ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 30ής Μαΐου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑656/15 P
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
TV2/Danmark A/S
«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ Δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία – Μέτρα τα οποία ελήφθησαν από τις δανικές αρχές υπέρ του δανικού ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού TV2/Danmark – Έννοια των “ενισχύσεων που χορηγούνται από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους”»
1.
Με την αίτηση αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί τη μερική αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης TV2/Danmark κατά Επιτροπής ( 2 ), με την οποία, αφενός, ακυρώθηκε η απόφαση 2011/839/ΕΕ της Επιτροπής ( 3 ), καθόσον η τελευταία είχε κρίνει ότι τα έσοδα από τις διαφημίσεις των ετών 1995 και 1996, που καταβλήθηκαν στον TV2/Danmark μέσω του Ταμείου TV2, συνιστούσαν κρατική ενίσχυση, και, αφετέρου, απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η προσφυγή του TV2/Danmark A/S (στο εξής: TV2 A/S) με αίτημα τη μερική ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Η υπό κρίση υπόθεση συνδέεται με τις υποθέσεις C‑649/15 P και C‑657/15 P, οι οποίες αφορούν επίσης αιτήσεις αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και επί των οποίων διατυπώνω σήμερα επίσης τις προτάσεις μου. Είναι, ακόμη, συναφής και με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε προσφάτως η απόφαση της 8ης Μαρτίου 2017Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής (C‑660/15 P, EU:C:2017:178).
I. Ιστορικό της διαφοράς
2.
Ο TV2 A/S είναι δανική ανώνυμη εταιρία ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών που δημιουργήθηκε προκειμένου να αντικαταστήσει, με λογιστικά και φορολογικά αποτελέσματα από 1ης Ιανουαρίου 2003, την αυτοτελή κρατική επιχείρηση TV2/Danmark (στο εξής: TV2), που ιδρύθηκε το 1986. Ο TV2 A/S, όπως ακριβώς και η προκάτοχός του TV2, είναι ο δεύτερος δημόσιος τηλεοπτικός σταθμός στη Δανία, ο δε πρώτος είναι ο Danmarks Radio (στο εξής: DR).
3.
Η αποστολή του TV2 A/S, όπως άλλωστε και προηγουμένως της TV2, συνίσταται στην παραγωγή και εκπομπή τηλεοπτικών προγραμμάτων εθνικής και περιφερειακής εμβέλειας. Η εκπομπή αυτή μπορεί να γίνεται, μεταξύ άλλων, με ραδιοηλεκτρικό εξοπλισμό, με δορυφορικά ή καλωδιακά συστήματα. Οι κανόνες ως προς τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας του TV2 A/S, και προηγουμένως της TV2, καθορίζονται από τον Δανό Υπουργό Πολιτισμού.
4.
Εκτός από τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, στο σύνολο της δανικής αγοράς τηλεοπτικών υπηρεσιών αναπτύσσουν δραστηριότητα και εμπορικοί ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί. Πρόκειται, ειδικότερα, αφενός, για την εταιρία Viasat Broadcasting UK Ltd (στο εξής: Viasat) και, αφετέρου, για τον όμιλο που αποτελείται από τις εταιρίες SBS TV A/S και SBS Danish Television Ltd.
5.
Η σύσταση της TV2 χρηματοδοτήθηκε από έντοκο κρατικό δάνειο και η δραστηριότητά της, κατά το πρότυπο του DR, θα χρηματοδοτούνταν από το προϊόν των ραδιοτηλεοπτικών τελών που πληρώνουν όλοι οι Δανοί τηλεθεατές. Ο Δανός νομοθέτης αποφάσισε ωστόσο ότι, σε αντίθεση προς την περίπτωση του DR, η TV2 θα είχε επίσης τη δυνατότητα να αντλεί όφελος, μεταξύ άλλων, από το προϊόν της διαφημιστικής δραστηριότητας.
6.
Κατόπιν καταγγελίας που υπέβαλε, στις 5 Απριλίου 2000, η εταιρία SBS Broadcasting SA/TV Danmark, το σύστημα χρηματοδοτήσεως της TV2 αποτέλεσε αντικείμενο εξετάσεως εκ μέρους της Επιτροπής στην απόφαση 2006/217/ΕΚ, της 19ης Μαΐου 2004, σχετικά με τα μέτρα που εφάρμοσε η Δανία υπέρ [της TV2] (ΕΕ 2006, L 85, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2006, L 368, σ. 112, στο εξής: απόφαση TV2 I της Επιτροπής). Η απόφαση αυτή κάλυπτε το χρονικό διάστημα από το 1995 έως το 2002 και αφορούσε κυρίως τα έσοδα από ραδιοτηλεοπτικά τέλη και τις μεταφορές από τα ταμεία που ήταν επιφορτισμένα με τη χρηματοδότηση της TV2 (Ταμείο TV2 και Radiofonden).
7.
Μετά την εξέταση των οικείων μέτρων, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συνιστούσαν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή απεφάνθη, επιπλέον, ότι η ως άνω ενίσχυση, που χορηγήθηκε μεταξύ 1995 και 2002 από το Βασίλειο της Δανίας στην TV2, είναι συμβατή προς την εσωτερική αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, με εξαίρεση ποσό 628,2 εκατομμυρίων δανικών κορωνών (DKK) (περίπου 84,45 εκατομμύρια ευρώ), το οποίο χαρακτήρισε ως «υπεραντιστάθμιση». Κατά συνέπεια, διέταξε το Βασίλειο της Δανίας να ανακτήσει αυτό το ποσό εντόκως από τον TV2 A/S, ο οποίος είχε εν τω μεταξύ αντικαταστήσει την TV2.
8.
Κατά της αποφάσεως TV2 I της Επιτροπής ασκήθηκαν τέσσερις προσφυγές ακυρώσεως, αφενός, από τον TV2 A/S (υπόθεση T‑309/04) και το Βασίλειο της Δανίας (υπόθεση T‑317/04) και, αφετέρου, από τους ανταγωνιστές του TV2 A/S, ήτοι τη Viasat (υπόθεση T‑329/04) και τις SBS TV και SBS Danish Television (υπόθεση T‑336/04).
9.
Με την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2008, TV2/Danmark κ.λπ. κατά Επιτροπής (συνεκδικασθείσες υποθέσεις T‑309/04, T‑317/04, T‑329/04 και T‑336/04, στο εξής: απόφαση TV2 I του Γενικού Δικαστηρίου, EU:T:2008:457), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την εν λόγω απόφαση. Με την απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ορθώς είχε καταλήξει η Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι η συνιστάμενη στην παροχή δημόσιας υπηρεσίας αποστολή που έχει ανατεθεί στην TV2 ανταποκρίνεται στον ορισμό των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος της ραδιοτηλεοράσεως. Ωστόσο, διαπίστωσε επίσης ότι η απόφαση TV2 I της Επιτροπής ενείχε διάφορες πλημμέλειες, οι οποίες επέφεραν τελικά την ακύρωσή της.
10.
Εξετάζοντας το ζήτημα αν για τα μέτρα που αφορούσε η απόφαση TV2 I της Επιτροπής δεσμεύονταν κρατικοί πόροι, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή δεν είχε αιτιολογήσει την απόφασή της ως προς το ότι ελήφθησαν υπόψη, de facto, ως κρατικοί πόροι έσοδα από διαφημίσεις των ετών 1995 και 1996.
11.
Κατόπιν της ακυρώσεως της αποφάσεως TV2 I της Επιτροπής, η τελευταία επανεξέτασε τα μέτρα. Με την ευκαιρία αυτή, διαβουλεύτηκε με το Βασίλειο της Δανίας και με τον TV2 A/S, περιήλθαν δε σ’ αυτήν παρατηρήσεις από τρίτους.
12.
Η Επιτροπή εξέθεσε, στην επίδικη απόφαση, το πόρισμα της επανεξετάσεως των μέτρων.
13.
Η επίδικη απόφαση αφορά τα μέτρα που ελήφθησαν έναντι της TV2 μεταξύ 1995 και 2002. Εντούτοις, στην ανάλυσή της, η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη μέτρα ανακεφαλαιοποιήσεως που ελήφθησαν το 2004, κατόπιν της αποφάσεως TV2 I.
14.
Στην επίδικη απόφαση, η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψή της ως προς τον χαρακτηρισμό των οικείων μέτρων ως κρατικής ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, υπέρ της TV2. Κατά πρώτο λόγο, επιβεβαίωσε ότι τα έσοδα από τις διαφημίσεις για τα έτη 1995 και 1996 συνιστούσαν κρατικούς πόρους και, κατά δεύτερο λόγο, ελέγχοντας την ύπαρξη επιλεκτικού πλεονεκτήματος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα οικεία μέτρα δεν πληρούσαν τον δεύτερο και τον τέταρτο όρο τους οποίους έθεσε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415). Αντιθέτως, ενώ με την απόφαση TV2 I η Επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ποσό των 628,2 εκατομμυρίων DKK (περίπου 84,45 εκατομμύρια ευρώ) συνιστούσε υπεραντιστάθμιση, ασυμβίβαστη προς το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, με την επίδικη απόφαση έκρινε ότι το ποσό αυτό ήταν κατάλληλο αποθεματικό υπό μορφή κεφαλαιακής βάσεως για τον TV2 A/S.
15.
Το πρώτο άρθρο του διατακτικού της αποφάσεως αυτής ορίζει τα ακόλουθα: «Τα μέτρα που εφάρμοσε η Δανία υπέρ [της TV2] μεταξύ του 1995 και του 2002 υπό μορφή εσόδων από ραδιοτηλεοπτικά τέλη και τα άλλα μέτρα που εξετάζονται στην παρούσα απόφαση είναι συμβατά με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 106, παράγραφος 2, [ΣΛΕΕ]».
II. Η ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
16.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Δεκεμβρίου 2011, ο TV2 A/S άσκησε προσφυγή ζητώντας τη μερική ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
17.
Ο TV2 A/S ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την επίδικη απόφαση, στο μέτρο που η Επιτροπή κατέληξε με αυτήν στο συμπέρασμα ότι τα οικεία μέτρα συνιστούσαν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
18.
