ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MICHAL BOBEK
της 7ης Σεπτεμβρίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑691/15 P
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Bilbaína de Alquitranes, SA
Deza, a.s.
Industrial Química del Nalón, SA
Koppers Denmark A/S
Koppers UK Ltd
Koppers Netherlands BV
Rütgers basic aromatics GmbH
Rütgers Belgium NV
Rütgers Poland Sp. z o.o.
Bawtry Carbon International Ltd
Grupo Ferroatlántica, SA
SGL Carbon GmbH
SGL Carbon GmbH
SGL Carbon
SGL Carbon, SA
SGL Carbon Polska S.A.
ThyssenKrupp Steel Europe AG
Tokai erftcarbon GmbH
«Αίτηση αναιρέσεως – Περιβάλλον – Ταξινόμηση, επισήμανση και συσκευασία ορισμένων ουσιών και μειγμάτων – Προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο – Ταξινόμηση της πίσσας από λιθανθρακόπισσα υψηλής θερμοκρασίας στις κατηγορίες οξείας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H400) και χρόνιας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H410)»
I. Εισαγωγή
1.
Η παρούσα υπόθεση αφορά την εξισορρόπηση σύνθετων επιστημονικών αξιολογήσεων με την απαίτηση περί νομιμότητας της δράσεως της διοικήσεως. Εάν η νομοθεσία προβλέπει κατάλογο «κρίσιμων στοιχείων» τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο των εν λόγω αξιολογήσεων, πρέπει ο κατάλογος αυτός να εκλαμβάνεται ως εξαντλητικός, και άρα συνεπαγόμενος την υποχρέωση της διοικήσεως να μη λάβει υπόψη της κανένα άλλο στοιχείο; Αυτό είναι το θεμελιώδες νομικό ζήτημα που τίθεται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
2.
Η πίσσα από λιθανθρακόπισσα υψηλής θερμοκρασίας (στο εξής: CTPHT) (αριθ. ΕΚ 266-028-2) είναι ένα μαύρο στερεό, το οποίο αποτελεί υπόλειμμα της διαδικασίας διυλίσεως της λιθανθρακόπισσας υψηλής θερμοκρασίας. Χαρακτηρίζεται ως ουσία «UVCB», ήτοι ως ουσία πολύπλοκης και μεταβλητής συνθέσεως. Βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 944/2013 (στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός) ( 2 ), η CTPHT ταξινομήθηκε ως ουσία οξείας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H400) και χρόνιας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H410). Η εν λόγω ταξινόμηση πραγματοποιήθηκε βάσει της «αθροιστικής μεθόδου», σύμφωνα με την οποία οι ουσίες ταξινομούνται ανάλογα με την ταξινόμηση των συστατικών τους.
3.
Η εταιρία Bilbaína de Alquitranes, SA κ.λπ. ( 3 ) (στο εξής: αναιρεσίβλητες) είναι προμηθευτές και μεταγενέστεροι χρήστες CTPHT. Άσκησαν προσφυγή κατά του κύρους του προσβαλλόμενου κανονισμού ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Με την απόφαση που εξέδωσε επί της υποθέσεως Τ–689/13 ( 4 ), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τμήματα του προσβαλλόμενου κανονισμού τα οποία αφορούσαν την ταξινόμηση της CTPHT (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή, κατά την ταξινόμηση της CTPHT ως ουσίας οξείας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H400) και χρόνιας τοξικότητας για το περιβάλλον 1 (H410), δεν έλαβε υπόψη το στοιχείο ότι η CTPHT είναι σχεδόν μη υδατοδιαλυτή.
4.
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Επιτροπή βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προβάλλοντας τρεις λόγους αναιρέσεως. Πρώτον, η Επιτροπή προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται με έλλειψη αιτιολογίας. Δεύτερον, η Επιτροπή προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ιδίως καθόσον έκρινε ότι, κατά την εφαρμογή της «αθροιστικής μεθόδου» ταξινομήσεως, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη της τη συνολική διαλυτότητα της CTPHT. Τρίτον, η Επιτροπή προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη τα όρια της δικαιοδοσίας του να ελέγξει το ζήτημα και, κατά τούτο, παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Κανονισμός (ΕΚ) 1272/2008 (στο εξής: κανονισμός CLP)
5.
Το άρθρο 1 του κανονισμού CLP για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων ( 5 ) προβλέπει ότι «[σ]τόχος του παρόντος κανονισμού είναι η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος καθώς και της ελεύθερης κυκλοφορίας των ουσιών, των μειγμάτων και των αντικειμένων […] με: α) την εναρμόνιση των κριτηρίων ταξινόμησης των ουσιών και των μειγμάτων […]».
6.
Στον τίτλο V θεσπίζονται οι κανόνες για την εναρμόνιση της ταξινόμησης των ουσιών, οι οποίοι προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να υποβάλλουν προτάσεις εναρμονισμένης ταξινομήσεως (άρθρο 37, παράγραφος 1). Στις περιπτώσεις αυτές, η πρόταση υποβάλλεται στην επιτροπή αξιολογήσεως κινδύνου που συγκροτείται σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 (στο εξής: κανονισμός REACH) ( 6 ), η οποία εν συνεχεία διαβιβάζει τη γνωμοδότησή της στην Επιτροπή αφού πρώτα δώσει στα ενδιαφερόμενα μέρη την ευκαιρία να διατυπώσουν σχόλια (άρθρο 37, παράγραφος 4).
7.
Το άρθρο 37, παράγραφος 5, προβλέπει τα εξής:
«Όταν η Επιτροπή κρίνει ότι η εναρμόνιση της ταξινόμησης και της επισήμανσης της συγκεκριμένης ουσίας είναι κατάλληλη, υποβάλλει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σχέδιο απόφασης για την εγγραφή της εν λόγω ουσίας μαζί με τα σχετικά στοιχεία ταξινόμησης και επισήμανσης […]».
8.
Ακολούθως, το σχέδιο αυτό υιοθετείται σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 54, παράγραφος 3, κανονιστική διαδικασία με έλεγχο.
9.
Το μέρος 4 του παραρτήματος I του κανονισμού CLP επιγράφεται «Κίνδυνοι για το περιβάλλον». Στο σημείο 4.1 παρατίθενται οι κανόνες για την ταξινόμηση των επικίνδυνων για το υδάτινο περιβάλλον ουσιών.
10.
Κατά τα σημεία 4.1.2.3 και 4.1.2.4 καθώς και τον πίνακα 4.1.0:
«Τα κριτήρια ταξινόμησης ουσίας στην κατηγορία 1 οξέος κινδύνου καθορίζονται αποκλειστικά βάσει των δεδομένων οξείας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον (EC50 ή LC50). Τα κριτήρια ταξινόμησης ουσίας στις κατηγορίες 1 έως 3 χρόνιου κινδύνου ακολουθούν μια κλιμακωτή προσέγγιση, όπου το πρώτο βήμα είναι να διαπιστωθεί αν οι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρόνια τοξικότητα επιτρέπουν την ταξινόμηση στην κατηγορία μακροπρόθεσμου κινδύνου. Αν δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα οξείας τοξικότητας, το επόμενο βήμα είναι να συνδυαστούν δύο είδη πληροφοριών, δηλαδή τα δεδομένα οξείας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον και τα δεδομένα περιβαλλοντικής πορείας (δεδομένα αποικοδόμησης και βιοσυσσώρευσης).
[…]
Το σύστημα επίσης εισάγει ταξινόμηση “δικτύου ασφαλείας” (κατηγορία 4 χρόνιου κινδύνου) που προβλέπεται όταν τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν την ταξινόμηση στο πλαίσιο των επίσημων κριτηρίων για τις κατηγορίες χρόνιου κινδύνου 1 έως 3 αλλά, ωστόσο, υπάρχουν λόγοι ανησυχίας (βλέπε παράδειγμα στον πίνακα 4.1.0).
[…]
Ταξινόμηση “δικτύου ασφαλείας”
Κατηγορία 4 χρόνιου κινδύνου
Περιπτώσεις για τις οποίες τα δεδομένα δεν καθιστούν δυνατή την ταξινόμηση σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια, αλλά υπάρχουν ωστόσο λόγοι ανησυχίας. Περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, ασθενώς διαλυτές ουσίες για τις οποίες δεν έχει καταγραφεί οξεία τοξικότητα σε επίπεδα μέχρι το επίπεδο της διαλυτότητας στο νερό (σημείωση 4) και οι οποίες δεν είναι ταχέως αποικοδομήσιμες σύμφωνα με το τμήμα 4.1.2.9.5 και έχουν συντελεστή βιοσυσσώρευσης BCF που έχει προσδιοριστεί πειραματικά ≥ 500 (ή, αν δεν υπάρχει, log Kow ≥ 4), με δυνατότητα βιοσυσσώρευσης, οι οποίες ταξινομούνται στην εν λόγω κατηγορία, εκτός εάν υφίστανται άλλα επιστημονικά στοιχεία που δείχνουν ότι δεν απαιτείται ταξινόμηση. Τα εν λόγω στοιχεία περιλαμβάνουν τις μακροχρόνιες επιδράσεις NOEC της χρόνιας τοξικότητας > διαλυτότητα στο νερό ή > 1 mg/l, ή άλλα στοιχεία ταχείας αποικοδόμησης στο περιβάλλον από αυτά που παρέχονται από οποιεσδήποτε από τις μεθόδους που παρατίθενται στο τμήμα 4.1.2.9.5.
[…]
Σημείωση 4:
Ως “απουσία οξείας τοξικότητας” νοείται ότι το/τα L(E)C50(s) βρίσκεται/-ονται σε επίπεδο υψηλότερο της διαλυτότητας στο νερό. Επίσης, για τις ασθενώς διαλυτές ουσίες (διαλυτότητα στο νερό
11.
Το σημείο 4.1.3 του παραρτήματος I επιγράφεται «Κριτήρια ταξινόμησης μειγμάτων» και προβλέπει τα ακόλουθα:
«4.1.3.1.
Το σύστημα ταξινόμησης για τα μείγματα καλύπτει όλες τις κατηγορίες ταξινόμησης που χρησιμοποιούνται για τις ουσίες, δηλαδή την κατηγορία 1 οξέος κινδύνου και τις κατηγορίες 1 έως 4 χρόνιου κινδύνου. Για να χρησιμοποιούνται όλα τα διαθέσιμα στοιχεία για τους σκοπούς της ταξινόμησης των κινδύνων που παρουσιάζουν τα μείγματα για το υδάτινο περιβάλλον, η ακόλουθη υπόθεση εφαρμόζεται όπου κρίνεται σκόπιμο […]
4.1.3.2.
Η προσέγγιση της ταξινόμησης ως προς τον κίνδυνο για το υδάτινο περιβάλλον είναι κλιμακωτή και εξαρτάται από το είδος των διαθέσιμων πληροφοριών για το ίδιο το μείγμα και για τα συστατικά του. Το διάγραμμα 4.1.2 παρουσιάζει τη διαδικασία που ακολουθείται.
Τα στοιχεία της κλιμακωτής προσέγγισης περιλαμβάνουν:
–
ταξινόμηση βάσει δοκιμασμένων μειγμάτων,
–
ταξινόμηση βάσει αρχών παρεκβολής,
–
εφαρμογή “άθροισης των ταξινομημένων συστατικών” ή/και “προσθετικού τύπου”.
Διάγραμμα 4.1.2
Κλιμακωτή προσέγγιση της ταξινόμησης των μειγμάτων ως προς τους οξείς και τους χρόνιους (μακροπρόθεσμους) κινδύνους για το υδάτινο περιβάλλον
12.
Εν συνεχεία, στο σημείο 4.1.3.5.5 του παραρτήματος I περιγράφεται λεπτομερώς η αθροιστική μέθοδος. Κατ’ ουσίαν, η εν λόγω μέθοδος συνίσταται: (i) στη διαπίστωση του ποσοστού της υπό εξέταση ουσίας που αντιστοιχεί σε κάθε ένα από τα ταξινομημένα συστατικά της (σε ποσοστό επί τοις εκατό)· (ii) στον πολλαπλασιασμό εκάστου εξ αυτών των ποσοστών με έναν συντελεστή Μ (ήτοι, του συντελεστή που αποτυπώνει την επικινδυνότητα κάθε συστατικού)· και (iii) στην άθροιση των αποτελεσμάτων όλων αυτών των συστατικών προκειμένου να προκύψει ένα τελικό ποσοστό. Έπειτα, το αποτέλεσμα αυτό συγκρίνεται με διάφορα μέτρα αναφοράς τα οποία συνεπάγονται διαφορετικές ταξινομήσεις (κατηγορίες χρόνιας τοξικότητας 1, 2, 3 και κατηγορία οξείας τοξικότητας 1).
2. Κανονισμός 944/2013
13.
Βάσει του κανονισμού 944/2013, μεταξύ άλλων, η ουσία CTPHT ταξινομήθηκε, όσον αφορά την υδατική της τοξικότητα, στις κατηγορίες οξείας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 και χρόνιας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1.
III. Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
14.
Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 1 έως 8 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
15.
Οι αναιρεσίβλητες προμηθεύουν και χρησιμοποιούν σε μεταγενέστερο στάδιο την ουσία CTPHT, δηλαδή ένα μαύρο στερεό το οποίο αποτελεί υπόλειμμα της διυλίσεως της λιθανθρακόπισσας υψηλής θερμοκρασίας. Η CTPHT συγκαταλέγεται μεταξύ των ουσιών αγνώστου ή μεταβλητής συνθέσεως, οι οποίες είναι προϊόντα πολύπλοκων αντιδράσεων ή βιολογικών υλικών διότι δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί πλήρως βάσει της χημικής της συνθέσεως.
16.
Στις 21 Νοεμβρίου 2011, η επιτροπή αξιολογήσεως κινδύνου (στο εξής: ΕΑΚ) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (στο εξής: ΕΟΧΠ) ( 7 ) εξέδωσε γνωμοδότηση σχετικά με την ουσία CTPHT. Η γνωμοδότηση εκείνη, η οποία συνοδευόταν από έγγραφο αναφοράς το οποίο περιείχε λεπτομερή ανάλυση της ΕΑΚ (στο εξής: έγγραφο αναφοράς), πρότεινε, μεταξύ άλλων, την ταξινόμηση της CTPHT στις κατηγορίες οξείας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H400) και χρόνιας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H410).
17.
Η ΕΑΚ εκτίμησε ότι η ταξινόμηση σε σχέση με την υδατική τοξικότητα της ουσίας δεν μπορούσε να είναι «άμεση», δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να βασιστεί σε δεδομένα που αφορούν καθεαυτήν τη CTPHT, επισημαίνοντας ορισμένες ελλείψεις των δεδομένων αυτών. Τα δεδομένα είχαν ληφθεί χωρίς τη χρήση υπεριώδους (UV) ακτινοβολίας, καίτοι ορισμένοι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (στο εξής: ΠΑΥ), οι οποίοι αποτελούν δομικά συστατικά της CTPHT, είναι φωτοτοξικοί. Επίσης, οι σχετικές μελέτες είχαν διενεργηθεί επί ενός και μόνο φορτίου.
18.
Κατά συνέπεια, η ΕΑΚ έκρινε ότι η ταξινόμηση της CTPHT έπρεπε να βασιστεί σε μια εναλλακτική προσέγγιση, δηλαδή την «αθροιστική μέθοδο». Βάσει αυτής της προσεγγίσεως, οι 16 ΠΑΥ που περιλαμβάνονται στη CTPHT, οι οποίοι έχουν χαρακτηρισθεί ως ουσίες προτεραιότητας από την Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Πολιτειών (στο εξής: ΥΠΠ) και για τους οποίους υπάρχουν διαθέσιμα επαρκή δεδομένα αποτελεσμάτων και εκθέσεως (στο εξής: 16 ΠΑΥ που περιέχει η CTPHT), αναλύθηκαν ξεχωριστά όσον αφορά τις τοξικές τους επιπτώσεις στο υδάτινο περιβάλλον. Εφαρμόζοντας μια μέθοδο η οποία συνίστατο στην εύρεση του αθροίσματος των αποτελεσμάτων που προέκυψαν μετά την εφαρμογή των πολλαπλασιαστικών συντελεστών στους διάφορους ΠΑΥ προκειμένου να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην υψηλή τοξικότητα των συστατικών της CTPHT, η εν λόγω ανάλυση κατέδειξε, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της ΕΑΚ, ότι η ουσία CTPHT έπρεπε να ταξινομηθεί στις κατηγορίες οξείας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H400) και χρόνιας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H410).
19.
Στις 2 Οκτωβρίου 2013, η Επιτροπή, ερειδόμενη στη γνωμοδότηση της ΕΑΚ, εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό βάσει του οποίου η CTPHT ταξινομήθηκε ως ουσία οξείας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H400) και χρόνιας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H410).
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
20.
Στις 20 Δεκεμβρίου 2013, οι νυν αναιρεσίβλητες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ζητώντας να ακυρωθεί εν μέρει ο προσβαλλόμενος κανονισμός, καθόσον κατέτασσε τη CTPHT στις κατηγορίες οξείας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H400) και χρόνιας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H410).
21.
Με την από 7 Οκτωβρίου 2015 απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την εν λόγω προσφυγή ακυρώνοντας εν μέρει τον προσβαλλόμενο κανονισμό.
22.
Στις σκέψεις 32 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες εξετάζονται λεπτομερώς στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ως ακολούθως:
«32.
Εντούτοις, ούτε η Επιτροπή ούτε ο ΕΟΧΠ μπόρεσαν να αποδείξουν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι, βασίζοντας την ταξινόμηση της ουσίας CTPHT στις κατηγορίες οξείας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H400) και χρόνιας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 (H410) στην παραδοχή ότι όλοι οι ΠΑΥ που περιέχει η εν λόγω ουσία είναι υδατοδιαλυτοί και, ως εκ τούτου, τίθενται στη διάθεση των υδρόβιων οργανισμών, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι, σύμφωνα με το σημείο 1.3 του εγγράφου αναφοράς υπό τον τίτλο “Φυσικοχημικές ιδιότητες”, τα συστατικά της CTPHT απελευθερώνονται από την εν λόγω ουσία σε πολύ περιορισμένο βαθμό και ότι η ουσία αυτή είναι πολύ σταθερή.
33.
Ειδικότερα, πρώτον, ούτε η γνωμοδότηση της ΕΑΚ σχετικά με την ουσία CTPHT ούτε το έγγραφο αναφοράς περιέχουν οποιαδήποτε αιτιολογία από την οποία να συνάγεται ότι, προκειμένου να συναχθεί ότι όλοι οι ΠΑΥ που περιέχει η εν λόγω ουσία διαλύονται στο νερό και είναι διαθέσιμοι στους υδρόβιους οργανισμούς, ελήφθη υπόψη η χαμηλού βαθμού υδατοδιαλυτότητα της CTPHT. Εξάλλου, απαντώντας σε γραπτό ερώτημα που υποβλήθηκε από το Δικαστήριο, η Επιτροπή και ο ΕΟΧΠ απέδειξαν απλώς ότι κατά τη διαδικασία ταξινομήσεως της ουσίας CTPHT ελήφθη υπόψη μόνον η υδατοδιαλυτότητα των 16 ΠΑΥ που περιέχονται στην εν λόγω ουσία, οι οποίοι είχαν εξεταστεί μεμονωμένα. Επιπλέον, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή και ο ΕΟΧΠ ανέφεραν απλώς ότι θεωρήθηκε ότι όλοι οι ΠΑΥ που περιέχει η CTPHT είναι υδατοδιαλυτοί στο μέτρο που η εξέταση της υδατικής τοξικότητας της εν λόγω ουσίας διενεργήθηκε βάσει των συστατικών της στοιχείων. Η αιτιολογία αυτή ωστόσο, ουδόλως αποδεικνύει ότι ελήφθη υπόψη η χαμηλή υδατοδιαλυτότητα της εν λόγω ουσίας.
34.
Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το σημείο 1.3 του εγγράφου αναφοράς, το μέγιστο ποσοστό υδατοδιαλυτότητας της CTPHT ανά φορτίο ανέρχεται σε ποσοστό 0,0014 %. Δεδομένης της χαμηλής υδατοδιαλυτότητας της CTPHT, η Επιτροπή ουδόλως απέδειξε ότι, για την επίμαχη ταξινόμηση της εν λόγω ουσίας, μπορούσε να βασιστεί στην παραδοχή ότι όλοι οι ΠΑΥ που περιέχονται στη CTPHT είναι υδατοδιαλυτοί και, ως εκ τούτου, τίθενται στη διάθεση των υδρόβιων οργανισμών. Από τον πίνακα 7.6.2 του εγγράφου αναφοράς προκύπτει αναμφιβόλως ότι οι 16 ΠΑΥ που περιέχονται στην CTPHT αποτελούν το 9,2 % της εν λόγω ουσίας. Κατά συνέπεια, κάνοντας δεκτό ότι όλοι αυτοί οι ΠΑΥ είναι υδατοδιαλυτοί, η Επιτροπή βάσισε, κατ’ ουσίαν, την επίμαχη ταξινόμηση στην παραδοχή ότι η ουσία CTPHT είναι υδατοδιαλυτή σε ποσοστό 9,2 %. Όμως, όπως συνάγεται από το σημείο 1.3 του εγγράφου αναφοράς, ο αριθμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι το μέγιστο ποσοστό υδατοδιαλυτότητας της εν λόγω ουσίας ανέρχεται σε 0,0014 %».
V. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
23.
Με την από 17 Δεκεμβρίου 2015 αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
24.
Οι αναιρεσίβλητες ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Ζητούν επίσης η Επιτροπή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα ακόμη και αν η αίτηση αναιρέσεως γίνει δεκτή.
25.
Ο ΕΟΧΠ και η GrafTech Iberica, SL, ως παρεμβαίνοντες στο Γενικό Δικαστήριο υπέρ της Επιτροπής και των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, μετέχουν επίσης στην παρούσα διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
26.
Στην κατ’ αναίρεση δίκη, παρεμβαίνουν υπέρ της Επιτροπής η Δανική, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση.
27.
Με διάταξη της 7ης Ιουλίου 2016, το Δικαστήριο απέρριψε την από 24 Μαρτίου 2016 αίτηση των αναιρεσιβλήτων για λήψη προσωρινών μέτρων, με την οποία ζητούσαν, κατ’ ουσίαν, την αναστολή εφαρμογής του προσβαλλόμενου κανονισμού.
28.
Η Επιτροπή, οι αναιρεσίβλητες, ο ΕΟΧΠ καθώς και η Δανική, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη στις 15 Ιουνίου 2017, ανέπτυξαν προφορικώς τα επιχειρήματά τους η Επιτροπή, οι αναιρεσίβλητες, ο ΕΟΧΠ, η GrafTech Iberica SL καθώς και η Δανική και η Γερμανική Κυβέρνηση.
VI. Ανάλυση
29.
Η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής στηρίζεται σε τρεις λόγους τους οποίους θα εξετάσω διαδοχικά. Πρώτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως (υπό Α). Δεύτερον, η Επιτροπή προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως διότι δεν έλαβε υπόψη της τη συνολική διαλυτότητα της CTPHT (υπό Β). Τρίτον, η Επιτροπή διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη τα όρια της δικαιοδοσίας του όσον αφορά τον έλεγχο νομιμότητας του επίδικου ζητήματος και, κατά τούτο, τρόπο αυτό παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του (υπό Γ).
Α. Πρώτος λόγος αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας
30.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως παραβιάζοντας, κατά συνέπεια, τα άρθρα 36 και 53 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συναφώς, η Επιτροπή διατείνεται ότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να συναχθεί σαφώς εάν το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι (i) η Επιτροπή κακώς εφάρμοσε την αθροιστική μέθοδο (και όχι κάποια άλλη μέθοδο όπως, για παράδειγμα, τη μέθοδο της άμεσης ταξινομήσεως) ή ότι (ii) η Επιτροπή εφάρμοσε κατά τρόπο εσφαλμένο την αθροιστική μέθοδο.
31.
Δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι ασαφής ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.
32.
Από τις βασικές σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ήτοι τις σκέψεις 32 έως 34, οι οποίες παρατίθενται στο σημείο 22 των παρουσών προτάσεων), καθίσταται σαφές ότι, κατά το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένα την αθροιστική μέθοδο.
33.
Στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι η Επιτροπή «[…] δεν συμμορφώθηκε προς την υποχρέωσή της να λάβει υπόψη της όλα τα κρίσιμα στοιχεία και τις περιστάσεις, ούτως ώστε να εκτιμηθεί δεόντως η αναλογία κατά την οποία περιλαμβάνονται οι 16 ΠΑΥ στη CTPHT και τα χημικά τους αποτελέσματα».
34.
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στη μη τήρηση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία που θα της επέτρεπαν να αξιολογήσει δεόντως τα χημικά αποτελέσματα των συστατικών της CTPHT. Η συγκεκριμένη αναφορά στην αξιολόγηση συστατικών υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι το Γενικό Δικαστήριο εκφράζει τις ανησυχίες του σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εφάρμοσε την αθροιστική μέθοδο (δηλαδή τη μέθοδο που στηρίζεται στην ταξινόμηση των συστατικών μιας ουσίας και όχι της ίδιας της ουσίας).
35.
Στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφέρονται τα εξής: «Σύμφωνα με το σημείο 7.6 του εγγράφου αναφοράς, για τους σκοπούς ταξινομήσεως της ουσίας CTPHT βάσει των συστατικών της, έγινε δεκτό ότι όλοι οι ΠΑΥ που περιέχει η CTPHT είναι υδατοδιαλυτοί και, ως εκ τούτου, τίθενται στη διάθεση των υδρόβιων οργανισμών» (η υπογράμμιση δική μου).
36.
Με άλλα λόγια, κατά την εφαρμογή της μεθόδου η οποία βασίζεται στην ταξινόμηση των συστατικών –ήτοι, της αθροιστικής μεθόδου– η Επιτροπή προέβη σε μια παραδοχή σχετικά με τη διαλυτότητα των συστατικών αυτών.
37.
Σε κάθε μία από τις σκέψεις 32 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο συνδέει την παραδοχή αυτή με την παράλειψη της Επιτροπής να λάβει υπόψη της τη συνολική διαλυτότητα της CTPHT ( 8 ). Για παράδειγμα, στη σκέψη 34 το Γενικό Δικαστήριο αναφέρει: «Δεδομένης της χαμηλής υδατοδιαλυτότητας της CTPHT, η Επιτροπή ουδόλως απέδειξε ότι μπορούσε να στηριχθεί για την επίμαχη ταξινόμηση της εν λόγω ουσίας στην παραδοχή ότι όλοι οι ΠΑΥ που περιέχονται στη CTPHT είναι υδατοδιαλυτοί και, ως εκ τούτου, τίθενται στη διάθεση των υδρόβιων οργανισμών» (η υπογράμμιση δική μου).
38.
Αυτή ακριβώς η παράλειψη συνεκτιμήσεως της συνολικής υδατοδιαλυτότητας της CTHPT συνιστά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, η οποία δικαιολογεί τη μερική ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού.
39.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το ζήτημα που απασχόλησε το Γενικό Δικαστήριο αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εφάρμοσε την αθροιστική μέθοδο και όχι την επιλογή της συγκεκριμένης μεθόδου αυτής καθεαυτήν.
40.
Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως. Ως εκ τούτου, προτείνω ο πρώτος λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
41.
Τέλος, θέλω να επισημάνω ότι το ζήτημα αν το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε στον βαθμό που δέχθηκε ότι η Επιτροπή ήταν εκ του νόμου υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της τη διαλυτότητα της CTPHT στο πλαίσιο της εφαρμογής της αθροιστικής μεθόδου συνιστά ουσιαστικό ζήτημα (το οποίο εξετάζεται στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων). Δεν αποτελεί ζήτημα το οποίο αφορά την επάρκεια της αιτιολογίας του Γενικού Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν ασκεί επιρροή στον πρώτο λόγο αναιρέσεως.
