης προθεσμίας.
5. Εντός 60 ημερών από την κυκλοφορία, τα υπόλοιπα κράτη μέλη ή ο Οργανισμός μπορούν να διατυπώνουν σχόλια σχετικά με τον προσδιορισμό της ουσίας βάσει του κριτηρίου του άρθρου 57 που περιλαμβάνεται στο φάκελο του Οργανισμού.
6. Εάν ο Οργανισμός δεν παραλάβει ή δεν διατυπώσει κανένα σχόλιο, εγγράφει την εν λόγω ουσία στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Ο Οργανισμός μπορεί να περιλαμβάνει την ουσία αυτή στις συστάσεις του δυνάμει του άρθρου 58, παράγραφος 3.
7. Όταν διατυπώνονται ή παραλαμβάνονται σχόλια, ο Οργανισμός παραπέμπει το φάκελο στην επιτροπή των κρατών μελών εντός 15 ημερών από τη λήξη της περιόδου των 60 ημερών που αναφέρεται στην παράγραφο 5.
8. Εάν, εντός 30 ημερών από την παραπομπή του φακέλου, η επιτροπή των κρατών μελών καταλήξει σε ομόφωνη συμφωνία σχετικά με τον προσδιορισμό, ο Οργανισμός μπορεί να συμπεριλάβει την ουσία αυτή στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Ο Οργανισμός μπορεί να περιλαμβάνει την ουσία αυτή στις συστάσεις που διατυπώνει δυνάμει του άρθρου 58, παράγραφος 3.
9. Εάν η επιτροπή των κρατών μελών δεν καταλήξει σε ομόφωνη συμφωνία, η Επιτροπή εκπονεί σχέδιο πρότασης για τον προσδιορισμό της ουσίας εντός τριών μηνών από την παραλαβή της γνώμης της επιτροπής των κρατών μελών. Η τελική απόφαση για τον προσδιορισμό της ουσίας λαμβάνεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 133, παράγραφος 3.
10. Ο Οργανισμός δημοσιεύει και επικαιροποιεί στον δικτυακό τόπο του τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αμελλητί μετά τη λήψη της απόφασης για την εγγραφή της ουσίας.»
Το ιστορικό της υποθέσεως
Η επίδικη απόφαση
12.
Ο PPG είναι ευρωπαϊκός όμιλος οικονομικού σκοπού που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των εταιριών παραγωγής ή εισαγωγής πολυηλεκτρολυτών, πολυακρυλαμιδίου ή άλλων πολυμερών που περιέχουν ακρυλαμίδιο. Ένα από τα μέλη του εν λόγω ομίλου είναι η εταιρία SNF.
13.
Το ακρυλαμίδιο είναι μονομερής ουσία που χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό του πολυακρυλαμιδίου με πολυμερισμό ( 6 ). Το πολυακρυλαμίδιο αποτελεί το υλικό που κατά κανόνα χρησιμοποιείται για την επεξεργασία των υδάτων, στη βιομηχανία χαρτιού, στη μεταλλουργία, στην πετρελαιοβιομηχανία, στη γεωργία, ως πρόσθετη ύλη στα υφάσματα, καθώς και στους τομείς των καλλυντικών και της σωματικής υγιεινής.
14.
Στις 25 Αυγούστου 2009, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών διαβίβασε στον ΕΟΧΠ φάκελο σχετικά με τον προσδιορισμό του ακρυλαμιδίου ως καρκινογενούς και μεταλλαξιογενούς ουσίας πληρούσας τα κριτήρια του άρθρου 57, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού REACH, με σκοπό να περιληφθεί η εν λόγω ουσία στον κατάλογο των υποψηφίων ουσιών για εγγραφή στο παράρτημα XIV του εν λόγω κανονισμού (στο εξής: κατάλογος υποψήφιων ουσιών). Στις 31 Αυγούστου 2009 ο ΕΟΧΠ δημοσίευσε στον διαδικτυακό τόπο του ανακοίνωση με την οποία κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του εν λόγω φακέλου. Κάλεσε επίσης τις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών να υποβάλουν συναφώς τις παρατηρήσεις τους.
15.
Στις 27 Νοεμβρίου 2009, η επιτροπή των κρατών μελών, στην οποία είχε υποβληθεί ο φάκελος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 59, παράγραφος 7, του κανονισμού REACH, κατέληξε σε ομόφωνη συμφωνία ως προς τον χαρακτηρισμό του ακρυλαμιδίου ως ΑΑΟ, καθόσον πληρούσε τα κριτήρια του άρθρου 57, στοιχεία αʹ και βʹ, του εν λόγω κανονισμού.
16.
Στις 22 Δεκεμβρίου 2009, ο εκτελεστικός διευθυντής του ΕΟΧΠ εξέδωσε την επίδικη απόφαση. Στις 30 Μαρτίου 2010 ο ΕΟΧΠ δημοσίευσε τον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών στον οποίο συμπεριλαμβανόταν το ακρυλαμίδιο.
Διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου
17.
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 10 Ιουνίου 2010, ο PPG και η SNF άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
18.
Με τη διάταξη της 21ης Σεπτεμβρίου 2011, PPG και SNF κατά ΕΟΧΠ ( 7 ), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη.
19.
Με την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ΕΟΧΠ ( 8 ), το Δικαστήριο αναίρεσε την εν λόγω διάταξη, ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
20.
Κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση περί απαραδέκτου που προβλήθηκε από τον ΕΟΧΠ και προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως ( 9 ).
21.
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, ο PPG και η SNF προέβαλαν ότι με την επίδικη απόφαση σημειώθηκε παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 59 του κανονισμού REACH. Υποστήριξαν ότι το ακρυλαμίδιο είναι ενδιάμεσο προϊόν το οποίο εξαιρείται από τον χαρακτηρισμό ως ΑΑΟ κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 59. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω επιχείρημα. Έκρινε ότι σύμφωνα με τον ορισμό του ενδιάμεσου προϊόντος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, σημείο 15, η ταξινόμηση ουσίας ως ενδιάμεσου προϊόντος εξαρτάται από τον σκοπό που επιδιώκεται με την παρασκευή και με τη χρήση της εν λόγω ουσίας. Το γεγονός ότι, σε συγκεκριμένη περίπτωση, μια ουσία διέπεται από το καθεστώς του ενδιάμεσου προϊόντος δεν σημαίνει ότι η εν λόγω ουσία πρέπει να εξαιρεθεί από τη διαδικασία προσδιορισμού των ουσιών που προβλέπεται από το άρθρο 59.
22.
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο PPG και η SNF προέβαλαν ότι ο ΕΟΧΠ υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, καθόσον δέχθηκε ότι δεν είναι ενδιάμεσες όλες οι χρήσεις του ακρυλαμιδίου. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο ΕΟΧΠ έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την εκτίμηση πραγματικών στοιχείων ιδιαίτερα περίπλοκων από επιστημονική ή τεχνική άποψη. Στον φάκελο που συνέταξε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών σύμφωνα με το παράρτημα XV του κανονισμού REACH εκτίθεται ότι ποσοστό που φθάνει το 99 % του χρησιμοποιηθέντος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ακρυλαμιδίου είχε χρησιμοποιηθεί ως ενδιάμεσο προϊόν στο πλαίσιο της παραγωγής πολυακρυλαμιδίων για πολλές εφαρμογές· ότι υπήρχαν και άλλες χρήσεις της εν λόγω ουσίας ως φορέα σε προϊόντα στεγανοποιήσεως και για την επιτόπια παρασκευή προϊόντων γέλης πολυακρυλαμιδίου· καθώς και ότι δεν ήταν δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι όλες οι χρήσεις του ακρυλαμιδίου οι οποίες μνημονεύονται από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στον φάκελο τον οποίο αυτό συνέταξε είχαν ενδιάμεσο χαρακτήρα.
23.
Όσον αφορά τον (αντλούμενο από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας) τρίτο λόγο ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι i) η αποχή από οποιαδήποτε ενέργεια· ii) η θέσπιση των περιορισμών που προβλέπονται από τον τίτλο VIII του κανονισμού REACH· και iii) οι κανόνες για την προστασία των εργαζομένων δεν μπορούν να θεωρηθούν ως κατάλληλα και/ή λιγότερο επαχθή μέτρα σε σχέση με τον χαρακτηρισμό του ακρυλαμιδίου ως ΑΑΟ.
24.
Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, ο PPG και η SNF προέβαλαν ότι ο ΕΟΧΠ παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως καθώς επιφύλαξε δυσμενέστερη μεταχείριση στο ακρυλαμίδιο σε σχέση με άλλες ευρισκόμενες σε πανομοιότυπη κατάσταση ουσίες οι οποίες δεν είχαν χαρακτηριστεί ως ΑΑΟ. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 59, παράγραφοι 2 και 3, εναπέκειτο στην Επιτροπή ή στα κράτη μέλη να επιλέξουν τις ουσίες που επρόκειτο να συμπεριληφθούν στο παράρτημα XIV. Ο ΕΟΧΠ δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί στον χαρακτηρισμό ουσίας ελλείψει φακέλου καταρτισθέντος από κράτος μέλος ή καταθέσεως αιτήματος για εκπόνηση τέτοιου φακέλου από την Επιτροπή, άλλως θα υπερέβαινε τις εξουσίες του. Επομένως, χαρακτηρίζοντας το ακρυλαμίδιο και όχι άλλες προβαλλόμενες συγκρίσιμες ουσίες ως ΑΑΟ, ο ΕΟΧΠ δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Δεν κρίθηκε απαραίτητη η παράθεση περαιτέρω αιτιολογιών σχετικά.
25.
Κατόπιν των ανωτέρω, με την απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2015 το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.
Η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
26.
Με αίτηση αναιρέσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Δεκεμβρίου 2015, ο PPG και η SNF ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να αποφανθεί οριστικώς και να ακυρώσει την επίδικη απόφαση ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο. Οι αναιρεσείοντες ζητούν επίσης από το Δικαστήριο να καταδικάσει τον ΕΟΧΠ στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δικαστικών εξόδων.
27.
Ο PPG και η SNF προβάλλουν έξι λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του ορισμού των «ενδιάμεσων προϊόντων» του άρθρου 3, παράγραφος 15, του κανονισμού REACH. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αντλείται από την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, καθόσον δεν εξέτασε το επιχείρημα των αναιρεσειόντων ότι το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, εξαιρεί τα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα στις εγκαταστάσεις παρασκευής και τα μεταφερόμενα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα από το σύνολο των διατάξεων του τίτλου VII. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο ότι τα ενδιάμεσα προϊόντα δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59 του κανονισμού REACH. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο αποφαινόμενο ότι ο ΕΟΧΠ δεν διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως παραλείποντας να λάβει υπόψη τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XV. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της αναλογικότητας της επίδικης αποφάσεως. Ο έκτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τα λιγότερο επαχθή μέτρα που πρότειναν ο PPG και η SNF.
28.
Ο ΕΟΧΠ ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει τον PPG και την SNF στα δικαστικά έξοδα των διαδικασιών, περιλαμβανομένων των ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δικαστικών εξόδων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει τους λόγους αναιρέσεως. Στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως, οι Κάτω Χώρες υποστηρίζουν τον ΕΟΧΠ.
29.
Οι PPG και SNF, ο ΕΟΧΠ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Ιανουαρίου 2017.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
30.
Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως αφορά κατ’ ουσίαν το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως των απομονωμένων ενδιάμεσων προϊόντων από τη διαδικασία αδειοδοτήσεως των ΑΑΟ που προβλέπεται στον τίτλο VII του κανονισμού REACH.
31.
Ο κανονισμός REACH καθιερώνει ένα ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου των χημικών ουσιών, το οποίο περιλαμβάνει την καταχώριση, την αξιολόγηση και την αδειοδότησή τους ( 10 ). Κατά την πρόταση κανονισμού της Επιτροπής, i) με την καταχώριση «υποχρεώνεται η βιομηχανία να εξασφαλίζει τις σχετικές πληροφορίες για τις ουσίες που παράγει και να χρησιμοποιεί τα δεδομένα αυτά για να διαχειρίζεται τις ουσίες με ασφάλεια»· ii) η αξιολόγηση «εξασφαλίζει ότι η βιομηχανία εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της […]»· iii) η αδειοδότηση αφορά τις ΑΑΟ ως προς τις οποίες «οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τη χρήση [τους] επανεξετάζονται και, εφόσον ελέγχονται επαρκώς ή εφόσον τα κοινωνικοοικονομικά οφέλη υπερτερούν των κινδύνων ενώ δεν υπάρχουν κατάλληλες ουσίες ή τεχνολογίες υποκατάστασης, τότε οι χρήσεις αδειοδοτούνται»· και iv) οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί παρέχουν «ένα δίχτυ ασφαλείας για τη διαχείριση κινδύνων οι οποίοι δεν αντιμετωπίστηκαν επαρκώς στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας του συστήματος Reach» ( 11 ).
32.
Ο κανονισμός REACH βασίζεται στην αρχή της προφυλάξεως όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 191 ΣΛΕΕ ( 12 ). Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή και για να εξασφαλίζεται επαρκώς υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, οι ΑΑΟ πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγάλη προσοχή ( 13 ).
33.
O τίτλος VII του κανονισμού REACH προβλέπει τη διαδικασία αδειοδοτήσεως για τις ΑΑΟ.
34.
Το πρώτο στάδιο της εν λόγω διαδικασίας συνίσταται στον χαρακτηρισμό των ΑΑΟ σύμφωνα με το άρθρο 57. ΑΑΟ είναι οι ουσίες εκείνες που διαλαμβάνονται, αφενός, στο άρθρο 57, στοιχεία αʹ έως εʹ, λόγω των καρκινογόνων, μεταλλαξιογόνων ή τοξικών ιδιοτήτων τους για την αναπαραγωγή, ή λόγω του ανθεκτικού, βιοσυσσωρευτικού και τοξικού ή του άκρως ανθεκτικού και άκρως βιοσυσσωρευτικού χαρακτήρα τους, και, αφετέρου στο άρθρο 57, στοιχείο στʹ, και συγκεκριμένα όλες οι λοιπές ουσίες «για τις οποίες υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία ότι είναι πιθανόν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον, οι οποίες προκαλούν ισοδύναμο επίπεδο ανησυχίας με εκείνο άλλων ουσιών που περιλαμβάνονται στα στοιχεία αʹ έως εʹ» ( 14 ).
35.
Στο άρθρο 59 θεσπίζεται η διαδικασία για τον προσδιορισμό των εν λόγω ουσιών.
36.
Πρώτον, εκπονείται φάκελος σύμφωνα με το παράρτημα XV από κράτος μέλος ή από τον ΕΟΧΠ (στην τελευταία περίπτωση, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής). Ο εν λόγω φάκελος πρέπει να περιλαμβάνει την ταυτότητα της επίμαχης ουσίας, αιτιολόγηση για την προτεινόμενη ιδιότητα της επίμαχης ουσίας και τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση και την έκθεση καθώς και πληροφορίες σχετικά με εναλλακτικές ουσίες και τεχνικές. Ο ΕΟΧΠ θέτει τον εν λόγω φάκελο στη διάθεση των κρατών μελών ( 15 ). Δεύτερον, ο ΕΟΧΠ δημοσιεύει στον δικτυακό τόπο του ανακοίνωση ότι έχει καταρτισθεί φάκελος για μια ουσία σύμφωνα με το παράρτημα XV και καλεί όλους τους ενδιαφερομένους να του υποβάλουν σχόλια εντός καθορισμένης προθεσμίας ( 16 ). Εάν δεν υποβληθούν σχόλια, το τρίτο στάδιο της διαδικασίας είναι η εγγραφή της ουσίας στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών, βάσει του άρθρου 59, παράγραφος 6. Εάν ο ΕΟΧΠ παραλάβει σχόλια, τότε πρέπει να παραπέμψει τον φάκελο στην επιτροπή των κρατών μελών. Εν συνεχεία ο ΕΟΧΠ συμπεριλαμβάνει την ουσία στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών μόνον εφόσον η εν λόγω επιτροπή καταλήξει σε ομόφωνη συμφωνία ή εφόσον η Επιτροπή έχει εκπονήσει σχέδιο προτάσεως και εφόσον ληφθεί τελική απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία επιτροπολογίας του άρθρου 133, παράγραφος 3 ( 17 ).
37.
Από το άρθρο 59, παράγραφος 1, του κανονισμού REACH καθίσταται σαφές ότι στόχος του πρώτου σταδίου είναι ο προσδιορισμός των ΑΑΟ καθώς και η κατάρτιση του καταλόγου των υποψήφιων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV.
38.
Το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας συνίσταται στην εγγραφή ορισμένων υποψήφιων ουσιών στο παράρτημα XIV, που επιγράφεται «Κατάλογος ουσιών που υπόκεινται σε αδειοδότηση». Εν πρώτοις, ο ΕΟΧΠ εκδίδει συστάσεις ΑΑΟ προτεραιότητας προς εγγραφή στο παράρτημα XIV ( 18 ). Εν συνεχεία, βάσει της συστάσεως του ΕΟΧΠ, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει την εγγραφή ουσίας από τον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών στον κατάλογο αδειοδοτήσεως του παραρτήματος XIV. Η εν λόγω απόφαση λαμβάνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίζεται στα άρθρα 5α, παράγραφοι 1 έως 4 και 7, της αποφάσεως 1999/468/ΕΚ ( 19 ). Η απόφαση πρέπει να προσδιορίζει για κάθε ουσία την ταυτότητά της, την ή τις εγγενείς ιδιότητές της βάσει των οποίων αιτιολογείται ο προσδιορισμός της σύμφωνα με το άρθρο 57, τυχόν μεταβατικές ρυθμίσεις που μπορεί να ισχύουν, τις περιόδους αναθεωρήσεως για ορισμένες χρήσεις (ανάλογα την περίπτωση) και τις χρήσεις ή κατηγορίες χρήσεων που εξαιρούνται από την απαίτηση αδειοδοτήσεως, εάν υπάρχουν, και τους όρους για τις εξαιρέσεις αυτές, εάν υπάρχουν ( 20 ).
39.
Το τρίτο στάδιο της διαδικασίας αδειοδοτήσεως συνίσταται στη χορήγηση αδειοδοτήσεων όσον αφορά τις ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XIV. Οι αιτήσεις αδειοδοτήσεως υποβάλλονται στον ΕΟΧΠ από τον ή τους παρασκευαστές, από τον ή τους εισαγωγείς ή/και από τον ή τους μεταγενέστερους χρήστες της ουσίας ( 21 ). Οι αποφάσεις αδειοδότησης εκδίδονται από την Επιτροπή, βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 64.
40.
Οι ΑΑΟ που έχουν εγγραφεί στο παράρτημα XIV δεν μπορούν να διατεθούν στην αγορά για χρήση ή να χρησιμοποιηθούν από παρασκευαστές, εισαγωγείς ή μεταγενέστερους χρήστες, εκτός εάν τους έχει χορηγηθεί άδεια ή εμπίπτουν σε ορισμένες περιορισμένες κατηγορίες που προσδιορίζονται στον κανονισμό ( 22 ). Ωστόσο, τα φάρμακα, τα τρόφιμα ή οι ζωοτροφές καθώς και τα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα στις εγκαταστάσεις παρασκευής και τα μεταφερόμενα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα εξαιρούνται από τον τίτλο VII σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 5 και 8, του κανονισμού REACH.
41.
Ακριβώς αυτή η αλληλεπίδραση του πρώτου σταδίου της διαδικασίας προσδιορισμού –το οποίο εκτίθεται στα σημεία 35 έως 37 των παρουσών προτάσεων– και της εξαιρέσεως των απομονωμένων ενδιάμεσων προϊόντων από την αδειοδότηση –η οποία προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού REACH– αποτελεί την ουσία της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.
42.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, θα προχωρήσω αμέσως στην εξέταση της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως. Από τους έξι λόγους αναιρέσεως φρονώ ότι πρώτα πρέπει να εξεταστούν ο πρώτος και ο τρίτος, καθόσον αφορούν το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως των ενδιάμεσων προϊόντων από τον τίτλο VII του κανονισμού REACH.
Πρώτος λόγος αναιρέσεως: πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του ορισμού των «ενδιάμεσων προϊόντων»
Συνοπτική παρουσίαση των κρίσιμων χωρίων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
43.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι μια ουσία ενδέχεται να εμπίπτει στο καθεστώς του ενδιάμεσου προϊόντος δεν συνεπάγεται ότι η εν λόγω ουσία εκφεύγει του χαρακτηρισμού ως ουσίας άκρως ανησυχητικής, ο οποίος αποδίδεται κατόπιν της διαδικασίας του άρθρου 59 του κανονισμού REACH ( 23 ).
44.
Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τις χρήσεις του ακρυλαμιδίου ως φορέα στεγανοποιήσεως μέσω πολυμερισμού καθώς και για την παρασκευή γελών ηλεκτροφορήσεως με βάση το πολυακρυλαμίδιο. Όσον αφορά τη στεγανοποίηση, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η χρήση του ακρυλαμιδίου δεν αποτελεί ενδιάμεση χρήση, αλλά τελική χρήση της ουσίας αυτής ( 24 ). Τα σημεία 2 και 4 του «ορισμού των ενδιάμεσων προϊόντων, όπως αυτός έχει συνομολογηθεί εκ μέρους της Επιτροπής, των κρατών μελών και του ΕΟΧΠ στις 4 Μαΐου 2010» ( 25 ) επιβεβαιώνουν το εν λόγω συμπέρασμα ( 26 ). Όσον αφορά την παρασκευή γελών ηλεκτροφορήσεως πολυακρυλαμιδίου, η πρόθεση η οποία υπαγορεύει την παρασκευή εκμαγείων, που αποτελεί ένα από τα στάδια του πρωτοκόλλου ηλεκτροφορήσεως, δεν είναι η κατασκευή πολυακρυλαμιδίου, αλλά ο διαχωρισμός των μορίων κατά αναλυτικό τρόπο μέσω ηλεκτροφορήσεως ( 27 ). Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι και οι τρεις φάκελοι καταχωρίσεως σχετικά με το ακρυλαμίδιο οι οποίοι εμφαίνονται στη βάση δεδομένων του ΕΟΧΠ προσδιορίζουν το ακρυλαμίδιο ως ενδιάμεσο προϊόν δεν συνεπάγεται ότι η ουσία αυτή χρησιμοποιείτο αποκλειστικώς ως ενδιάμεσο προϊόν ( 28 ).
45.
Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, βάσει του κανονισμού REACH, μια ουσία προσδιορίζεται βάσει των εγγενών ιδιοτήτων της, ενώ η σχετική με το ενδιάμεσο προϊόν αντίληψη προσδιορίζεται με γνώμονα τον σκοπό που επιδιώκεται με την παρασκευή και με τη χρήση της ουσίας αυτής ( 29 ). Επομένως, το γεγονός ότι μια ουσία μπορεί να διαθέτει το καθεστώς του ενδιάμεσου προϊόντος δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια ότι η εν λόγω ουσία εκφεύγει του χαρακτηρισμού ως ουσίας άκρως ανησυχητικής, ο οποίος αποδίδεται κατόπιν της διαδικασίας του άρθρου 59 του κανονισμού REACH ( 30 ).
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
46.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο PPG και η SNF υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 3, παράγραφος 15, του κανονισμού REACH ορισμό των «ενδιάμεσων προϊόντων». Αυτός ο λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε τρία σκέλη.
47.
Πρώτον, ο PPG και η SNF διατείνονται ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμηνεύει τα ενδιάμεσα προϊόντα κατά τρόπο αντίθετο προς το σαφές γράμμα των διατάξεων περί ενδιάμεσων προϊόντων του κανονισμού REACH. Το ακρυλαμίδιο εμπίπτει στον ορισμό των ενδιάμεσων προϊόντων καθόσον παρασκευάζεται και καταναλώνεται στο πλαίσιο χημικών διεργασιών με σκοπό να μετατραπεί σε πολυακρυλαμίδιο. Κατά συνέπεια, η χρησιμοποίησή του για τον σχηματισμό πολυακρυλαμιδίου, το οποίο εν συνεχεία χρησιμοποιείται ως φορέας στεγανοποιήσεως για την παρασκευή γελών ηλεκτροφορήσεως, δεν πρέπει να αποκλείεται από τον εν λόγω ορισμό. Η τελική χρήση της συνθετικής ουσίας ή η χημική διεργασία που έπεται της συνθέσεως δεν είναι κρίσιμες για τον ορισμό των ενδιάμεσων προϊόντων.
48.
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο ερμηνεύει τα ενδιάμεσα προϊόντα κατά τρόπο αντίθετο προς τον σκοπό των διατάξεων του κανονισμού REACH για τα ενδιάμεσα προϊόντα. Τα ενδιάμεσα προϊόντα αποτελούν ειδική κατηγορία ουσιών εμπιπτουσών στις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 8, του κανονισμού REACH διότι δεν παρουσιάζουν το ίδιο επίπεδο κινδύνου με ουσίες στις οποίες υπάρχει σοβαρή έκθεση.
49.
Τρίτον, ο PPG και η SNF υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο επικαλούμενο το προσάρτημα 4 του Οδηγού του ΕΟΧΠ για τα ενδιάμεσα προϊόντα προκειμένου να στηρίξει την ερμηνεία του για τον ορισμό του «ενδιάμεσου προϊόντος».
50.
Ο ΕΟΧΠ αντιτείνει ότι ο ορισμός των «ενδιάμεσων προϊόντων» πρέπει να τυγχάνει συσταλτικής ερμηνείας καθώς αποτελεί το σημείο εκκινήσεως για την εξαίρεση των εν λόγω ουσιών από το πεδίο εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού REACH. Προκειμένου μια ουσία να χαρακτηριστεί ενδιάμεσο προϊόν υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 15, ο κύριος σκοπός της μετατροπής της πρέπει να είναι η συμμετοχή στη δομή μιας διαφορετικής ουσίας που πρόκειται να παραχθεί. Περαιτέρω, τα ενδιάμεσα προϊόντα υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις καταχωρίσεως όταν χρησιμοποιούνται υπό αυστηρώς ελεγχόμενες συνθήκες σε «εγκατάσταση» όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 16. Ως εκ τούτου, όταν μια ουσία χρησιμοποιείται για συγκεκριμένη τελική χρήση, στον τόπο όπου αναμένεται ότι θα επέλθει η εν λόγω τελική χρήση (για παράδειγμα, η χρήση του ακρυλαμιδίου στη στεγανοποίηση), τότε η εν λόγω χρήση δεν θεωρείται ενδιάμεση. Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο χρησιμοποίησε τον Οδηγό του ΕΟΧΠ για τα ενδιάμεσα προϊόντα απλώς και μόνο προς επίρρωση των συμπερασμάτων στα οποία είχε ήδη καταλήξει.
51.
Κατά την Επιτροπή, το γεγονός και μόνο ότι μια ουσία μετατρέπεται σε άλλη δεν αρκεί για τον χαρακτηρισμό της εν λόγω ουσίας ως ενδιάμεσου προϊόντος. Η Επιτροπή, χωρίς να υπονοεί ότι ισχύει κάποιο υποκειμενικό κριτήριο, υποστηρίζει ότι ο σκοπός της παρασκευής και της χρήσεως της ουσίας και ο στόχος των χημικών διεργασιών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του αν η εν λόγω ουσία χαρακτηρίζεται ως ενδιάμεσο προϊόν. Προσθέτει δε ότι η χρήση μιας ουσίας ως ενδιάμεσου προϊόντος δεν ασκεί καμία επιρροή στο ζήτημα του χαρακτηρισμού της ως ΑΑΟ σύμφωνα με το άρθρο 59 του κανονισμού REACH. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του PPG και της SNF όσον αφορά τη χρησιμοποίηση από το Γενικό Δικαστήριο του Οδηγού του ΕΟΧΠ είναι εσφαλμένοι.
Ανάλυση
52.
Κατ’ ουσίαν, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως τίθεται το ζήτημα του ορισμού των «ενδιάμεσων προϊόντων» κατά τον κανονισμό REACH και της σχέσεως που έχει ο εν λόγω όρος με τον όρο «ουσίες».
53.
Η «ουσία» είναι η κύρια έννοια που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού REACH. Η αιτιολογική σκέψη 1 αναφέρει ότι σκοπός του κανονισμού είναι να εξασφαλίζει «υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος καθώς και την ελεύθερη κυκλοφορία των ουσιών […] ενώ ταυτοχρόνως θα εξασφαλίζονται η ανταγωνιστικότητα και η καινοτομία». Τόσο το υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου όσο και η αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ουσιών πρόκειται να επιτευχθούν με την προσέγγιση των νομοθεσιών για τις ουσίες ( 31 ). Ο πυρήνας του ορισμού της «ουσίας» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1 («ένα χημικό στοιχείο και οι ενώσεις του σε φυσική κατάσταση ή όπως λαμβάνονται από οποιαδήποτε διεργασία παρασκευής»), παρέμεινε ακριβώς ως είχε στα προγενέστερα κείμενα τα οποία αντικαταστάθηκαν ή τροποποιήθηκαν από τον εν λόγω κανονισμό ( 32 ) καθώς και στην πρώτη οδηγία για τις επικίνδυνες ουσίες ( 33 ). Ο εν λόγω ορισμός συνιστά τον «ακρογωνιαίο λίθο του κανονισμού REACH, καθόσον οι ουσίες αποτελούν το κύριο αντικείμενο των διατάξεων του REACH» ( 34 ). Περαιτέρω, οι ορισμοί των περισσότερων όρων του κανονισμού REACH, όπως το «πολυμερές», το «μονομερές» και το «ενδιάμεσο προϊόν», βασίζονται άμεσα στην έννοια της «ουσίας».
54.
Όταν μια ουσία θεωρείται άκρως ανησυχητική, το οποίο σημαίνει ότι είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνη λόγω των εγγενών ιδιοτήτων της, μπορεί να εγγραφεί στο παράρτημα XIV του κανονισμού REACH, «Κατάλογος ουσιών που υπόκειται σε αδειοδότηση», βάσει της διαδικασίας που περιγράφεται στα σημεία 33 έως 38 των παρουσών προτάσεων. Ο κατά το άρθρο 57 προσδιορισμός των ΑΑΟ δεν εξετάζει τις χρήσεις για τις οποίες προορίζονται οι ουσίες, αλλά μόνον τις εγγενείς ιδιότητές τους.
55.
Το «ενδιάμεσο προϊόν» ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 15. Από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως καθίσταται σαφές ότι το ενδιάμεσο προϊόν είναι i) ουσία· ii) η οποία παρασκευάζεται στο πλαίσιο χημικών διεργασιών· iii) η οποία καταναλώνεται ή χρησιμοποιείται στο πλαίσιο των εν λόγω χημικών διεργασιών· iv) με σκοπό να μετατραπεί σε άλλη ουσία. Όταν πρόκειται για απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα, όπως εν προκειμένω το ακρυλαμίδιο, απαιτείται η συνδρομή μιας περαιτέρω προϋποθέσεως προκειμένου η ουσία να χαρακτηριστεί ως ενδιάμεσο προϊόν δυνάμει του κανονισμού REACH: η διαδικασία πρέπει να γίνεται σε «εγκατάσταση», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 16, ή η ουσία πρέπει να μεταφέρεται ή να παραδίδεται σε άλλες «εγκαταστάσεις». Εν προκειμένω, η ratio legis είναι η αποφυγή των κινδύνων για την υγεία του ανθρώπου και για το περιβάλλον μέσω της εξασφάλισης ότι τα ενδιάμεσα προϊόντα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά υπό ελεγχόμενες συνθήκες.
56.
Η διαφορά μεταξύ της έννοιας της ουσίας και της έννοιας του ενδιάμεσου προϊόντος είναι ότι το τελευταίο παρασκευάζεται στο πλαίσιο χημικών διεργασιών και χρησιμοποιείται για τη δημιουργία άλλης ουσίας. Ως εκ τούτου, ο τελευταίος ορισμός περιλαμβάνει τόσο i) τον σκοπό της παρασκευής των ενδιάμεσων προϊόντων καθώς και της καταναλώσεως ή της χρησιμοποιήσεώς τους, ήτοι τις χημικές διεργασίες, όσο και ii) τον σκοπό των ίδιων των χημικών διεργασιών, ήτοι τη δημιουργία άλλης ουσίας. Όσον αφορά τα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα, ο ορισμός περιλαμβάνει και την έννοια της «εγκαταστάσεως».
57.
Εν προκειμένω θα πρέπει να εξετασθούν δύο ζητήματα: i) εάν υπάρχει ουσία ή όχι και ii) εάν ο σκοπός και οι προϋποθέσεις της παρασκευής, της χρήσεως και των χημικών διεργασιών της εν λόγω ουσίας ανταποκρίνονται ή όχι σ’ εκείνες του ορισμού του ενδιάμεσου προϊόντος υπό την έννοια του κανονισμού REACH. Όπως παραδέχθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ο PPG και η SNF, σημείο εκκινήσεως για την εν λόγω ανάλυση πρέπει να αποτελέσει η έννοια της «ουσίας»· εν πρώτοις, πρέπει να γίνει προσδιορισμός της ουσίας και εν συνεχεία να ακολουθήσει η εξέταση των τρόπων χρήσεώς της προκειμένου να επαληθευθεί εάν ανταποκρίνεται στον ορισμό του «ενδιάμεσου προϊόντος». Εν προκειμένω θα χρησιμοποιήσω τον εξής συλλογισμό: όλα τα ενδιάμεσα προϊόντα αποτελούν χρήσεις ουσιών, αλλά μόνον κάποιες χρήσεις ουσιών είναι ενδιάμεσες· ως εκ τούτου, μια ουσία μπορεί να έχει τόσο ενδιάμεσες όσο και μη ενδιάμεσες χρήσεις.
58.
Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι ο ορισμός των ενδιάμεσων προϊόντων που θεσπίζεται με τον κανονισμό REACH βασίζεται στον σκοπό της παρασκευής και χρήσεως της οικείας ουσίας. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται τόσο στο κείμενο του κανονισμού όσο και στον σκοπό του.
59.
Έτσι, το κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 15, ορίζει το «ενδιάμεσο προϊόν» κάνοντας χρήση των εκφράσεων «παρασκευάζεται […] στο πλαίσιο» και «με σκοπό να». Σκοπός των διατάξεων για τα ενδιάμεσα προϊόντα στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδοτήσεως είναι να αποκλείσουν ορισμένες χρήσεις των ουσιών από την απαίτηση για αδειοδότηση προκειμένου η εφαρμογή του κανονισμού να επικεντρωθεί στις χρήσεις οι οποίες δημιουργούν τους μεγαλύτερους κινδύνους ( 35 ). Ο σκοπός αυτός πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τον συνολικό σκοπό του κανονισμού REACH και της διαδικασίας αδειοδοτήσεως, ήτοι, τον έλεγχο των κινδύνων που δημιουργούνται από τις ΑΑΟ στο πλαίσιο της εξασφαλίσεως υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος ( 36 ).
60.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο κανονισμός REACH ορίζει το ενδιάμεσο προϊόν «με γνώμονα τον σκοπό που επιδιώκεται με την παρασκευή και με τη χρήση της ουσίας αυτής». Η εν λόγω προσέγγιση συνάδει τόσο με το γράμμα όσο και με τον σκοπό του εν λόγω κανονισμού.
61.
Ο PPG και η SNF υποστηρίζουν επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο χαρακτηρίζοντας τις χρήσεις του ακρυλαμιδίου στο πλαίσιο της στεγανοποιήσεως και για την παρασκευή γελών ηλεκτροφορήσεως ως τελικές χρήσεις και όχι ως ενδιάμεσες χρήσεις του ακρυλαμιδίου.
62.
Το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τις εφαρμογές επιτεύξεως στεγανοποιήσεως και την παρασκευή γελών ηλεκτροφορήσεως (σκέψεις 54 έως 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) απορρίπτει τον ενδιάμεσο χαρακτήρα των εν λόγω χρήσεων. Το εν λόγω σκεπτικό βασίζεται στο επιχείρημα ότι πρωταρχικός σκοπός της χημικής διεργασίας δεν είναι η κατασκευή πολυακρυλαμιδίου, αλλά η υλοποίηση της λειτουργίας στεγανοποιήσεως ή ο διαχωρισμός των μορίων κατά αναλυτικό τρόπο μέσω ηλεκτροφορήσεως.
63.
Κατά την άποψή μου, το Γενικό Δικαστήριο δεν διεύρυνε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το πεδίο εφαρμογής του ορισμού του άρθρου 3, παράγραφος 15, αλλά ούτε και προσέθεσε ως επιπλέον κριτήριο στον ορισμό των ενδιάμεσων προϊόντων την μη τελική χρήση της συνθετικής ουσίας που αποτελεί αντικείμενο συνθέσεως, όπως διατείνονται ο PPG και η SNF. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε κατά γράμμα τον ορισμό των ενδιάμεσων προϊόντων, συνεκτιμώντας τον επιδιωκόμενο σκοπό της παρασκευής και χρησιμοποιήσεως μιας ουσίας. Πραγματικά, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο, σκοπός της χρησιμοποιήσεως του ακρυλαμιδίου στις εν λόγω δύο περιπτώσεις είναι όχι η παρασκευή πολυακρυλαμιδίου, αλλά η στεγανοποίηση ή η ηλεκτροφόρηση. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι εν λόγω δύο χρήσεις δεν αποτελούσαν ενδιάμεσες, αλλά τελικές χρήσεις.
64.
Βεβαίως, κάποιες διαφοροποιήσεις στην ορολογία που περιλαμβάνεται στο κείμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπως η χρήση των όρων «πρόθεση» («intention») ή «σκοπός που επιδιώκεται» («intended purpose» ή «intended objective»), θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο επιχείρησε να εισαγάγει στον ορισμό των «ενδιάμεσων προϊόντων» ένα υποκειμενικό στοιχείο αξιολογήσεως της προθέσεως. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, από τη συνολική ανάγνωση των αμφισβητούμενων χωρίων δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Κατά συνέπεια, η περιστασιακή παρουσία των εν λόγω λέξεων δεν αποδυναμώνει το σκεπτικό του Δικαστηρίου.
65.
Το εάν οι εφαρμογές επιτεύξεως στεγανοποιήσεως και η παρασκευή γελών ηλεκτροφορήσεως αποτελούν ή όχι χρήσεις του ακρυλαμιδίου, και εάν όντως αποτελούν, τι είδους είναι αυτές χρήσεις, συνιστά ζήτημα αναγόμενο στα πραγματικά περιστατικά. Κατά μία άποψη, οι αναιρεσείοντες εν προκειμένω ζητούν από το παρόν Δικαστήριο να καταλήξει σε διαφορετικές διαπιστώσεις περί τα πραγματικά περιστατικά. Ωστόσο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών (ούτε και προβάλλεται κάτι τέτοιο) οι διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως. Ακόμη και αν υποστηριχθεί η –ευνοϊκότερη για τους αναιρεσείοντες– άποψη ότι αυτοί επιδιώκουν στην πραγματικότητα να θέσουν εν αμφιβόλω τον νομικό χαρακτηρισμό των εν λόγω πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο, καθώς και τις εξ αυτών συναχθείσες έννομες συνέπειες, και πάλι, από την προπαρατεθείσα ανάλυση προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε ορθώς τον νόμο ( 37 ).
66.
Κατά συνέπεια, απορρίπτω τα επιχειρήματα του PPG και της SNF.
67.
Όσον αφορά την παραπομπή που περιέχει η σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο προσάρτημα 4 του Οδηγού του ΕΟΧΠ για τα ενδιάμεσα προϊόντα, ο PPG και η SNF διατείνονται ότι το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει εκτιμήσει χωριστά τη νομική ορθότητα του εν λόγω εγγράφου καθώς και το ότι επικαλείται χωρία που δεν ασκούν επιρροή εν προκειμένω.
68.
Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τα ενδιάμεσα προϊόντα είναι ορθή, το γεγονός δε ότι το Γενικό Δικαστήριο επικαλείται απόσπασμα από τον Οδηγό του ΕΟΧΠ για τα ενδιάμεσα προϊόντα προς επίρρωση των συμπερασμάτων του όσον αφορά τη χρήση του ακρυλαμιδίου για τη στεγανοποίηση δεν ασκεί καμία επιρροή στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως ( 38 ).
69.
Ως εκ τούτου, απορρίπτω το εν λόγω επιχείρημα και τον πρώτο λόγο αναιρέσεως.
Τρίτος λόγος αναιρέσεως: πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της εξαιρέσεως των ενδιάμεσων προϊόντων από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59 του κανονισμού REACH
Συνοπτική παρουσίαση των κρίσιμων χωρίων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
70.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το ακρυλαμίδιο, ως «ουσία» σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού REACH, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας χαρακτηρισμού που προβλέπεται από το άρθρο 59 ( 39 ). Παρά το γεγονός ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού, τα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα στις εγκαταστάσεις παρασκευής και τα μεταφερόμενα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα εξαιρούνται από τον τίτλο VII, το γεγονός ότι μια ουσία μπορεί να έχει το καθεστώς ενδιάμεσου προϊόντος δεν σημαίνει ότι εξαιρείται από τη διαδικασία χαρακτηρισμού ( 40 ). Το γεγονός ότι ο φάκελος που υπέβαλαν οι Κάτω Χώρες σχετικά με τον χαρακτηρισμό του ακρυλαμιδίου ως ουσίας καρκινογενούς και μεταλλαξιογόνου μνημονεύει μόνον παραδείγματα χρήσεων της εν λόγω ουσίας ως ενδιάμεσου προϊόντος δεν έχει καμία σημασία για τον χαρακτηρισμό αυτής ως ΑΑΟ πληρούσας τα κριτήρια του άρθρου 57. Ωστόσο, το γεγονός αυτό ενδέχεται να καταστεί κρίσιμο σε μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας αδειοδοτήσεως ( 41 ).
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
71.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο PPG και η SNF προβάλλουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της εξαίρεσης των ενδιάμεσων προϊόντων από τον τίτλο VII του κανονισμού REACH σχετικά με την αδειοδότηση. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε τρία σκέλη.
72.
Πρώτον, ο PPG και η SNF υποστηρίζουν ότι η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι τα ενδιάμεσα προϊόντα δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59 είναι αντίθετη προς τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη καθώς και προς το ρητό γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, το οποίο εξαιρεί τα ενδιάμεσα προϊόντα από το σύνολο των διατάξεων τίτλου VII.
73.
Δεύτερον, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε κατά την ερμηνεία του άρθρου 59, καθόσον η γενική αναφορά του άρθρου αυτού σε «ουσίες» δεν αποκλείει την εφαρμογή των ειδικών εξαιρέσεων για τα ενδιάμεσα προϊόντα. Εφόσον το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι τα ενδιάμεσα προϊόντα δεν υπόκεινται σε αδειοδότηση, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο μη καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ούτε οι ενδιάμεσες χρήσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59. Περαιτέρω, το ζήτημα αν συγκεκριμένη ουσία τυγχάνει εξαιρέσεως από ορισμένες διατάξεις πρέπει να εξακριβώνεται πριν και όχι μετά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων σε αυτή. Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν επίσης ότι η διαδικασία του άρθρου 59 δεν προορίζεται απλώς για τον προσδιορισμό ουσιών οι οποίες διαθέτουν τις ιδιότητες που απαριθμεί το άρθρο 57, αλλά καταρτίζει επίσης κατάλογο ουσιών προς εγγραφή στο παράρτημα XIV.
74.
Τρίτον, ο PPG και η SNF υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο ότι τα ενδιάμεσα προϊόντα δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 57. Το γεγονός ότι μια ουσία διαθέτει εγγενείς ιδιότητες που προκαλούν ανησυχία και απαριθμούνται στο άρθρο 57 δεν σημαίνει ότι μπορεί να αγνοηθεί η ρητή εξαίρεση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ. Περαιτέρω, ο σκοπός του προσδιορισμού των ουσιών που διαθέτουν τις αναφερόμενες το άρθρο 57 εγγενείς ιδιότητες δεν είναι να προσδιοριστούν όλες οι εν λόγω ουσίες αλλά μόνον εκείνες που υπόκεινται σε εγγραφή στο παράρτημα XIV.
75.
Ο ΕΟΧΠ υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού REACH δεν μπορεί να τον εμποδίσει να χαρακτηρίσει το ακρυλαμίδιο ως ΑΑΟ. Η άποψη αυτή βρίσκει έρεισμα στο κανονιστικό πλαίσιο, στην έννοια και στην εφαρμογή του εν λόγω άρθρου στην πράξη. Επιπλέον, το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, εισάγει εξαίρεση από την υποχρέωση υποβολής αιτήσεως για αδειοδότηση και για τον λόγο αυτό πρέπει να τυγχάνει συσταλτικής ερμηνείας.
76.
Όσον αφορά τα άρθρα 57 και 59, ο ΕΟΧΠ υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς συμπέρανε ότι το ακρυλαμίδιο συνιστά ουσία υποκείμενη στη διαδικασία προσδιορισμού, ασχέτως εάν χρησιμοποιείται μόνον ως ενδιάμεσο προϊόν. Περαιτέρω, από το γράμμα των εν λόγω διατάξεων προκύπτει ότι ο προσδιορισμός και η εγγραφή ουσίας στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στην εγγραφή της στο παράρτημα XIV.
77.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εξαίρεση του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού REACH πρέπει να εκλαμβάνεται ως εξαίρεση από όλες τις διατάξεις του τίτλου VII που αναφέρονται στη χρήση ουσίας ως ενδιάμεσου προϊόντος. Προσθέτει δε ότι άλλες χρήσεις, όπως η χρήση σε φάρμακα και σε τρόφιμα και ζωοτροφές, εξαιρούνται από τον τίτλο VII δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 5, αλλά δεν εμποδίζουν τον προσδιορισμό ουσίας και την εγγραφή της στον κατάλογο υποψήφιων ουσιών. Κατά την Επιτροπή, ο PPG και η SNF δεν έχουν εξηγήσει πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί μια ουσία που χρησιμοποιείται τόσο ως ενδιάμεσο προϊόν όσο και ως μη ενδιάμεσο προϊόν, αν γίνει δεκτή η ερμηνεία τους όσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ.
Ανάλυση
78.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά το πεδίο εφαρμογής και το αποτέλεσμα της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού REACH. Τα τρία σκέλη του τρίτου λόγου αναιρέσεως στο σύνολό τους αφορούν κατ’ ουσίαν το εν λόγω ζήτημα και, ως εκ τούτου, θα τα εξετάσω από κοινού.
79.
Πρώτον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, κατά πάγια νομολογία, διατάξεις που έχουν τον χαρακτήρα εξαιρέσεων από μια αρχή πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά ( 42 ). Το εν λόγω συμπέρασμα ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν πρόκειται για αρχή προστατευτικού χαρακτήρα. Εν προκειμένω, η διαδικασία αδειοδοτήσεως αποσκοπεί στον έλεγχο των κινδύνων που προκαλούνται από τις ΑΑΟ στην υγεία του ανθρώπου και στο περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαιτέρως κρίσιμη είναι η αρχή της προφυλάξεως η οποία διέπει τον κανονισμό.
80.
Δεύτερον, η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 8, είναι εξαίρεση μερική. Η διάταξη αυτή εξαιρεί απλώς τα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα στις εγκαταστάσεις παρασκευής και τα μεταφερόμενα απομονωμένα προϊόντα από το κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙ (πλην των άρθρων 8 και 9) και από τον τίτλο VII, του κανονισμού REACH. Ως εκ τούτου, διαφέρει από τις γενικές εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού που περιλαμβάνονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, και αφορούν τις ραδιενεργές ουσίες, τις ουσίες, τα μείγματα, τα αντικείμενα που βρίσκονται υπό τελωνειακή επιτήρηση, τα μη απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα, τη μεταφορά επικίνδυνων ουσιών και τα απόβλητα.
81.
Τρίτον, κατά την άποψή μου, η προβλεπόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχεία αʹ και βʹ εξαίρεση αφορά συγκεκριμένες χρήσεις ουσιών, τούτο δε για τους ακόλουθους λόγους.
82.
Όπως ήδη εξήγησα, ο ορισμός των ενδιάμεσων προϊόντων που υιοθετεί ο κανονισμός REACH πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα τον σκοπό της παρασκευής και της χρήσεως της επίμαχης ουσίας ( 43 ). Ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη εξαίρεση από τον τίτλο VII για τα ενδιάμεσα προϊόντα (τα απομονωμένα στις εγκαταστάσεις παρασκευής και τα μεταφερόμενα απομονωμένα) θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο. Πρόκειται για εξαίρεση που αναφέρεται στη χρήση και πρέπει να ερμηνεύεται ως αφορώσα ενδιάμεσες χρήσεις ουσιών.
83.
Το ιστορικό θεσπίσεως της εν λόγω εξαιρέσεως συνηγορεί υπέρ της απόψεως αυτής. Έτσι, στη Λευκή βίβλο που προηγήθηκε της διαδικασίας εκδόσεως του κανονισμού REACH επισημαίνεται, στην ενότητα 2.3 που επιγράφεται «στοιχεία κλειδιά της προτεινόμενης στρατηγικής», ότι οι χρήσεις ουσιών που δεν εμπνέουν ανησυχία μπορεί να υπαχθούν σε γενική εξαίρεση από τη διαδικασία αδειοδοτήσεως που προβλέπεται για τις ΑΑΟ ( 44 ). Στην πρόταση κανονισμού της Επιτροπής επαναλαμβάνεται η εν λόγω αρχή και τονίζεται ότι «ορισμένες χρήσεις μπορεί να εξαιρεθούν από την απαίτηση αδειοδότησης» προκειμένου «η διαδικασία αδειοδότησης […] να επικεντρωθεί στις χρήσεις ουσιών που είναι πιθανόν να δημιουργούν το σοβαρότερο κίνδυνο» ( 45 ). Από αμφότερα τα έγγραφα προκύπτει σαφώς ότι οι εξαιρέσεις από την αδειοδότηση αφορούν χρήσεις ουσιών.
84.
Περαιτέρω, στο αρχικό σχέδιο του κανονισμού REACH η εξαίρεση από την αδειοδότηση περιέληφθη στον τίτλο VII. Το άρθρο 53, παράγραφος 5, στοιχείο ζʹ, του προτεινόμενου κανονισμού όριζε ότι (μόνον) οι δύο πρώτες παράγραφοι του εν λόγω άρθρου, σχετικά με την αδειοδότηση, δεν εφαρμόζονταν στις «χρήσεις ως απομονώσιμων ενδιάμεσων στις εγκαταστάσεις παραγωγής ή μεταφερόμενων» ( 46 ). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν εκείνο το οποίο, έχοντας εκφράσει την πρόθεσή του να συγκεντρώσει όλες τις εξαιρέσεις που αφορούσαν το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού REACH σε ένα άρθρο στην αρχή του εν λόγω εγγράφου για λόγους σαφήνειας, μετακίνησε την εξαίρεση για τα ενδιάμεσα προϊόντα και την τοποθέτησε μαζί με τις υπόλοιπες εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού στο άρθρο 2 ( 47 ). Αφετέρου, τα άρθρα 57 και 59 παρέμειναν ως είχαν στο αρχικό σχέδιο του προτεινόμενου κανονισμού ( 48 ). Τα εν λόγω άρθρα αφορούν ουσίες, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1.
85.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο συνδυασμός των άρθρων 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, 3, παράγραφοι 1 και 15, στοιχεία βʹ και γʹ, και του τίτλου VII, του κανονισμού REACH οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εξαίρεση των απομονωμένων ενδιάμεσων προϊόντων στις εγκαταστάσεις παρασκευής και των μεταφερόμενων απομονωμένων ενδιάμεσων προϊόντων από τον τίτλο VII είναι εξαίρεση που αναφέρεται στη χρήση, η οποία καλύπτει τη συγκεκριμένη χρήση για την οποία προορίζεται η ουσία.
86.
Επομένως, όσον αφορά την εφαρμογή της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, πρέπει να ακολουθείται η εξής συλλογιστική: i) η διαδικασία αδειοδοτήσεως αφορά ουσίες· ii) η εφαρμογή της εν λόγω διαδικασίας προϋποθέτει πλήρωση των κριτηρίων του άρθρου 57 για τον προσδιορισμό μιας ουσίας ως ΑΑΟ ( 49 )· iii) ο εν λόγω προσδιορισμός εξαρτάται αποκλειστικά από τις εγγενείς ιδιότητες των ουσιών και όχι από τη χρήση για την οποία προορίζονται· iv) εφόσον μια ουσία προσδιορίζεται ως ΑΑΟ, υπόκειται στη διαδικασία αδειοδοτήσεως, έστω και αν η επίσημη εγγραφή της στον κατάλογο ουσιών που υπόκεινται σε αδειοδότηση δύναται να μετατεθεί χρονικώς σε συνάρτηση με τον βαθμό προτεραιότητας που της δίδει ο ΕΟΧΠ ( 50 )· πάντως v) όταν οι προσδιορισθείσες ΑΑΟ έχουν ενδιάμεσες χρήσεις, οι εν λόγω χρήσεις εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του τίτλου VII του εν λόγω κανονισμού· και, τέλος, vi) αν μια ουσία έχει πολλαπλές χρήσεις, εκ των οποίων εξαιρείται μόνον η μία, η εξαίρεση θα εφαρμόζεται μόνον ως προς την ποσότητα της ουσίας που προορίζεται για την εξαιρούμενη χρήση ( 51 ).
87.
Από το σύνολο των ανωτέρω εκτιμήσεων προκύπτει ότι τα άρθρα 57 και 59 του κανονισμού REACH αφορούν ουσίες με ορισμένες εγγενείς ιδιότητες και όχι χρήσεις ουσιών. Αντιθέτως, το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, εξαιρεί απλώς ορισμένες χρήσεις ουσιών (όπως είναι τα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα) από τον τίτλο VII. Το αποτέλεσμα της εν λόγω εξαιρέσεως δεν μπορεί υπερακοντίζει το πεδίο εφαρμογής της. Ως εκ τούτου, το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, μπορεί να εξαιρεί ενδιάμεσα προϊόντα μόνον από την εφαρμογή των άρθρων του εν λόγω τίτλου τα οποία αφορούν χρήσεις ουσιών και όχι από την εφαρμογή των άρθρων τα οποία φορούν εγγενείς ιδιότητες των ουσιών.
88.
Για τον λόγο αυτό, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο ότι το γεγονός ότι μια ουσία ενδέχεται να εμπίπτει στο καθεστώς του ενδιάμεσου προϊόντος όσον αφορά ορισμένες χρήσεις δεν συνεπάγεται ότι η εν λόγω ουσία εκφεύγει του προσδιορισμού ως ΑΑΟ, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 59 ( 52 ).
89.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
Συνοπτική παρουσίαση των κρίσιμων χωρίων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
90.
Στη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού REACH, τα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα στις εγκαταστάσεις παρασκευής και τα μεταφερόμενα απομονωμένα ενδιάμεσα προϊόντα εξαιρούνται από τον τίτλο VII. Κατόπιν τούτου, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα μήπως, λόγω της εξαιρέσεως αυτής, η επίδικη απόφαση ήταν μη σύννομη στο μέτρο που προέβη σε χαρακτηρισμό του ακρυλαμιδίου ως ΑΑΟ ( 53 ).
91.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι μια ουσία εμπίπτει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, στο καθεστώς του ενδιάμεσου προϊόντος δεν συνεπάγεται ότι η εν λόγω ουσία εκφεύγει της διαδικασίας προσδιορισμού που προβλέπεται στο άρθρο 59 ( 54 ).
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
92.
Προς στήριξη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ο PPG και η SNF προβάλλουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως παραλείποντας να εξετάσει τα επιχειρήματά τους σχετικά με το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού REACH. Υποστηρίζουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολόγησε γιατί η σαφής και κατηγορηματική εξαίρεση των απομονωμένων ενδιάμεσων προϊόντων στις εγκαταστάσεις παρασκευής και των μεταφερόμενων απομονωμένων ενδιάμεσων προϊόντων από τον τίτλο VII δεν περιλαμβάνει και την εξαίρεση από την εφαρμογή του άρθρου 59.
93.
Ο ΕΟΧΠ υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέθεσε σαφή αιτιολογία που παρέχει στους αναιρεσείοντες τη δυνατότητα να κατανοήσουν τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκαν τα επιχειρήματά τους. Συναφώς, παραπέμπει στις σκέψεις 65 έως 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
94.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους μια ουσία που χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο προϊόν μπορεί μολαταύτα να υπαχθεί στη διαδικασία προσδιορισμού σύμφωνα με το άρθρο 59 του κανονισμού REACH.
Ανάλυση
95.
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των δικαστικών αποφάσεων απορρέει από το άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ισχύει για το Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού. Κατά πάγια νομολογία, από το σκεπτικό μιας αποφάσεως πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους της αποφάσεώς του και να μπορεί το Δικαστήριο να ασκεί τον δικαστικό του έλεγχο ( 55 ).
96.
Κατά την ερμηνεία μου της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε απευθείας το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού REACH.
97.
Το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε σαφώς τη συλλογιστική του στις σκέψεις 65 έως 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Διαπίστωσε ότι το ακρυλαμίδιο αποτελεί ουσία βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού REACH καθώς και ότι το γεγονός ότι, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η εν λόγω ουσία εμπίπτει στο καθεστώς του ενδιάμεσου προϊόντος δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την εξαίρεσή της από τη διαδικασία προσδιορισμού.
98.
Φρονώ ότι το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου είναι σαφές και διατυπωμένο με επαρκή λεπτομέρεια ώστε οι PPG και SNF να είναι σε θέση να ασκήσουν την αίτησή τους αναιρέσεως, αλλά και το Δικαστήριο να αποφανθεί κατ’ αναίρεση.
99.
Κατά συνέπεια, συμπεραίνω ότι το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του και ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της υποχρεώσεως που υπείχε ο ΕΟΧΠ να λάβει υπόψη τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον φάκελο του παραρτήματος XV
Συνοπτική παρουσίαση των κρίσιμων χωρίων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
100.
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά της απορρίψεως από το Γενικό Δικαστήριο του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι, βάσει του άρθρου 59, ο προσδιορισμός του ακρυλαμιδίου έπρεπε να έχει βασιστεί σε όλες τις πληροφορίες που περιείχε ο φάκελος του παραρτήματος XV τον οποίο εκπόνησαν οι Κάτω Χώρες, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για τις χρήσεις και την έκθεση. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι στον εν λόγω φάκελο μνημονεύονται απλώς παραδείγματα χρήσεων του ακρυλαμιδίου ως ενδιάμεσου προϊόντος, το στοιχείο αυτό δεν είχε καμιά σημασία ως προς τον χαρακτηρισμό της εν λόγω ουσίας ως ΑΑΟ, δεδομένου ότι οι πληροφορίες αυτές δεν αφορούν τις εγγενείς ιδιότητες που αρκυλαμιδίου. Οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να καταστούν κρίσιμες σε μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας, ήτοι κατά τη διαδικασία αδειοδοτήσεων για ειδικές χρήσεις. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι όλες οι χρήσεις του ακρυλαμιδίου οι οποίες μνημονεύονται στον εν λόγω φάκελο είχαν ενδιάμεσο χαρακτήρα.
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
101.
Ο PPG και η SNF υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε. Οι πληροφορίες περί των χρήσεων μιας ουσίας αποτελούν κανονιστική απαίτηση για τον φάκελο του παραρτήματος XV, ο δε ΕΟΧΠ οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω πληροφορίες. Στην περίπτωση του αρκυλαμιδίου, από τις πληροφορίες προέκυψε ότι η εν λόγω ουσία χρησιμοποιούνταν μόνον ως ενδιάμεσο προϊόν, γεγονός που ήταν κρίσιμο για την εφαρμογή της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού REACH.
102.
Ο ΕΟΧΠ προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς συμπέρανε ότι κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου της διαδικασίας αδειοδοτήσεως, που αφορά τον προσδιορισμό της ουσίας, δεν απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη πληροφορίες σχετικές με τη χρήση της ουσίας. Εν πάση περιπτώσει, στον φάκελο του παραρτήματος XV καταγράφηκε ότι υπήρχαν δύο χρήσεις του ακρυλαμιδίου οι οποίες δεν ήταν ενδιάμεσου χαρακτήρα.
Ανάλυση
103.
Η εκπόνηση φακέλου του παραρτήματος XV αποτελεί τυπική προϋπόθεση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 59 του κανονισμού REACH. Σκοπός της εν λόγω διαδικασίας είναι ο προσδιορισμός των ουσιών που έχουν τις εγγενείς ιδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 57 και οι οποίες, κατά συνέπεια, ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο αδειοδοτήσεως.
104.
Το υποχρεωτικό περιεχόμενο του φακέλου του παραρτήματος XV προβλέπεται στον ίδιο τον κανονισμό REACH. Περιλαμβάνει τρία μέρη: i) την πρόταση· ii) την αιτιολόγηση και iii) τις πληροφορίες για τη χρήση, την έκθεση, τις εναλλακτικές ουσίες και τους κινδύνους. Η πρόταση αποτελεί το σημαντικότερο μέρος του φακέλου, καθόσον περιλαμβάνει την ταυτότητα της οικείας ουσίας και τον προτεινόμενο χαρακτηρισμό της σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 57. Η αιτιολόγηση είναι επίσης βασική, καθόσον στο πλαίσιο αυτής τεκμηριώνεται ο χαρακτηρισμός των ουσιών.
105.
Οι πληροφορίες για τη χρήση, την έκθεση, τις εναλλακτικές ουσίες και τους κινδύνους είναι επίσης υποχρεωτικές, αλλά φρονώ ότι ο ρόλος τους είναι συμπληρωματικός. Πρώτον, απαιτείται να παρέχονται μόνον οι «διαθέσιμες» πληροφορίες σχετικά με τη χρήση και την έκθεση ( 56 ). Δεν επιβάλλεται υποχρέωση διενέργειας έρευνας που να βαίνει πέραν των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες για την εκπόνηση φακέλου του παραρτήματος XV. Δεύτερον, ο όρος «κατηγορία χρήσης και έκθεσης», που ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 38 ( 57 ), χρησιμοποιείται αρκετές φορές στο κείμενο του εν λόγω κανονισμού. Για παράδειγμα, ο εν λόγω όρος είναι κρίσιμος για τον τίτλο ΙΙ, που αφορά την καταχώριση των ουσιών, όσον αφορά τις πληροφορίες που υποβάλλονται για γενικούς λόγους καταχωρίσεως (άρθρο 10· βλ. επίσης παράρτημα VI) και για το παράρτημα Ι, που θεσπίζει τις γενικές διατάξεις για την αξιολόγηση ουσιών και την εκπόνηση εκθέσεων χημικής ασφάλειας. Κατά τη γνώμη μου, από τον συμπληρωματικό χαρακτήρα των εν λόγω πληροφοριών καθώς και από το γεγονός ότι αυτές δεν θεωρούνται εξαντλητικές, προκύπτει ότι ο ρόλος που διαδραματίζουν στο πλαίσιο του παραρτήματος XV εξαντλείται στο στάδιο κατά το οποίο πραγματοποιείται εκτίμηση των εξαιρέσεων σχετικά με ορισμένες χρήσεις. Οι εν λόγω πληροφορίες δεν ασκούν επιρροή στην (προηγηθείσα) εκτίμηση του εάν μια συγκεκριμένη ουσία πρέπει να χαρακτηριστεί ως ΑΑΟ.
106.
Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι στον φάκελο του παραρτήματος XV «μνημονεύονται απλώς παραδείγματα χρήσεων της εν λόγω ουσίας ως ενδιάμεσου προϊόντος, το στοιχείο αυτό δεν θα είχε καμιά σημασία ως προς τον χαρακτηρισμό του ακρυλαμιδίου ως [ΑΑΟ] […], δεδομένου ότι οι πληροφορίες αυτές δεν αφορούν τις εγγενείς ιδιότητες του ακρυλαμιδίου» ( 58 ). Πραγματικά, τόσο το άρθρο 57 όσο και το παράρτημα XV είναι σαφή επί του σημείου αυτού: οι ουσίες χαρακτηρίζονται ως άκρως ανησυχητικές όταν διαθέτουν τις ιδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 57 ( 59 ). Η εν λόγω διάταξη δεν αναφέρεται στις χρήσεις των ουσιών για τον σκοπό του χαρακτηρισμού τους. Αντιθέτως, οι χρήσεις των ουσιών λαμβάνονται υπόψη σε άλλο σημείο, ήτοι στο άρθρο 56, το οποίο καθιερώνει τη γενική αρχή ότι οι ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XIV δεν μπορούν να διατίθενται στην αγορά ή να γίνεται χρήση τους, προβλέπει δε και εξαιρέσεις από την εν λόγω αρχή. Το εν λόγω στάδιο αφορά την εγγραφή ουσιών στο παράρτημα XIV (άρθρο 58), ή, στο κεφάλαιο 2 του τίτλου VII, που αφορά τη χορήγηση αδειών.
107.
Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Πέμπτος και έκτος λόγος αναιρέσεως: πλάνη περί το δίκαιο και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως κατά την εκτίμηση περί της αναλογικότητας της επίδικης αποφάσεως
Συνοπτική παρουσίαση των κρίσιμων χωρίων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
108.
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα του PPG και της SNF ότι η επίδικη απόφαση παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Πρώτον, έκρινε ότι ο χαρακτηρισμός του ακρυλαμιδίου ως ΑΑΟ δεν ήταν προδήλως ακατάλληλος σε σχέση με τον σκοπό της προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος. Δεύτερον, έκρινε ότι η επίδικη απόφαση δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών. Ειδικότερα, η εξαίρεση των ενδιάμεσων χρήσεων από τον χαρακτηρισμό δεν αποτελεί λιγότερο επαχθές μέτρο, πρόσφορο να επιτύχει τους ίδιους σκοπούς. Αντιθέτως, ο νομοθέτης θέσπισε ειδικούς κανόνες που διέπουν τα ενδιάμεσα προϊόντα στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, και παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού REACH.
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
109.
Προς στήριξη του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, ο PPG και η SNF υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμησή του ως προς την αρχή της αναλογικότητας. Θα αποτελούσε λιγότερο επαχθές μέτρο η ρητή αναφορά στο κείμενο της προσβαλλόμενης πράξεως ότι «ο χαρακτηρισμός και η εγγραφή στον κατάλογο υποψήφιων ουσιών δεν έχει κανέναν απολύτως αντίκτυπο στη χρήση των ενδιάμεσων προϊόντων», καθόσον η εν λόγω λύση έχει το πλεονέκτημα ότι συμβιβάζει την εξαίρεση των ενδιάμεσων προϊόντων που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ με τη διαδικασία προσδιορισμού του άρθρου 59.
110.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, ο PPG και η SNF υποστηρίζουν επίσης ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου που παρατίθεται στη δεύτερη περίοδο της σκέψεως 93 δεν τους παρέχει τη δυνατότητα να κατανοήσουν τον λόγο για τον οποίο το οικείο μέτρο δεν αποτελεί λιγότερο επαχθές μέτρο τα οποίο θα έπρεπε, κατά συνέπεια, να έχει προτιμηθεί από τον ΕΟΧΠ.
111.
Ο ΕΟΧΠ υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια σε έναν τομέα στον οποίο καλείται να προβεί σε επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως καθώς και σε σύνθετες εκτιμήσεις. Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο τήρησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει συναφώς. Για τον σκοπό αυτό αρκούσαν η αναφορά στη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως των ειδικών κανόνων σχετικά με τα ενδιάμεσα προϊόντα που έχουν θεσπιστεί από τον νομοθέτη της Ένωσης, ήτοι του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, και παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, καθώς και η παραπομπή στη σκέψη 48.
112.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε ενδελεχώς την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας την οποία φέρεται ότι διέπραξε ο ΕΟΧΠ. Περαιτέρω, ο επικουρικός ισχυρισμός που προβάλλουν οι PPG και SNF είναι περιττός διότι το αποτέλεσμα αυτού προκύπτει ευθέως από το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του ίδιου του κανονισμού REACH. Η αναδιατύπωση με διαφορετικούς όρους των όσων ήδη προβλέπει η νομοθεσία δεν συνιστά «μέτρο», αλλά ούτε και είναι μέτρο «λιγότερο επαχθές», δεδομένου ότι η προτεινόμενη προσθήκη στερείται νομικού ή πρακτικού αποτελέσματος.
Ανάλυση
113.
Στις σκέψεις 81 έως 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τον λόγο ακυρώσεως του PPG και της SNF σχετικά με την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
114.
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο όρισε ορθώς την εν λόγω αρχή και τους περιορισμούς του δικαστικού ελέγχου οι οποίοι απορρέουν από την ευρεία διακριτική ευχέρεια που διαθέτει ο ΕΟΧΠ επί του εν λόγω ζητήματος ( 60 ). Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα επιχειρήματα ότι η επίδικη απόφαση δεν συνιστούσε κατάλληλο μέσο για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκονται με τον κανονισμό REACH ( 61 ). Τέλος, εξέτασε τόσο το ζήτημα αν η επίδικη απόφαση έβαινε πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών όσο και τα λιγότερο επαχθή μέτρα που πρότειναν εναλλακτικά ο PPG και η SNF ( 62 ). Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη απόφαση δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
115.
Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως του PPG και της SNF αφορά την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση ενός εκ των προβαλλόμενων ως λιγότερο επαχθών μέτρων, το οποίο όμως, κατά τα υποστηριζόμενα από του αναιρεσείοντες, θα καθιστούσε δυνατή την επίτευξη των επιδιωκόμενων με τον κανονισμό REACH σκοπών.
116.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το ανωτέρω επιχείρημα για τον λόγο ότι η εξαίρεση των ενδιάμεσων προϊόντων ρυθμίζεται ρητώς στο άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού REACH. Συντάσσομαι με την άποψη τόσο του Γενικού Δικαστηρίου όσο και της Επιτροπής ότι, εφόσον η νομική κατάσταση είναι όντως αυτή, το υποτιθέμενο «εναλλακτικό μέτρο» θα στερούνταν πρακτικού και νομικού αποτελέσματος. Ως εκ τούτου δεν θα είχε νόημα να εξεταστεί με γνώμονα το κριτήριο της αναλογικότητας. Εν ολίγοις, κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς άσκοπο.
117.
Ως εκ τούτου, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
118.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, ο PPG και η SNF προβάλλουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Υποστηρίζουν, ιδίως, ότι η δεύτερη περίοδος της σκέψεως 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν τους παρέσχε τη δυνατότητα να κατανοήσουν τον λόγο για τον οποίο το μέτρο που προτείνουν δεν συνιστά λιγότερο επαχθές μέτρο το οποίο έπρεπε να έχει επιλεγεί από τον ΕΟΧΠ.
119.
Δεν δέχομαι το επιχείρημα αυτό.
120.
Όπως ήδη ανέφερα, το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε την απόρριψη του ισχυρισμού του PPG και της SNF. Είναι όντως αληθές ότι η παρατιθέμενη αιτιολογία περιορίζεται σε μία πρόταση. Σημειώνω, ωστόσο, ότι το επιχείρημα στο οποίο απαντούσε το Γενικό Δικαστήριο ήταν επίσης διατυπωμένο σε μία πρόταση, στο σημείο 92 του δικογράφου της προσφυγής ακυρώσεως. Κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση του Γενικού Δικαστηρίου να αιτιολογεί τις αποφάσεις του δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως συνεπαγόμενη την υποχρέωσή του να απαντά λεπτομερώς σε κάθε προβαλλόμενο από τον διάδικο επιχείρημα ( 63 ). Η προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου παρέσχε στους μεν ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να λάβουν γνώση της αιτιολογίας της αποφάσεώς του, στο δε Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο, σύμφωνα με τη νομολογία του εν λόγω Δικαστηρίου ( 64 ).
121.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
122.
Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
123.
Σύμφωνα με τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 137, 138, 140 και 184 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο PPG και η SNF, ηττηθέντες διάδικοι ως προς όλους τους λόγους αναιρέσεως, θα πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Πρόταση
124.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
—
να καταδικάσει τον Polyelectrolyte Producers Group GEIE και την SNF SAS στα δικαστικά τους έξοδα καθώς και στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων (ΕΟΧΠ),
—
να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά τους έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική
( 2 ) T‑268/10 RENV, EU:T:2015:698.
( 3 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1). Κατά τον κρίσιμο χρόνο για τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης ο κανονισμός REACH ίσχυε όπως είχε τροποποιηθεί εσχάτως με τον κανονισμό (ΕΚ) 552/2009 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2009 (ΕΕ 2009, L 164, σ. 7) και ως εκ τούτου στις παρούσες προτάσεις χρησιμοποίησα την εν λόγω έκδοση.
( 4 ) Αιτιολογική σκέψη 1 και άρθρο 1.
( 5 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως των επικινδύνων ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 34). Η εν λόγω οδηγία έχει έκτοτε καταργηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ, και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (ΕΕ 2008, L 353, σ. 1).
( 6 ) Σύμφωνα με την πολυγλωσσική βάση χημικής ορολογίας του ΕΟΧΠ, πολυμερισμός είναι ο σχηματισμός πολυμερών από απλούστερα (μονομερή) μόρια με προσθήκη.
( 7 ) T‑268/10, EU:T:2011:508.
( 8 ) C‑625/11 P, EU:C:2013:594.
( 9 ) Η ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου για το ζήτημα του παραδεκτού εκτίθεται με τις σκέψεις 29 έως 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 10 ) Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, FCD και FMB (C‑106/14, EU:C:2015:576, σκέψη 32).
( 11 ) Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καταχώριση, την αξιολόγηση και την αδειοδότηση των χημικών προϊόντων και για τους περιορισμούς που επιβάλλονται σε αυτά (Reach), για τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45 ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) [σχετικά με τους ανθεκτικούς οργανικούς ρύπους], COM(2003) 644 τελικό, σ. 12 (στο εξής: πρόταση κανονισμού της Επιτροπής).
( 12 ) Άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού REACH.
( 13 ) Αιτιολογική σκέψη 69 του κανονισμού REACH.
( 14 ) Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, FCD και FMB (C‑106/14, EU:C:2015:576, σκέψη 35).
( 15 ) Άρθρο 59, παράγραφοι 2 και 3, και παράρτημα XV του κανονισμού REACH. Εντός 60 ημερών από την κυκλοφορία του φακέλου, τα υπόλοιπα κράτη μέλη ή ο ΕΟΧΠ μπορούν να διατυπώνουν σχόλια σχετικά με τον προσδιορισμό της ουσίας (άρθρο 59, παράγραφος 5).
( 16 ) Άρθρο 59, παράγραφος 4, του κανονισμού REACH.
( 17 ) Άρθρο 59, παράγραφοι 7 έως 9, του κανονισμού REACH.
( 18 ) Άρθρο 58, παράγραφος 3, του κανονισμού REACH.
( 19 ) Απόφαση του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (ΕΕ 1999, L 184, σ. 23). Βλ. άρθρα 58, παράγραφος 1, και 133, παράγραφος 4, του κανονισμού REACH. Το άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ προστέθηκε με την απόφαση 2006/512 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2006, για την τροποποίηση της απόφασης 1999/468/ΕΚ περί καθορισμού των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (ΕΕ 2006, L 200, σ. 11).
( 20 ) Άρθρο 58, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού REACH.
( 21 ) Άρθρο 62 του κανονισμού REACH.
( 22 ) Βλ. άρθρο 56, παράγραφοι 1, στοιχεία βʹ έως εʹ, και 2 έως 5, του κανονισμού REACH.
( 23 ) Σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 24 ) Σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 25 ) Προσάρτημα 4 του Οδηγού του ΕΟΧΠ για τα ενδιάμεσα προϊόντα, 2010, ECHA‑2010-G‑17-EN (στο εξής: Οδηγός του ΕΟΧΠ για τα ενδιάμεσα προϊόντα).
( 26 ) Σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 27 ) Σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 28 ) Σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 29 ) Σκέψεις 66 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 30 ) Σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 31 ) Αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3.
( 32 ) Άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 178)· άρθρο 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 793/93 του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1993, για την αξιολόγηση και τον έλεγχο των κινδύνων από τις υπάρχουσες ουσίες (ΕΕ 1993, L 84, σ. 1)· άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 1999/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 1999, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων παρασκευασμάτων (ΕΕ 1999, L 200, σ. 1).
( 33 ) Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 67/548.
( 34 ) Έγγραφο εργασίας της Επιτροπής, Γενική έκθεση για τον REACH, SWD(2013) 25 τελικό, σ. 17.
( 35 ) Βλ. συναφώς πρόταση κανονισμού της Επιτροπής, σ. 33.
( 36 ) Άρθρα 1 και 55 του κανονισμού REACH.
( 37 ) Το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα υποβληθέντα σ’ αυτό στοιχεία της δικογραφίας, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Όταν το Γενικό Δικαστήριο έχει εξακριβώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, δυνάμει του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, να ασκήσει έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο (βλ. απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., C‑136/92 P, EU:C:1994:211, σκέψεις 48 και 49, και απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Alliance One International κ.λπ., C‑628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:479, σκέψη 84).
( 38 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta (C‑496/99 P, EU:C:2004:236, σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 39 ) Σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 40 ) Σκέψεις 66 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 41 ) Σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 42 ) Αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 2016, Baštová (C‑432/15, EU:C:2016:855, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 29ης Μαρτίου 2012, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑185/10, EU:C:2012:181, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 43 ) Βλ. σημεία 55 και 58 των παρουσών προτάσεων.
( 44 ) Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Στρατηγική για μια μελλοντική πολιτική για τα χημικά προϊόντα, COM(2001) 88 τελικό, σ. 8 και 19.
( 45 ) Βλ. πρόταση κανονισμού της Επιτροπής, σ. 33.
( 46 ) Βλ. πρόταση κανονισμού της Επιτροπής, σ. 108.
( 47 ) Βλ. πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καταχώριση, την αξιολόγηση και την αδειοδότηση των χημικών προϊόντων και για τους περιορισμούς που επιβάλλονται σε αυτά (REACH), για τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) σχετικά με τους ανθεκτικούς οργανικούς ρύπους [SEC(2003) 1171] (COM/2003/0644 τελικό – COD 2003/0256, σ. 523 και 524).
( 48 ) Βλ. άρθρα 54 και 56 της πρότασης κανονισμού της Επιτροπής.
( 49 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017, Hitachi Chemical Europe και Polynt κατά ΕΟΧΠ (C‑324/15 P, EU:C:2017:208, σκέψη 35).
( 50 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017, Hitachi Chemical Europe και Polynt κατά ΕΟΧΠ (C‑324/15 P, EU:C:2017:208, σκέψη 35).
( 51 ) Βλ. Bergkamp, L., «Key concepts and scope», The European Union REACH Regulation for chemicals, Oxford University Press, 2013, σ. 59. Ο PPG και η SNF παραδέχθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι όταν μια ουσία έχει τόσο ενδιάμεσες όσο και μη ενδιάμεσες χρήσεις, «επί παραδείγματι 50 % ενδιάμεσες χρήσεις και 50 % λοιπές χρήσεις», εξαιρούνται μόνον οι ενδιάμεσες χρήσεις δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 8 στοιχείο βʹ.
( 52 ) Σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 53 ) Σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 54 ) Σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 55 ) Βλ. ιδίως, απόφαση της 11ης Απριλίου 2013, Mindo κατά Επιτροπής (C‑652/11 P, EU:C:2013:229, σκέψη 29).
( 56 ) Βλ., συναφώς, διάταξη της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Cindu Chemicals κ.λπ. κατά ΕΟΧΠ (C‑289/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2175, σκέψη 51).
( 57 ) Το άρθρο 3, παράγραφος 24, προβλέπει διαφορετικό ορισμό για τον όρο «χρήση» και το άρθρο 3, παράγραφος 37, για τον όρο «σενάριο έκθεσης».
( 58 ) Σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 59 ) Βλ. σημείο 34 των παρουσών προτάσεων.
( 60 ) Σκέψεις 81 και 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Βλ., επίσης, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Etimine (C‑15/10, EU:C:2011:504, σκέψεις 60, 124 και 125).
( 61 ) Σκέψεις 84 έως 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 62 ) Σκέψεις 88 έως 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 63 ) Απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑120/06 P και C‑121/06 P, EU:C:2008:476, σκέψη 91 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 64 ) Απόφαση της 11ης Απριλίου 2013, Mindo κατά Επιτροπής (C‑652/11 P, EU:C:2013:229, σκέψη 29).
Full & Egal Universal Law Academy