Επικουρικώς, ο TV2 A/S ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την επίδικη απόφαση, μεταξύ άλλων, για τον λόγο ότι η Επιτροπή είχε κρίνει ότι τα έσοδα από τις διαφημίσεις των ετών 1995 και 1996 που καταβλήθηκαν στην TV2 μέσω του Ταμείου TV2 συνιστούσαν κρατική ενίσχυση.
19.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και πιο συγκεκριμένα με τις σκέψεις 175, 176 και 210 έως 220, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση για τον λόγο που ήδη αναφέρθηκε και απέρριψε κατά τα λοιπά την προσφυγή.
III. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
20.
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει έναν μόνον λόγο αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεως του κατά πόσον τα έσοδα από τις διαφημίσεις των ετών 1995 και 1996 που μεταφέρθηκαν από την TV2 Reklame στην TV2, μέσω του Ταμείου TV2, συνιστούν κρατική ενίσχυση, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τον όρο «κρατικοί πόροι» του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
21.
Υπέρ της Επιτροπής παρενέβησαν η Viasat και η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ.
22.
Ο TV2 A/S και το Βασίλειο της Δανίας αμφισβητούν τα επιχειρήματα της Επιτροπής και υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση καθόσον χαρακτήριζε τα επίμαχα έσοδα ως κρατική ενίσχυση. Ο TV2 A/S και το Βασίλειο της Δανίας υποστηρίζουν ότι, την εποχή εκείνη, ο έλεγχος του Δανικού Δημοσίου επί των εσόδων αυτών ήταν μόνον θεωρητικός, η δε συλλογιστική της Επιτροπής στηριζόταν σε εσφαλμένη ερμηνεία του δανικού δικαίου. Κατά την άποψή τους, συγκρίνοντας την υπό κρίση υπόθεση με την απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160), το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Τέλος, το Βασίλειο της Δανίας εκτιμά ότι δικαιολογείται η διάκριση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο μεταξύ των επίμαχων εσόδων από διαφημίσεις και των αντλούμενων από τα ραδιοτηλεοπτικά τέλη πόρων που μεταφέρθηκαν από το Ταμείο TV2 στην TV2.
23.
Το Δικαστήριο έκρινε, σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι είχε επαρκώς διαφωτιστεί μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν απαραίτητη η διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
A. Εισαγωγή
24.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για να υφίσταται «ενίσχυση» κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πρέπει να πληρούνται όλες οι προβλεπόμενες στην εν λόγω διάταξη προϋποθέσεις ( 4 ).
25.
Η ανωτέρω διάταξη θέτει τέσσερις προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για κρατική παρέμβαση ή για παρέμβαση μέσω κρατικών πόρων. Δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Τρίτον, πρέπει να παρέχει πλεονέκτημα υπέρ του λήπτη. Τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό ( 5 ).
26.
Η αίτηση αναιρέσεως αφορά την πρώτη μόνον από τις ως άνω προϋποθέσεις, ήτοι ότι, κατ’ εφαρμογή της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου, πλεονεκτήματα μπορούν να χαρακτηριστούν ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, μόνον εάν, αφενός, χορηγούνται άμεσα ή έμμεσα μέσω κρατικών πόρων και, αφετέρου, μπορούν να καταλογιστούν στο Δημόσιο ( 6 ).
27.
Όσον αφορά, κατά πρώτο λόγο, την προϋπόθεση σχετικά με τη δυνατότητα καταλογισμού του μέτρου, δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι οι δημόσιες αρχές συμμετείχαν στη λήψη του εν λόγω μέτρου ( 7 ).
28.
Σε ό,τι αφορά, δεύτερον, την απαίτηση να χορηγείται το πλεονέκτημα άμεσα ή έμμεσα μέσω κρατικών πόρων, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τούτο δεν σημαίνει ότι είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται, σε κάθε περίπτωση, ότι υπήρξε μεταφορά κρατικών πόρων, προκειμένου το πλεονέκτημα που χορηγείται σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις να μπορεί να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 8 ).
29.
Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια αυτή της κρατικής ενισχύσεως καλύπτει, πέραν των πλεονεκτημάτων που παρέχονται άμεσα από το κράτος, και εκείνα που παρέχονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς τους οποίους έχει ορίσει ή ιδρύσει το κράτος αυτό με σκοπό τη διαχείριση της ενισχύσεως ( 9 ). Συγκεκριμένα, κατά το δίκαιο της Ένωσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι απλώς και μόνον η δημιουργία αυτοτελών οργάνων επιφορτισμένων με τη διανομή ενισχύσεων παρέχει τη δυνατότητα παρακάμψεως των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων ( 10 ).
30.
Με αυτά τα δεδομένα κατά νου θα εξετάσω κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον χαρακτήρισε, στην επίδικη απόφαση, ως κρατικούς πόρους τα έσοδα από τις διαφημίσεις των ετών 1995 και 1996 που μεταφέρθηκαν από την TV2 Reklame στην TV2, μέσω του Ταμείου TV2, ερμήνευσε ορθώς τον όρο «κρατικοί πόροι», κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
31.
Είναι σημαντικό πάντως να επισημανθεί εξαρχής ότι ούτε ο TV2 A/S ούτε η Δανική Κυβέρνηση αμφισβητούν με οιασδήποτε μορφής τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία τον πρώτο ( 11 ) και τον δεύτερο ( 12 ) δικαιολογητικό λόγο που παρέθεσε η Επιτροπή. Εστιάζουν την απάντησή τους στον τρίτο κυρίως δικαιολογητικό λόγο ( 13 ) που παρέθεσε, υποστηρίζοντας ότι η TV2 Reklame και το Ταμείο TV2 λειτουργούσαν αποκλειστικώς ως δίαυλοι επιφορτισμένοι με τη μεταφορά στην TV2 των εσόδων από τους διαφημιζόμενους πελάτες, οι δε δανικές αρχές ουδόλως μετείχαν στην απόφαση να διατεθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο οι εν λόγω πόροι.
32.
Όμως, αφενός, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η απουσία διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως ως προς τη χρήση των εσόδων που διοχετεύονται μέσω δημοσίων οργανισμών δεν ασκεί επιρροή, εφόσον η νομοθεσία βάσει της οποίας πραγματοποιείται η μεταφορά ορίζει λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διοχετεύονται τα έσοδα (απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, Ιταλία κατά Επιτροπής, 173/73, EU:C:1974:71, σκέψη 35, και διάταξη της 22ας Οκτωβρίου 2014, Elcogás, C‑275/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2314, σκέψη 33).
33.
Αφετέρου και εν γένει, κατά την άποψή μου, η επιχειρηματολογία του TV2 A/S και του Βασιλείου της Δανίας πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, δεδομένου ότι αφορά κατ’ ουσίαν τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και την ερμηνεία του δανικού δικαίου ( 14 ), καθώς και επειδή περιλαμβάνει νέους ισχυρισμούς –όπως αυτόν κατά τον οποίο «η οικονομική πραγματικότητα του καθεστώτος χρηματοδοτήσεως είναι καθοριστική»– στο μέτρο που ουδέποτε προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
B. Έπρεπε το Γενικό Δικαστήριο να συναγάγει από το γεγονός ότι η TV2 Reklame ήταν δημόσια εταιρία που ανήκε στο κράτος το συμπέρασμα ότι οι επίμαχοι πόροι ήταν «κρατικοί πόροι»;
34.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και προέβη, κατ’ επέκταση, σε υπέρμετρα συσταλτική ερμηνεία της νομολογίας σε σχέση με την έννοια των «κρατικών πόρων» των δημοσίων επιχειρήσεων, διότι δεν δέχθηκε, στις σκέψεις 210 και 211 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι πόροι της TV2 Reklame συνιστούν κρατικούς πόρους αφού η τελευταία είναι δημόσια εταιρία με μοναδικό μέτοχο το Δανικό Δημόσιο, από το οποίο ελέγχεται και εξαρτάται πλήρως.
35.
Όπως προκύπτει από τη νομολογία στην οποία αναφέρθηκα, το επίπεδο παρεμβάσεως και ελέγχου των δημοσίων αρχών έχει καίρια σημασία για το κατά πόσον οι επίμαχοι πόροι είναι κρατικοί κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
36.
Υπενθυμίζω ότι στη γνωστή ως «Stardust Marine» απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑482/99, EU:C:2002:294, σκέψη 37), το Δικαστήριο έκρινε ότι «κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, [το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ] περιλαμβάνει όλα τα χρηματικά μέσα τα οποία οι δημόσιες αρχές μπορούν όντως να χρησιμοποιούν προς στήριξη επιχειρήσεων, χωρίς να έχει σημασία συναφώς αν τα μέσα αυτά ανήκουν διαρκώς στην περιουσία του Δημοσίου. Κατά συνέπεια, έστω και αν τα ποσά που αντιστοιχούν στο επίμαχο μέτρο δεν είναι διαρκώς στην κατοχή του Δημόσιου Ταμείου, το γεγονός ότι παραμένουν διαρκώς υπό δημόσιο έλεγχο και συνεπώς στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών αρκεί για να χαρακτηρισθούν ως κρατικοί πόροι» ( 15 ).
37.
Στη δε σκέψη 38 της ίδιας αποφάσεως το Δικαστήριο έκρινε ότι «η Επιτροπή, δεχόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι πόροι ορισμένων δημόσιων επιχειρήσεων, όπως της Crédit Lyonnais και των θυγατρικών της, υπέκειντο στον έλεγχο του Δημοσίου και επομένως βρίσκονταν στη διάθεσή του, δεν ερμήνευσε εσφαλμένα την έννοια “κρατικοί πόροι”, όπως αυτή χρησιμοποιείται [στο άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ]. Πράγματι, το Δημόσιο έχει κάλλιστα τη δυνατότητα, ασκώντας αποφασιστική επιρροή επί των επιχειρήσεων αυτών, να κατευθύνει τη χρησιμοποίηση των πόρων τους προς τη χρηματοδότηση π.χ. της παροχής ειδικών οφελών σε άλλες επιχειρήσεις» (βλ., επίσης, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ., C‑206/06, EU:C:2008:413, σκέψη 66).
38.
Παραπέμπω, επίσης, στη σκέψη 25 της αποφάσεως της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ. (C‑262/12, EU:C:2013:851), όπου κρίθηκε ότι «κεφάλαια τα οποία τροφοδοτούνται μέσω υποχρεωτικών εισφορών επιβαλλόμενων από τη νομοθεσία των κρατών μελών και των οποίων η διαχείριση και η κατανομή διέπεται από τη νομοθεσία αυτή μπορούν να θεωρούνται κρατικοί πόροι κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ακόμα και αν υπεύθυνοι για τη διαχείρισή τους είναι φορείς που διακρίνονται από τις δημόσιες αρχές» ( 16 ).
39.
Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι το Δημόσιο (το Βασίλειο της Δανίας) ήταν ο μοναδικός μέτοχος της ανώνυμης εταιρίας TV2 Reklame, δεδομένου ότι το κεφάλαιο της εταιρίας είχε καταβληθεί από το Δημόσιο, το δε καταστατικό της εταιρίας και οι τροποποιήσεις του υπέκειντο σε έγκριση εκ μέρους του Υπουργού Πολιτισμού. Επομένως, η TV2 Reklame τελούσε υπό πλήρη κρατικό έλεγχο ( 17 ).
40.
Το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου που μόλις παρέθεσα, οι πόροι μιας δημόσιας εταιρείας, ανήκουσας εξ ολοκλήρου στο κράτος και τελούσας υπό τον πλήρη έλεγχό του, συνιστούν κρατικούς πόρους κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, είναι, κατά την άποψή μου, επαρκής λόγος για να προτείνω την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Χάριν πληρότητας, θα αναλύσω και άλλους λόγους για τους οποίους καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα.
Γ. Η προέλευση των κεφαλαίων δεν είναι καθοριστικής σημασίας
41.
Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψεις 202 και 203), το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στην απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Air France κατά Επιτροπής (T‑358/94, EU:T:1996:194). Στην υπόθεση εκείνη, η θυγατρική γαλλικού ειδικού δημοσίου ιδρύματος που συστάθηκε με νόμο (του Ταμείου παρακαταθηκών‑συμμετοχών, στο εξής: CDC-P) είχε αποκτήσει ολόκληρο σχεδόν το κεφάλαιο της Air France, με αποτέλεσμα να ανακύψει το ερώτημα εάν οι πόροι που χρησιμοποιήθηκαν για την εν λόγω αγορά μπορούσαν να θεωρηθούν κρατικοί πόροι, στο μέτρο που επρόκειτο για κεφάλαια ιδιωτικής προελεύσεως, τα οποία το δημόσιο ίδρυμα απλώς διαχειριζόταν, οι δε καταθέτες των κεφαλαίων αυτών μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να ζητήσουν την απόδοσή τους.
42.
Ενώ, κατά τις γαλλικές αρχές, το CDC-P αποτελούσε ίδρυμα ανεξάρτητο της κυβερνήσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι στην απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Air France κατά Επιτροπής (T‑358/94, EU:T:1996:194), είχε κρίνει ότι το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ περιελάμβανε όλα τα χρηματικά μέσα τα οποία ο δημόσιος τομέας μπορούσε, δεδομένου ότι τα μέσα αυτά τελούσαν υπό τον έλεγχό του, όντως να χρησιμοποιεί προς στήριξη των επιχειρήσεων, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι τα μέσα αυτά ανήκουν ή όχι διαρκώς στην περιουσία του εν λόγω τομέα.
43.
Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ακολούθως, στις σκέψεις 205 έως 207 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο κανόνας αυτός είχε εν συνεχεία επικυρωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 2000, Ladbroke Racing κατά Επιτροπής (C‑83/98 P, EU:C:2000:248).
44.
Στη σκέψη 208 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε παραδόξως από την παρατεθείσα στη σκέψη 201 της ίδιας αποφάσεως νομολογία ( 18 ), σε συνδυασμό με τις αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Air France κατά Επιτροπής (T‑358/94, EU:T:1996:194), και της 16ης Μαΐου 2000, Ladbroke Racing κατά Επιτροπής (C‑83/98 P, EU:C:2000:248), ότι οι κρατικοί πόροι μπορούσαν να συνίστανται σε πόρους που προέρχονται από τρίτους, υπό την προϋπόθεση είτε ότι έχουν τεθεί εκουσίως στη διάθεση του Δημοσίου από τους έχοντες την κυριότητα αυτών (όπως το έπραξαν οι καταθέτες του CDC-P στην εν λόγω υπόθεση Air France κατά Επιτροπής) είτε ότι εγκαταλείφθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους (όπως τα κέρδη που δεν αναζητήθηκαν από τους στοιχηματίζοντες στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ladbroke Racing κατά Επιτροπής), πριν καταλήξει, με τις σκέψεις 211 και 212 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο συμπέρασμα ότι τα επίμαχα εν προκειμένω έσοδα από διαφημίσεις προέρχονταν από διαφημιζόμενους που είχαν αγοράσει τηλεοπτικό χρόνο διαφημίσεων στην TV2 και ότι οι πόροι αυτοί δεν ήταν δυνατόν, κατά συνέπεια, να θεωρηθούν ως εμπίπτοντες στον έλεγχο του Δανικού Δημοσίου, δεδομένου ότι δεν είχαν τεθεί εκουσίως στη διάθεση του Δημοσίου από τους ιδιοκτήτες τους ούτε είχαν εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες τους με αποτέλεσμα να τελούν στην πράξη υπό κρατική διαχείριση.
45.
Δεν συμμερίζομαι την ως άνω συλλογιστική για δύο λόγους.
1. Η προέλευση των πόρων εν γένει
46.
Αντιθέτως προς τη διαπίστωση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η προέλευση συγκεκριμένου πόρου και ο αρχικώς ιδιωτικός του χαρακτήρας (εν προκειμένω, τα χρήματα που κατέβαλαν οι επιχειρήσεις με σκοπό να διαφημιστούν μέσω της TV2) δεν έχουν σημασία για την εξέταση του νομικού ζητήματος κατά πόσον τα κεφάλαια τα οποία διακινηθήκαν και βρίσκονται υπό την κατοχή και τον έλεγχο μιας οντότητας ανήκουσας πλήρως στο Δημόσιο είναι ή όχι «κρατικοί» πόροι.
47.
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε επομένως σε πλάνη περί το δίκαιο (ιδίως στις σκέψεις 208, 211 και 212 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), καθόσον εστίασε όχι στους ίδιους τους πόρους, αλλά σε άλλα στοιχεία (ειδικότερα, στην προέλευσή τους).
48.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ «καλύπτει όλα τα χρηματικά μέσα τα οποία οι δημόσιες αρχές μπορούν όντως να χρησιμοποιούν προς στήριξη επιχειρήσεων, χωρίς να έχει σημασία συναφώς αν τα μέσα αυτά ανήκουν διαρκώς στην περιουσία του Δημοσίου. Κατά συνέπεια, έστω και αν τα ποσά που αντιστοιχούν στο επίμαχο μέτρο δεν είναι διαρκώς στην κατοχή των δημοσίων αρχών, το γεγονός ότι παραμένουν διαρκώς υπό δημόσιο έλεγχο και, συνεπώς, στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών αρκεί για να χαρακτηρισθούν ως κρατικοί πόροι» ( 19 ).
49.
Το γεγονός ότι δεν ασκεί επιρροή το αν πρόκειται για πόρους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα επιχειρήσεως ή για πόρους που μεταφέρονται από το κράτος, αρκεί να υπόκεινται στον έλεγχο του Δημοσίου και να βρίσκονται στη διάθεσή του (απόφαση της 16 Μαΐου 2002, Επιτροπή κατά Γαλλίας, καλούμενη Stardust Marine, C‑482/99, EU:C:2002:294, σκέψη 38), καταδεικνύεται περίτρανα στη σκέψη 33 της αποφάσεως της 8ης Μαΐου 2003, Ιταλία και SIM 2 Multimedia κατά Επιτροπής (C‑328/99 και C‑399/00, EU:C:2003:252), η οποία διαλαμβάνει τα εξής: «οι οικονομικοί πόροι μιας εταιρίας ιδιωτικού δικαίου, όπως η Friulia, της οποίας το 87 % ανήκει σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, όπως η Περιφέρεια της Friuli-Venezia Giulia, και η οποία ενεργεί υπό τον έλεγχο της εν λόγω περιφέρειας, πρέπει να θεωρηθούν ως κρατικοί πόροι, κατά την έννοια του [άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ] […]. Το γεγονός ότι η Friulia παρενέβη με δικά της κεφάλαια ουδεμία ασκεί εν προκειμένω επιρροή. Πράγματι, για να χαρακτηριστούν τα κεφάλαια αυτά ως κρατικοί πόροι, αρκεί, όπως προκύπτει εν προκειμένω, να βρίσκονται διαρκώς υπό δημόσιο έλεγχο και, επομένως, στη διάθεση των αρμοδίων δημοσίων αρχών» (βλ., επίσης, απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991, Ιταλία κατά Επιτροπής, C‑303/88, EU:C:1991:136, σκέψεις 11 έως 14).
50.
Παραθέτω επίσης χωρίο από την απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ. (C‑206/06, EU:C:2008:413). Στη σκέψη 70 της αποφάσεως εκείνης, το Δικαστήριο επισήμανε ότι «[δ]εν έχει σημασία το ότι η καθορισθείσα αυτή εταιρία αποτελεί ταυτόχρονα τον φορέα που συγκεντρώνει την εισπραττόμενη φορολογική επιβάρυνση, τον διαχειριστή των συλλεγομένων χρηματικών ποσών και τον δικαιούχο τμήματος των ποσών αυτών. Συγκεκριμένα, οι μηχανισμοί που προβλέπει ο νόμος αυτός και, ειδικότερα, οι τελικοί υπολογισμοί που βεβαιώνονται από λογιστή, καθιστούν δυνατή τη διάκριση των διαφόρων αυτών ρόλων και τον έλεγχο της χρησιμοποιήσεως των κεφαλαίων. Εντεύθεν προκύπτει ότι, ενόσω η ως άνω καθορισθείσα εταιρία δεν έλαβε το ποσό των 400 εκατομμυρίων [ολλανδικών φιορινίων (NLG) (181512086,40 ευρώ)], οπότε θα είχε τη δυνατότητα να το διαθέσει ελεύθερα, το ποσό αυτό παραμένει υπό δημόσιο έλεγχο και συνεπώς στη διάθεση των εθνικών αρχών, πράγμα που αρκεί για να χαρακτηρισθεί ως κρατικός πόρος» (η υπογράμμιση δική μου).
51.
Ήδη το 1993, ο γενικός εισαγγελέας Μ. Darmon ( 20 ) έκανε λόγο για μια «διάταξη που υποχρεώνει τους ιδιώτες –καταναλωτές, εργαζόμενους, εμπορικές εταιρίες ή οποιαδήποτε άλλη κατηγορία ιδιωτών– να καταβάλουν ορισμένα ποσά σε συγκεκριμένη επιχείρηση ή σε συγκεκριμένο βιομηχανικό κλάδο». Κατά την άποψή του, «το ratio legis του άρθρου [107], δηλαδή η διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων που βρίσκονται στην ίδια ανταγωνιστική θέση, θα επέβαλλε τον χαρακτηρισμό ενός τέτοιου μέτρου ως ενισχύσεως. Ο “κρατικός” χαρακτήρας, που πρέπει κατά το άρθρο [107], παράγραφος 1, να υπάρχει, αναφέρεται μάλλον στην αρχή από την οποία προέρχεται το μέτρο –το κράτος και οι άλλοι φορείς δημόσιας εξουσίας– το οποίο διαταράσσει τις ομαλές συνθήκες της αγοράς και όχι στον φορέα ή στο πρόσωπο που χρηματοδοτεί την ενίσχυση. Τα έσοδα του κράτους προέρχονται από τους ιδιώτες οι οποίοι το χρηματοδοτούν μέσω των αμέσων ή εμμέσων φόρων, τελικώς δε ανεξάρτητα από τη φύση και τον αριθμό των φορέων που μεσολαβούν, η χρηματοδότηση της ενισχύσεως, περισσότερο ή λιγότερο έμμεσα, βαρύνει, εν πάση περιπτώσει, τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις. Κατά τη γνώμη μου, όπως το Δικαστήριο έχει τονίσει στην απόφαση του [της 22ας Μαρτίου 1977, Steinike και Weinlig, 78/76, EU:C:1977:52], “πρέπει κυρίως να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες της ενισχύσεως επί των επωφελούμενων επιχειρήσεων και παραγωγικών κλάδων” […]. Συνεπώς, η προέλευση των σχετικών ποσών δεν χρειάζεται να λαμβάνεται ειδικώς υπόψη […]. Εφόσον μια επιχείρηση ευνοείται από μέτρο εξαιρέσεων που προκύπτει από συγκεκριμένη συμπεριφορά του κράτους, ανεξάρτητα από την πηγή χρηματοδοτήσεως, οι όροι ανταγωνισμού επηρεάζονται και, επομένως, έχουν εφαρμογή τα άρθρα [107 και 108 ΣΛΕΕ]».
52.
Συμφωνώ επίσης με όσα αναφέρει η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της σχετικά με την έννοια της κρατικής ενίσχυσης ( 21 ), δηλαδή ότι «[η] προέλευση των πόρων δεν είναι ουσιώδης υπό την προϋπόθεση ότι, πριν μεταφερθούν άμεσα ή έμμεσα στους δικαιούχους [ ( 22 )], τίθενται υπό δημόσιο έλεγχο και συνεπώς στη διάθεση των εθνικών αρχών, ακόμη και αν δεν περιέρχονται στην κυριότητα της δημόσιας αρχής [ ( 23 )]. […] [Υ]φίσταται μεταφορά κρατικών πόρων όταν οι επιβαρύνσεις που καταβάλλονται από ιδιώτες συγκεντρώνονται μέσω δημόσιας ή ιδιωτικής οντότητας που ορίζεται για τη διοχέτευσή τους στους δικαιούχους. [Α]υτό ισχύει ακόμα και όταν μια ιδιωτική οντότητα ορίζεται από τον νόμο να εισπράττει τα τέλη αυτά για λογαριασμό του κράτους και να τα διοχετεύει στους δικαιούχους, χωρίς να επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει τα έσοδα από τα τέλη για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τον νόμο. Στην περίπτωση αυτή τα εν λόγω ποσά παραμένουν υπό δημόσιο έλεγχο και ως εκ τούτου στη διάθεση των εθνικών αρχών, γεγονός που αρκεί για να θεωρηθούν κρατικοί πόροι [(απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord, C‑206/06, EU:C:2008:413, σκέψεις 69 έως 75)]. Δεδομένου ότι η αρχή αυτή ισχύει τόσο για τους δημόσιους οργανισμούς όσο και για τις ιδιωτικές οντότητες που ορίζονται για να εισπράττουν τα τέλη και να διεκπεραιώνουν τις πληρωμές, η αλλαγή της ιδιότητας του ενδιάμεσου φορέα από δημόσια σε ιδιωτική οντότητα δεν έχει καμία σημασία για το κριτήριο των κρατικών πόρων, εάν το κράτος συνεχίζει να παρακολουθεί αυστηρά την εν λόγω οντότητα [ ( 24 )]».
53.
Τελείως διαφορετική ήταν η περίπτωση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Ιουλίου 2004, Pearle κ.λπ. (C‑345/02, EU:C:2004:448, σκέψη 37), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι «από τη δικογραφία προκύπτει ότι η πρωτοβουλία για την οργάνωση και τη συνέχιση της σχετικής διαφημιστικής εκστρατείας προήλθε από την Nederlandse Unie van Opticiens, μια ιδιωτική ένωση οπτικών, και όχι από την ΗΒΑ [(Hoofdbedrijfschap Ambachten), έναν επαγγελματικό οργανισμό δημοσίου δικαίου]. [Η] HBA χρησίμευσε μόνον ως μέσο για την είσπραξη και τη διάθεση πόρων που δημιουργήθηκαν για έναν αμιγώς εμπορικό σκοπό που είχε προκαθοριστεί από τον σχετικό επαγγελματικό κύκλο και ουδόλως εντασσόταν σε κάποια πολιτική των ολλανδικών αρχών» (η υπογράμμιση δική μου).
54.
Για να δώσω ένα άλλο παρεμφερές παράδειγμα, θα αναφερθώ στην απόφαση της Επιτροπής «καθολικές τραπεζικές υπηρεσίες» ( 25 ). Στην αιτιολογική σκέψη 23, η Επιτροπή σημειώνει τα ακόλουθα: οι εισφορές οι οποίες καταβάλλονται από τις τράπεζες [άρα από ιδιωτικές επιχειρήσεις] στην τράπεζα POCA ως απόδειξη της κοινωνικής τους ευθύνης έχουν εθελοντικό χαρακτήρα. Στην πράξη δεν καταβάλλουν εισφορές όλες οι τράπεζες. Οι πόροι που συλλέγονται διοχετεύονται απλώς από το Δημόσιο, το οποίο ουδεμία διακριτική ευχέρεια έχει ως προς τη χρησιμοποίησή τους (συνεπώς οι εισφορές δεν ελέγχονται από το Δημόσιο). Οι εισφορές μεταβιβάζονται εξ ολοκλήρου στην τράπεζα POCA. Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται για κρατικούς πόρους (έστω και αν το Δημόσιο λειτουργεί ως δίαυλος για την καταβολή τους στον τελικό αποδέκτη), ούτε για κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ («The contributions which will be paid by the banks [i.e. by private undertakings] to the POCA bank as evidence of their social responsibility are voluntary) In practice, not all banks are contributing. The funds collected pass simply through the hands of the State who has no discretion for their allocation [i.e. those contributions are not controlled by the State]. They are transferred integrally to the POCA bank. They therefore do not constitute State resources [even if they pass through the hands of the State en route to the ultimate beneficiary] and are not an aid under [Article 107(1) TFEU]» (η υπογράμμιση δική μου).
2. Η απαίτηση συγκεκριμένης προελεύσεως των πόρων
55.
Το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένα επιχειρεί, στη σκέψη 208 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να συναγάγει από δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου ότι πρέπει να πληρούται μία από τις δύο «νέες» και συμπληρωματικές προϋποθέσεις (βλ. σημείο 44 των παρουσών προτάσεων), προκειμένου προερχόμενοι από τρίτους πόροι να θεωρούνται κρατικοί πόροι.
56.
Φρονώ (όπως και η Επιτροπή) ότι η προαναφερθείσα νομολογία δεν περιέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι οι πόροι των δημοσίων επιχειρήσεων πρέπει να θεωρούνται κρατικοί πόροι κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, μόνον εφόσον είτε έχουν τεθεί εκουσίως στη διάθεση του Δημοσίου από τους ιδιοκτήτες τους είτε έχουν εγκαταλειφθεί εκουσίως από τους ιδιοκτήτες τους και τελούν στην πράξη υπό κρατική διαχείριση.
57.
Τούτο δεν προκύπτει σε καμία περίπτωση από τη σχετική με τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως νομολογία, ήτοι την απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής, καλούμενη Stardust Marine (C‑482/99, EU:C:2002:294, σκέψεις 37 και 38), που είναι εξάλλου μεταγενέστερη των δύο αποφάσεων στις οποίες επιχειρεί να βασισθεί το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
58.
Επιπλέον, όπως ανέφερε η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, ενώ η δεύτερη από τις προϋποθέσεις που διατυπώνει το Γενικό Δικαστήριο (αυτή των εγκαταλελειμμένων πόρων) δεν έχει προδήλως καμία σχέση με τις περιστάσεις εν προκειμένω, η πρώτη (το να έχουν τεθεί οι πόροι εκουσίως στη διάθεση του Δημοσίου) προσκρούει επίσης στην πιο πρόσφατη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου.
59.
Πράγματι, στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Γαλλία κατά Επιτροπής (T‑139/09, EU:T:2012:496), κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αναίρεση, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) έκρινε (στις σκέψεις 63 και 64) ότι το γεγονός και μόνον ότι ένα σύστημα επιδοτήσεων χρηματοδοτείται εν μέρει από εκούσιες εισφορές ιδιωτικής προελεύσεως δεν επαρκεί ώστε να αποκλεισθεί η ύπαρξη κρατικών πόρων, δεδομένου ότι το κριτήριο που έχει σημασία δεν είναι η προέλευση των πόρων, αλλά ο βαθμός παρεμβάσεως της δημόσιας αρχής κατά τον προσδιορισμό των επίμαχων μέτρων και των τρόπων χρηματοδότησής τους, τούτο δε ακόμη και όταν οι εισφορές δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα.
Δ. Ο έλεγχος εκ μέρους των δημοσίων αρχών είναι καθοριστικός
60.
Επομένως, προκειμένου να χαρακτηριστούν ως «κρατικοί πόροι», αρκεί οι οικείοι πόροι να «παραμένουν διαρκώς υπό δημόσιο έλεγχο και, συνεπώς, στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών» (βλ. σημείο 48 των παρουσών προτάσεων).
61.
Ως προς τούτο, φρονώ ότι, στις σκέψεις 212, 214 και 215 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθότι προέβη σε υπέρμετρα συσταλτική ερμηνεία της έννοιας του «ελέγχου» στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του ζητήματος κατά πόσον το Δανικό Δημόσιο ασκούσε, μέσω του Ταμείου TV2, έλεγχο επί των πόρων που μεταφέρθηκαν από την TV2 Reklame στην TV2.
62.
Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο εστίασε μόνον στη δυνατότητα κρατικής παρεμβάσεως σε σχέση με τα έσοδα από τις διαφημίσεις στο πλαίσιο της μεταφοράς πόρων από το Ταμείο TV2 στην TV2 και δεν έλαβε υπόψη την επιρροή που ασκεί το Δημόσιο στο πλαίσιο της μεταφοράς των κερδών της TV2 Reklame στο Ταμείο TV2 (βλ., επίσης, αιτιολογικές σκέψεις 80 και 81 της επίδικης αποφάσεως).
63.
Κατά τα εκτεθέντα από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 214 έως 217 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο Δανός Υπουργός Πολιτισμού φαίνεται συγκεκριμένα να απαιτείται να έχει εν προκειμένω την εξουσία να διαθέτει τους πόρους της TV2 Reklame, των οποίων την παρακράτηση θα έχει διατάξει, για άλλους σκοπούς από τη μεταφορά στο Ταμείο TV2, προκειμένου να μπορούν αυτοί να θεωρηθούν κρατικοί πόροι, δεδομένου ότι η καταβολή τους στο Ταμείο ΤV2 χωρίς υποχρέωση του τελευταίου να τους μεταφέρει στην ΤV2 δεν έχει ως αποτέλεσμα να μπορούν αυτοί να χαρακτηριστούν «κρατικοί πόροι».
64.
Πλην όμως, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο αναφέρει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψη 182) ότι από το άρθρο 29, παράγραφος 2, του νόμου του 1994 προκύπτει ότι το Ταμείο TV2 τροφοδοτούνταν από τα έσοδα που απέφεραν οι διαφημίσεις στην TV2. Από το ίδιο άρθρο προκύπτει, επίσης, ότι ο Δανός Υπουργός Πολιτισμού ήταν εκείνος που αποφάσιζε ποιο μέρος των κερδών της TV2 Reklame έπρεπε να καταβληθεί στο Ταμείο TV2 ( 26 ). Όπως εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 181 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και όπως αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 81 της επίδικης αποφάσεως, το τμήμα εκείνο των κερδών της TV2 Reklame που δεν είχε καταβληθεί στο Ταμείο TV2 μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Υπουργό Πολιτισμού –με τη συγκατάθεση της επιτροπής οικονομικών του Folketing (Δανικού Κοινοβουλίου)– για την αποπληρωμή μιας ήδη απαιτητής κρατικής εγγυήσεως ή για κάθε άλλον πολιτιστικό σκοπό (βλ. άρθρο 33 του νόμου του 1994 ( 27 )).
65.
Ως εκ τούτου, το Δημόσιο είχε κάθε δικαίωμα και πλήρη έλεγχο επί των εσόδων της TV2 Reklame, ενώ προέκυπτε άμεσα από τη νομοθεσία ότι οι πόροι αυτοί μπορούσαν να χρησιμεύσουν για άλλους σκοπούς πέραν της μεταφοράς τους στο Ταμείο TV2.
66.
Στο μέτρο που ο Υπουργός Πολιτισμού είχε τη δυνατότητα να αποφασίσει ότι οι πόροι θα χρησίμευαν για σκοπό διαφορετικό από τη μεταφορά στο Ταμείο TV2, συνάγεται ότι το Δημόσιο ήλεγχε τους πόρους αυτούς, οποιοσδήποτε και αν ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Υπουργός Πολιτισμού αποφάσιζε στην πράξη να τους χρησιμοποιήσει κατά τη διάρκεια ενός δεδομένου έτους.
67.
Επιπλέον, μόνον ο Υπουργός Πολιτισμού μπορούσε να αποφασίσει σε σχέση με το ποσό που θα μεταφερόταν, για κάποιο συγκεκριμένο έτος, από το Ταμείο TV2 στην TV2, δεδομένου ότι η μεταφορά πόρων από το Ταμείο TV2 στην TV2 μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον σύμφωνα με το δημοσιονομικό πλαίσιο της τελευταίας, το οποίο ορίζει ο Υπουργός Πολιτισμού ( 28 ).
68.
Ως εκ τούτου, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, αφενός, καθότι δεν έλαβε υπόψη, κατά την εκ μέρους του εκτίμηση της υπάρξεως ή μη κρατικών πόρων ( 29 ), το γεγονός ότι το Δημόσιο είχε κάθε δικαίωμα και πλήρη έλεγχο επί των εσόδων της TV2 Reklame και μπορούσε να αποφασίσει αν οι πόροι αυτοί έπρεπε να μεταφερθούν στο Ταμείο TV2 ή να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς, πολιτιστικούς παραδείγματος χάριν, και, αφετέρου, καθότι δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το Δημόσιο ασκούσε πλήρη έλεγχο επί των πόρων του Ταμείου TV2 και μπορούσε επομένως να αποφασίσει μονομερώς για το πότε οι πόροι αυτοί θα έπρεπε να μεταφερθούν στην TV2, όπως και για το ύψος του προς μεταφορά ποσού.
Ε. Το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160)
69.
Προς τεκμηρίωση του σκεπτικού του, κατά το οποίο ο κρατικός έλεγχος που ασκούσαν οι δανικές αρχές δεν επαρκούσε ώστε να μπορούν οι επίμαχοι πόροι να χαρακτηριστούν «κρατικοί πόροι», το Γενικό Δικαστήριο συσχέτισε την υπό κρίση υπόθεση με εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160).
70.
Υπενθυμίζω ότι «κρατικοί πόροι» κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ υφίστανται οσάκις πόροι ιδιωτικής προελεύσεως μεταφέρονται μέσω ταμείου υποκείμενου σε κρατικό έλεγχο.
71.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι συνιστούσε παρέμβαση μέσω κρατικών πόρων η χρηματοδότηση της υποχρεωτικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας μέσω φορολογικής επιβαρύνσεως, η οποία επιβάλλεται στους αγοραστές ηλεκτρικής ενέργειας και μεταφέρεται μέσω ενός υποκείμενου σε κρατικό έλεγχο ταμείου ( 30 ).
72.
Ομοίως, το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως «κρατική ενίσχυση» την υποχρεωτική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από αιολική ενέργεια η οποία χρηματοδοτείται από την εισφορά στα βάρη της δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρισμού. Το κριτήριο περί κρατικών πόρων πληρούνταν εξαιτίας του κρατικού ελέγχου επί των κεφαλαίων τα οποία τροφοδοτούνταν μέσω της εισφοράς στη δημόσια υπηρεσία ηλεκτρικής ενέργειας (Contribution au service public de l’ électricité, CSPE) και τα οποία διαχειριζόταν το Caisse des dépôts et consignations [Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων] ( 31 ).
73.
Εντούτοις, όπως αναφέρουν οι Fromont και Cartier-Bresson, «το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη μόνον το καθεστώς του οργανισμού από τον οποίο μεταφέρονται οι πόροι. Εξετάζει ανά περίπτωση την ύπαρξη κρατικού ελέγχου επί της χρήσεως των πόρων αυτών. Στην απόφαση [της 15ης Ιουλίου 2004, Pearle κ.λπ., C‑345/02, EU:C:2004:448, σκέψη 41], σε σχέση με τη χρηματοδότηση διαφημιστικής εκστρατείας υπέρ των οπτικών, οι πόροι για τη χρηματοδότηση της διαφημίσεως αυτής συλλέγονταν από ιδιωτικές επιχειρήσεις μέσω επαγγελματικής οργανώσεως δημοσίου δικαίου. Το Δικαστήριο δεν προσέφυγε στο κριτήριο των κρατικών πόρων διότι η οργάνωση αυτή “ουδέποτε είχε εξουσία ελεύθερης διαθέσεως” των εισφορών που “διατίθεντο υποχρεωτικά για τη χρηματοδότηση της [διαφημιστικής] εκστρατείας”. Ομοίως, το [γαλλικό] Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε τον χαρακτηρισμό ως κρατικής ενισχύσεως σε σχέση με απόφαση που επέκτεινε την ισχύ, κατ’ εφαρμογή […] του Code rural et de la pêche maritime [αγροτικού κώδικα και κώδικα θαλάσσιας αλιείας], συμφωνίας η οποία προέβλεπε εισφορές στο πλαίσιο διεπαγγελματικής οργανώσεως. Βασίστηκε στο γεγονός ότι οι χρηματοδοτούμενες από τις εισφορές αυτές ενέργειες υλοποιούνταν αυτοτελώς από τη διεπαγγελματική οργάνωση που εισέπραττε τις εισφορές, ενώ το προϊόν των εισφορών ουδέποτε διατίθετο στις δημόσιες αρχές (CE, 7 Μαΐου 2008, Coopérative Cooperl Hunaudaye: Rec. CE 2008, πίνακες, σ. 605-640. – E. Glaser, Les cotisations volontaires obligatoires perçues par les organisations interprofessionnelles: Dr. adm. 2008, comm. 160). Για τους ίδιους λόγους, το Δικαστήριο έκρινε ότι απόφαση περί επεκτάσεως της ισχύος, η οποία εκδόθηκε σε σχέση με συμφωνία που συνήφθη στο πλαίσιο της διεπαγγελματικής οργανώσεως για τη γαλοπούλα δεν πληρ[ούσε] το κριτήριο περί κρατικών πόρων [απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, SNC Doux Elevage, C‑677/11, EU:C:2013:348]» (η υπογράμμιση δική μου) ( 32 ).
74.
Στην απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160), το Δικαστήριο απέρριψε επίσης τον χαρακτηρισμό κρατικής ενισχύσεως, διότι τα πλεονεκτήματα που χορηγούνταν στους παραγωγούς πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας χρηματοδοτούνταν αποκλειστικώς από ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, μέσω κεφαλαίων τα οποία το Δημόσιο ουδέποτε ήλεγχε και τα οποία κατά συνέπεια «ουδέποτε εξέρχονται του ιδιωτικού τομέα» (βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση PreussenElektra, C‑379/98, EU:C:2000:585, σημείο 166). Στο ίδιο πνεύμα, η απόφαση της 5ης Μαρτίου 2009, UTECA (C‑222/07, EU:C:2009:124, την οποία επίσης μνημονεύει το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), αφορούσε, όπως και η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160), περίπτωση στην οποία οι οικείοι πόροι ουδέποτε εξήλθαν της ιδιωτικής σφαίρας.
75.
Όπως ορθώς επισημαίνει η Κ. Bacon ( 33 ), «η νομολογία PreussenElektra μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία μόνο σε περιπτώσεις όπου το κόστος της επιδότησης καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τους ιδιωτικούς φορείς που υπέχουν υποχρέωση αγοράς, χωρίς ουδεμία εισφορά υπό τη μορφή ρυθμιζόμενου τέλους («[t])he PreussenElektra principle will […] only apply where the cost of the subsidy is borne entirely by the private operators subject to the purchase obligation, without any contribution via a regulated levy».
76.
Όπως επίσης προκύπτει από τις αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 2004, Pearle κ.λπ. (C‑345/02, EU:C:2004:448), και της 30ής Μαΐου 2013, Doux Elevage (C‑677/11, EU:C:2013:348, σκέψεις 32 και 36), η ratio decidendi ήταν ότι τα ποσά που συλλέγονταν από τα τέλη δεν ήταν στη διάθεση του Δημοσίου, αλλά προορίζονταν για χρησιμοποίηση μόνον από όσους τα κατέβαλλαν («the proceeds from the levy were not available to the State, but were ringfenced for the direct benefit of those who paid it» ( 34 ).
77.
Κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η υπό κρίση απόφαση πρέπει να συσχετισθεί με την απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160).
78.
Έχοντας κρίνει, στη σκέψη 209 της αποφάσεώς του, ότι δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι πόροι τελούν υπό κρατικό έλεγχο και, επομένως, συνιστούν κρατικούς πόρους, για τον λόγο και μόνον ότι, με νομοθετικό μέτρο, το Δημόσιο ορίζει για έναν τρίτο μια ιδιαίτερη χρησιμοποίηση των δικών του πόρων, το Γενικό Δικαστήριο συνέκρινε, στη σκέψη 213, τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως με εκείνα της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160), και ανέφερε ότι η συνάφεια των δύο υποθέσεων έγκειτο στο γεγονός ότι, «στην εν λόγω υπόθεση, το κράτος είχε καθορίσει ελάχιστες τιμές για την αγορά ηλεκτρικού ρεύματος που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ενώ, εν προκειμένω, οι δανικές αρχές είχαν ευχέρεια να καθορίσουν, κατ’ ουσίαν, ένα ελάχιστο ποσό, το οποίο η TV2 Reklame έπρεπε να καταβάλει στον TV2 για τη διάθεση, από αυτόν, του τηλεοπτικού χρόνου διαφημίσεων προς όφελος των πελατών της πρώτης».
79.
Φρονώ, αντιθέτως ( 35 ), ότι οι δύο υποθέσεις διαφέρουν πλήρως, τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής απόψεως.
80.
Αφενός, η υπό κρίση υπόθεση αφορά μεταφορές πόρων από δημόσια επιχείρηση κατόπιν αποφάσεως που λαμβάνει κάθε χρόνο ο Υπουργός Πολιτισμού, ενώ η υπόθεση επί της οποία εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160), αφορά γενική νομοθετική διάταξη σε σχέση με μεταφορές που επιβάλλονταν σε ορισμένες επιχειρήσεις εις όφελος άλλης κατηγορίας επιχειρηματικών φορέων (βασικά ιδιωτικών).
81.
Αφετέρου, όπως αναφέρει η Επιτροπή, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160), η οικεία εταιρία (PreussenElektra) δεν είχε ως αποστολή να διαχειρίζεται κάποιο μέτρο ενισχύσεως, δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για αντισταθμιστικό μηχανισμό μέσω του οποίου οι φέρουσες το επιπλέον έξοδο εταιρίες ελάμβαναν σχετική αντιστάθμιση.
82.
Η λύση που προκρίθηκε στην εν λόγω απόφαση δεν μπορεί επομένως να εφαρμοστεί στην περίπτωση στην οποία το Δημόσιο σύστησε μια χωριστή νομική οντότητα, όπως την TV2 Reklame, και της ανέθεσε να διαχειρίζεται κάποιο μέτρο ενισχύσεως ( 36 ).
83.
Αντιθέτως, τα πραγματικά περιστατικά εν προκειμένω είναι εντελώς παρεμφερή με εκείνα της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ. (C‑206/06, EU:C:2008:413).
84.
Σε δημόσια εταιρία (SEP) είχε ανατεθεί να εισπράττει τα ποσά που προέκυπταν από προσαύξηση τιμής την οποία το Ολλανδικό Δημόσιο είχε διά νόμου επιβάλλει στους αγοραστές ηλεκτρικής ενέργειας για την κάλυψη των μη συναδουσών με την αγορά δαπανών. Στην πράξη, η εν λόγω προσαύξηση τιμής καταβαλλόταν στον διαχειριστή δικτύου ο οποίος όφειλε κάθε χρόνο να μεταβιβάσει το αποκομισθέν ποσό στην SEP. Η τελευταία παρακρατούσε εν συνεχεία 400 εκατομμύρια NLG (181512086, 40 ευρώ) για την κάλυψη των μη συναδουσών με τα κριτήρια της αγοράς δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος 2000 και κατέβαλλε το υπόλοιπο ποσό στο υπουργείο.
85.
Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο έκρινε, καταρχάς, ότι δεν είχε σημασία το ότι η ορισθείσα αυτή εταιρία (SEP) αποτελούσε ταυτόχρονα τον φορέα που συγκέντρωνε την εισπραττόμενη φορολογική επιβάρυνση, τον διαχειριστή των συλλεγομένων χρηματικών ποσών και τον δικαιούχο τμήματος των ποσών αυτών, διότι ήταν δυνατόν να διακριθούν οι διάφοροι ρόλοι της SEP και να ελεγχθεί η χρήση των κεφαλαίων, με αποτέλεσμα, κατά το Δικαστήριο (σημείο 70 της αποφάσεως της 17 Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ., C‑206/06, EU:C:2008:413), ότι «ενόσω η ως άνω καθορισθείσα εταιρία δεν [έχει λάβει] το ποσό των 400 εκατομμυρίων NLG [181512086, 40 ευρώ], οπότε θα είχε τη δυνατότητα να το διαθέσει ελεύθερα, το ποσό αυτό παραμένει υπό δημόσιο έλεγχο και συνεπώς στη διάθεση των εθνικών αρχών, πράγμα που αρκεί για να χαρακτηρισθεί ως κρατικός πόρος (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής, καλούμενη Stardust Marine, C‑482/99, EU:C:2002:294, σκέψη 37).»
86.
Το Δικαστήριο διευκρίνισε, ακολούθως, ότι το επίμαχο στην υπόθεση αυτή μέτρο ήταν διαφορετικό από εκείνο στην απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160), «με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 59, ότι η υποχρέωση που επιβλήθηκε στις ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής ηλεκτρικής ενέργειας να αγοράζουν σε καθορισμένες ελάχιστες τιμές την παραγόμενη από ανανεώσιμες πηγές ηλεκτρική ενέργεια δεν συνεπάγεται άμεση ή έμμεση μεταφορά κρατικών πόρων στις επιχειρήσεις παραγωγής αυτού του είδους της ηλεκτρικής ενέργειας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το κράτος δεν είχε αναθέσει στις επιχειρήσεις να διαχειρίζονται έναν κρατικό πόρο, αλλά οι επιχειρήσεις υπείχαν υποχρέωση αγοράς μέσω των δικών τους χρηματικών πόρων» (απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ., C‑206/06, EU:C:2008:413, σκέψη 74).
87.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ. (C‑206/06, EU:C:2008:413), η TV2 Reklame αποτελεί αυτοτελή δημόσιο φορέα που συστάθηκε με σκοπό να συλλέγει πόρους από την πώληση διαφημιστικού χρόνου στην TV2 και να διαχειρίζεται τους πόρους αυτούς.
88.
Ομοίως, κατά τη σκέψη 32 της διατάξεως της 22ας Οκτωβρίου 2014, Elcogás (C‑275/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2314), «αντιθέτως προς την υπόθεση της κύριας δίκης, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160), κατά πρώτο λόγο, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις είχαν την αποκλειστική υποχρέωση να αγοράζουν μέσω ιδίων οικονομικών πόρων (βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ., C‑206/06, EU:C:2008:413, σκέψη 74). Κατά δεύτερο λόγο, τα επίμαχα κεφάλαια δεν μπορούσαν να θεωρηθούν κρατικοί πόροι δεδομένου ότι ουδέποτε τελούσαν υπό κρατικό έλεγχο και δεν υπήρχε κανένας μηχανισμός, που να έχει καθιερωθεί και να ρυθμίζεται από το κράτος μέλος, για την αντιστάθμιση των επιπλέον δαπανών που φέρουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, με τον οποίο το κράτος αυτό να εγγυάται στις εν λόγω επιχειρήσεις την κάλυψη των επιπλέον αυτών δαπανών [(βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ., C‑262/12, EU:C:2013:851, σκέψη 36)]».
89.
Η ίδια συλλογιστική έχει κατά τα λοιπά εφαρμογή και ως προς το Ταμείο TV2, εφόσον πρόκειται περί δημοσίου οργανισμού και εφόσον οι πόροι του ταμείου βρίσκονταν, επιπλέον, στη διάθεση του υπουργού.
90.
Όπως και στις αποφάσεις που μνημονεύθηκαν στην υποσημείωση 36 των παρουσών προτάσεων, ο νομοθέτης εγκαθίδρυσε ένα σύστημα δυνάμει του οποίου η δημόσια εταιρία (η TV2 Reklame εν προκειμένω) λαμβάνει αντιστάθμιση για την ενίσχυση που διαχειρίζεται, στην προκειμένη περίπτωση υπό τη μορφή του δικαιώματος να εμπορεύεται τον διαφημιστικό χρόνο της TV2.
91.
Επιπλέον, η TV2 Reklame δεν υπείχε υποχρέωση αγοράς από την TV2 μέσω ιδίων οικονομικών πόρων, αντιθέτως προς ότι συνέβαινε στην απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160). Τουναντίον, από τη δανική νομοθεσία προκύπτει ότι η TV2 έπρεπε να θέτει διαφημιστικό χρόνο στη διάθεση της ΤV2 Reklame και ότι η TV2 Reklame δεν όφειλε επομένως να αγοράζει τον διαφημιστικό αυτό χρόνο από την TV2 σε προκαθορισμένη τιμή, όπως συνέβαινε στην υπόθεση της προμνησθείσας αποφάσεως.
92.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι η υπό κρίση υπόθεση ήταν παρόμοια με εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160), κάτι που συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία που επηρέασε ουσιωδώς την αιτιολογία την οποία παρέθεσε το Γενικό Δικαστήριο για να ακυρώσει την επίδικη απόφαση.
ΣΤ. Δεν υφίσταται διαφορά ως προς την προέλευση των αντλούμενων από τα ραδιοτηλεοπτικά τέλη πόρων και των εσόδων από τις διαφημίσεις
93.
Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η διάκριση στην οποία προβαίνει το Γενικό Δικαστήριο μεταξύ της προελεύσεως των διαφημιστικών εσόδων που μεταφέρονταν από την TV2 Reklame στην TV2 μέσω του Ταμείου TV2 και της προελεύσεως των αντλούμενων από τα ραδιοτηλεοπτικά τέλη πόρων που μεταφέρονταν από το Ταμείο TV2 στην TV2 δεν ευσταθεί από λογικής απόψεως ούτε δικαιολογείται εν προκειμένω.
94.
Πράγματι, δύσκολα γίνεται αντιληπτό πώς οι πόροι, οι οποίοι προέρχονται από την καταβολή που διά νόμου επιβάλλεται στους ιδιώτες χρήστες για την πρόσβαση στους σταθμούς δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών, διακρίνονται από την καταβολή την οποία πραγματοποιούν ιδιώτες διαφημιζόμενοι για την αγορά διαφημιστικού χρόνου στα μέσα αυτά. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, πρόκειται για προερχόμενους από τρίτους πόρους οι οποίοι καταβλήθηκαν σε δημόσια επιχείρηση, είτε στην DR είτε στην TV2 Reklame, έναντι αντιπαροχής.
95.
Από την πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο που διαπίστωσα καταδεικνύεται για ποιους λόγους το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δύο αυτά είδη πόρων έπρεπε να τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως, καίτοι πρόκειται για όμοια περίπτωση όσον αφορά την προέλευσή τους.
Ζ. Σύγχυση των όρων «κρατικοί πόροι» και «πλεονεκτήματα»
96.
Τέλος, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι, ιδίως από τη σκέψη 211 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο συγχέει τους όρους «κρατικοί πόροι» και «πλεονέκτημα» (βλ., ως προς τούτο, σκέψεις 175 έως 220 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
97.
Το ζήτημα κατά πόσον η μεταφορά των οικείων πόρων συνιστά πλεονέκτημα δεν ασκεί επιρροή ως προς το αν οι πόροι αυτοί πρέπει να θεωρηθούν «κρατικοί πόροι» κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Το ζήτημα αυτό αφορά απλώς και μόνον μία άλλη από τις τέσσερις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη διαπίστωση κρατικής ενισχύσεως, κατά την έννοια του προμνησθέντος άρθρου, ήτοι ότι το επίμαχο μέτρο πρέπει να είναι επιλεκτικό, δηλαδή να συνεπάγεται ευνοϊκή μεταχείριση «ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής».
IV. Επί των εξόδων
98.
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στην κατ’ αναίρεση διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1 του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή και η Viasat υπέβαλαν τέτοιο αίτημα και ο TV2 A/S ηττήθηκε, ο τελευταίος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Βάσει του άρθρου 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται και κατ’ αναίρεση δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα. Το Βασίλειο της Δανίας, ως παρεμβαίνον ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, φέρει τα δικαστικά του έξοδα. Βάσει του άρθρου 140, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται και κατ’ αναίρεση δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, όποτε παρεμβαίνει, φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα. Κατά συνέπεια, η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
V. Πρόταση
99.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
–
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2015, TV2/Danmark κατά Επιτροπής (T‑674/11, EU:T:2015:684), καθόσον με αυτήν ακυρώθηκε η απόφαση 2011/839/ΕΕ της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 2011, σχετικά με τα μέτρα (C 2/03) που εφήρμοσε η Δανία (C 2/03) υπέρ του TV2/Danmark, με μόνη αιτιολογία ότι η Επιτροπή έκρινε ότι τα έσοδα από τις διαφημίσεις των ετών 1995 και 1996 που καταβλήθηκαν στον TV2/Danmark μέσω του Ταμείου TV2 συνιστούσαν κρατική ενίσχυση·
–
να απορρίψει επί της ουσίας το τρίτο αίτημα που προέβαλε επικουρικώς η προσφεύγουσα πρωτοδίκως·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα πρωτοδίκως στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Viasat Broadcasting UK Ltd· και
–
να αποφανθεί ότι το Βασίλειο της Δανίας και η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2015 (T‑674/11, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2015:684).
( 3 ) Απόφαση της 20ής Απριλίου 2011, σχετικά με τα μέτρα (C 2/03) που εφήρμοσε η Δανία υπέρ του TV2/Danmark (ΕΕ 2011, L 340, σ. 1, στο εξής: επίδικη απόφαση).
( 4 ) Βλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ. (C‑206/06, EU:C:2008:413, σκέψη 63 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 5 ) Βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ. (C‑ 262/12, EU:C:2013:851, σκέψη 15 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 6 ) Βλ. αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής, καλούμενη Stardust Marine (C‑482/99, EU:C:2002:294, σκέψη 24), της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ. (C‑262/12, EU:C:2013:851, σκέψη 16), καθώς και διάταξη της 22ας Οκτωβρίου 2014, Elcogás (C‑275/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2314, σκέψη 21).
( 7 ) Βλ. αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής, καλούμενη Stardust Marine (C‑482/99, EU:C:2002:294, σκέψη 52), της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ. (C‑262/12, EU:C:2013:851, σκέψη 17), καθώς και διάταξη της 22ας Οκτωβρίου 2014, Elcogás (C‑275/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2314, σκέψη 22).
( 8 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής, καλούμενη Stardust Marine (C‑482/99, EU:C:2002:294, σκέψη 36), της 30ής Μαΐου 2013, Doux Élevage και Coopérative agricole UKL-ARREE (C‑677/11, EU:C:2013:348, σκέψη 34), και της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ. (C‑262/12, EU:C:2013:851, σκέψη 19).
( 9 ) Βλ. αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160, σκέψη 58), της 30ής Μαΐου 2013, Doux Élevage et Coopérative agricole UKL-ARREE (C‑677/11, EU:C:2013:348, σκέψη 26), καθώς και της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ. (C‑262/12, EU:C:2013:851, σκέψη 20).
( 10 ) Απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής, καλούμενη Stardust Marine (C‑482/99, EU:C:2002:294, σκέψη 23). Βλ. επίσης την ιδιαιτέρως κρίσιμη εν προκειμένω νομολογία στην οποία θα αναφερθώ λεπτομερώς στα σημεία 36 και 37 των παρουσών προτάσεων.
( 11 ) Δηλαδή ότι, συνεπεία του γεγονότος ότι η TV2 Reklame ήταν δημόσια εταιρία που ανήκε στο κράτος, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να κρίνει ότι οι επίμαχοι πόροι συνιστούσαν «κρατικούς πόρους».
( 12 ) Δηλαδή ότι οι δανικές αρχές είχαν αναθέσει στην TV2 Reklame και στο Ταμείο TV2 να διαχειρίζονται τις ροές των εσόδων από διαφημίσεις των αγοραστών χρόνου διαφημίσεως προς την TV2, και ως εκ τούτου, να διαχειρίζονται ένα σύστημα ενισχύσεων.
( 13 ) Δηλαδή ότι οι δανικές αρχές είχαν διακριτική ευχέρεια να καθορίσουν εάν και σε ποιο μέτρο τα έσοδα από διαφημίσεις θα μεταφέρονταν στην TV2.
( 14 ) Απόφαση της 3ης Απριλίου 2014, Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑559/12 P, EU:C:2014:217, σκέψεις 78 και 79 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ειδικότερα, στις σκέψεις 181 έως 186 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε τη δανική νομοθεσία όπως αυτή εκτέθηκε στην επίδικη απόφαση, δέχθηκε τις σχετικές διαπιστώσεις περί τα πραγματικά περιστατικά και περιορίστηκε απλώς να αντλήσει (εσφαλμένες, κατά την άποψή μου) έννομες συνέπειες από τα γεγονότα τα οποία διαπίστωσε η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση.
( 15 ) Το Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση της 16ης Μαΐου 2000, Γαλλία κατά Ladbroke Racing και Επιτροπής (C‑83/98 P, EU:C:2000:248, σκέψη 50). Συγκεκριμένα, «lottery proceeds (even if the operation is run by a private company), part of which are allocated by law to a fund, amount to “State resources”». Βλ. Pesaresi, N., Van de Casteele, K., Flynn, L., και Siaterli, Ch., (επιμέλεια), EU Competition Law, Volume IV, State Aid, Book One, Claeys & Casteels, 2016, σ. 213. Βλ. αποφάσεις της Επιτροπής της 9ης Απριλίου 2002, Έγκριση των κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ – Περιπτώσεις όπου η Επιτροπή δεν προβάλλει αντίρρηση (υποθέσεις N 560/01 και NN 17/02, Brighton West Pier) (ΕΕ 2002, C 239, σ. 2), και της 27ης Μαΐου 2003, Έγκριση των κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ – Περιπτώσεις όπου η Επιτροπή δεν προβάλλει αντίρρηση (υπόθεση NN 11/2002, UK National Heritage Memorial Fund) (ΕΕ 2003, C 187, σ. 9).
( 16 ) Βλ., επίσης, απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, Ιταλία κατά Επιτροπής (173/73, EU:C:1974:71, σκέψη 35). Βλ. Latullaie, F., L’obligation d’achat d’électricité éolienne, une aide d’Etat?, Dr. env., Ιούλιος-Αύγουστος 2012, αριθ. 23, σ. 242, Durand, E., L’affaire Vent de Colère: une légère brise avant la tempête, JCP A, 2013, αριθ. 48, σ. 2345, και Ronzano, A., Notion d’intervention ou de ressources d’État, RDLC, 3-2013, αριθ. 53647.
( 17 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 80, 89 και 90 της επίδικης αποφάσεως. Το άρθρο 31, παράγραφος 1, του Bekendtgørelse af lov om radio- og fjernsynsvirksomhed (κωδικοποιημένου δανικού νόμου αριθ. 578 περί ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών), της 24ης Ιουνίου 1994 (στο εξής: νόμος του 1994) (παράρτημα A.4 της αιτήσεως αναιρέσεως, σ. 99), ορίζει τα ακόλουθα: «ο Υπουργός Πολιτισμού συστήνει ανώνυμη εταιρία στην οποία ανατίθεται η πώληση του διαφημιστικού χρόνου της TV2 (TV2 Reklame A/S). Το κεφάλαιο της εταιρίας καταβάλλεται από το Δημόσιο. Ο Υπουργός εγκρίνει το καταστατικό της εταιρίας και τις τροποποιήσεις του».
( 18 ) Αποφάσεις της 30ής Μαΐου 2013, Doux Élevage et Coopérative agricole UKL-ARREE (C‑677/11, EU:C:2013:348, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 15ης Ιανουαρίου 2013, Aiscat κατά Επιτροπής (T‑182/10, EU:T:2013:9, σκέψη 104).
( 19 ) Απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2011, Ελληνική Ναυπηγοκατασκευαστική κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑384/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:650, σκέψη 87 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 20 ) Βλ. προτάσεις του στην υπόθεση Sloman Neptun (C‑72/91 και 73/91, EU:C:1992:130, σημεία 40 και 41, βλ. επίσης σημεία 12 έως 46). Βλ., επίσης, προτάσεις του στην υπόθεση Kirsammer-Hack (C‑189/91, EU:C:1992:458, σημεία 18 έως 27), καίτοι το Δικαστήριο απέρριψε τότε την ερμηνεία αυτή και υιοθέτησε πιο περιοριστική προσέγγιση.
( 21 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την έννοια της «κρατικής ενίσχυσης» που αναφέρεται στο άρθρο 107, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2016, C 262, σ. 13 επ.).
( 22 ) Αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2000, Γαλλία κατά Ladbroke Racing και Επιτροπής (C‑83/98 P, EU:C:2000:248, σκέψη 50), και της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord (C‑206/06, EU:C:2008:413, σκέψη 70).
( 23 ) Η Επιτροπή, μνημονεύει την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Air France κατά Επιτροπής (T‑358/94, EU:T:1996:194, σκέψεις 65 έως 67) «σχετικά με την ενίσχυση που χορηγήθηκε από την Caisse des Dépôts et Consignations [Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων] που χρηματοδοτήθηκε με εκούσιες καταθέσεις ιδιωτών οι οποίες μπορούσαν να αναληφθούν ανά πάσα στιγμή. Αυτό δεν επηρέασε το συμπέρασμα ότι τα κεφάλαια αυτά ήταν κρατικοί πόροι, διότι το Ταμείο ήταν σε θέση να τα χρησιμοποιεί από το υπόλοιπο που δημιουργείται από τις καταθέσεις και τις αναλήψεις, ωσάν τα κεφάλαια που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο αυτό να παρέμεναν οριστικά στη διάθεσή του. Βλ., επίσης, απόφαση της 16ης Μαΐου 2000, Γαλλία κατά Ladbroke Racing Ltd και Επιτροπής, C‑83/98 P, EU:C:2000:248, σκέψη 50».
( 24 ) Βλ. απόφαση 2011/528/ΕΕ της Επιτροπής σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 24/09 (πρώην NN 446/08) – Κρατική ενίσχυση υπέρ των ενεργοβόρων επιχειρήσεων, αυστριακός νόμος για την Πράσινη Ηλεκτρική Ενέργεια, Αυστρία (ΕΕ 2011, L 235, σ. 42), αιτιολογική σκέψη 76, όπως επιβεβαιώνεται και από την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Αυστρία κατά Επιτροπής (T‑251/11, EU:T:2014:1060) (κατά της τελευταίας δεν ασκήθηκε αναίρεση).
( 25 ) Απόφαση N 514/01 της 13ης Φεβρουαρίου 2002, Έγκριση των κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 87 και 88 της [ΕΚ] – Περιπτώσεις όπου η Επιτροπή δεν προβάλλει αντίρρηση (Εκσυγχρονισμός του συστήματος πληρωμής των κοινωνικών παροχών του Ηνωμένου Βασιλείου και παροχή πρόσβασης στις καθολικές τραπεζικές υπηρεσίες) (ΕΕ 2003, C 186, σ. 17, σκέψη 23).
( 26 ) Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού προβλέπει ότι το αποδιδόμενο στην TV2 μέρος των τελών που οφείλουν οι χρήστες τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών συσκευών τροφοδοτεί ένα ειδικό ταμείο, το οποίο ονομάζεται «Ταμείο TV2» και το οποίο τελεί υπό τη διαχείριση της κεντρικής διοικήσεως.
( 27 ) Βλ., επίσης, τις αιτιολογικές σκέψεις 81 και 84 της επίδικης αποφάσεως. Κατά το άρθρο 33 του νόμου του 1994 (παράρτημα A.4 στην αίτηση αναιρέσεως, σ. 99), «[τ]ο τμήμα των εσόδων της TV2 Reklame που δεν έχει καταβληθεί στο Ταμείο TV2 μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον Υπουργό Πολιτισμού, με τη συγκατάθεση της επιτροπής οικονομικών του Folketing, για την αποπληρωμή μιας ήδη απαιτητής κρατικής εγγυήσεως ή για κάθε άλλον πολιτιστικό σκοπό».
( 28 ) Το άρθρο 30 του νόμου του 1994 (παράρτημα A.4 στην αίτηση αναιρέσεως, σελίδες 98 και 99) προβλέπει, στις παραγράφους του 1 έως 3, ότι «[κ]άθε δραστηριότητα της TV2 χρηματοδοτείται από τα ποσά που καταβάλλει το Ταμείο TV2, σύμφωνα με το δημοσιονομικό πλαίσιο που ορίζει ο Υπουργός Πολιτισμού, και από τα έσοδα που αντλούνται από την πώληση προγραμμάτων και από άλλες υπηρεσίες, από επιδοτήσεις, κτλ.», ότι «[π]ροκειμένου να εξασφαλιστούν οι αναγκαίοι πόροι για την άσκηση των δραστηριοτήτων της TV2 συστήνεται κρατική εγγύηση, το ποσό της οποίας καθορίζεται από τον Υπουργό με τη συγκατάθεση της επιτροπής οικονομικών του Folketing», και ότι «[σ]το μέτρο που το σύνολο των δραστηριοτήτων προγραμματισμού δεν μπορούν να ασκηθούν μέσω των εσόδων που μνημονεύθηκαν στην παράγραφο 1, η κεντρική διοίκηση δύναται, με την άδεια του Υπουργού, να προσφύγει στην κρατική εγγύηση. Αυτή εξασφαλίζει τα δάνεια που συνήφθησαν από το ταμείο TV2, χρηματοδοτείται δε και αποπληρώνεται από το Ταμείο».
( 29 ) Η Επιτροπή υπενθυμίζει το πρώτο της επιχείρημα κατά το οποίο οι επίμαχοι εν προκειμένω πόροι συνιστούν κρατικούς πόρους, αν μη τι άλλο επειδή προέρχονται από μια κρατικά ελεγχόμενη δημόσια εταιρία, και σημειώνει ότι τα επιχειρήματα και το συμπέρασμά της δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, κατά την άποψή της, πρέπει απαραιτήτως να διεξαχθεί τέτοια ανάλυση. Συμμερίζομαι την άποψη αυτή (βλ. σημείο 40 των παρουσών προτάσεων).
( 30 ) Απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ. (C‑206/06, EU:C:2008:413). Βλ. Fromont, M., και Cartier-Bresson, A., τεύχος 256: Aides économiques. – Notion. Typologie, JurisClasseur Administratif, 20 Ιανουαρίου 2015, σ. 19.
( 31 ) Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ. (C‑262/12, EU:C:2013:851). Βλ. Fromont, M., και Cartier-Bresson, A., όπ.π., σ. 19.
( 32 ) Βλ. Fromont, M., και Cartier-Bresson, A., όπ.π., σ. 18 και 19.
( 33 ) Bacon, K., European Union Law of State Aid, Oxford University Press, 2017, σ. 66, παράγραφος 2.106 και υποσημείωση στη σ. 454 (η υπογράμμιση δική μου).
( 34 ) Bacon, όπ.π., σ. 63, παράγραφος 2.100. Πρβλ. με τις αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ. (C‑206/06, EU:C:2008:413, σκέψη 72), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, Salvat père & fils κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-136/05, EU:T:2007:295, σκέψη 162), όπου το συμπέρασμα ήταν διαφορετικό.
( 35 ) Όπως η Κ. Bacon, όπ.π., η οποία μετά τον σχολιασμό της αποφάσεως της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C‑379/98, EU:C:2001:160), συνεχίζει τονίζοντας ότι «[a] rather different example of the analysis of payments from private parties was the advertising revenues paid to the Danish broadcaster TV2, which the [General] Court held were not State resources despite the fact that the Danish authorities could restrict the percentage of those revenues that was transferred to TV2» (η υπογράμμιση δική μου).
( 36 ) Αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ. (C‑206/06, EU:C:2008:413, σκέψη 74), και της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent de Colère (C‑262/12, EU:C:2013:851, σκέψη 35), καθώς και διάταξη της 22ας Οκτωβρίου 2014, Elcogás (C‑275/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2314, σκέψη 32).
Full & Egal Universal Law Academy