Β. Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: η επιλογή της μεθόδου ταξινομήσεως και/ή η εσφαλμένη εφαρμογή της
1. Πρώτο σκέλος: επιλογή εσφαλμένης μεθόδου
42.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει σαφώς εάν: (i) η Επιτροπή κακώς επέλεξε να εφαρμόσει την αθροιστική μέθοδο ή (ii) η Επιτροπή εφάρμοσε κατά τρόπο εσφαλμένο την αθροιστική μέθοδο. Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή εκθέτει διαδοχικά αυτές τις δύο εναλλακτικές ερμηνείες της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (στο πρώτο και στο δεύτερο σκέλος, αντιστοίχως, του δευτέρου λόγου αναιρέσεως) και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αμφότερες πάσχουν νομική πλάνη.
43.
Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που έδωσα στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ήτοι ότι η πρώτη από τις ερμηνείες που προτείνει η Επιτροπή συνιστά εσφαλμένη ανάγνωση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, προτείνω να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμο.
2. Δεύτερο σκέλος: εσφαλμένη εφαρμογή της αθροιστικής μεθόδου
i) Το επιχείρημα της Επιτροπής: εξαντλητικός χαρακτήρας της αθροιστικής μεθόδου
44.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι διαθέτει διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει εάν υπάρχουν επαρκή δεδομένα τα οποία δικαιολογούν τη χρήση της μεθόδου της άμεσης ταξινομήσεως ή, ελλείψει τέτοιων δεδομένων, την προσφυγή στις αρχές παρεκβολής ( 9 ). Ωστόσο, αφ’ ης στιγμής διαπιστώσει ότι τα δεδομένα που έχει στη διάθεσή της δεν επαρκούν ώστε να εφαρμόσει κάποια από τις μεθόδους αυτές και, ως εκ τούτου, επιλέξει να εφαρμόσει την αθροιστική μέθοδο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν δύναται να λάβει υπόψη της κανένα άλλο δεδομένο ή αποδεικτικό στοιχείο πέραν αυτών που προβλέπονται ρητά από τους λεπτομερείς κανόνες οι οποίοι περιγράφουν την αθροιστική μέθοδο στο παράρτημα I του κανονισμού CLP.
45.
Από την επισήμανση αυτή, η Επιτροπή συνάγει τέσσερα συμπεράσματα. Πρώτον, ότι καθόσον δεν έλαβε υπόψη τη συνολική διαλυτότητα της CTPHT κατά την ταξινόμηση της ουσίας, ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως. Διότι δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη της τη διαλυτότητα της CTPHT.
46.
Δεύτερον, ότι αποδεχόμενη, κατά την εφαρμογή της αθροιστικής μεθόδου, ότι οι κρίσιμοι ΠΑΥ που περιέχει η CTPHT είναι υδατοδιαλυτοί, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως. Η παραδοχή είναι εγγενής στην αθροιστική μέθοδο.
47.
Τρίτον, η Επιτροπή όντως έλαβε υπόψη τόσο την αναλογία κατά την οποία τα κρίσιμα συστατικά περιλαμβάνονται στη CTPHT όσο και τα χημικά τους αποτελέσματα, όπως απαιτείται τόσο από την αθροιστική μέθοδο όσο και από τη σχετική νομολογία (η οποία παρατίθεται στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
48.
Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο κακώς υπονόησε ότι, προκειμένου να εφαρμοστεί η αθροιστική μέθοδος, τα κρίσιμα συστατικά θα πρέπει να περιέχονται σε υψηλή αναλογία στην προς ταξινόμηση ουσία.
49.
Όσον αφορά το τέταρτο συμπέρασμα, πρέπει να επισημανθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως υπονόησε κάτι τέτοιο και η ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως από την Επιτροπή, όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα, είναι προδήλως εσφαλμένη. Πράγματι, και η ίδια η Επιτροπή προέβαλε το οικείο επιχείρημα κάπως διστακτικά. Ως εκ τούτου, δεν θα εξετάσω περαιτέρω το εν λόγω ζήτημα.
50.
Κατ’ ουσίαν, με το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο επιχείρημα της Επιτροπής εγείρεται το ίδιο ακριβώς ζήτημα. Όσον αφορά το πρώτο και το τρίτο επιχείρημα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις η Επιτροπή κατ’ ουσίαν αμφισβητεί το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου ότι η συνολική διαλυτότητα της CTPHT συνιστά κρίσιμο στοιχείο το οποίο αυτή υποχρεούται εκ του νόμου να λάβει υπόψη. Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στην πραγματικότητα δεν επικρίνει την Επιτροπή για το συμπέρασμά της καθεαυτό αλλά για τον λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη της τη συνολική διαλυτότητα της CTPHT.
51.
Για τους λόγους που εκθέτω αμέσως κατωτέρω, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
ii) Τι συνιστά «κρίσιμο στοιχείο» το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη;
52.
Η ουσία του ζητήματος έγκειται στη «σημασία» ενός συγκεκριμένου πραγματικού στοιχείου και στο πώς δύναται να διαπιστωθεί η σημασία αυτή.
53.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ( 10 ) αναφέρει ότι, κατά πάγια νομολογία, πριν από τη θέσπιση μιας νομικής πράξεως η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της «[…] όλα τα σχετικά στοιχεία και όλες [τις] σχετικές περιστάσεις της καταστάσεως στη ρύθμιση της οποίας αποσκοπεί η πράξη αυτή». Βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, η εν λόγω υποχρέωση ανάγεται στη γενικότερη υποχρέωση χρηστής διοικήσεως, η οποία συνεπάγεται «[την] υποχρέωση του αρμόδιου οργάνου να εξετάσει με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία της οικείας υποθέσεως, το δικαίωμα του ενδιαφερομένου να γνωστοποιήσει την άποψη του καθώς και το δικαίωμα να δει την απόφαση επαρκώς αιτιολογημένη» ( 11 ).
54.
Έχω την άποψη –και πράγματι κανείς από τους μετέχοντες στην παρούσα διαδικασία δεν υποστηρίζει το αντίθετο– ότι η εν λόγω νομολογία ορθώς κάνει δεκτό ότι η Επιτροπή υποχρεούται εκ του νόμου να λαμβάνει υπόψη της όλα τα κρίσιμα στοιχεία. Ούτε υποστηρίζει κάποιος από τους μετέχοντες στη διαδικασία ότι στην υπό κρίση υπόθεση η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τη συνολική διαλυτότητα της CTPHT κατά την εφαρμογή της αθροιστικής μεθόδου. Κατ’ ουσίαν, η αντιδικία αφορά το εάν η συνολική διαλυτότητα της CTPHT συνιστά όντως «κρίσιμο στοιχείο» το οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της αθροιστικής μεθόδου.
55.
Πρέπει να υπογραμμιστεί εκ προοιμίου ότι το εάν ένα συγκεκριμένο δεδομένο, μια αναφορά, ένα εύρημα, κ.ο.κ. συνιστά «κρίσιμο στοιχείο», το οποίο συνεπάγεται την έννομη υποχρέωση να ληφθεί υπόψη και το ζήτημα αν αυτό το κρίσιμο στοιχείο όντως ελήφθη αποτελούν, κατ’ αρχήν, πραγματικά ζητήματα. Το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ουσιαστική ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα υποβληθέντα σε αυτό στοιχεία, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών ( 12 ). Επομένως, στο μέτρο που απουσιάζει οποιαδήποτε αιτίαση περί παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών ( 13 ), η (επαν)εξέταση της σημασίας των επίμαχων στοιχείων δεν εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου ( 14 ).
56.
Εντούτοις, κατ’ ουσίαν, το επιχείρημα της Επιτροπής συνίσταται εν τέλει στο ότι η διαλυτότητα της CTPHT δεν είναι «κρίσιμη», διότι δεν εκλαμβάνεται ως κρίσιμη από την αθροιστική μέθοδο. Με άλλα λόγια, η Επιτροπή δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια να καθορίσει τι συνιστά «κρίσιμο στοιχείο» και υποχρεούται εκ του νόμου να λάβει υπόψη εκείνα και μόνο τα στοιχεία που προβλέπονται στον κανονισμό CLP (παράρτημα I, σημεία 4.1.3.5, 4.1.3.5.2 και 4.1.3.5.5).
57.
Το ζήτημα αν ο κανονισμός CLP καθορίζει εξαντλητικώς τι συνιστά κρίσιμο στοιχείο –μην επιτρέποντας, επομένως, στην Επιτροπή να λάβει υπόψη της άλλα στοιχεία– συνιστά νομικό ζήτημα.
58.
Κατά την άποψή μου, η Επιτροπή δεν εμποδίζεται να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια. Οφείλει να εξετάσει εάν υφίστανται και άλλα κρίσιμα στοιχεία και, βάσει της προεκτεθείσας στην υποσημείωση 11 νομολογίας, υποχρεούται κ του νόμου να λάβει υπόψη τα στοιχεία αυτά εφόσον διαπιστώσει την ύπαρξή τους ( 15 ).
59.
Για να συνοψίσω τις ανωτέρω διαπιστώσεις και προκειμένου να καταστεί απολύτως σαφές το υπό εξέταση νομικό ζήτημα, είναι σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να επισημανθούν τέσσερα διαφορετικά νομικά ζητήματα τα οποία δύνανται να αποτελέσουν το αντικείμενο δικαστικού ελέγχου:
–
το εάν η Επιτροπή διαθέτει τη διακριτική ευχέρεια να διαπιστώνει την ύπαρξη «κρίσιμων στοιχείων», πέραν αυτών που απαριθμούνται στην οικεία εφαρμοστέα νομοθεσία·
–
το εάν η Επιτροπή άσκησε κατ’ ορθό τρόπο την ευχέρεια αυτή και χαρακτήρισε ένα στοιχείο ως κρίσιμο·
–
αφ’ ης στιγμής διαπιστωθεί η ύπαρξη ενός κρίσιμου στοιχείου, το ζήτημα αν η Επιτροπή εκπλήρωσε στην πράξη την έννομη υποχρέωσή της να το λάβει υπόψη κατά την άσκηση της εξουσίας της λήψεως αποφάσεως·
–
το εάν κατά την αξιολόγηση η Επιτροπή απέδωσε στο εν λόγω στοιχείο τη δέουσα σημασία.
60.
Στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως τίθεται μόνον το πρώτο από τα ως άνω ζητήματα.
iii) Είχε η Επιτροπή διακριτική ευχέρεια;
61.
Κατ’ αρχήν, ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί να παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία θεσπίσεως νομικών πράξεων και, στο πλαίσιο αυτό, να απαγορεύει να ληφθούν υπόψη ορισμένα στοιχεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυνατότητας αυτής αποτελεί η απαγόρευση που επιβάλλεται στην Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη της κατά την αξιολόγηση γεγονότα τα οποία έχουν συμβεί πριν από συγκεκριμένη ημερομηνία. Ο νομοθέτης της Ένωσης έχει επίσης τη δυνατότητα να επιβάλλει στην Επιτροπή υποχρεώσεις οι οποίες, κατ’ ουσίαν, δεν συνεπάγονται την άσκηση καμίας απολύτως διακριτικής ευχέρειας, όπως είναι, για παράδειγμα, ο υπολογισμός ποσοτήτων ή χρηματικών καταβολών μέσω της εφαρμογής μαθηματικών τύπων.
62.
Ωστόσο, κατά την άποψή μου, καταστάσεις αυτού του είδους δεν μπορούν να συγκριθούν με πολύ διαφορετικής φύσεως περιπτώσεις όπως η προκειμένη, η οποία αφορά το (ενδεχομένως καθοριστικό) στάδιο μιας ιδιαίτερα σύνθετης επιστημονικής αξιολογήσεως.
63.
Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο «μια τέτοια εξουσία της διοικήσεως, απαραίτητη για να της επιτρέπει να λαμβάνει υπόψη πολλαπλές και απρόβλεπτες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν κάθε περίπτωση, δεν είναι ασυμβίβαστη προς τη γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως […] που επικαλείται ο προσφεύγων […] Η εν λόγω γενική αρχή δεν συνεπάγεται ότι η διοίκηση, κατά την εφαρμογή της εξεταζομένης διατάξεως, όφειλε να περιοριστεί σε απλή μηχανική εφαρμογή προκαθορισμένων κανόνων και κριτηρίων. Μια τέτοια αντίληψη θα ήταν αντίθετη προς την ανάγκη εκτιμήσεως των πραγματικών καταστάσεων, ενίοτε περίπλοκων, που χαρακτηρίζουν κάθε ιδιαίτερη περίπτωση» ( 16 ).
64.
Καίτοι το πλαίσιο της ανωτέρω νομολογίας ήταν αρκετά διαφορετικό, η γενικότερη αρχή που απορρέει από αυτήν είναι απολύτως σαφής. Η απαίτηση από τη διοίκηση να αξιολογεί ιδιαιτέρως σύνθετα πραγματικά περιστατικά υπό ασφυκτικούς περιορισμούς ενδέχεται να οδηγήσει σε άδικα ή και παράλογα αποτελέσματα.
65.
Ομολογουμένως, η Επιτροπή δεν υποστηρίζει ότι στερείτο διακριτικής ευχέρειας στην αξιολόγησή της συνολικά, αλλά μόνο σε συγκεκριμένα τμήματα αυτής.
66.
Ωστόσο, κατά την άποψή μου, η ανάλυση αυτή είναι, αν όχι εγγενώς αντιφατική, τουλάχιστον αμφίβολης ευστάθειας. Αφενός, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι διαθέτει ευρύ περιθώριο εξουσίας εκτιμήσεως όσον αφορά την καταλληλότητα μιας συγκεκριμένης μεθόδου ταξινομήσεως. Αφετέρου, διατείνεται ότι οφείλει να εξετάσει κάθε μέθοδο της κλιμακωτής προσεγγίσεως κατά αυστηρή σειρά προτεραιότητας (μέθοδος της άμεσης ταξινομήσεως, αρχές παρεκβολής, και αθροιστική μέθοδος). Περαιτέρω, εάν η Επιτροπή επιλέξει να εφαρμόσει την αθροιστική μέθοδο, υποστηρίζει ότι δεν διαθέτει καμία απολύτως ευχέρεια στο πλαίσιο της συγκεκριμένης μεθόδου ταξινομήσεως. Είναι εκ του νόμου υποχρεωμένη να συμμορφωθεί «μηχανικά» προς τη μέθοδο, κλείνοντας τα μάτια σε οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία δεν απαριθμούνται ρητά στον κανονισμό CLP.
67.
Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη.
68.
Κατά πρώτο και κύριο λόγο, δεν βρίσκω πειστικό τον διαχωρισμό που προτείνει η Επιτροπή μεταξύ, αφενός, (i) της διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την επιλογή της κατάλληλης μεθόδου και, αφετέρου, (ii) της παντελούς απουσίας διακριτικής ευχέρειας ως προς την εφαρμογή της οικείας μεθόδου. Ως εκ της φύσεώς τους, αμφότερα αυτά τα στάδια, ήτοι η επιλογή και η υλοποίηση της μεθόδου, αποτελούν τμήματα μίας ενιαίας ιδιαιτέρως σύνθετης επιστημονικής αξιολογήσεως κινδύνου. Στην πράξη, το ευλόγως αναμενόμενο από μια χρηστή διοίκηση είναι, καταρχάς, η συγκέντρωση όλων των διαθέσιμων δεδομένων. Βάσει της (αν)επάρκειας ορισμένων εξ αυτών των στοιχείων, αποφασίζεται ακολούθως η μέθοδος που θα επιλεγεί, λαμβανομένου ασφαλώς υπόψη του είδους των δεδομένων που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της μεθόδου.
69.
Δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή απολαύει μεν διακριτικής ευχέρειας ως προς τη συνολική αξιολόγηση, στερείται όμως πράγματι της ευχέρειας αυτής σε ορισμένα επιμέρους τμήματα αυτής της αξιολογήσεως. Όμως, για να διαχωριστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο η αξιολόγηση, θα πρέπει να υφίσταται σαφής νομική βάση. Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν βλέπω να υφίσταται τέτοια νομική βάση.
70.
Σημειωτέον ότι δεν υπαινίσσομαι πως, κατ’ ουσίαν, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή είναι αβάσιμο. Δεν εκφέρω καμία κρίση ως προς την ορθότητα της ταξινομήσεως της CTPHT. Αναφέρω απλώς το συγκεκριμένο στοιχείο για να καταδείξω την εγγενή διακριτική ευχέρεια που ενυπάρχει στην επιλογή της μεθόδου και, κατά συνέπεια, στη σύνθετη επιστημονική αξιολόγηση στο σύνολό της.
71.
Θέλω να προσθέσω ότι, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, στην πραγματικότητα δεν είναι απολύτως σαφές αν η Επιτροπή έμεινε όντως απολύτως πιστή στην προσέγγιση που υποστηρίζει ότι ακολούθησε. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι υποχρεούται να εξετάσει κάθε μέθοδο κατ’ απόλυτη σειρά προτεραιότητας και ότι, συναφώς, δεν διαθέτει καμία εξουσία εκτιμήσεως. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, κατά την ταξινόμηση της CTPHT η Επιτροπή, απ’ ό,τι φαίνεται, μετέβη απευθείας από την πρώτη μέθοδο (άμεση ταξινόμηση) στην τρίτη μέθοδο (αθροιστική μέθοδος) παραλείποντας να εξετάσει ρητά και να απορρίψει τη δεύτερη μέθοδο (αρχές παρεκβολής) ως εναλλακτική λύση.
72.
Επιπλέον, υπάρχουν άλλα τέσσερα, τουλάχιστον, στοιχεία τα οποία, κατ’ εμέ, συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι το επιχείρημα της Επιτροπής περί απόλυτης ελλείψεως διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να απορριφθεί.
73.
Καταρχάς, από το ίδιο το γράμμα του σημείου 4.1.3 του παραρτήματος I του κανονισμού CLP, το οποίο επιγράφεται «Κριτήρια ταξινόμησης μειγμάτων», θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι υπονοείται κάποιου είδους διακριτική ευχέρεια από την επιλογή της διατυπώσεως και μόνον: «Για να χρησιμοποιούνται όλα τα διαθέσιμα στοιχεία για τους σκοπούς της ταξινόμησης των κινδύνων που παρουσιάζουν τα μείγματα για το υδάτινο περιβάλλον, η ακόλουθη υπόθεση εφαρμόζεται όπου κρίνεται σκόπιμο» (η υπογράμμιση δική μου).
74.
Στη συνέχεια της διατάξεως περιγράφεται η κλιμακωτή προσέγγιση της ταξινομήσεως. Στα διατάξεις αυτές του παραρτήματος I του κανονισμού CLP δεν γίνεται καμία αναφορά για προσφυγή στην αθροιστική μέθοδο ή στην περιγραφή του περιεχομένου της μεθόδου αυτής, από την οποία να συνάγεται ότι απαγορεύεται να ληφθούν υπόψη στοιχεία άλλα πέραν εκείνων που προβλέπονται ρητά ( 17 ).
75.
Κατανοώ το συναφές επιχείρημα της Επιτροπής σχετικά με τη νομιμότητα της διοικητικής δράσης, το οποίο, εν ολίγοις, υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή αποτελεί δημόσια αρχή, οφείλει να δρα αποκλειστικά και μόνον εντός των ορίων του νόμου. Γενικώς, η τοποθέτηση αυτή με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα όρια του νόμου, τόσο βάσει γραμματικής όσο και βάσει συστηματικής ερμηνείας, απλώς δεν είναι τόσο στενά όσο τα παρουσιάζει η Επιτροπή.
76.
Δεύτερον, υπάρχει επίσης τόσο το ευρύτερο πλαίσιο όσο και οι διεθνείς καταβολές του κανονισμού CLP. Κατά την αιτιολογική σκέψη 6 του εν λόγω κανονισμού: «[ο] παρών κανονισμός τηρεί τις διάφορες διακηρύξεις στις οποίες η Κοινότητα επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να συμβάλει στην παγκόσμια εναρμόνιση των κριτηρίων για την ταξινόμηση και την επισήμανση, όχι μόνο σε επίπεδο ΟΗΕ αλλά επίσης και μέσω της ενσωμάτωσης των διεθνώς αποδεκτών κριτηρίων GHS στο κοινοτικό δίκαιο».
77.
Επομένως, η κλιμακωτή προσέγγιση της ταξινομήσεως των κινδύνων για το υδάτινο περιβάλλον αντικατοπτρίζει την προσέγγιση που έχει υιοθετηθεί σε διεθνές επίπεδο σύμφωνα με το Παγκόσμια Εναρμονισμένο Σύστημα Ταξινόμησης και Επισήμανσης των Χημικών Ουσιών (Global Harmonised System of Classification and Labelling of Chemicals, στο εξής: GHS). Πράγματι, στο παράρτημα I του κανονισμού CLP έχουν μεταφερθεί σημαντικά στοιχεία της εν λόγω προσεγγίσεως, τα οποία, από απόψεως διατυπώσεως, είναι σχεδόν ταυτόσημα με τα αντίστοιχα χωρία των κατευθυντηρίων οδηγιών του GHS ( 18 ).
78.
Το παράρτημα 9 του GHS είναι πληρέστερο από το σημείο 4 του παραρτήματος I του κανονισμού CLP. Κατά την άποψή μου, το παράρτημα 9 καθιστά σαφές ότι, όσον αφορά τον συγκεκριμένο τομέα, μπορούν μεν να παρασχεθούν λεπτομερείς κατευθυντήριες γραμμές, πλην όμως δεν είναι εύκολο να θεσπιστούν κανόνες οι οποίοι θα εφαρμόζονται κατά τρόπο συστηματικό και αυτόματο. Για παράδειγμα, το παράρτημα 9 του GHS απαριθμεί τις δυσχέρειες που συνδέονται με «ερμηνευτικά προβλήματα» όσον αφορά «δύσκολες ουσίες» στις οποίες συγκαταλέγονται «ασθενώς διαλυτές» ουσίες και «ουσίες σύνθετες ή πολλαπλών συστατικών» ( 19 ).
79.
Πριν από την περιγραφή του εναρμονισμένου συστήματος ταξινομήσεως, στο παράρτημα 9 του GHS σημειώνεται ότι αυτό «[…] δεν φιλοδοξεί να καλύψει όλες τις καταστάσεις που ανακύπτουν στο πλαίσιο της ταξινομήσεως. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα διαρκώς εξελισσόμενο έγγραφο το οποίο αφενός, περιγράφει τις θεμελιώδεις αρχές του συστήματος, βασιζόμενο σε απτούς και όχι δυνητικούς κινδύνους, και καταγράφει τα αποκρυσταλλωμένα κριτήρια. Αφετέρου, συνιστά, εν μέρει, κεφαλαιοποίηση της εμπειρίας που αποκτήθηκε κατά τη χρήση του συστήματος ώστε να συμπεριληφθούν ερμηνείες οι οποίες θα επιτρέψουν την εφαρμογή κριτηρίων που φαίνεται να έχουν αποκρυσταλλωθεί σε ένα ευρύ φάσμα μη τυποποιημένων καταστάσεων» (η υπογράμμιση δική μου) ( 20 ).
80.
Επομένως, είναι προφανές ότι τα διεθνή πρότυπα τα οποία επιδίωξε να ενσωματώσει ο νομοθέτης της Ένωσης μέσω του κανονισμού CLP υιοθετούν μια αρκετά διαφοροποιημένη προσέγγιση. Καταρχάς, θεσπίζουν αρχές και, παρά το γεγονός ότι οι παρεχόμενες κατευθυντήριες οδηγίες είναι άκρως λεπτομερείς, αναγνωρίζουν ρητά ότι υπάρχουν ακανθώδεις περιπτώσεις και ότι οι συγκεκριμένοι κανόνες δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απολύτως εξαντλητικοί κατάλογοι.
81.
Τρίτον, κατά την άποψή μου, είναι επίσης σημαντικό η παρούσα ανάλυση να μην περιοριστεί αποκλειστικά στην υπό κρίση υπόθεση αλλά να εξετασθεί σφαιρικότερα το συνολικό σύστημα και η λειτουργία του κανονισμού CLP. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στερείτο διακριτικής ευχέρειας και, βάσει αυτού, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δικαιολογείτο η πλέον αυστηρή ταξινόμηση κινδύνου. Σε αυτή την υπόθεση, το συγκεκριμένο συμπέρασμα συνάδει όντως με τον σκοπό του κανονισμού CLP, ο οποίος έγκειται στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος. Όμως τι ισχύει σε υποθέσεις όπου η παράλειψη της Επιτροπής να λάβει υπόψη της άλλα κρίσιμα στοιχεία έχει ως συνέπεια μια λιγότερο αυστηρή ταξινόμηση των κινδύνων σε σχέση με την ταξινόμηση που θα δικαιολογούνταν διαφορετικά;
82.
Αληθεύει, βέβαια, ότι υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα ταξινομήσεως «δικτύου ασφαλείας», η οποία επιτρέπει την ταξινόμηση των ουσιών στην κατηγορία 4 χρόνιου κινδύνου όταν οι ουσίες αυτές δεν μπορούν να ταξινομηθούν στην κατηγορία 1 οξείας τοξικότητας ή στις κατηγορίες 1, 2 και 3 χρόνιας τοξικότητας αλλά, ωστόσο, υπάρχουν λόγοι ανησυχίας. Η δυνατότητα αυτή μειώνει τον κίνδυνο «πολύ χαμηλών» ταξινομήσεων.
83.
Όμως, είμαι της γνώμης ότι ένα «δίχτυ ασφαλείας» θα πρέπει και να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο. Εξ ορισμού, η χρήση του αποτελεί την ύστατη λύση. Όταν αποκαλύπτονται εξόχως σημαντικά, κρίσιμα στοιχεία τα οποία θέτουν υπό σοβαρή αμφισβήτηση μια «πολύ χαμηλή» ταξινόμηση κινδύνου, τα στοιχεία αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως τμήμα της κύριας αξιολογήσεως.
84.
Εάν γίνει δεκτό ότι όντως υπάρχει διακριτική ευχέρεια, τότε θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η ευχέρεια αυτή λειτουργεί αμφίδρομα. Όταν προκύπτουν εξόχως σημαντικά, κρίσιμα στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν ότι η ταξινόμηση κινδύνου είναι «πολύ αυστηρή», τα στοιχεία αυτά θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της κύριας αξιολογήσεως. Επί της ουσίας, αυτό ακριβώς υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητες.
85.
Υπογραμμίζω ότι οι ανωτέρω διαπιστώσεις ουδόλως υπεισέρχονται στο τι συνιστά «κρίσιμο στοιχείο» ή τη σημασία που πρέπει να του αποδοθεί (βλ. σημείο 59 των παρουσών προτάσεων). Τα ζητήματα αυτά αφορούν, καταρχάς, την Επιτροπή. Εφόσον ασκηθεί προσφυγή, εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εξετάσει αν η Επιτροπή υπέπεσε, σχετικώς, σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
86.
Τέλος, σημειώνω ότι το Δικαστήριο έχει ήδη εκδικάσει μία υπόθεση σχετικά με την ουσία CTPHT. Η υπόθεση T‑93/10, Bilbaína κατά Επιτροπής (υπό αναίρεση, C‑287/13 P Bilbaína κατά Επιτροπής, στο εξής: Bilbaína I) ( 21 ), αφορούσε, στο μέτρο που αυτό έχει σημασία για την υπό κρίση υπόθεση, το κατά πόσον η CTPHT έχει άκρως ανθεκτικές και άκρως βιοσυσσωρεύσιμες ιδιότητες (στο εξής: ιδιότητες αΑαB)
87.
Προκειμένου η Επιτροπή να εξακριβώσει αν μια ουσία παρουσιάζει ιδιότητες αΑαB, πρέπει να τηρήσει τις προδιαγραφές που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο παράρτημα XIII του κανονισμού 1907/2006. Υπό την ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο μορφή του κανονισμού, τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό μιας ουσίας ως αΑαB παρατίθεντο στα τμήματα 1.1, 1.2 και 1.3 του παραρτήματος XIII. Τα κριτήρια αυτά δεν αναφέρονταν καθόλου στις ιδιότητες των συστατικών της ουσίας. Παρά ταύτα, η CTPHT πράγματι χαρακτηρίστηκε ως ουσία αΑαB βάσει των ιδιοτήτων των συστατικών της.
88.
Οι προσφεύγουσες στην εν λόγω υπόθεση αμφισβήτησαν την εν λόγω παρέκκλιση από τα κριτήρια του παραρτήματος XIII. Το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε την άποψη της Επιτροπής. Στην κατ’ αναίρεση δίκη, το Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση αναφέροντας στη σκέψη 34 της αποφάσεώς του ότι: «[ο]μολογουμένως αληθεύει ότι, το παράρτημα XIII του κανονισμού REACH ως είχε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν προέβλεπε ρητά ότι μια ουσία μπορεί να χαρακτηριστεί βάσει των ΑΒΤ ή αΑαΒ ιδιοτήτων των συστατικών της. Τούτο όμως, παρά τα αντιθέτως προβαλλόμενα από τις αναιρεσείουσες, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το παράρτημα XIII του κανονισμού REACH απαγόρευε να ληφθούν υπόψη οι ιδιότητες ΑΒΤ ή αΑαΒ των κρίσιμων συστατικών μιας ουσίας».
89.
Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η συνεκτίμηση των ιδιοτήτων των συστατικών της ουσίας ήταν σύμφωνη με τους σκοπούς του κανονισμού.
90.
Μεταξύ των υποθέσεων αυτών υπάρχουν προφανείς διαφορές. Συγκεκριμένα, η υπόθεση Bilbaína I αφορούσε τον κανονισμό REACH και όχι τον κανονισμό CLP. Σε αμφότερες, ωστόσο, εγείρεται το ίδιο ζήτημα αρχής. Σε ποιες περιπτώσεις έχει η Επιτροπή τη διακριτική ευχέρεια να παρεκκλίνει από τα κριτήρια αξιολογήσεως ουσιών τα οποία καθορίζει ένας κανονισμός προκειμένου να εξετάσει και άλλα κρίσιμα στοιχεία; Στην υπόθεση Bilbaína I, το Γενικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο κατ’ ουσίαν βασίστηκαν προκειμένου να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τη διαπίστωση και άλλων κρίσιμων στοιχείων: αφενός (i) στην απουσία ρητής διατάξεως με την οποία να αποκλείεται η ύπαρξη αυτής της διακριτικής ευχέρειας και, αφετέρου, (ii) στο γεγονός ότι η συνεκτίμηση αυτών των στοιχείων ήταν σύμφωνη με τον σκοπό του κανονισμού REACH.
91.
Όπως προαναφέρθηκε, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ούτε το παράρτημα I του κανονισμού CLP περιέχει διάταξη με την οποία να απαγορεύεται ρητά η εξέταση και άλλων κρίσιμων στοιχείων κατά την εφαρμογή της αθροιστικής μεθόδου.
92.
Όσον αφορά τους σκοπούς του κανονισμού, παραπέμπω στα σχόλια που έκανα ανωτέρω, στα σημεία 81 έως 84 των παρουσών προτάσεων. Εφόσον θεωρηθεί ότι, κατ’ αρχήν, μέχρι ενός ορισμένου βαθμού υπάρχει διακριτική ευχέρεια, τότε θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ευχέρεια αυτή λειτουργεί αμφίδρομα. Δύναται, ασφαλώς, να ασκείται κατά τρόπο ευνοϊκό προς τους σκοπούς του κανονισμού, ήτοι επιβάλλοντας υψηλότερη, πιο αυστηρή ταξινόμηση του κινδύνου. Όμως, μπορεί και να ασκείται κατά τρόπο ο οποίος συνεπάγεται χαμηλότερη, λιγότερο αυστηρή ταξινόμηση. Τούτο δεν σημαίνει ότι υπονομεύονται οι σκοποί του κανονισμού, αλλά απλώς ότι εξετάζονται εκτενέστερα τα διαθέσιμα πληροφοριακά στοιχεία προκειμένου η εκάστοτε ταξινόμηση να είναι όσο το δυνατόν ακριβέστερη.
93.
Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, φρονώ ότι, από νομικής απόψεως, η Επιτροπή είχε την ευχέρεια να λάβει υπόψη της και άλλα κρίσιμα στοιχεία κατά την εφαρμογή της αθροιστικής μεθόδου, χωρίς τούτο να συνιστά παράβαση του κανονισμού CLP.
94.
Καταλήγοντας στο συμπέρασμα αυτό, τονίζω για μία ακόμη φορά ότι το ποια είναι αυτά τα κρίσιμα στοιχεία συνιστά πραγματικό ζήτημα το οποίο, ελλείψει παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών, κρίθηκε από το Γενικό Δικαστήριο και δεν μπορεί να εξεταστεί εκ νέου από το Δικαστήριο. Επιπλέον, σημειώνω ότι το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως απεφάνθη (ούτε θα μπορούσε να είχε αποφανθεί) ότι εάν, υποθετικά, η Επιτροπή είχε όντως λάβει υπόψη της τη χαμηλή διαλυτότητα της CTPHT, θα είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ταξινομώντας την εν λόγω ουσία στις κατηγορίες οξείας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1 και χρόνιας τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον 1. Αντιθέτως, η αντικειμενική παράλειψη της Επιτροπής να συμπεριλάβει το συγκεκριμένο στοιχείο στην αιτιολογία της ήταν αυτή που, όπως επιβεβαίωσε το Γενικό Δικαστήριο, οδήγησε στη μερική ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού.
95.
Τέλος, η ανάλυση που προηγήθηκε περιορίζεται ειδικώς στο ζήτημα της υπάρξεως διακριτικής ευχέρειας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υποθέσεως. Μολονότι μνημονεύεται ακροθιγώς το ζήτημα, εντούτοις, η ανωτέρω ανάλυση δεν καταλήγει σε κανένα οριστικό συμπέρασμα ως προς το εύρος της ευχέρειας αυτής στις περιπτώσεις που η βασική νομοθεσία παρέχει σημαντικές και λεπτομερείς κατευθυντήριες οδηγίες. Τούτο, κατά την άποψή μου, αποτελεί σημαντικό ζήτημα το οποίο πρέπει να επισημανθεί, πλην όμως η εξέτασή του παρέλκει στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
iv) Συμπέρασμα ως προς το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
96.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στο μέτρο που έκρινε ότι η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένα την αθροιστική μέθοδο και, ως εκ τούτου, προτείνω να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμο. Όσον δε αφορά το σημείο 55 των παρουσών προτάσεων, εάν το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι βάλλει κατά της πραγματικής διαπιστώσεως στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο σχετικά με τη σημασία της συνολικής διαλυτότητας της ουσίας CTPHT, τούτο θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
3. Τρίτος λόγος αναιρέσεως: υπέρβαση των ορίων του ελέγχου νομιμότητας και παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων
97.
Η Επιτροπή προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη τα όρια του ελέγχου του καθόσον υπερέβη την εκτίμηση περί πρόδηλης πλάνης και υποκατέστησε με την κρίση του την κρίση της Επιτροπής, παραμορφώνοντας έτσι τα προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά στοιχεία.
98.
Ουσιαστικά, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς προσέδωσε τόσο μεγάλη βαρύτητα στο συμπέρασμα ότι οι ΠΑΥ που περιλαμβάνει η CTPHT είναι υδατοδιαλυτοί. Αυτό ήταν ένα μόνο από τα πολλά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η επιστημονική αξιολόγηση. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το συγκεκριμένο στοιχείο εκτός του πλαισίου του.
99.
Δεν συμφωνώ με την άποψη αυτή.
100.
Θεωρώ ότι το επιχείρημα της Επιτροπής είναι αβάσιμο καθόσον βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Όπως εξήγησα στο σημείο 50 των παρουσών προτάσεων, το Γενικό Δικαστήριο δεν επικρίνει την Επιτροπή ειδικά για τον λόγο ότι δέχθηκε πως τα συστατικά της CTPHT είναι υδατοδιαλυτά. Το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να καταλήξει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα. Αντιθέτως, η ανησυχία του Γενικού Δικαστηρίου εδράζεται στο γεγονός ότι, για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τη συνολική διαλυτότητα της CTPHT.
101.
Επ’ αυτής και μόνο της βάσεως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή θα μπορούσε να απορριφθεί ως αβάσιμος.
102.
Ωστόσο, στον βαθμό που ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ερμηνευθεί ενδεχομένως υπό την έννοια ότι το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη τα όρια του δικαστικού του ελέγχου διότι (i) έκρινε ότι η συνολική διαλυτότητα της CTPHT συνιστά κρίσιμο στοιχείο ή (ii) προσέδωσε υπερβολική σημασία στο στοιχείο αυτό, καταθέτω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
103.
Πρώτον, το αν η Επιτροπή είχε τη διακριτική ευχέρεια να κρίνει κατά πόσον η συνολική διαλυτότητα της CTPHT συνιστά κρίσιμο στοιχείο εξετάστηκε παραπάνω, στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Η Επιτροπή διέθετε αυτή τη διακριτική ευχέρεια.
104.
Δεύτερον, όπως προαναφέρθηκε στο σημείο 55 των παρουσών προτάσεων, το ζήτημα αν η συνολική διαλυτότητα της CTPHT συνιστά «κρίσιμο στοιχείο», το οποίο επιβάλλει στην Επιτροπή την έννομη υποχρέωση να το λάβει υπόψη της, συνιστά πραγματικό ζήτημα το οποίο υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου, εκτός και αν διαπιστωθεί παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ( 22 ).
105.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά καθόσον αξιολόγησε τη διαλυτότητα των συστατικών της CTPHT εκτός του ευρύτερου πλαισίου και δεν εξέτασε τη σημασία του στοιχείου αυτού στο πλαίσιο της αθροιστικής μεθόδου. Η Επιτροπή δεν υποστηρίζει ρητά ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά διότι δέχθηκε ότι η συνολική διαλυτότητα της CTPHT συνιστά κρίσιμο στοιχείο.
106.
Πάντως, στον βαθμό που το επιχείρημα της Επιτροπής ενδέχεται να ερμηνευθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, αρκεί να σημειωθεί ότι η συνολική διαλυτότητα μιας ουσίας σαφώς και δεν αποτελεί δευτερεύον στοιχείο ή λεπτομέρεια ήσσονος σημασίας. Η διαλυτότητα της ουσίας μνημονεύεται επανειλημμένως στο σημείο 4 του παραρτήματος I, του κανονισμού CLP όσον αφορά την αξιολόγηση της τοξικότητας για το υδάτινο περιβάλλον και αναγνωρίζεται ρητά ως πηγή προβλημάτων σε περιπτώσεις χαμηλής διαλυτότητας ( 23 ). Εξετάζεται επίσης διεξοδικά στο παράρτημα 9 του GHS, το οποίο έχει ενσωματωθεί στη νομοθεσία της Ένωσης, ιδίως μέσω του σημείου 4 του παραρτήματος I του κανονισμού CLP ( 24 ). Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά τη σημασία του συγκεκριμένου στοιχείου.
107.
Τρίτον, όσον αφορά τη σημασία που απέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στη συνολική διαλυτότητα της CTPHT, επισημαίνω απλώς ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σιωπά ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι, εάν η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη της τη συνολική διαλυτότητα της CTPHT, τούτο θα είχε, αναπόδραστα, «υπερφαλαγγίσει» όλα τα άλλα στοιχεία. Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει απλώς ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στο μέτρο που, αντικειμενικώς, δεν έλαβε υπόψη της τη συνολική διαλυτότητα της CTPHT (βλ., επίσης, σημείο 93 των παρουσών προτάσεων).
108.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο ούτε υπερέβη τα όρια του ελέγχου της νομιμότητας του προσβαλλόμενου κανονισμού ούτε παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VII. Πρόταση
109.
Προτείνω στο Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη·
–
να υποχρεώσει την Επιτροπή να φέρει τα δικαστικά της έξοδα και να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων και της GrafTech Iberica, SL·
–
να υποχρεώσει τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (ΕΟΧΠ) και τους παρεμβαίνοντες να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 2013, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, με σκοπό την προσαρμογή του στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο (ΕΕ 2013, L 261, σ. 5).
( 3 ) Πρόκειται για τις εταιρίες Deza, a.s., Industrial Química del Nalón, SA, Koppers Denmark A/S, Koppers UK Ltd, Koppers Netherlands BV, Rütgers basic aromatics GmbH, Rütgers Belgium NV, Rütgers Poland Sp. z o.o., Bawtry Carbon International Ltd, Grupo Ferroatlántica, SA, SGL Carbon GmbH, SGL Carbon GmbH, SGL Carbon, SGL Carbon, SA, SGL Carbon Polska S.A., ThyssenKrupp Steel Europe AG και Tokai erftcarbon GmbH.
( 4 ) Απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2015, Bilbaína de Alquitranes κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑689/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:767).
( 5 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 (ΕΕ 2008, L 353, σ. 1).
( 6 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1).
( 7 ) Η οποία αναφέρεται στο άρθρο 76, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1907/2006.
( 8
)
«[…] ούτε η Επιτροπή ούτε ο ΕΟΧΠ απέδειξαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι […] η Επιτροπή έλαβε υπόψη της το στοιχείο ότι […] τα συστατικά της CTPHT απελευθερώνονται από την ουσία αυτή σε πολύ περιορισμένο βαθμό και ότι η εν λόγω ουσία είναι πολύ σταθερή»· «[…] ούτε η γνωμοδότηση της ΕΑΚ σχετικά με την ουσία CTPHT ούτε το έγγραφο αναφοράς περιέχουν οποιαδήποτε αιτιολογία από την οποία να συνάγεται ότι […] ελήφθη υπόψη η χαμηλή υδατοδιαλυτότητα της CTPHT […] Η αιτιολογία αυτή ωστόσο, ουδόλως αποδεικνύει ότι ελήφθη υπόψη η χαμηλή υδατοδιαλυτότητα [της εν λόγω ουσίας]».
( 9 ) Κατ’ ουσίαν πρόκειται για ταξινόμηση βάσει δεδομένων τα οποία αφορούν παρεμφερείς ουσίες.
( 10 ) Απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2015, Bilbaína de Alquitranes κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑689/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:767, σκέψη 24).
( 11 ) Αποφάσεις της 21ης Νοεμβρίου 1991, Technische Universität München (C‑269/90, EU:C:1991:438, σκέψη 14), και της 29ης Μαρτίου 2012, Επιτροπή κατά Εσθονίας (C‑505/09 P, EU:C:2012:179, σκέψη 95).
( 12 ) Άρθρο 256 ΣΛΕΕ και πρώτο εδάφιο του άρθρου 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
( 13 ) Η Επιτροπή όντως υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του, πλην όμως σε άλλο σημείο της αιτήσεως αναιρέσεως, στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, και με τρόπο ο οποίος δεν επηρεάζει την παρούσα ανάλυση (βλ., ιδίως, σημεία 104 και 105 των παρουσών προτάσεων).
( 14 ) Διάταξη της 27ης Μαρτίου 2014, Polyelectrolyte Producers Group κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑199/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:205, σκέψεις 33 έως 36).
( 15 ) Το ζήτημα αν τα στοιχεία αυτά μεταβάλλουν το αποτέλεσμα της αξιολογήσεως είναι εντελώς διαφορετικό και εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να διενεργεί σύνθετες επιστημονικές αξιολογήσεις, όπως εξάλλου επιβεβαιώνει η ίδια νομολογία.
( 16 ) Απόφαση της 7ης Ιουνίου 1972, Brandau κατά Συμβουλίου (46/71, EU:C:1972:50, σκέψεις 12 έως 14). Βλ. επίσης, υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 7ης Μαΐου 1992, Συμβούλιο κατά Brems (C‑70/91 P, EU:C:1992:201), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Darmon στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Brems (C‑70/91 P, EU:C:1992:77, σ. 2993 και 2994).
( 17 ) Βλ. διάταξη της 22ας Μαΐου 2014, Bilbaína de Alquitranes κ.λπ. κατά ECHA (C‑287/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:599, σκέψη 34), όπου η παρόμοια απουσία ρητών περιορισμών χρησιμοποιήθηκε ως στοιχείο το οποίο συνηγορεί υπέρ της διαπιστώσεως υπάρξεως διακριτικής ευχέρειας (βλ. σημείο 90 των παρουσών προτάσεων).
( 18 ) Παράρτημα 9 του Παγκόσμια Εναρμονισμένου Συστήματος Ταξινόμησης και Επισήμανσης των Χημικών Ουσιών (GHS), τέταρτη έκδοση. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση .
( 19 ) Στο σημείο A9.1.10, βλ., επίσης, σημεία A9.3.5.7 και A9.3.5.10.
( 20 ) Στο σημείο A9.1.16
( 21 ) Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2013, Bilbaína de Alquitranes κ.λπ. κατά ECHA (T‑93/10, EU:T:2013:106). Διάταξη της 22ας Μαΐου 2014, Bilbaína de Alquitranes κ.λπ. κατά ECHA (C‑287/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:599).
( 22 ) Διάταξη της 27ης Μαρτίου 2014, Polyelectrolyte Producers Group κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑199/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:205, σκέψη 33).
( 23 ) Σημείο 4.1.2.10 του Παραρτήματος I όσον αφορά ζητήματα σχετικά με την ταξινόμηση των ασθενώς διαλυτών ανόργανων ενώσεων και μετάλλων· σημείο 4.1.2.6 και κατηγορία 4 της ταξινομήσεως δικτύου ασφαλείας, η οποία αναφέρεται ανωτέρω, στα σημεία 82 και 83. Η διαλυτότητα αποτελεί τμήμα του ορισμού της «διαθεσιμότητας» στο σημείο 4.1.1.1.
( 24 ) Βλ. σημείο 78 των παρουσών προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy