ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 21ης Σεπτεμβρίου 2017 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Συμπράξεις – Ιταλοί παραγωγοί ράβδων οπλισμού σκυροδέματος – Kαθορισμός των τιμών, καθώς και περιορισμός και έλεγχος της παραγωγής και των πωλήσεων – Παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ – Ακύρωση της αρχικής αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Επανέκδοση της αποφάσεως βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 – Έλλειψη νέας ανακοινώσεως των αιτιάσεων – Μη διενέργεια ακροάσεως μετά την ακύρωση της αρχικής αποφάσεως – Διάρκεια των επιμέρους σταδίων της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑86/15 P και C‑87/15 P,
με αντικείμενο δύο αιτήσεις αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκαν στις 20 Φεβρουαρίου 2015,
Ferriera Valsabbia SpA, με έδρα το Odolo (Ιταλία) (C‑86/15 P),
Valsabbia Investimenti SpA, με έδρα το Odolo (Ιταλία) (C‑86/15 P),
Alfa Acciai SpA, με έδρα την Brescia (Ιταλία) (C‑87/15 P),
εκπροσωπούμενες από τους D. M. Fosselard, avocat, D. Slater, solicitor, και την A. Duron, avocate,
αναιρεσείουσες,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους L. Malferrari και P. Rossi, επικουρούμενους από τον P. Manzini, avvocato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Juhász, πρόεδρο τμήματος, C. Vajda (εισηγητή) και Κ. Λυκούργο, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Wahl
γραμματέας: V. Giacobbo-Peyronnel, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Οκτωβρίου 2016,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Δεκεμβρίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με τις αιτήσεις αναιρέσεως, οι Ferriera Valsabbia SpA και Valsabbia Investimenti SpA (στο εξής, από κοινού: Valsabbia), στην υπόθεση C‑86/15 P, καθώς και Alfa Acciai SpA (στο εξής: Alfa), στην υπόθεση C‑87/15 P (όπου οι διάδικοι αυτοί θα καλούνται από κοινού στο εξής: αναιρεσείουσες), ζητούν την αναίρεση, αντιστοίχως, των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Ferriera Valsabbia και Valsabbia Investimenti κατά Επιτροπής (T‑92/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1032), καθώς και της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Alfa Acciai κατά Επιτροπής (T‑85/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1037) (στο εξής, από κοινού: αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις), με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές τους με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως C(2009) 7492 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ (COMP/37.956 – ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος – επανέκδοση, στο εξής: απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2009), ως έχει μετά την τροποποίησή της με την απόφαση C(2009) 9912 τελικό της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 2009 (στο εξής: τροποποιητική απόφαση) (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, όπως τροποποιήθηκε με την τροποποιητική απόφαση, στο εξής: επίδικη απόφαση).
Το ιστορικό των διαφορών και η επίδικη απόφαση
2
Το ιστορικό των διαφορών εκτίθεται στις σκέψεις 20 έως 25 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων:
«20
Από τον Οκτώβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2000, η Επιτροπή διενήργησε, σύμφωνα με άρθρο 47 ΑΧ, ελέγχους σε ιταλικές επιχειρήσεις που κατασκευάζουν ράβδους σκυροδέματος και σε μια ένωση ιταλικών σιδηρουργικών επιχειρήσεων. Τους απηύθηνε επίσης αιτήματα παροχής πληροφοριών, δυνάμει του άρθρου 47 ΑΧ […]
21
Στις 26 Μαρτίου 2002, η Επιτροπή κίνησε τη διοικητική διαδικασία και διατύπωσε αιτιάσεις στο πλαίσιο του άρθρου 36 ΑΧ (στο εξής: ανακοίνωση των αιτιάσεων) […]. [Οι αναιρεσείουσες κατέθεσαν] γραπτές παρατηρήσεις επί της ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Στις 13 Ιουνίου 2002 πραγματοποιήθηκε σχετική ακρόαση […]
22
Στις 12 Αυγούστου 2002, η Επιτροπή διατύπωσε συμπληρωματικές αιτιάσεις (στο εξής: ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων), απευθυνόμενες στους αποδέκτες της ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Στην ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων, στηριζόμενη στο άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81 και 82 ΕΚ] (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), η Επιτροπή εξήγησε τη θέση της σχετικά με τη συνέχιση της διαδικασίας μετά τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑX. Συναφώς, τάχθηκε προθεσμία στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και διοργανώθηκε μια δεύτερη ακρόαση παρουσία των εκπροσώπων των κρατών μελών στις 30 Σεπτεμβρίου 2002 […]
23
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2002) 5087 τελικό της 17ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 ΑΧ (COMP/37.956 – ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος) (στο εξής: απόφαση του 2002), με την οποία διαπίστωσε ότι οι αποδέκτριες της αποφάσεως αυτής επιχειρήσεις είχαν συστήσει μιαν ενιαία, σύνθετη και διαρκή σύμπραξη στην ιταλική αγορά του χάλυβα οπλισμού σκυροδέματος σε ράβδους ή σε ρόλους, η οποία είχε ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον καθορισμό των τιμών και η οποία προκάλεσε επίσης εναρμονισμένο περιορισμό ή έλεγχο της παραγωγής ή των πωλήσεων, αντίθετο προς το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ […]. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή επέβαλε [στη Valsabbia και στην Alfa, αλληλεγγύως, πρόστιμα ύψους, αντιστοίχως, 10,25 εκατομμυρίων ευρώ και 7,175 εκατομμυρίων ευρώ].
24
Στις 5 Μαρτίου 2003, [οι αναιρεσείουσες άσκησαν] προσφυγ[ές] ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως του 2002. Με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2007, SP κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑27/03, T‑46/03, T‑58/03, T‑79/03, T‑80/03, T‑97/03 και T‑98/03, [EU:T:2007:317]), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του 2002. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του γεγονότος ότι η απόφαση του 2002 δεν περιελάμβανε καμία αναφορά στο άρθρο 3 και στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, η απόφαση αυτή στηριζόταν αποκλειστικά στο άρθρο 65, παράγραφοι 4 και 5, ΑΧ. […] Δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις είχαν παύσει να ισχύουν στις 23 Ιουλίου 2002, η Επιτροπή δεν μπορούσε πλέον να στηρίξει την αρμοδιότητά της σε αυτές, λόγω λήξεως της ισχύος τους κατά τον χρόνο της εκδόσεως της αποφάσεως του 2002, προκειμένου να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ και να επιβάλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις που είχαν μετάσχει στην ως άνω παράβαση […]
25
Με έγγραφο της 30ής Ιουνίου 2008, η Επιτροπή πληροφόρησε [τις προσφεύγουσες] και τις λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις για την πρόθεσή της να εκδώσει εκ νέου απόφαση, τροποποιώντας τη νομική βάση σε σχέση με την επιλεγείσα για την απόφαση του 2002. Ακόμη διευκρίνισε ότι, λαμβανομένης υπόψη της περιορισμένης εμβέλειας της αποφάσεως [της 25ης Οκτωβρίου 2007,] SP κ.λπ. κατά Επιτροπής [(T-27/03, T‑46/03, T‑58/03, T‑79/03, T‑80/03, T‑97/03 και T‑98/03, EU:T:2007:317)], η νέα απόφαση θα στηριζόταν στις αποδείξεις που περιλαμβάνονταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και στην ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων. Συναφώς, τάχθηκε προθεσμία στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους […]. [Οι προσφεύγουσες] κατέθεσ[αν] γραπτές παρατηρήσεις.»
3
Με την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2009 η Επιτροπή θεώρησε, μεταξύ άλλων, ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), είχε την έννοια ότι της παρείχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει, μετά τις 23 Ιουλίου 2002, τις συμπράξεις στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑX ratione materiae και ratione temporis και να επιβάλει σχετικές κυρώσεις. Σημείωσε ότι η ως άνω απόφαση είχε εκδοθεί σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες της Συνθήκης ΕΚ καθώς και του εν λόγω κανονισμού και ότι οι ουσιαστικές διατάξεις που δεν ίσχυαν πλέον κατά την ημερομηνία εκδόσεως μιας πράξεως μπορούσαν να έχουν εφαρμογή δυνάμει των αρχών που διέπουν τη χρονική διαδοχή των κανόνων, με την επιφύλαξη της εφαρμογής της γενικής αρχής της lex mitior.
4
Το άρθρο 1 της ως άνω αποφάσεως ορίζει, ιδίως, ότι οι αναιρεσείουσες παρέβησαν το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ μετέχοντας, από τις 6 Δεκεμβρίου 1989 μέχρι τις 27 Ιουνίου 2000, όσον αφορά τη Valsabbia, και από τις 6 Δεκεμβρίου 1989 μέχρι τις 4 Ιουλίου 2000, όσον αφορά την Alfa, σε διαρκή συμφωνία και/ή σε εναρμονισμένες πρακτικές σχετικά με χάλυβα οπλισμού σκυροδέματος σε ράβδους ή σε ρόλους, που είχαν ως αντικείμενο και/ή ως αποτέλεσμα τον καθορισμό των τιμών και τον περιορισμό και/ή τον έλεγχο της παραγωγής ή των πωλήσεων στην κοινή αγορά. Με το άρθρο 2 της ίδιας αποφάσεως, η Επιτροπή επέβαλε στη Valsabbia και στην Alfa πρόστιμα αντιστοίχως 10,25 εκατομμυρίων ευρώ και 7,175 εκατομμυρίων ευρώ.
5
Με έγγραφα αποσταλέντα μεταξύ 20 και 23 Νοεμβρίου 2009, οκτώ από τις ένδεκα εταιρίες που είναι αποδέκτριες της αποφάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, περιλαμβανομένων των προσφευγουσών, ανέφεραν στην Επιτροπή ότι το παράρτημα της αποφάσεως αυτής, όπως είχε κοινοποιηθεί στους αποδέκτες της, δεν περιελάμβανε πίνακες που να απεικονίζουν τις μεταβολές των τιμών.
6
Στις 8 Δεκεμβρίου 2009, η Επιτροπή εξέδωσε την τροποποιητική απόφαση, η οποία περιελάμβανε στο παράρτημά της τους ελλείποντες πίνακες και διόρθωνε τις αριθμημένες παραπομπές στους εν λόγω πίνακες σε οκτώ υποσημειώσεις. Η τροποποιητική απόφαση κοινοποιήθηκε στις αναιρεσείουσες στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις
7
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοίχως, στις 17 και στις 18 Φεβρουαρίου 2010, οι αναιρεσείουσες άσκησαν προσφυγές ζητώντας την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως καθόσον αυτή τις αφορά.
8
Προς στήριξη των προσφυγών τους, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν ρητώς τέσσερις λόγους στηριζόμενους, πρώτον, σε υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής, δεύτερον, σε παραβάσεις των άρθρων 14 και 33 του κανονισμού 1/2003, των άρθρων 10 και 14 του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2004, L 123, σ. 18), καθώς και σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, τρίτον, σε παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ και σε εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της ενιαίας και συνεχούς παραβάσεως και, τέταρτον, σε παρανομίες διαπραχθείσες κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου (καθορισμός του αρχικού ποσού και μη αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων) και στην υπερβολική διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Σε ένα εισαγωγικό μέρος σχετικό με τις «ιδιαιτερότητες του περιεχομένου της (επίδικης) αποφάσεως», οι αναιρεσείουσες προέβαλαν επίσης ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της συλλογικότητας.
9
Με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές των αναιρεσειουσών.
Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
10
Με τις αιτήσεις αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
–
να αναιρέσει τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις·
–
να ακυρώσει την επίδικη απόφαση καθόσον αφορά τις αναιρεσείουσες·
–
επικουρικώς, να μειώσει το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε στις αναιρεσείουσες με την επίδικη απόφαση·
–
να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα και να αναπέμψει τις υποθέσεις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για να αποφανθεί αυτό επί της ουσίας των υποθέσεων βάσει των ενδείξεων που θα του παράσχει το Δικαστήριο, και
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
11
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως και
–
να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
12
Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 2016, αποφασίστηκε η ένωση και συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑86/15 P και C‑87/15 P για τη διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του αιτήματος επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας
13
Η προφορική διαδικασία περατώθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2016 μετά την ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα. Με έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 2017, που κατατέθηκε την ίδια ημέρα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας και να προσθέσει στη δικογραφία τα πραγματικά στοιχεία που εξέθεσε με το αίτημά της, καθώς και τα έγγραφα που συνάπτονται στο σχετικό δικόγραφο.
14
Προς στήριξη του αιτήματος αυτού η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρκούντως διαφωτισθεί επί των πραγματικών περιστάσεων που αφορούν τις ακροάσεις της 13ης Ιουνίου και της 30ής Σεπτεμβρίου 2002, στις οποίες ο γενικός εισαγγελέας στηρίζει την πρότασή του, καθόσον οι περιστάσεις αυτές δεν συζητήθηκαν ειδικά μεταξύ των διαδίκων.
15
Το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του, έχει τη δυνατότητα να διατάξει οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ιδίως αν η υπόθεση πρέπει να κριθεί βάσει νομικού επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων.
16
Εντούτοις, πρέπει να υπομνησθεί ότι το αντικείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως προσδιορίζεται καταρχήν από τους λόγους και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Εν προκειμένω, οι διάδικοι είχαν επαρκώς τη δυνατότητα να συζητήσουν τους λόγους και τα επιχειρήματα αυτά με τα υπομνήματά τους και κατά την κοινή επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 20ής Οκτωβρίου 2016 στις υποθέσεις C‑85/15 P έως C‑89/15 P.
17
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, κρίνει ότι παρέλκει η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
Επί των αιτήσεων αναιρέσεως
18
Προς στήριξη των αιτήσεων αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν επτά λόγους, στηριζόμενους, πρώτον, σε παράβαση του άρθρου 10 του κανονισμού 773/2004 και σε παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας λόγω της μη αποστολής νέας ανακοινώσεως των αιτιάσεων, δεύτερον, σε παράβαση του άρθρου 14 του κανονισμού 773/2004 και σε παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας λόγω της μη συμμετοχής των εκπροσώπων των κρατών μελών στις ακροάσεις, τρίτον, σε παραβίαση της αρχής της συλλογικότητας λόγω της εκδόσεως ατελούς αποφάσεως, τέταρτον, σε παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), ερμηνευόμενου με γνώμονα το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στο Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, ως προς το δικαίωμα του ενδιαφερομένου να εκδικασθεί η υπόθεσή του εντός εύλογου χρόνου, πέμπτον, σε παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ, σε εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της διαρκούς συμπράξεως, καθώς και σε έλλειψη αιτιολογίας και σε αντιφατική αιτιολογία, έκτον, σε παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη καθόσον το Γενικό Δικαστήριο δεν μείωσε το ύψος του προστίμου λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας, καθώς και σε έλλειψη αιτιολογίας και σε αντιφατική αιτιολογία και, έβδομον, σε παράβαση των άρθρων 23 και 31 του κανονισμού 1/2003, των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑX (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3), σε παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας, καθώς και σε έλλειψη αιτιολογίας.
Επί του πρώτου και του δευτέρου λόγου
Επιχειρήματα των διαδίκων
19
Με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν παράβαση των άρθρων 10 και 14 του κανονισμού 773/2004, καθώς και παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, ότι η Επιτροπή, πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, δεν ήταν υποχρεωμένη να τους απευθύνει νέα ανακοίνωση των αιτιάσεων και να διοργανώσει ακρόαση παρουσία των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό αρχών των κρατών μελών. Εκτιμούν ότι, αναγγέλλοντας, με το έγγραφό της της 30ής Ιουνίου 2008, την πρόθεσή της να εκδώσει την απόφαση αυτή σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες που προβλέπονται από τους κανονισμούς 1/2003 και 773/2004, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να τηρήσει τους κανόνες αυτούς.
20
Όσον αφορά την έλλειψη μιας νέας ανακοινώσεως των αιτιάσεων, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση, περιλαμβανομένης της κυρώσεως σε βάρος των αναιρεσειουσών, ήταν πλήρως σύμφωνη προς τις νομικές εκτιμήσεις που εκτίθενται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και στην ανακοίνωση συμπληρωματικών των αιτιάσεων, επί των οποίων οι αναιρεσείουσες είχαν τη δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους. Κατά συνέπεια, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε, στη σκέψη 128 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, ότι η Επιτροπή είχε ενημερώσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις για τις συνέπειες, ιδίως όσον αφορά την επιλογή της νομικής βάσεως, τις οποίες επρόκειτο να συναγάγει από τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑX στην ανακοίνωση συμπληρωματικών των αιτιάσεων και ότι οι αναιρεσείουσες είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν τις παρατηρήσεις τους συναφώς. Κατά την Επιτροπή, οι εν λόγω σκέψεις αρκούν, από μόνες τους, προς απόρριψη των επιχειρημάτων κατά τα οποία το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να δεχθεί τον μη σύννομο χαρακτήρα της ενέργειας της Επιτροπής να εκδώσει την επίδικη απόφαση χωρίς να αποστείλει νέα ανακοίνωση των αιτιάσεων στις επιχειρήσεις.
21
Συναφώς, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η περιλαμβανόμενη στην επίδικη απόφαση αναφορά στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, που αποτελεί τον αντίστοιχου περιεχομένου κανόνα ο οποίος έλαβε τη θέση του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, όπως μνημονεύεται στην ανακοίνωση των συμπληρωματικών αιτιάσεων, είναι συνέπεια της ακυρώσεως της αποφάσεως του 2002. Επομένως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 133 και 134 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, ότι, όταν, κατόπιν της ακυρώσεως μιας αποφάσεως, η Επιτροπή επιλέγει να θεραπεύσει τις διαπιστωθείσες σε αυτές παρανομίες και να εκδώσει ταυτόσημη απόφαση που δεν πάσχει τις παρανομίες αυτές, η εν λόγω απόφαση αφορά τις ίδιες αιτιάσεις, επί των οποίων οι επιχειρήσεις είχαν ήδη διατυπώσει τις παρατηρήσεις τους, οπότε η Επιτροπή δεν είχε την υποχρέωση να παράσχει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις αυτές να εκφράσουν την άποψή τους επί της επιλογής της νομικής βάσεως που χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να τους επιβληθούν τα πρόστιμα που προβλέπονται με την επίδικη απόφαση.
22
Όσον αφορά το έγγραφο της 30ής Ιουνίου 2008, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτό εξασφάλισε την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας των αναιρεσειουσών ακόμα και πέραν των απαιτήσεων του κανονισμού 773/2004. Κατά συνέπεια, απλώς για λόγους πληρότητας το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε, στη σκέψη 129 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, ότι το ως άνω έγγραφο είχε εν πάση περιπτώσει παράσχει στις αναιρεσείουσες τη δυνατότητα να προβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
23
Κατά την Επιτροπή, στον βαθμό που ο δεύτερος λόγος αφορά το ζήτημα αν οι εκπρόσωποι των κρατών μελών είχαν κληθεί ή όχι στις διεξαχθείσες ακροάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού 773/2004, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον στηρίζεται σε πραγματική διαπίστωση.
24
Επί της ουσίας, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς επιβεβαίωσε, στις σκέψεις 147 και 148 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, ότι τηρήθηκαν πλήρως οι ισχύοντες κανόνες που διέπουν τη διαδικασία, καθόσον τα μέτρα που αυτή έλαβε ήταν σύμφωνα με τη διαχρονική εφαρμογή των διαδικαστικών κανόνων. Η μη συμμετοχή των εκπροσώπων των κρατών μελών στην ακρόαση της 13ης Ιουνίου 2002, σχετική με την ανακοίνωση των αιτιάσεων, εξηγείται από το γεγονός ότι η συμμετοχή τους δεν προβλεπόταν από τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑX. Ομοίως, η παρουσία των ως άνω εκπροσώπων κατά την ακρόαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2002, κατόπιν της αποστολής της ανακοινώσεως συμπληρωματικών αιτιάσεων, είναι σύμφωνη προς τους τότε εφαρμοστέους διαδικαστικούς κανόνες της Συνθήκης ΕΚ.
25
Η Επιτροπή διατείνεται ότι, σε αντίθεση με όσα προβάλλουν οι αναιρεσείουσες, η ίδια δεν δήλωσε, στο έγγραφο της 30ής Ιουνίου 2008, ότι επιθυμούσε επίσης να εφαρμόσει τους κανονισμούς 1/2003 και 773/2004 στη διαδικασία που ακολουθήθηκε πριν από τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑX, πράγμα το οποίο θα ήταν αδύνατο. Ακόμη, δεν ακολούθησε μια διαδικασία sui generis, αλλά ενήργησε στο πλαίσιο της διαδικασίας που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως σύμφωνα με την αρχή της χρονικής διαδοχής των διαδικαστικών κανόνων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
26
Όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή σχετικά με τον δεύτερο λόγο, αρκεί η διαπίστωση ότι ο λόγος αυτός αφορά όχι το πραγματικής φύσεως ζήτημα του αν οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές των κρατών μελών είχαν κληθεί ή όχι στις ακροάσεις της 13ης Ιουνίου και της 30ής Σεπτεμβρίου 2002, αλλά το νομικό ζήτημα σχετικό με το αν η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 14 του κανονισμού 773/2004 παραλείποντας να διοργανώσει ακρόαση σύμφωνα με τη διάταξη αυτή πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, η ως άνω ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
27
Όσον αφορά την ουσία του πρώτου και του δευτέρου λόγου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως του 2002, η Επιτροπή είχε απευθύνει στις 26 Μαρτίου 2002 στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των αναιρεσειουσών, την ανακοίνωση των αιτιάσεων, δυνάμει του άρθρου 36 ΑΧ. Η σχετική ακρόαση πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουνίου 2002. Δεν αμφισβητείται ότι οι εκπρόσωποι των κρατών μελών δεν είχαν κληθεί να μετάσχουν στην εν λόγω ακρόαση, δεδομένου ότι μια τέτοια συμμετοχή δεν προβλεπόταν από τους τότε ισχύοντες κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑX.
28
Μετά τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης αυτής, η Επιτροπή απέστειλε στις 12 Αυγούστου 2002 στις εν λόγω επιχειρήσεις ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων, στηριζόμενη στο άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, με την οποία εξήγησε τη θέση της, λαμβανομένης υπόψη της ως άνω τροποποιήσεως του νομικού πλαισίου, και κάλεσε τις τελευταίες να γνωρίσουν την άποψή τους όσον αφορά τις προαναφερθείσες συμπληρωματικές αιτιάσεις. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2002 πραγματοποιήθηκε ακρόαση παρουσία των εκπροσώπων των κρατών μελών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 2842/98 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις ακροάσεις στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών κατ’ εφαρμογήν των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 1998, L 354, σ. 18).
29
Κατόπιν της ακυρώσεως της αποφάσεως του 2002, η Επιτροπή, με έγγραφο της 30ής Ιουνίου 2008, πληροφόρησε τις αναιρεσείουσες και τις άλλες εμπλεκόμενες επιχειρήσεις για την πρόθεσή της να επανεκδώσει την απόφαση αυτή στηριζόμενη στον κανονισμό 1/2003 ως νομική βάση, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες τους οποίους προβλέπει ο κανονισμός αυτός.
30
Λαμβανομένης υπόψη της ως άνω εξελίξεως της διαδικασίας, πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή, αντιθέτως προς όσα συνεπέρανε το Γενικό Δικαστήριο, ιδίως, στις σκέψεις 142 και 152 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, η Επιτροπή παρέβη τα άρθρα 10 και 14 του κανονισμού 773/2004 παραλείποντας να απευθύνει στις αναιρεσείουσες νέα ανακοίνωση των αιτιάσεων και μη διοργανώνοντας ακρόαση παρουσία των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό αρχών των κρατών μελών πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.
31
Κατά πάγια νομολογία, οι διαδικαστικοί κανόνες αρχίζουν γενικά να εφαρμόζονται την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος τους (αποφάσεις της 29ης Μαρτίου 2011, ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά ArcelorMittal Luxembourg κ.λπ., C‑201/09 P και C‑216/09 P, EU:C:2011:190, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, C‑352/09 P, EU:C:2011:191, σκέψη 88, καθώς και της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 45), ακόμα και σε διαδικασία που έχει μεν κινηθεί πριν από την εν λόγω ημερομηνία αλλά που εξακολουθεί να εκκρεμεί μετά από αυτήν (βλ., συναφώς, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 47).
32
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, η διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση αυτή έπρεπε να διεξαχθεί σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, καθώς και με τον κανονισμό 773/2004, του οποίου ο κανονισμός 1/2003 αποτελεί τη νομική βάση (βλ., συναφώς, απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, C‑352/09 P, EU:C:2011:191, σκέψη 90), παρά το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή είχε κινηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1/2003.
33
Το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 773/2004, σε συνάρτηση με το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 το οποίο εφαρμόζει, προβλέπει ότι, προτού εκδοθεί απόφαση δυνάμει, ιδίως, του άρθρου 7 του τελευταίου αυτού κανονισμού, η Επιτροπή κοινοποιεί στους ενδιαφερομένους ανακοίνωση των αιτιάσεων παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να γνωρίσουν την άποψή τους εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει.
34
Ορθώς όμως το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στις σκέψεις 125 και 126 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή είχε ήδη απευθύνει στις αναιρεσείουσες την ανακοίνωση των αιτιάσεων και την ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων και ότι δεν αμφισβητείται ότι η επίδικη απόφαση αφορούσε αποκλειστικά τις ενέργειες επί των οποίων οι αναιρεσείουσες είχαν ήδη εκφράσει την άποψή τους σε απάντηση στις ως άνω ανακοινώσεις των ανακοινώσεων. Εξάλλου, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 53 των προτάσεών του, δεν υπάρχει σημαντική διαφορά, όσον αφορά το περιεχόμενο, μεταξύ ανακοινώσεως των αιτιάσεων εκδοθείσας υπό το καθεστώς της Συνθήκης ΕΚΑX και ανακοινώσεως των αιτιάσεων εκδοθείσας σύμφωνα με τους κανονισμούς 17 και 1/2003. Κατά συνέπεια, δεν ήταν επιβεβλημένη η αποστολή νέας ανακοινώσεως των αιτιάσεων.
35
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς αναφέρθηκε στη σκέψη 73 της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582), όπου υπενθυμίζεται ότι η ακύρωση πράξεως της Ένωσης δεν επηρεάζει κατ’ ανάγκη τις προπαρασκευαστικές πράξεις, δεδομένου ότι η διαδικασία αντικαταστάσεως μιας ακυρωθείσας πράξεως μπορεί καταρχήν να συνεχιστεί από το συγκεκριμένο σημείο στο οποίο σημειώθηκε η παρανομία.
36
Πράγματι, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 141 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, η απόφαση του 2002 ακυρώθηκε λόγω αναρμοδιότητας της Επιτροπής προς έκδοσή της βάσει των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑX, που δεν ίσχυε πλέον κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, οπότε η παρανομία επήλθε αυτήν ακριβώς την ημερομηνία. Κατά συνέπεια, η ως άνω ακύρωση δεν επηρέασε την ανακοίνωση των αιτιάσεων ούτε την ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων.
37
Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, η νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως δεν κατέστη μη εφαρμοστέα εν προκειμένω λόγω της τροποποιήσεως της νομικής βάσεως στην οποία στηρίχθηκαν τα επιβληθέντα πρόστιμα, καθόσον οι συνέπειες της εν λόγω τροποποιήσεως της νομικής βάσεως είχαν ήδη ληφθεί υπόψη στις προπαρασκευαστικές πράξεις. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 22 και 128 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, η Επιτροπή είχε ενημερώσει τις αναιρεσείουσες, με την ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων, που στηριζόταν στο άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, για τις συνέπειες τις οποίες η ίδια επρόκειτο να συναγάγει από τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑX και οι αναιρεσείουσες είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν παρατηρήσεις συναφώς.
38
Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι οι εν λόγω συνέπειες ουδόλως μεταβλήθηκαν με την κατάργηση του κανονισμού 17 και με την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1/2003, ορισμένες διατάξεις του οποίου συνιστούν τη νομική βάση της επίδικης αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 50 των προτάσεών του, το άρθρο 34, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 και το άρθρο 19 του κανονισμού 773/2004 προβλέπουν, ως μεταβατικές διατάξεις, ότι οι διαδικαστικές πράξεις και τα διαδικαστικά μέτρα που έχουν ολοκληρωθεί κατ’ εφαρμογήν, αντιστοίχως, των κανονισμών 17 και 2842/98 εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα για τους σκοπούς της εφαρμογής των πρώτων από τους κανονισμούς αυτούς.
39
Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα των αναιρεσειουσών κατά το οποίο η ακύρωση της αποφάσεως του 2002 λόγω της νομικής βάσεως στην οποία αυτή στηρίχθηκε συνεπάγεται ότι η ανακοίνωση των συμπληρωματικών αιτιάσεων ακολούθησε έναν εσφαλμένο τρόπο προσεγγίσεως συναφώς. Αρκεί να υπομνησθεί, πράγματι, ότι η απόφαση αυτή στηριζόταν αποκλειστικά στο άρθρο 65, παράγραφοι 4 και 5, ΑΧ, ενώ η εν λόγω ανακοίνωση στηριζόταν στον κανονισμό 17.
40
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο συμπεραίνοντας, στις σκέψεις 141 και 142 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν είχε την υποχρέωση να εκδώσει νέα ανακοίνωση των αιτιάσεων.
41
Εντούτοις, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 55 των προτάσεών του, κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 773/2004, η Επιτροπή οφείλει να παράσχει στους ενδιαφερομένους στους οποίους απηύθυνε ανακοίνωση των αιτιάσεων την ευκαιρία να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους στο πλαίσιο ακροάσεως, αν αυτοί το ζητήσουν με τις γραπτές παρατηρήσεις τους. Επομένως, καθόσον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, η ανακοίνωση των αιτιάσεων και η ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων δεν επηρεάστηκαν από την ακύρωση της αποφάσεως του 2002, πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή έδωσε στους εν λόγω ενδιαφερομένους την ευκαιρία να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους στο πλαίσιο ακροάσεως διοργανωθείσας σύμφωνα με τις διαδικαστικές απαιτήσεις των κανονισμών 1/2003 και 773/2004, ειδικότερα εκείνες του άρθρου 14 του τελευταίου κανονισμού, όπως ήταν υποχρεωμένη να πράξει.
42
Συναφώς, όσον αφορά τις ακροάσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2002, δεν αμφισβητείται ότι αυτή της 13ης Ιουνίου 2002, στην οποία δεν είχαν μετάσχει οι εκπρόσωποι των κρατών μελών, καθόσον μια τέτοια συμμετοχή δεν προβλεπόταν από την τότε ισχύουσα Συνθήκη ΕΚΑX, αφορούσε την ουσία της υποθέσεως, ήτοι τις ενέργειες τις οποίες η Επιτροπή προσήπτε στις επιχειρήσεις που ήταν αποδέκτριες της ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Τούτο προκύπτει, ιδίως, από τις σκέψεις 379 έως 382 της επίδικης αποφάσεως, καθώς και από τη σκέψη 148 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων.
43
Αντιθέτως, η ακρόαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2002, στην οποία είχαν κληθεί οι εκπρόσωποι των κρατών μελών σύμφωνα με τους έκτοτε εφαρμοστέους κανόνες της Συνθήκης ΕΚ, ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2842/98, αφορούσε το αντικείμενο της ανακοινώσεως συμπληρωματικών αιτιάσεων, ήτοι τις έννομες συνέπειες της λήξεως της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑX για τη συνέχιση της διαδικασίας. Τούτο προκύπτει, αφενός, από την ως άνω ανακοίνωση που καλούσε ρητώς τους αποδέκτες της να γνωρίσουν την άποψή τους σχετικά με τις εν λόγω συμπληρωματικές αιτιάσεις. Αφετέρου, η Επιτροπή τόνισε στο σημείο 382 της επίδικης αποφάσεως ότι δεν είχε κρίνει αναγκαίο να επαναλάβει την ακρόαση της 13ης Ιουνίου 2002, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των κανονισμών 17 και 1/2003, δεδομένου ότι η εν λόγω ακρόαση, στην οποία δεν είχαν μετάσχει εκπρόσωποι των κρατών μελών, είχε διεξαχθεί σύμφωνα με τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑX, οι οποίοι είχαν εφαρμογή κατά την ημερομηνία αυτή. Επιπλέον, κατά την κοινή επ’ ακροατηρίου συζήτηση στις υποθέσεις C‑85/15 P έως C‑89/15 P, η Επιτροπή, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου επιβεβαίωσε ότι η ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων δεν συνεπαγόταν νέα εξέταση ούτε όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά ούτε όσον αφορά τις αποδείξεις που αποτελούσαν το αντικείμενο της διαδικασίας.
44
Εξ αυτού προκύπτει ότι, στις υπό κρίση υποθέσεις, οι εκπρόσωποι των κρατών μελών δεν είχαν μετάσχει σε ακρόαση σχετικά με την ουσία των υποθέσεων, αλλά ότι είχαν μετάσχει αποκλειστικά σε εκείνη η οποία αφορούσε τις έννομες συνέπειες της λήξεως της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑX.
45
Σύμφωνα, óμως, με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 31 και 32 της παρούσας αποφάσεως, όταν μια απόφαση εκδίδεται δυνάμει του κανονισμού 1/2003, η διαδικασία που καταλήγει στην απόφαση αυτή πρέπει να είναι σύμφωνη προς τους διαδικαστικούς κανόνες που προβλέπονται από τον εν λόγω κανονισμό, ακόμα και αν η διαδικασία αυτή άρχισε πριν από την έναρξη της ισχύος του.
46
Επομένως, πριν εκδώσει την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 12 και 14 του κανονισμού 773/2004, να δώσει στους ενδιαφερομένους την ευκαιρία να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους κατά τη διάρκεια ακροάσεως στην οποία έχουν κληθεί οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές των κρατών μελών. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ακρόαση της 13ης Ιουνίου 2002, σχετική με την ουσία της υποθέσεως, ικανοποιεί τις βάσει του κανονισμού 1/2003 διαδικαστικές απαιτήσεις για την έκδοση αποφάσεως.
47
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στις σκέψεις 147 και 148 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, ότι η Επιτροπή δεν είχε την υποχρέωση να διοργανώσει πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως νέα ακρόαση σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού 773/2004, με το αιτιολογικό ότι η ακρόαση επί της ουσίας, της 13ης Ιουνίου 2002, στην οποία δεν είχαν μετάσχει τα κράτη μέλη, είχε διεξαχθεί σύμφωνα με τους τότε ισχύοντες κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑX, με πλήρη τήρηση των αρχών που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή των νόμων.
48
Λαμβανομένης υπόψη, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 56 και 57 των προτάσεών του, της σημασίας, στο πλαίσιο της διαδικασίας την οποία προβλέπουν οι κανονισμοί 1/2003 και 773/2004, της διοργανώσεως ακροάσεως, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, στην οποία καλούνται, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, του τελευταίου κανονισμού, οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές των κρατών μελών, η παράλειψη διοργανώσεως μιας τέτοιας ακροάσεως συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου.
49
Καθόσον δεν έγινε σεβαστό το προβλεπόμενο από τον κανονισμό 773/2004 δικαίωμα για μια τέτοια ακρόαση, η επιχείρηση της οποίας τα δικαιώματα παραβιάστηκαν με τον τρόπο αυτόν δεν απαιτείται να αποδείξει ότι η εν λόγω παραβίαση μπορούσε να έχει συνέπειες σε βάρος της όσον αφορά την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της επίδικης αποφάσεως.
50
Επομένως, η ως άνω διαδικασία πάσχει οπωσδήποτε, ανεξαρτήτως των ενδεχομένως δυσμενών για τις αναιρεσείουσες συνεπειών που μπορούν να απορρέουν από την εν λόγω παραβίαση (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 6ης Νοεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob, C‑553/10 P και C‑554/10 P, EU:C:2012:682, σκέψεις 46 έως 52, καθώς και της 9ης Ιουνίου 2016, CEPSA κατά Επιτροπής, C‑608/13 P, EU:C:2016:414, σκέψη 36).
51
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι πρέπει να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες και, επομένως, να αναιρεθούν οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, χωρίς να απαιτείται να εξεταστούν ο τρίτος και ο πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγος αναιρέσεως.
Επί του τετάρτου λόγου
Επιχειρήματα των διαδίκων
52
Με τον τέταρτο λόγο τους, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 47, παράγραφος 2, του Χάρτη, καθόσον η διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ήταν τέσσερα έτη και δέκα μήνας, ο δε χρόνος που παρήλθε μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας και την ανακοινώσεως περί ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας ήταν τρία έτη.
53
Όσον αφορά την περιπλοκότητα των υποθέσεων, οι αναιρεσείουσες υπογραμμίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο είχε ήδη γνώση αυτών επ’ ευκαιρία των προσφυγών που είχαν ασκηθεί κατά της αποφάσεως του 2002, ότι οι τέσσερις προβληθέντες τότε λόγοι δεν παρουσίαζαν ιδιαίτερες δυσχέρειες, καθόσον δύο από αυτούς ήταν διαδικαστικής φύσεως, ότι ο λόγος σχετικά με την υπέρβαση εξουσίας επειδή είχε ληφθεί ως νομική βάση ο κανονισμός 1/2003 είχε ήδη εξεταστεί από το Γενικό Δικαστήριο και επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο, ότι είχαν ασκηθεί εννέα προσφυγές κατά της επίδικης αποφάσεως και ότι όλες είχαν την ίδια γλώσσα διαδικασίας.
54
Όσον αφορά τη συμπεριφορά των διαδίκων, κανένας διάδικος δεν ζήτησε κάποια παράταση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Επιπροσθέτως, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε κανένα μέτρο οργανώσεως. Έστω και αν δύο δικαστές αντικαταστάθηκαν διαρκούσας της δίκης, ο εισηγητής δικαστής παρέμεινε ο ίδιος.
55
Κατά συνέπεια, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις καθόσον της επιβάλλουν πρόστιμο ή, επικουρικώς, να μειώσει το ύψος του εν λόγω προστίμου. Καθώς ένα σχετικό αίτημα είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο με την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Gascogne Sack Deutschland κατά Επιτροπής (C‑40/12 P, EU:C:2013:768), διατείνονται ότι στην υπό κρίση υπόθεση μπορεί να δοθεί διαφορετική λύση αν το Δικαστήριο δεχθεί άλλους λόγους πέραν του παρόντος λόγου. Οι αναιρεσείουσες ζητούν επίσης από το Δικαστήριο να δεχθεί ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη και ότι πρόκειται για μια αρκούντως σοβαρή παράβαση κανόνα δικαίου έχοντος ως αντικείμενο να παράσχει δικαιώματα στους ιδιώτες.
56
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον αντιφάσκει προς αυτό το οποίο βεβαίωσαν οι αναιρεσείουσες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δηλαδή, όπως προκύπτει από τη σκέψη 362 της αποφάσεως 9ης Δεκεμβρίου 2014, Ferriera Valsabbia και Valsabbia Investimenti κατά Επιτροπής (T‑92/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1032), καθώς και από τη σκέψη 345 της αποφάσεως της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Alfa Acciai κατά Επιτροπής (T‑85/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1037), ότι θεωρούσαν υπερβολική μόνον τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής, όχι όμως και εκείνη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
57
Επί της ουσίας, η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
58
Η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, όπως το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει, όσον αφορά την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου υπέρβαση του εύλογου χρόνου εκδικάσεως μιας υποθέσεως, ο διάδικος που εκτιμά ότι η εν λόγω υπέρβαση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσβάλλει τα συμφέροντά του δεν υποχρεούται να προβάλει αμέσως την εν λόγω προσβολή. Ενδεχομένως, μπορεί να αναμείνει το πέρας της διαδικασίας προκειμένου να γνωρίσει τη συνολική διάρκεια αυτής και να διαθέτει έτσι όλα τα αναγκαία στοιχεία για να προσδιορίσει την προσβολή την οποία εκτιμά ότι υπέστη (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Gascogne Sack Deutschland κατά Επιτροπής, C‑40/12 P, EU:C:2013:768, σκέψη 78). Επομένως, τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής δεν μπορούν να τις εμποδίσουν να προβάλουν την υπερβολική διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας μετά το πέρας αυτής.
59
Όσον αφορά το αίτημα των αναιρεσειουσών είτε να αναιρεθούν οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις είτε να μειωθεί το ύψος του προστίμου λόγω της υπερβολικής, όπως υποστηρίζουν, διάρκειας της διαδικασίας αυτής, ή ακόμη το αίτημα να κρίνει το Δικαστήριο ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, πρέπει να υπομνησθεί ότι παράβαση από δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης της προκύπτουσας από τη διάταξη αυτή υποχρεώσεώς του να εκδικάζει τις υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνεται εντός εύλογου χρόνου πρέπει να έχει ως έννομη συνέπεια τη δυνατότητα αποζημιώσεως κατόπιν ασκήσεως σχετικής αγωγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, καθόσον μια τέτοια αγωγή αποτελεί αποτελεσματική θεραπεία της δημιουργηθείσας καταστάσεως. Ως εκ τούτου, αίτημα προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω της υπερβάσεως, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, της εύλογης διάρκειας της δίκης δεν μπορεί να προβληθεί απευθείας κατ’ αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά πρέπει να υποβληθεί στην κρίση του ίδιου του Γενικού Δικαστηρίου. Το Γενικό Δικαστήριο, βάσει της αρμοδιότητάς του σύμφωνα με το άρθρο 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και αφού επιληφθεί αγωγής αποζημιώσεως, υποχρεούται να αποφανθεί επί της αγωγής αυτής με δικαστικό σχηματισμό διαφορετικό εκείνου που αποφάνθηκε επί της ένδικης διαφοράς της οποίας η διάρκεια εκδικάσεως επικρίνεται (απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Repsol Lubricantes y Especialidades κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑617/13 P, EU:C:2016:416, σκέψεις 98 και 99 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
60
Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος των αναιρεσειουσών πρέπει να απορριφθεί.
Επί των προσφυγών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
61
Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί το ίδιο να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.
62
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τα στοιχεία που είναι απαραίτητα προκειμένου να αποφανθεί οριστικώς επί των προσφυγών ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως που άσκησαν οι αναιρεσείουσες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
63
Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 27 έως 50 της παρούσας αποφάσεως, η επίδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί καθόσον αφορά τις αναιρεσείουσες, λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου.
Επί των δικαστικών εξόδων
64
Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αυτό αποφαίνεται επί των εξόδων.
65
Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ως άνω Κανονισμού, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες δικαιώθηκαν όσον αφορά την αίτηση αναιρέσεως και τις προσφυγές τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή πρέπει να φέρει, σύμφωνα με τα αιτήματα των αναιρεσειουσών, επιπλέον των δικαστικών της εξόδων, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκαν οι αναιρεσείουσες, τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και στο πλαίσιο των αιτήσεων αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Αναιρεί τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Ferriera Valsabbia και Valsabbia Investimenti κατά Επιτροπής (T‑92/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1032), καθώς και της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Alfa Acciai κατά Επιτροπής (T‑85/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1037).
2)
Ακυρώνει την απόφαση C(2009) 7492 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ (COMP/37.956 – ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος – επανέκδοση, ως έχει μετά την τροποποίησή της με την απόφαση C(2009) 9912 τελικό της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 2009, καθόσον αφορά τη Ferriera Valsabbia SpA, τη Valsabbia Investimenti SpA και την Alfa Acciai SpA.
3)
Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να φέρει, επιπλέον των δικών της δικαστικών εξόδων, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε η Ferriera Valsabbia SpA, η Valsabbia Investimenti SpA καθώς και η Alfa Acciai SpA, στο πλαίσιο τόσο της πρωτόδικης διαδικασίας όσο και της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy