ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE
της 30ής Μαρτίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑661/15
X BV
κατά
Staatssecretaris van Financiën
[αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden
(Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Εισαγωγή οχημάτων – Άρθρο 29 – Καθορισμός της δασμολογητέας αξίας – Άρθρο 78 – Επανεξέταση της διασαφήσεως – Άρθρο 236, παράγραφος 2 – Επιστροφή εισαγωγικών δασμών – Τριετής προθεσμία – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 – Άρθρο 145, παράγραφοι 2 και 3 – Συνυπολογισμός, κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, καταβολών που έγιναν από τον πωλητή προς όφελος του αγοραστή κατ’ εφαρμογήν συμβατικής υποχρεώσεως εγγυήσεως – Ελαττωματικά εμπορεύματα – Προθεσμία δώδεκα μηνών – Κύρος»
I. Εισαγωγή
1.
Το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) έχει επιληφθεί ένδικης διαφοράς μεταξύ της εταιρίας X BV και του Staatssecretaris van Financiën (Υπουργός Οικονομικών, Κάτω Χώρες), με αντικείμενο την απόρριψη από τον τελευταίο των αιτήσεων περί επιστροφής των τελωνειακών δασμών που κατέβαλε η εν λόγω εταιρία κατά την εισαγωγή οχημάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο, αφενός, διευκρινίσεις ως προς την ερμηνεία των άρθρων 29 και 78 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ( 2 ) (στο εξής: τελωνειακός κώδικας), καθώς και του άρθρου 145, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 ( 3 ) (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής). Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, αφετέρου, από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το κύρος του άρθρου 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής.
II. Το νομικό πλαίσιο
3.
Το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:
«1. Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ενδεχομένως κατόπιν προσαρμογής που πραγματοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 33 […].
α)
Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή υπέρ του πωλητή για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν ως όρο της πώλησης των εισαγομένων εμπορευμάτων, από τον αγοραστή στον πωλητή, ή από τον αγοραστή σε τρίτο πρόσωπο για να ικανοποιήσει υποχρέωση του πωλητή. […]»
4.
Το άρθρο 78 του ως άνω κώδικα έχει ως εξής:
«1. Οι τελωνειακές αρχές είναι δυνατόν να επανεξετάσουν τη διασάφηση, αυτεπαγγέλτως ή εφόσον το ζητήσει ο διασαφιστής, μετά τη χορήγηση της άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων.
[…]
3. Όταν από την επανεξέταση της διασάφησης ή τους εκ των υστέρων ελέγχους προκύπτει ότι οι διατάξεις που διέπουν το σχετικό τελωνειακό καθεστώς έχουν εφαρμοστεί βάσει ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων, οι τελωνειακές αρχές, τηρώντας τις διατάξεις που έχουν ενδεχομένως θεσπιστεί, λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για να επανορθώσουν την κατάσταση λαμβάνοντας υπόψη τους τα νέα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεσή τους.»
5.
Το άρθρο 236 του εν λόγω κώδικα έχει ως εξής:
«1. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών πραγματοποιείται εφόσον αποδεικνύεται ότι κατά τη στιγμή της πληρωμής τους το ποσό τους δεν οφειλόταν νομίμως […]
Η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών πραγματοποιείται εφόσον αποδεικνύεται ότι κατά τη στιγμή της βεβαίωσης τους το ποσό τους δε οφειλόταν νομίμως […]
2. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο πριν από την εκπνοή προθεσμίας τριών ετών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης των εν λόγω δασμών στον οφειλέτη.
[…]»
6.
Το άρθρο 145, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει τα εξής:
«2. Μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η τροποποίηση από τον πωλητή προς όφελος του αγοραστή της τιμής που πραγματικά καταβλήθηκε ή πρόκειται να καταβληθεί δύναται να ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα, με το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα, όταν αποδεικνύεται επαρκώς για τις τελωνειακές αρχές ότι:
α)
τα προϊόντα ήταν ελαττωματικά κατά τη χρονική περίοδο στην οποία αναφέρεται το άρθρο 67 του κώδικα·
β)
ο πωλητής τροποποίησε την τιμή κατ’ εφαρμογή συμβατικής υποχρέωσης εγγύησης που προβλέπεται στο συμβόλαιο πώλησης που έχει συναφθεί πριν τη θέση των προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία και
γ)
η ελαττωματική φύση των προϊόντων δεν έχει ήδη ληφθεί υπόψη στο σχετικό συμβόλαιο πώλησης.
3. Η τιμή των προϊόντων όπως διαμορφώνεται βάσει της παραγράφου 2 δύναται να ληφθεί υπόψη κατά τη διάρκεια περιόδου δώδεκα μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της δήλωσης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων.»
III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
7.
Η εταιρία X αγόρασε αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως τριών διαφορετικών τύπων –τα οποία στην απόφαση περί παραπομπής και κατωτέρω χαρακτηρίζονται με τα γράμματα Α, Γ και Δ– από κατασκευαστή εγκατεστημένο στην Ιαπωνία και τα έθεσε σε ελεύθερη κυκλοφορία στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτό, η εταιρία X κατέβαλε τους εισαγωγικούς δασμούς που όρισε ο Inspecteur van de Belastingdienst (έφορος, Κάτω Χώρες, στο εξής: Inspecteur). Για τον υπολογισμό των εν λόγω δασμών, η δασμολογητέα αξία καθορίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα, βάσει της τιμής αγοράς που κατέβαλε η εταιρία X στον πωλητή-κατασκευαστή. Εν συνεχεία, η εταιρία Χ πώλησε τα εν λόγω αυτοκίνητα σε αντιπροσωπείες, οι οποίες τα μεταπώλησαν σε τελικούς χρήστες.
8.
Αργότερα, ο πωλητής-κατασκευαστής ζήτησε από την εταιρία X να ειδοποιήσει όλους τους ιδιοκτήτες αυτοκινήτων τύπου A για να προσέλθουν σε αντιπροσωπεία προκειμένου να γίνει δωρεάν αντικατάσταση της συνδέσεως τιμονιού. Η ανάκληση αυτή έγινε λόγω του ενδεχομένου οι βίδες της συνδέσεως του τιμονιού να μην είναι σωστά σφιγμένες. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πωλητής-κατασκευαστής θεώρησε ότι υπήρχε κίνδυνος η σύνδεση του τιμονιού να αποσυνδεθεί από τον άξονα διευθύνσεως, γεγονός που θα έθετε το όχημα εκτός ελέγχου του οδηγού.
9.
Η εταιρία X επέστρεψε στις αντιπροσωπείες τα έξοδα για την εν λόγω αντικατάσταση. Ο πωλητής-κατασκευαστής επέστρεψε, με τη σειρά του, τα ως άνω έξοδα στην εταιρία X κατ’ εφαρμογήν της εγγυήσεως που προβλεπόταν στη σύμβαση πωλήσεως που είχε συνάψει με την X. Η καταβολή αυτή διενεργήθηκε εντός των δώδεκα μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως που είχε κατατεθεί για τη θέση των εν λόγω αυτοκινήτων σε ελεύθερη κυκλοφορία.
10.
Τα δε αυτοκίνητα τύπου Γ και Δ παρουσίασαν αντίστοιχα ελαττώματα στο λάστιχο στεγανοποιήσεως και στον μεταλλικό στροφέα πόρτας. Οι οικείες αντιπροσωπείες επισκεύασαν τα ελαττώματα αυτά, βάσει της εγγυήσεως που παρέχουν στους τελικούς χρήστες. Η X επέστρεψε τα έξοδα για τις εν λόγω επισκευές στις αντιπροσωπείες. Ο πωλητής-κατασκευαστής, με τη σειρά του, επέστρεψε εκ νέου τα έξοδα αυτά στην εταιρία X κατ’ εφαρμογήν της συμβατικής υποχρεώσεως εγγυήσεως. Η τελευταία αυτή καταβολή διενεργήθηκε μετά την πάροδο δώδεκα μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως που είχε κατατεθεί για τη θέση των εν λόγω αυτοκινήτων σε ελεύθερη κυκλοφορία.
11.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η εταιρία X ζήτησε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα, μερική επιστροφή των τελωνειακών δασμών που είχε καταβάλει, υποστηρίζοντας ότι η δασμολογητέα αξία των αυτοκινήτων τύπου Α, Γ και Δ αποδείχθηκε εκ των υστέρων χαμηλότερη από την αρχική δασμολογητέα αξία, κατά το ποσό των εξόδων που επιστράφηκαν από τον πωλητή-κατασκευαστή.
12.
Ο Inspecteur θεώρησε ότι η αίτηση αυτή αφορούσε τροποποίηση, από τον πωλητή-κατασκευαστή προς όφελος της εταιρίας Χ, της τιμής που πράγματι καταβλήθηκε για τα εν λόγω αυτοκίνητα, κατά την έννοια του άρθρου 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής. Εντούτοις, ο Inspecteur απέρριψε την ως άνω αίτηση, για μεν τα αυτοκίνητα τύπου A, με την αιτιολογία ότι δεν ήταν ελαττωματικά κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για δε τα αυτοκίνητα τύπου Γ και Δ, με την αιτιολογία ότι η καταβολή από τον πωλητή-κατασκευαστή προς την Χ δεν διενεργήθηκε εντός της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής.
13.
Η εταιρία X προσέφυγε κατά της αποφάσεως του Inspecteur ενώπιον του Rechtbank Noord-Holland (πρωτοδικείο της επαρχίας της Βορείου Ολλανδίας, Κάτω Χώρες). Μετά την απόρριψη της προσφυγής της, η εν λόγω εταιρία άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
14.
Κατά το μέρος που η αίτηση επιστροφής αφορούσε τα αυτοκίνητα τύπου A, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, ποια είναι η έκταση εφαρμογής του άρθρου 145, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Επισημαίνει ότι η τροποποίηση της τιμής αγοράς των εν λόγω αυτοκινήτων, η οποία προέκυψε από την επιστροφή των εξόδων επισκευής στα οποία υποβλήθηκε η εταιρία Χ, ήταν απόρροια της διαπιστώσεως ότι η κατασκευή των αυτοκινήτων αυτών δεν διασφάλιζε επαρκώς ότι η σύνδεση του τιμονιού δεν θα παρουσίαζε καμία βλάβη κατά τη χρήση. Ως εκ τούτου, ο πωλητής-κατασκευαστής επιθυμούσε να την αντικαταστήσει για προληπτικούς λόγους.
15.
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν η εν λόγω διάταξη αφορά μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες έχει διαπιστωθεί ότι, κατά την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως που κατατέθηκε για τη θέση των εν λόγω αυτοκινήτων σε ελεύθερη κυκλοφορία, το εισαγόμενο εμπόρευμα ήταν πράγματι ελαττωματικό, ή επίσης τις περιπτώσεις στις οποίες έχει διαπιστωθεί ότι, κατά την εν λόγω ημερομηνία, το εμπόρευμα αυτό υπήρχε κίνδυνος, λόγω της κατασκευής του, να καταστεί ελαττωματικό κατά τη χρήση. Το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει συναφώς ένα σχόλιο της επιτροπής τελωνειακού κώδικα ( 4 ), στο οποίο η εν λόγω επιτροπή θεωρεί, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής ισχύει μόνο για εμπορεύματα που είναι όντως ελαττωματικά κατά τον χρόνο αποδοχής της διασαφήσεως. Επομένως, κατά την επιτροπή αυτή, η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση που όχημα ανακαλείται προληπτικά στο σημείο αγοράς για εξέταση και επισκευή.
16.
Στην περίπτωση που η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται μήπως, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως Mitsui & Co. Deutschland ( 5 ), το άρθρο 29, παράγραφοι 1 και 3, του τελωνειακού κώδικα επιβάλλει, αυτό καθεαυτό, τη διαπίστωση της μειώσεως της δασμολογητέας αξίας των αυτοκινήτων τύπου Α. Πράγματι, η ύπαρξη, κατά τον χρόνο εισαγωγής των αυτοκινήτων, του κινδύνου να εμφανιστεί βλάβη πριν από τη λήξη της εγγυήσεως και να καταστεί η χρήση τους αδύνατη, συνεπάγεται μείωση της οικονομικής τους αξίας.
17.
Δεύτερον, κατά το μέρος που η αίτηση επιστροφής αφορούσε τα αυτοκίνητα τύπου Γ και Δ, το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της δωδεκάμηνης προθεσμίας, που προβλέπει το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, με ορισμένες διατάξεις του τελωνειακού κώδικα. Ειδικότερα, παρατηρεί ότι η εν λόγω προθεσμία διαφέρει από την τριετή προθεσμία που ορίζει το άρθρο 236, παράγραφος 2, του ιδίου κώδικα για την υποβολή των αιτήσεων επιστροφής τελωνειακών δασμών. Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει επίσης ότι το άρθρο 29 του εν λόγω κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 78 αυτού, δεν επιβάλλει κανένα χρονικό περιορισμό για την προσαρμογή της δασμολογητέας αξίας.
18.
Υπό τις συνθήκες αυτές το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
α)
Πρέπει το άρθρο 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 29, παράγραφοι 1 και 3, του τελωνειακού κώδικα, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προβλεπόμενη σε αυτό ρύθμιση αφορά επίσης την περίπτωση στην οποία διαπιστώνεται ότι, κατά την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως για ένα εμπόρευμα, υπήρχε, λόγω της κατασκευής του, κίνδυνος να παρουσιάσει ορισμένο στοιχείο του εμπορεύματος ελάττωμα κατά τη χρήση, και στην οποία ο πωλητής, για αυτόν τον λόγο, κατ’ εφαρμογήν συμβατικής υποχρεώσεως εγγυήσεως έναντι του αγοραστή, παρέχει σε αυτόν μείωση τιμής υπό τη μορφή επιστροφής των εξόδων στα οποία ο αγοραστής υποβλήθηκε για την αναγκαία για την εξάλειψη του εν λόγω κινδύνου προσαρμογή του εμπορεύματος;
β)
Αν η προβλεπόμενη στο άρθρο 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής ρύθμιση δεν ισχύει για την προαναφερθείσα περίπτωση, αρκεί αφ’ εαυτού το άρθρο 29, παράγραφοι 1 και 3, του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 78 του τελωνειακού κώδικα, για τη μείωση της δηλωθείσας δασμολογητέας αξίας μετά τη χορήγηση της προαναφερθείσας μειώσεως της τιμής;
2.
Μήπως η οριζόμενη στο άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής προϋπόθεση για την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή τροποποίηση της δασμολογητέας αξίας, κατά την οποία η τροποποίηση της τιμής που πραγματικά καταβλήθηκε ή πρόκειται να καταβληθεί για τα εμπορεύματα πρέπει να λάβει χώρα εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, αντιβαίνει προς τις διατάξεις των άρθρων 78 και 236 του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα;»
19.
Η εταιρία X, η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις και εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 30ής Νοεμβρίου 2016.
IV. Εκτίμηση
Α – Εισαγωγικές παρατηρήσεις
20.
Τα ερωτήματα που θέτει το αιτούν δικαστήριο αφορούν τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας εισαγόμενων οχημάτων, η οποία χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό των εισαγωγικών δασμών που βαρύνουν τα οχήματα αυτά κατά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ( 6 ).
21.
Κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, η δασμολογητέα αξία ενός εμπορεύματος είναι ίση, κατ’ αρχήν, με τη συναλλακτική του αξία ( 7 ). Βάση υπολογισμού της τελευταίας αυτής αξίας είναι η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για το εμπόρευμα τιμή, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου, όταν το εμπόρευμα πωλείται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.
22.
Εντούτοις, όπως έχει υπογραμμιστεί στη νομολογία ( 8 ), η συναλλακτική αξία λειτουργεί απλώς ως υποκατάστατο της πραγματικής οικονομικής αξίας που έχει το εμπόρευμα κατά τον χρόνο εισαγωγής –λαμβανομένου υπόψη ότι σχετική ημερομηνία αναφοράς είναι η ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως του εν λόγω εμπορεύματος ( 9 ). Πράγματι, το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα αποσκοπεί στη διαμόρφωση ενός δίκαιου, ομοιόμορφου και ουδέτερου συστήματος που να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών δασμολογικών αξιών. Ως εκ τούτου, η δασμολογητέα αξία πρέπει να αντανακλά το σύνολο των στοιχείων του εμπορεύματος που έχουν οικονομική αξία ( 10 ). Συνεπώς, η τιμή που πράγματι πληρώθηκε ή πρέπει να πληρωθεί για το εμπόρευμα, όπως αναγράφεται στη διασάφηση, συνιστά στοιχείο το οποίο χρήζει ενδεχομένως αναπροσαρμογής, εφόσον μια τέτοια ενέργεια είναι απαραίτητη για να αποτραπεί ο καθορισμός αυθαίρετης ή πλασματικής δασμολογητέας αξίας ( 11 ).
23.
Υπό το πρίσμα αυτό, το άρθρο 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο αποτελεί αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές να λαμβάνουν υπόψη τη μείωση της εν λόγω τιμής, όταν η εμπορική αξία του εμπορεύματος αποδεικνύεται, μετά τη θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία, χαμηλότερη από την εν λόγω τιμή ( 12 ). Μια τέτοια μείωση λαμβάνει χώρα μόνον εφόσον η μείωση της εμπορικής αξίας του εμπορεύματος οφείλεται σε ελάττωμα το οποίο υφίστατο μεν πριν από το εμπόρευμα τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, πλην όμως δεν είχε ληφθεί υπόψη στη σύμβαση πωλήσεως και είχε ως συνέπεια μεταγενέστερες επιστροφές ποσών εκ μέρους του πωλητή προς τον αγοραστή βάσει συμβατικής υποχρεώσεως εγγυήσεως. Στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να υπολογιστεί η δασμολογητέα αξία του εμπορεύματος, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή μειώνεται κατά το ποσό των εν λόγω επιστροφών, το οποίο θεωρείται ότι αντανακλά την ελάττωση της εμπορικής αξίας του εμπορεύματος.
24.
Όπως προκύπτει από τη σκέψη 28 της αποφάσεως Mitsui & Co. Deutschland ( 13 ), το άρθρο 145, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού έχει εφαρμογή, ιδίως όταν, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο πωλητής αποζημιώνει τον αγοραστή, κατ’ εφαρμογήν συμβατικής υποχρεώσεως εγγυήσεως, για δαπάνες επισκευών που ο τελευταίος έχει χρεώσει στους δικούς του πελάτες. Στη σκέψη 27 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη αυτή «διευκρινίζει […] τη λύση την οποία υποδεικνύει ήδη το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα» ( 14 ).
25.
Το άρθρο 145, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, στο οποίο αναφέρεται το δεύτερο ερώτημα, εξαρτά την εφαρμογή της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου από την πρόσθετη προϋπόθεση η τροποποίηση της τιμής να λάβει χώρα εντός περιόδου δώδεκα μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως.
Β – Επί της έννοιας του ελαττωματικού εμπορεύματος κατά το άρθρο 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής (πρώτο ερώτημα)
26.
Με το πρώτο ερώτημά του το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) ερωτά το Δικαστήριο πώς πρέπει να ερμηνευθεί η έννοια «ελαττωματικό εμπόρευμα» κατά το άρθρο 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 29, παράγραφοι 1 και 3, του τελωνειακού κώδικα. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν η έννοια αυτή αφορά και εμπόρευμα που, λόγω της κατασκευής του, υπάρχει κίνδυνος να παρουσιάσει ατέλειες που δυσχεραίνουν τη χρήση του.
27.
Δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής έχει εφαρμογή μόνον εφόσον το εμπόρευμα παρουσιάζει ελάττωμα κατά την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως. Περιορίζεται, όμως, η έννοια του ελαττώματος στις κατασκευαστικές ατέλειες που εκδηλώνονται με πραγματική δυσλειτουργία ήδη κατά την ως άνω ημερομηνία, όπως υποστηρίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση; Ή μήπως περιλαμβάνει η έννοια αυτή τον κίνδυνο να καταστεί το εμπόρευμα, λόγω της κατασκευής του (σε αντίθεση με τη συνήθη φθορά), δυσχερώς χρησιμοποιήσιμο, έστω και αν ο εν λόγω κίνδυνος δεν έχει (ακόμη) συγκεκριμενοποιηθεί, όπως υποστηρίζουν η εταιρία Χ και η Επιτροπή;
28.
Διευκρινίζω εξ αρχής ότι από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι τα αυτοκίνητα τύπου Α υπήρχε κίνδυνος, εξαιτίας της κατασκευής τους, να παρουσιάσουν βλάβη στη σύνδεση του τιμονιού ( 15 ). Επομένως, δεν αμφισβητείται ότι ο εν λόγω κίνδυνος δεν οφειλόταν στη συνήθη φθορά αλλά στην ίδια τη διαδικασία κατασκευής τους.
29.
Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, ο κανονισμός εφαρμογής δεν περιέχει ορισμό της έννοιας του «ελαττωματικού εμπορεύματος». Ούτε παραπέμπει ο κανονισμός αυτός στα εθνικά δίκαια των κρατών μελών προκειμένου να καθοριστεί το νόημα και η έκταση εφαρμογής του. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι σκόπιμο, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως καθώς και της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, να δοθεί στην έννοια αυτή μια αυτοτελής και ομοιόμορφη ερμηνεία σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση ( 16 ). Η ερμηνεία αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη συνήθη σημασία της εν λόγω έννοιας στην καθομιλουμένη αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η έννοια αυτή και τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος ( 17 ).
30.
Κατά τη συνήθη σημασία του, ο όρος «ελαττωματικό εμπόρευμα» προσδιορίζει, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, κάθε εμπόρευμα που δεν παρουσιάζει τις ιδιότητες τις οποίες ευλόγως μπορεί να προσδοκά ο ενδιαφερόμενος, λαμβανομένης υπόψη της φύσεώς του και του συνόλου των σχετικών περιστάσεων. Συγκεκριμένα, το επίθετο «ελαττωματικό» αφορά αντικείμενο «που δεν έχει τις απαιτούμενες ιδιότητες» ( 18 ).
31.
Ο ορισμός αυτός που αντλείται από την καθομιλουμένη αντιστοιχεί στον ορισμό του ελαττωματικού προϊόντος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων ( 19 ). Κατά τη διάταξη αυτή, ένα προϊόν είναι ελαττωματικό «εάν δεν παρέχει την ασφάλεια που δικαιούται κανείς να αναμένει, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων», συμπεριλαμβανομένων «της εξωτερικής εμφάνισης του προϊόντος», «της ευλόγως αναμενόμενης χρησιμοποίησης του προϊόντος» καθώς και «του χρόνου κατά τον οποίο το προϊόν ετέθη σε κυκλοφορία».
32.
Στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των επίμαχων εμπορευμάτων (αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως σε κατάσταση λειτουργίας) και εξαρτημάτων (σύνδεση τιμονιού), εύλογα και δικαιολογημένα μπορεί να απαιτηθεί υψηλός βαθμός ασφαλείας, λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών κινδύνων για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή των οδηγών, των επιβατών και των τρίτων που τα χρησιμοποιούν. Η εν λόγω απαίτηση ασφαλείας προφανώς δεν πληρούται όταν υπάρχει κίνδυνος, λόγω της κατασκευής, να υποστεί βλάβη η σύνδεση τιμονιού. Επομένως, η ύπαρξη του εν λόγω κινδύνου συνεπάγεται ότι τα εν λόγω εμπορεύματα δεν παρουσιάζουν τις ευλόγως αναμενόμενες ιδιότητες.
33.
Με άλλα λόγια, σε μια τέτοια περίπτωση, ο κίνδυνος δυσλειτουργίας συνιστά αφ’ εαυτού ελάττωμα ( 20 ). Δεδομένου ότι το εν λόγω ελάττωμα απορρέει από τη διαδικασία παραγωγής των εμπορευμάτων, θα πρέπει αυτά να θεωρηθούν ελαττωματικά, κατά την έννοια του άρθρου 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, ήδη από την κατασκευή τους, άρα και, κατά μείζονα λόγο, κατά τον χρόνο εισαγωγής τους.
34.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τους σκοπούς που επιδιώκει η εν λόγω διάταξη. Υπενθυμίζω, συναφώς ότι η εν λόγω διάταξη διευκρινίζει την έκταση εφαρμογής του άρθρου 29 του τελωνειακού κώδικα ( 21 ), το οποίο έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι η δασμολογητέα αξία ενός εμπορεύματος αντιστοιχεί στην πραγματική οικονομική του αξία ( 22 ). Ωστόσο, η ύπαρξη οφειλόμενου στην κατασκευή κινδύνου να παρουσιάσει το εμπόρευμα ατέλειες κατά τη χρήση, συνεπάγεται, αφ’ εαυτής και ανεξάρτητα από την επέλευση του κινδύνου, μείωση της αξίας του εν λόγω εμπορεύματος. Πράγματι, ουδόλως αμφισβητείται ότι το αυτοκίνητο που δεν πληροί τις ευλόγως αναμενόμενες απαιτήσεις ασφαλείας δύσκολα θα βρει αγοραστή, τουλάχιστον στην ίδια τιμή με ένα αυτοκίνητο το οποίο πληροί τις εν λόγω απαιτήσεις.
35.
Το σχόλιο της επιτροπής τελωνειακού κώδικα, το οποίο μνημονεύουν το αιτούν δικαστήριο και η Ολλανδική Κυβέρνηση, δεν μπορεί να κλονίσει αυτή την ερμηνεία ( 23 ). Αρκεί, συναφώς, η διαπίστωση ότι τα σχόλια της εν λόγω επιτροπής, καίτοι μπορούν να συμβάλουν στην ερμηνεία του τελωνειακού δικαίου της Ένωσης ( 24 ), δεν είναι δεσμευτικά από νομικής απόψεως. Σκοπός των εν λόγω σχολίων είναι απλώς να διευκολύνουν τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν μια κοινή προσέγγιση σε ανάλογες περιπτώσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή και ενιαία εφαρμογή των σχετικών με την τελωνειακή εκτίμηση κανόνων ( 25 ).
36.
Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι το άρθρο 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στις οποίες ο πωλητής οχήματος παρέχει στον αγοραστή, κατ’ εφαρμογήν συμβατικής υποχρεώσεως εγγυήσεως που προβλέπεται στη σύμβαση πωλήσεως, μείωση τιμής υπό τη μορφή επιστροφής των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο αγοραστής για να εξαλείψει τον οφειλόμενο στην κατασκευή του εν λόγω οχήματος κίνδυνο να εμφανίσει αυτό ατέλειες που δυσχεραίνουν τη χρήση του, με συνέπεια να μη διαθέτει τον ευλόγως αναμενόμενο βαθμό ασφαλείας.
37.
Κατά συνέπεια, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του εν λόγω ερωτήματος, το οποίο υποβάλλεται επικουρικώς στο Δικαστήριο, με το οποίο το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν, στην περίπτωση που υποτεθεί ότι η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή σε μια τέτοια περίπτωση, το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 78 του ιδίου κώδικα, καθιστά αφεαυτού δυνατή την προσαρμογή της δασμολογητέας αξίας ώστε να ληφθεί υπόψη η προαναφερθείσα μείωση τιμής. Κατόπιν των ανωτέρω, προσθέτω, χάριν πληρότητας, ότι, λαμβανομένης υπόψη της σκέψεως 27 της αποφάσεως Mitsui & Co. Deutschland ( 26 ), πρέπει να δοθεί, κατ’ εμέ, καταφατική απάντηση στο δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος.
Γ – Επί του κύρους του άρθρου 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο προβλέπει δωδεκάμηνη προθεσμία (δεύτερο ερώτημα)
38.
Αντικείμενο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος είναι αν το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, κατά το μέρος που προβλέπει προθεσμία δώδεκα μηνών από την αποδοχή της διασαφήσεως, εντός της οποίας πρέπει να λάβει χώρα η τροποποίηση της τιμής ώστε να δικαιολογείται η προσαρμογή της δασμολογητέας αξίας στην περίπτωση που προβλέπεται με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, είναι συμβατό με το άρθρο 29, το άρθρο 78 και το άρθρο 236, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα. Το ερώτημα αυτό μπορεί να έχει πρακτική σημασία σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η σύμβαση πωλήσεως εμπορεύματος προοριζόμενου προς εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης προβλέπει περίοδο εγγυήσεως άνω των δώδεκα μηνών ( 27 ).
39.
Υπογραμμίζω, προκαταρκτικώς, ότι ο κανονισμός εφαρμογής έχει ως νομική του βάση τη διάταξη του άρθρου 249 του τελωνειακού κώδικα ( 28 ), σε μια προϊσχύσασα μορφή της, η οποία εξουσιοδοτούσε την Επιτροπή να καθορίσει τις απαραίτητες για την εφαρμογή του εν λόγω κώδικα διατάξεις ( 29 ). Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι η Επιτροπή μπορεί να λάβει όλα τα αναγκαία ή χρήσιμα για την εφαρμογή του εν λόγω κώδικα μέτρα εκτελέσεως, υπό τον όρο τα μέτρα αυτά να μην αντίκεινται στον εν λόγω κώδικα ( 30 ).
40.
Επίσης, κατά τη νομολογία, η έννοια της εκτελέσεως πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς ( 31 ). Εξάλλου, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή για την εφαρμογή των διατάξεων του τελωνειακού κώδικα ( 32 ).
41.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών, πρέπει να ελεγχθεί, αφενός, εάν η προθεσμία που προβλέπεται με το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής είναι αναγκαία ή χρήσιμη για την εφαρμογή του εν λόγω κώδικα και, αφετέρου, εάν η εν λόγω προθεσμία είναι συμβατή προς τις διατάξεις του ιδίου κώδικα. Για τους λόγους που εκτίθενται πιο κάτω, φρονώ ότι δεν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις.
1. Επί της αναγκαιότητας ή χρησιμότητας του άρθρου 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής
42.
Κατά την Επιτροπή, η προθεσμία που προβλέπεται με το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής είναι χρήσιμη, και μάλιστα αναγκαία, για την εφαρμογή του άρθρου 29 του τελωνειακού κώδικα, καθόσον καθιστά δυνατή την ελαχιστοποίηση των κινδύνων σφάλματος ή απάτης στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 145, παράγραφος 2,του κανονισμού εφαρμογής. Τυχόν σφάλμα ή απάτη θα είχε ως συνέπεια τον καθορισμό αυθαίρετων ή πλασματικών δασμολογητέων αξιών κατά παράβαση του άρθρου 29 του εν λόγω κώδικα. Η Επιτροπή υπογραμμίζει συναφώς, τη δυσκολία να καθοριστεί στην πράξη εάν το ελάττωμα του εμπορεύματος υφίστατο ήδη κατά τον χρόνο εισαγωγής του ή εάν επήλθε αργότερα λόγω της συνήθους φθοράς. Στο μέτρο που η εν λόγω δυσκολία, και συνακόλουθα, ο κίνδυνος σφάλματος ή απάτης αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί μια εύλογη προθεσμία εντός της οποίας θα είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη οι τροποποιήσεις της τιμής που λαμβάνουν χώρα μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία του εμπορεύματος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 145, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ( 33 ).
43.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν επίσης ότι μια τέτοια προθεσμία είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια του δικαίου και η ομοιόμορφη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Υπογραμμίζουν επιπλέον ότι η δωδεκάμηνη προθεσμία που προβλέπεται με το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής τελεί σε συνοχή με την ανάλογη προθεσμία που θεσπίζει το άρθρο 238, παράγραφος 4, του τελωνειακού κώδικα.
44.
Αμφιβάλλω κατά πόσον το άρθρο 145, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού είναι χρήσιμο ή αναγκαίο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών και, συνεπώς, για τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 29 του εν λόγω κώδικα.
45.
Όσον αφορά, πρώτον, τον σκοπό που συνίσταται στην αποτροπή του καθορισμού αυθαίρετης ή πλασματικής δασμολογητέας αξίας συνεπεία σφάλματος ή απάτης που έχει συντελεστεί στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 145, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού λόγω της δυσκολίας να καθοριστεί σε ποια χρονική στιγμή προκλήθηκε το ελάττωμα, επισημαίνω ότι, κατά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη διάταξη αυτή, πρέπει να αποδειχθεί, επαρκώς για τις τελωνειακές αρχές, ότι το ελάττωμα υφίστατο «κατά τον χρόνο εισαγωγής των οικείων εμπορευμάτων» ( 34 ). Το βάρος της σχετικής αποδείξεως το φέρει ο εισαγωγέας ( 35 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, για την επίτευξη του ως άνω σκοπού, δεν είναι αναγκαίο, ούτε βεβαίως χρήσιμο, να εξαρτάται η προσαρμογή της δασμολογητέας αξίας από την πρόσθετη προϋπόθεση να έχει πραγματοποιηθεί η τροποποίηση της τιμής εντός χρονικής περιόδου δώδεκα μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως.
46.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η απόφαση περί παραπομπής διευκρινίζει ότι το ελάττωμα των αυτοκινήτων τύπου Α συνδεόταν με την κατασκευή τους και επομένως υφίστατο ήδη κατά τον χρόνο εισαγωγής τους. Επομένως, όπως υποστήριξε και η εταιρία X κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εν λόγω προϋπόθεση αποδεικνύεται ότι δεν έχει καμία χρησιμότητα σε μια τέτοια περίπτωση
47.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει, επιπλέον, ότι η προθεσμία που προβλέπεται με το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής βασίζεται σε πλάσμα δικαίου κατά το οποίο, εάν ελάττωμα που καλύπτεται από την υποχρέωση εγγυήσεως εμφανιστεί εντός των δώδεκα μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να θεωρήσουν ότι το εν λόγω ελάττωμα υφίστατο ήδη κατά την ημερομηνία αποδοχής αυτή. Η επιχειρηματολογία αυτή ισοδυναμεί, κατ’ ουσίαν, με την παραδοχή ότι η δωδεκάμηνη προθεσμία αντιστοιχεί στην περίοδο κατά την οποία τεκμαίρεται ότι το ελάττωμα υφίστατο κατά την ημερομηνία αποδοχής.
48.
Ωστόσο, η εν λόγω προθεσμία δεν έχει σχέση με τέτοιο τεκμήριο. Η ύπαρξη τέτοιου τεκμηρίου θα συνεπαγόταν ότι είναι δυνατή η προσαρμογή της δασμολογητέας αξίας για κάθε τροποποίηση τιμής που λαμβάνει χώρα πριν από την εκπνοή της ίδιας προθεσμίας κατ’ εφαρμογήν συμβατικής υποχρεώσεως εγγυήσεως, χωρίς να πρέπει να αποδειχθεί ότι το ελάττωμα υφίστατο ήδη κατά τον χρόνο εισαγωγής. Όμως, το άρθρο 145, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού αποκλείει, αντιθέτως, μια τέτοια προσαρμογή για κάθε τροποποίηση τιμής που λαμβάνει χώρα μετά την εκπνοή της προθεσμίας που τάσσει –έστω και αν ο οφειλέτης αποδείξει ότι το ελάττωμα υφίστατο ήδη κατά τον χρόνο εκείνο.
49.
Όσον αφορά, κατά δεύτερον, την ανάγκη να διαφυλαχθεί η ασφάλεια δικαίου και να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του άρθρου 145, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, εκτιμώ, όπως και η εταιρία X, ότι η προθεσμία που προβλέπεται με το άρθρο 236, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα προστατεύει επαρκώς τα εν λόγω συμφέροντα.
50.
Η διάταξη αυτή απαιτεί, κατ’ αρχήν, η υποβολή κάθε αιτήσεως επιστροφής ή διαγραφής εισαγωγικών δασμών, ανεξαρτήτως αιτίας, να διενεργείται εντός προθεσμίας τριών ετών από τη γνωστοποίηση των εν λόγω δασμών στον οφειλέτη. Ως εκ τούτου, αν ο τελευταίος έχει δικαίωμα σε επιστροφή εξαιτίας της προσαρμογής της δασμολογητέας αξίας εμπορεύματος βάσει του άρθρου 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, η εν λόγω επιστροφή θα διενεργηθεί μόνον εάν αυτός υποβάλει την αίτηση εντός της τριετούς προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 236, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα.
51.
Δεν διακρίνω κανένα λόγο για τον οποίο η εν λόγω προθεσμία δεν δύναται να εγγυηθεί, σε αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση εν αντιθέσει με άλλες περιπτώσεις στις οποίες ο οφειλέτης δικαιούται επιστροφή των τελωνειακών δασμών, τον αρμόζοντα βαθμό ασφάλειας δικαίου και ομοιόμορφης εφαρμογής προς όφελος της τελωνειακής διοικήσεως και του προϋπολογισμού της Ένωσης ( 36 ).
52.
Τρίτον, ούτε το επιχείρημα το σχετικό με την εναρμόνιση της προθεσμίας του άρθρου 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής με την ιδίας διαρκείας προθεσμία του άρθρου 238, παράγραφος 4, του τελωνειακού κώδικα μπορεί να γίνει δεκτό
53.
Πράγματι, η τελευταία αυτή διάταξη αφορά περίπτωση διαφορετική από εκείνη του άρθρου 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής. Το άρθρο 238, παράγραφος 4, του τελωνειακού κώδικα αφορά την περίπτωση κατά την οποία, λόγω ελαττώματος που έχει διαπιστωθεί κατά τον χρόνο της εισαγωγής και όχι λόγω κρυφού ελαττώματος, ο αγοραστής αρνείται το εμπόρευμα ή ζητεί μείωση της τιμής. Ωστόσο, σε αντίθεση με τον αγοραστή αυτόν, ο αγοραστής στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 145, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, αγνοεί εξ ορισμού την ύπαρξη του ελαττώματος κατά τον χρόνο εισαγωγής. Επομένως, σε αντίθεση με τον αγοραστή του άρθρου 238, παράγραφος 4, του ιδίου κώδικα, δεν είναι σε θέση να ζητήσει την επιστροφή ή τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών από την αποδοχή της διασαφήσεως ή από τη γνωστοποίηση των εισαγωγικών δασμών ( 37 ).
54.
Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι η προβλεπόμενη με το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής προθεσμία δεν είναι αναγκαία ούτε χρήσιμη για την εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα. Μολονότι η εκτίμηση αυτή αρκεί για να χαρακτηριστεί η εν λόγω διάταξη ανίσχυρη, θα εκθέσω παρακάτω, χάριν πληρότητας, τους λόγους για τους οποίους η διάταξη αυτή αντίκειται επίσης στο άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με τα άρθρα 78 και 236, παράγραφος 2, αυτού.
2. Επί τη συμβατότητας του άρθρου 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής με τις διατάξεις του τελωνειακού κώδικα
55.
Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της προθεσμίας του άρθρου 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής με το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 78 του τελωνειακού κώδικα, στο μέτρο που οι δύο αυτές διατάξεις δεν επιβάλλουν κανένα χρονικό περιορισμό για τις προσαρμογές της δασμολογητέας αξίας. Το εν λόγω δικαστήριο αμφισβητεί επίσης τη συμβατότητα της εν λόγω προθεσμίας με το άρθρο 236, παράγραφος 2, του εν λόγω κώδικα, το οποίο προβλέπει διαφορετική προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων επιστροφής των εισαγωγικών δασμών.
56.
Η απόφαση Mitsui & Co. Deutschland ( 38 ) παρέχει, κατά τη γνώμη μου, ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές που καθιστούν δυνατή την απάντηση στα ανωτέρω ζητήματα.
57.
Η εν λόγω απόφαση αφορούσε περίπτωση κατά την οποία η αποδοχή της διασαφήσεως είχε διενεργηθεί πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός με τον οποίο προστέθηκε στο άρθρο 145 του κανονισμού εφαρμογής η δυνατότητα των τελωνειακών αρχών να προσαρμόζουν τη δασμολογητέα αξία ελαττωματικού εμπορεύματος λόγω τροποποιήσεως της τιμής που πραγματοποιείται μετά τη θέση του εμπορεύματος σε ελεύθερη κυκλοφορία ( 39 ).
58.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, καίτοι το άρθρο 145, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού εφαρμογής δεν είχε εφαρμογή σε μια τέτοια περίπτωση ( 40 ), οι τελωνειακές αρχές μπορούσαν να προβούν σε μια τέτοια προσαρμογή, στηριζόμενες απευθείας στο άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα, μέσω της τηρήσεως των τριών προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 145, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Κατά το Δικαστήριο, η εν λόγω διάταξη «διευκρινίζει […] τη λύση την οποία υποδεικνύει ήδη το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα» ( 41 ).
59.
Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν έχει κρίνει ότι η εν λόγω δυνατότητα προσαρμογής υπόκειται επίσης σε χρονικό περιορισμό όπως αυτός που προβλέπεται με το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής ( 42 ). Κατά τη γνώμη μου, τέτοιος περιορισμός, σε αντίθεση με τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, δεν μπορεί να συναχθεί απευθείας από το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα.
60.
Επομένως, αν δεν ίσχυε η προβλεπόμενη με το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής προθεσμία, οι τελωνειακές αρχές κράτους μέλους θα μπορούσαν, βάσει και μόνο του άρθρου 29 του τελωνειακού κώδικα, να προσαρμόσουν τη δασμολογητέα αξία ενός εμπορεύματος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 145, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, έστω και εάν έχει διαρρεύσει περίοδος μεγαλύτερη των δώδεκα μηνών από την αποδοχή της διασαφήσεως. Αντιθέτως, μετά την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας, η εφαρμογή της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου αποκλείει μια τέτοια προσαρμογή. Ο αποκλεισμός αυτός συνεπάγεται, κατά παράβαση του άρθρου 29 του τελωνειακού κώδικα, καθορισμό μιας δασμολογητέας αξίας που δεν αντιστοιχεί στη συναλλακτική αξία του εμπορεύματος, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί μετά την εισαγωγή του.
61.
Προσθέτω ότι η μείωση της δασμολογητέας αξίας υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής είναι δυνατόν να γίνει μέσω της επανεξετάσεως της διασαφήσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 78, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα ( 43 ). Δεδομένου ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, οι καταβληθέντες εισαγωγικοί δασμοί υπερβαίνουν, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στη μείωση της δασμολογητέας αξίας, τους νόμιμα οφειλόμενους δασμούς, οι τελωνειακές αρχές οφείλουν, κατά την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου, να επιστρέψουν στον οφειλέτη το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό. Η εν λόγω επιστροφή γίνεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 236 του ιδίου κώδικα, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το εν λόγω άρθρο. Στις προϋποθέσεις αυτές καταλέγεται η τήρηση της προβλεπόμενης για την υποβολή αιτήσεως επιστροφής τριετούς προθεσμίας από τη γνωστοποίηση των εισαγωγικών δασμών στον οφειλέτη ( 44 ).
62.
Συνεπώς, βάσει του άρθρου 29 του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με τα άρθρα 78 και 236, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, ο οφειλέτης θα μπορούσε να επιτύχει την επιστροφή των εισαγωγικών δασμών, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην προσαρμογή της δασμολογητέας αξίας η οποία διενεργείται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, έως την εκπνοή της τριετούς προθεσμίας από τη γνωστοποίηση των εν λόγω δασμών ( 45 ). Το άρθρο 145, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, στην πράξη περιορίζει τη δυνατότητα αυτή σε μια περίοδο δώδεκα μηνών από την αποδοχή της διασαφήσεως. Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη τροποποιεί, εις βάρος του οφειλέτη, το νομικό καθεστώς στο οποίο αυτός υπόκειται βάσει του τελωνειακού κώδικα.
63.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής αντίκειται στο άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με τα άρθρα 78 και 236, παράγραφος 2, αυτού.
64.
Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, η Επιτροπή, παρά το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει για τον σκοπό της εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα ( 46 ), δεν είχε εξουσία να θεσπίσει το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, και επομένως η εν λόγω διάταξη πρέπει να κηρυχθεί ανίσχυρη.
V. Πρόταση
65.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden:
1)
Το άρθρο 145, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 29 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τυγχάνει εφαρμογής, μεταξύ άλλων, όταν ο πωλητής οχήματος παρέχει στον αγοραστή, κατ’ εφαρμογήν συμβατικής υποχρεώσεως εγγυήσεως που προβλέπεται στη σύμβαση πωλήσεως, μείωση τιμής υπό τη μορφή επιστροφής των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο αγοραστής για να εξαλείψει τον οφειλόμενο στην κατασκευή του εν λόγω οχήματος κίνδυνο να εμφανίσει αυτό ατέλειες που δυσχεραίνουν τη χρήση του, με συνέπεια να μη διαθέτει τον ευλόγως αναμενόμενο βαθμό ασφαλείας.
2)
Το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού 2454/93 είναι ανίσχυρο.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 1992, L 302, σ. 1. Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2013, L 269, σ. 1, στο εξής: νέος τελωνειακός κώδικας), από 1ης Ιουνίου 2016. Ωστόσο, τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης εξακολουθούν να διέπονται από τον κανονισμό 2913/92.
( 3 ) ΕΕ 1993, L 253, σ. 1.
( 4 ) Σχόλιο αριθ. 2 της επιτροπής τελωνειακού κώδικα (τμήμα δασμολογητέας αξίας) σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα [Συλλογή κειμένων για τη δασμολογητέα αξία (TAXUD/800/2002-NL), όπως αναθεωρήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2008, σ. 18].
( 5 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, Mitsui & Co. Deutschland (C‑256/07, EU:C:2009:167). Το εν λόγω δικαστήριο αναφέρεται πιθανότατα στη σκέψη 27 της εν λόγω αποφάσεως.
( 6 ) Βλ. άρθρο 79, δεύτερο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα.
( 7 ) Τα άρθρα 30 και 31 του τελωνειακού κώδικα θεσπίζουν επικουρικά κριτήρια τα οποία εφαρμόζονται όταν η δασμολογητέα αξία ενός εμπορεύματος δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί με βάση τη συναλλακτική του αξία.
( 8 ) Βλ. υποσημειώσεις 10 και 11 των παρουσών προτάσεων
( 9 ) Άρθρο 67 του τελωνειακού κώδικα.
( 10 ) Αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 2006, Overland Footwear (C‑306/04, EU:C:2006:716, σκέψη 30), και της 19ης Μαρτίου 2009, Mitsui & Co. Deutschland (C‑256/07, EU:C:2009:167, σκέψη 20).
( 11 ) Αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1986, Repenning (183/85, EU:C:1986:247, σκέψη 16), της 19ης Μαρτίου 2009, Mitsui & Co. Deutschland (C‑256/07, EU:C:2009:167, σκέψη 24), καθώς και της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Χριστοδούλου κ.λπ. (C‑116/12, EU:C:2013:825, σκέψη 39). Ειδικότερα, το άρθρο 29, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα διευκρινίζει ότι η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή για ένα εμπόρευμα πρέπει ενδεχομένως να προσαρμοστεί ότι σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 33 του τελωνειακού κώδικα, τα οποία απαριθμούν διάφορα στοιχεία που πρέπει να προστεθούν στην εν λόγω τιμή ή να αφαιρεθούν από αυτή.
( 12 ) Βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, Mitsui & Co. Deutschland (C‑256/07, EU:C:2009:167, σκέψη 26).
( 13 ) Βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, Mitsui & Co. Deutschland (C‑256/07, EU:C:2009:167).
( 14 ) Η νομολογία αυτή επιτρέπει να απορριφθεί εξαρχής η επιχειρηματολογία που προβάλλει η εταιρία X κατά την οποία το άρθρο 145, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού παραβαίνει το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα.
( 15 ) Βλ. σημείο 14 των παρουσών προτάσεων.
( 16 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 28ης Ιουλίου 2016, JZ (C‑294/16 PPU, EU:C:2016:610, σκέψη 35).
( 17 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Vilkas (C‑640/15, EU:C:2017:39, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 18 ) Βλ. ορισμό του λεξικού Larousse .
( 19 ) ΕΕ 1985, L 210, σ. 29.
( 20 ) Η έννοια του ελαττώματος («gebrek» στην ολλανδική γλώσσα) κατά την έννοια του άρθρου 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής είναι επομένως ευρύτερη απ’ ό,τι η έννοια της δυσλειτουργίας/βλάβης («defect» στην ολλανδική γλώσσα). Ενώ η πρώτη περιλαμβάνει κάθε έλλειψη σε σχέση με τις ευλόγως αναμενόμενες ιδιότητες του οικείου εμπορεύματος, η δεύτερη χαρακτηρίζει μόνον τα όντως υφιστάμενα ελαττώματα ενός εμπορεύματος.
( 21 ) Βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, Mitsui & Co. Deutschland (C‑256/07, EU:C:2009:167, σκέψη 27).
( 22 ) Βλ. σημείο 22 των παρουσών προτάσεων.
( 23 ) Βλ. σημείο 15 των παρουσών προτάσεων.
( 24 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mazák στην υπόθεση Mitsui & Co. Deutschland (C‑256/07, EU:C:2008:580, σημείο 38).
( 25 ) Ως προς την εκτίμηση των συνεπειών της ελλείψεως δεσμευτικού χαρακτήρα των σχετικών με την εκτίμηση της δασμολογητέας αξίας αποφάσεων, βλ. Ειδική Έκθεση αριθ. 23/2000 του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τη δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων (τελωνειακή εκτίμηση), συνοδευόμενη από τις απαντήσεις της Επιτροπής (ΕΕ 2001, C 84, σ. 8).
( 26 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, Mitsui & Co. Deutschland (C‑256/07, EU:C:2009:167). Βλ. σημείο 24 των παρουσών προτάσεων.
( 27 ) Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει συναφώς, ότι δεν είναι ασύνηθες ο πωλητής νέου οχήματος να υπέχει υποχρέωση εγγυήσεως για περίοδο (μερικές φορές μάλιστα σημαντικά) μεγαλύτερη των 12 μηνών.
( 28 ) Το άρθρο 1, σημείο 19, του κανονισμού (ΕΚ) 2700/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2000, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 (ΕΕ 2000, L 311, σ. 17), αντικατέστησε το άρθρο 249 του τελωνειακού κώδικα με μία κατ’ ουσίαν ισοδύναμη διάταξη, η οποία διατυπώνεται, μετά την εν λόγω τροποποίηση, στο άρθρο 247 του τελωνειακού κώδικα. Το άρθρο 76 του νέου τελωνειακού κώδικα αναθέτει, στο εξής, ειδικά στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να ορίζει, με εκτελεστικές πράξεις, τους διαδικαστικούς κανόνες για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας.
( 29 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1999, Söhl & Söhlke (C‑48/98, EU:C:1999:548, σκέψη 35), και της 13ης Δεκεμβρίου 2007, Asda Stores (C‑372/06, EU:C:2007:787, σκέψη 33).
( 30 ) Αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1999, Söhl & Söhlke (C‑48/98, EU:C:1999:548, σκέψη 36), της 8ης Μαρτίου 2007, Thomson και Vestel France (C‑447/05 και C‑448/05, EU:C:2007:151, σκέψη 24), καθώς και της 13ης Δεκεμβρίου 2007, Asda Stores (C‑372/06, EU:C:2007:787, σκέψη 34).
( 31 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Οκτωβρίου 1975, Rey Soda κ.λπ. (23/75, EU:C:1975:142, σκέψη 10), και της 30ής Ιουνίου 2005, Alessandrini κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑295/03 P, EU:C:2005:413, σκέψη 74).
( 32 ) Αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 1983, Cousin κ.λπ. (162/82, EU:C:1983:93, σκέψη 17), της 8ης Μαρτίου 2007, Thomson και Vestel France (C‑447/05 και C‑448/05, EU:C:2007:151, σκέψεις 25 και 36), και της 13ης Δεκεμβρίου 2007, Asda Stores (C‑372/06, EU:C:2007:787, σκέψη 35).
( 33 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 5 και 6 του κανονισμού (ΕΚ) 444/2002 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2002, για την τροποποίηση του κανονισμού 2454/93 και των κανονισμών (ΕΚ) 2787/2000 και (ΕΚ) 993/2001 (ΕΕ 2002, L 68, σ. 11).
( 34 ) Άρθρο 145, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού εφαρμογής.
( 35 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, σχόλιο αριθ. 2 της επιτροπής τελωνειακού κώδικα (τμήμα δασμολογητέας αξίας) σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 145, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα [Συλλογή κειμένων για τη δασμολογητέα αξία (TAXUD/800/2002-NL), όπως αναθεωρήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2008, σ. 13].
( 36 ) Από την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Veloserviss (C‑427/14, EU:C:2015:803, σκέψεις 25, 32 και 33), συνάγεται ότι, μολονότι το άρθρο 78 του τελωνειακού κώδικα δεν επιβάλλει κανένα χρονικό περιορισμό ως προς τη δυνατότητα των τελωνειακών αρχών να προβούν στην επανεξέταση ή τον εκ των υστέρων έλεγχο των διασαφήσεων και να λάβουν τα απαραίτητα για την τακτοποίηση μέτρα, εντούτοις τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία, βάσει της αρχής της ασφάλειας δικαίου, να οριοθετήσουν τη δυνατότητα αυτή με την επιβολή μιας εύλογης προθεσμίας παραγραφής. Αυτό ισχύει εφόσον μια τέτοια προθεσμία, ανεξαρτήτως του εάν επιβάλλεται από το εθνικό δίκαιο ή από το δίκαιο της Ένωσης, προστατεύει ταυτόχρονα και τον πολίτη και την οικεία διοικητική αρχή. Φρονώ ότι η εν λόγω νομολογία αναφέρεται μόνον στις προθεσμίες που περιορίζουν τη δυνατότητα επανεξετάσεως ή του εκ των υστέρων ελέγχου Δεν μπορεί να επεκταθεί στην προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, η οποία περιορίζει ακόμη και τη δυνατότητα προσαρμογής της δασμολογητέας αξίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου. Ειδικότερα, στο μέτρο που η δυνατότητα προσαρμογής της αξίας έχει τεθεί προς το συμφέρον των πολιτών, η δωδεκάμηνη προθεσμία δεν μπορεί να τους προστατεύσει.
( 37 ) Επιπροσθέτως, οι προθεσμίες που προβλέπονται από τις εν λόγω διατάξεις διαφέρουν τόσο ως προς τον σκοπό τους όσο και ως προς το σημείο ενάρξεως. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 238, παράγραφος 4, του τελωνειακού κώδικα προθεσμία αφορά την υποβολή αιτήσεως επιστροφής εισαγωγικών δασμών και αρχίζει να τρέχει από τη γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής –όπως η προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 236, παράγραφος 2, του ιδίου κώδικα, από την οποία παρεκκλίνει. Όσον αφορά δε την προβλεπόμενη από το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής προθεσμία, η εν λόγω προθεσμία αφορά την ίδια τη γέννηση του δικαιώματος σε επιστροφή –δηλαδή την ύπαρξη της αιτίας που έχει ως συνέπεια την προσαρμογή της δασμολογητέας αξίας και στη συνακόλουθη επιστροφή των εισαγωγικών δασμών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει να τρέχει από την αποδοχή της διασαφήσεως.
( 38 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009 (C‑256/07, EU:C:2009:167).
( 39 ) Πρόκειται για τον κανονισμό 444/2002.
( 40 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, Mitsui & Co. Deutschland (C‑256/07, EU:C:2009:167, σκέψη 37). Σχετικά με τον συλλογισμό αυτό, το Δικαστήριο, καίτοι του υποβλήθηκε ερώτημα ως προς το κύρος του άρθρου 145, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού εφαρμογής, δεν απάντησε, όπως προκύπτει από τη σκέψη 39 της εν λόγω αποφάσεως.
( 41 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, Mitsui & Co. Deutschland (C-256/07, EU:C:2009:167, σκέψη 27).
( 42 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, Mitsui & Co. Deutschland (C‑256/07, EU:C:2009:167, σκέψη 36). Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 145, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, όπως προστέθηκε στον εν λόγω κανονισμό μέσω του κανονισμού 444/2002, δεν είχε εφαρμογή στις καταστάσεις που γεννήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού με την αιτιολογία ότι η εφαρμογή του θα έθιγε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών Αυτό θα συνέβαινε εάν οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές εφάρμοζαν, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού εφαρμογής, τη γενική τριετή προθεσμία του άρθρου 236, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα σε περίπτωση τροποποιήσεως, μετά την εισαγωγή, της συναλλακτικής αξίας των εμπορευμάτων, λόγω της ελαττωματικής φύσεως αυτών.
( 43 ) Όπως προκύπτει από την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, Overland Footwear (C‑468/03, EU:C:2005:624, σκέψη 64), το άρθρο 78, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι «τροποποιήσεις που μπορούν να γίνουν στα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογικής αξίας και, κατά συνέπεια, των εισαγωγικών δασμών».
( 44 ) Βλ. απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, Overland Footwear (C‑468/03, EU:C:2005:624, σκέψεις 52 έως 54).
( 45 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, Mitsui & Co. Deutschland (C‑256/07, EU:C:2009:167, σκέψη 36), και υποσημείωση 41 των παρουσών προτάσεων.
( 46 ) Βλ. σημείο 40 των παρουσών προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy