ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 16ης Ιουνίου 2016 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Γεωργία — Ζάχαρη — Καταβολή εισφορών από τους παραγωγούς — Δικαίωμα επιστροφής — Ζάχαρη που είχε αποθεματοποιηθεί χωρίς να εξαχθεί — Αδικαιολόγητος πλουτισμός — Επιχειρηματική ελευθερία — Μέθοδος υπολογισμού»
Στην υπόθεση C‑96/15,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, υποβληθείσα από το tribunal de grande instance de Nanterre (περιφεριακό δικαστήριο της Nanterre, Γαλλία) με απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Φεβρουαρίου 2015, στο πλαίσιο της δίκης
Saint Louis Sucre, πρώην Saint Louis Sucre SA,
κατά
Directeur général des douanes et droits indirects,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, D. Šváby, J. Malenovský, M. Safjan και Μ. Βηλαρά, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: V. Tourrès, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 11ης Νοεμβρίου 2015,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Saint Louis Sucre, εκπροσωπούμενη από τον S. Le Roy, avocat, καθώς και από τους H.‑J. Prieß και C. Pitschas, Rechtsanwälte,
—
η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον D. Colas, καθώς και από τις A. Daly, J. Bousin και C. Candat,
—
η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Jacobs και τον J.‑C. Halleux, με τη συνδρομή των B. De Moor και M. Keup, avocats,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους B. Schima, P. Ondrůšek και A. Lewis,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 28ης Ιανουαρίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφοι 2 και 8, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 2001, L 178, σ. 1), καθώς και το κύρος, υπό το πρίσμα της ως άνω πράξης, του κανονισμού (ΕΚ) 164/2007 της Επιτροπής, της 19ης Φεβρουαρίου 2007, για καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2005/2006, των ποσών των εισφορών στην παραγωγή όσον αφορά τον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 2007, L 51, σ. 17).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Saint Louis Sucre, πρώην Saint Louis Sucre SA, και του directeur général des douanes et droits indirects (γενικής διεύθυνσης τελωνείων και έμμεσων φόρων), με αντικείμενο το ύψος των εισφορών που καταβλήθηκαν κατά την περίοδο εμπορίας 2005/2006 στο πλαίσιο της χρηματοδότησης της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Οι αιτιολογικές σκέψεις 9 έως 13 και 15 του κανονισμού 1260/2011 είχαν ως εξής:
«(9)
Οι λόγοι που οδήγησαν μέχρι τώρα την Κοινότητα να διατηρήσει για τους τομείς της ζάχαρης, της ισογλυκόζης και του σιροπιού ινουλίνης το καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής εξακολουθούν και σήμερα να ισχύουν. Εντούτοις, επήλθαν ορισμένες τροποποιήσεις του καθεστώτος για να ληφθεί υπόψη η πρόσφατη εξέλιξη της παραγωγής και για να δοθούν στην Κοινότητα τα αναγκαία μέσα για να εξασφαλίσει με δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο την πλήρη χρηματοδότηση από τους ίδιους τους παραγωγούς των εξόδων διάθεσης των πλεονασμάτων που απορρέουν από τη σχέση μεταξύ της κοινοτικής παραγωγής και κατανάλωσής της και για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις συμφωνίες στις οποίες κατέληξαν οι πολυμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης, οι οποίες στο εξής καλούνται “συμφωνίες ΓΣΔΕ”, και οι οποίες εγκρίθηκαν με την απόφαση 94/800/ΕΚ [του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (EE 1994, L 336, σ. 1].
(10)
[...] θα πρέπει να διατηρηθεί το καθεστώς των ποσοστώσεων για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002 έως 2005/2006.
(11)
Η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης βασίζεται, αφενός, στην αρχή της ακέραιης οικονομικής ευθύνης των παραγωγών για κάθε περίοδο εμπορίας για τις ζημίες που οφείλονται στη διάθεση των πλεονασμάτων της κοινοτικής παραγωγής στο πλαίσιο των ποσοστώσεων σε σχέση με την εσωτερική κατανάλωση και, αφετέρου, σε ένα καθεστώς διαφοροποιημένων εγγυήσεων των τιμών διάθεσης ανάλογα με τις ποσοστώσεις παραγωγής κάθε επιχείρησης σύμφωνα με την αρχή της πραγματικής παραγωγής κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου αναφοράς.
(12)
[...] Είναι επιθυμητή η διατήρηση του συστήματος αυτοχρηματοδότησης του τομέα και του καθεστώτος των ποσοστώσεων παραγωγής.
(13)
Έτσι, η αρχή της ακέραιης οικονομικής ευθύνης θα συνεχίσει διασφαλιζομένη από τις συνεισφορές των παραγωγών, που συνίστανται στην είσπραξη εισφοράς στη βασική παραγωγή που εφαρμόζεται για ολόκληρη την παραγωγή ζάχαρης Α και Β αλλά περιορίζεται στο 2 % της τιμής παρέμβασης της λευκής ζάχαρης, και μιας εισφοράς Β που εφαρμόζεται στην παραγωγή ζάχαρης Β εντός του ανωτάτου ορίου του 37,5 % της τιμής παρέμβασης. Οι παραγωγοί ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης συμμετέχουν, υπό ορισμένους όρους, στις εν λόγω συνεισφορές [...]
[...]
(15)
Οι ποσοστώσεις παραγωγής, που κατανέμονται σε κάθε επιχείρηση του τομέα της ζάχαρης είναι δυνατόν, στη διάρκεια της δεδομένης περιόδου εμπορίας, να οδηγήσουν, ως αποτέλεσμα της κατανάλωσης, της παραγωγής, των εισαγωγών, των αποθεμάτων, των μεταφορών, καθώς και της αναμενόμενης μέσης ζημίας που επιβαρύνει το καθεστώς αυτοχρηματοδότησης, σε όγκο εξαγωγής που υπερβαίνει τον όγκο που έχει καθοριστεί από τη συμφωνία [ΓΣΔΕ για τη γεωργία]. Επομένως, πρέπει να προβλεφθεί η προσαρμογή, για κάθε περίοδο εμπορίας, των εγγυήσεων που απορρέουν από τις ποσοστώσεις για να καθίσταται δυνατή η τήρηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Κοινότητα.»
4
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχεία εʹ έως ζʹ, του κανονισμού 1260/2001 όριζε ως «ζάχαρη A» και «ζάχαρη Β» οποιαδήποτε ποσότητα ζάχαρης παραγόταν για συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας εντός των αντίστοιχων ορίων της ποσόστωσης Α και Β της οικείας επιχειρήσεως, ενώ ως «ζάχαρη Γ» οποιαδήποτε ποσότητα παραγόταν για συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας και είτε υπερέβαινε το άθροισμα των ποσοστώσεων Α και Β της οικείας επιχείρησης είτε προερχόταν από επιχείρηση στην οποία δεν είχαν χορηγηθεί ποσοστώσεις.
5
Το κεφάλαιο 2 του κανονισμού 1260/2001, το οποίο επιγραφόταν «[Καθεστώς] ποσοστώσεων», περιελάμβανε τα άρθρα 10 έως 21 του κανονισμού αυτού. Ειδικότερα, το άρθρο 10 προέβλεπε τα ακόλουθα:
«1. Το κεφάλαιο 2 εφαρμόζεται για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002 έως 2005/2006.
2. Οι βασικές ποσότητες παραγωγής ζάχαρης Α και Β [...] είναι αυτές που καθορίζονται στο άρθρο 11, παράγραφος 2.
3. Για να τηρηθούν οι δεσμεύεις που ανέλαβε η Κοινότητα στο πλαίσιο της [συμφωνίας του ΠΟΕ για τη γεωργία], οι εγγυήσεις διάθεσης της ζάχαρης, της ισογλυκόζης και του σιροπιού ινουλίνης που παράγονται στο πλαίσιο ποσοστώσεων δύνανται να μειωθούν για μία ή περισσότερες συγκεκριμένες περιόδους εμπορίας.
4. Για την εφαρμογή της παραγράφου 3, καθορίζεται, πριν από την 1η Οκτωβρίου, για κάθε περίοδο εμπορίας, η εγγυημένη ποσότητα στο πλαίσιο των ποσοστώσεων βάσει των προβλέψεων παραγωγής, εισαγωγών, κατανάλωσης, αποθεματοποίησης, μεταφοράς και του εξαγώγιμου υπολοίπου καθώς και της μέσης προβλεπόμενης ζημίας που επιβαρύνει το καθεστώς αυτοχρηματοδότησης κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ. Όταν από τις προβλέψεις αυτές προκύπτει ένα εξαγώγιμο υπόλοιπο στο πλαίσιο της εν λόγω περιόδου εμπορίας ανώτερο από το ανώτατο όριο που προβλέπεται από τη συμφωνία, η εγγυημένη ποσότητα μειώνεται κατά τη διαφορά [...]».
6
Το άρθρο 11 του κανονισμού 1260/2001 όριζε τις βασικές ποσότητες παραγωγής ζάχαρης Α και Β για κάθε κράτος μέλος και τις ποσοστώσεις Α και Β οι οποίες έπρεπε, εν συνεχεία, να κατανεμηθούν στους παραγωγούς. Κατά το άρθρο 13 του ίδιου κανονισμού, η ζάχαρη Γ δεν επιτρεπόταν να διατεθεί στην εσωτερική αγορά της Κοινότητας και έπρεπε είτε να εξαχθεί ως είχε πριν από την 1η Ιανουαρίου του έτους μετά τη λήξη της σχετικής περιόδου εμπορίας είτε να μεταφερθεί στην επόμενη περίοδο εμπορίας, δυνάμει του άρθρου 14.
7
Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού προέβλεπε τα κάτωθι:
«Κάθε επιχείρηση δύναται να αποφασίσει να μεταφέρει στην επόμενη περίοδο εμπορίας, για λογαριασμό της παραγωγής της περιόδου αυτής, το σύνολο ή μέρος της παραγωγής ζάχαρης που υπερβαίνει την ποσόστωση Α. Η απόφαση αυτή είναι αμετάκλητη.
Κάθε επιχείρηση μπορεί να αποφασίσει να μεταφέρει στην επόμενη περίοδο εμπορίας, για λογαριασμό της παραγωγής της περιόδου αυτής, το σύνολο ή μέρος της παραγωγής ζάχαρης Α και ζάχαρης Β, που έχει καταστεί παραγωγή ζάχαρης Γ έπειτα από την εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφοι 3 έως 6. Η απόφαση αυτή είναι επίσης αμετάκλητη. […]»
8
Το άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού όριζε τα εξής:
«1. Πριν από το τέλος κάθε περιόδου εμπορίας, διαπιστώνεται:
α)
η προβλεπόμενη ποσότητα ζάχαρης Α και Β, ισογλυκόζης Α και Β και σιροπιού ινουλίνης Α και Β που παράγεται για λογαριασμό της τρέχουσας περιόδου εμπορίας,
β)
η προβλεπόμενη ποσότητα ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης που διατίθεται για κατανάλωση στο εσωτερικό της Κοινότητας κατά τη διάρκεια της τρέχουσας περιόδου εμπορίας,
γ)
το πλεόνασμα που είναι δυνατόν να εξαχθεί αφού αφαιρεθεί η ποσότητα που αναφέρεται στο στοιχείο αʹ από την ποσότητα που αναφέρεται στο στοιχείο βʹ,
δ)
ο προβλεπόμενος μέσος όρος ζημιών ή ο προβλεπόμενος μέσος όρος εσόδων ανά τόνο ζάχαρης για τις εξαγωγές ως προς τις οποίες έχουν αναληφθεί υποχρεώσεις και οι οποίες πρόκειται να πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο της τρέχουσας περιόδου εμπορίας.
Αυτός ο μέσος όρος ζημιών ή εσόδων ισούται με τη διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού των επιστροφών και του συνολικού ποσού των εισφορών που υπολογίζονται επί του συνολικού όγκου των εξαγωγών για τις οποίες έχουν αναληφθεί οι εν λόγω υποχρεώσεις.
ε)
η προβλεπόμενη συνολική ζημία ή τα προβλεπόμενα συνολικά έσοδα που υπολογίζονται με τον πολλαπλασιασμό του πλεονάσματος που αναφέρεται στο στοιχείο γʹ με τη μέση ζημία ή το μέσο όρο εσόδων που αναφέρονται στο στοιχείο δʹ.
2. Πριν από το τέλος της περιόδου εμπορίας 2005/2006 και με την επιφύλαξη του άρθρου 10 παράγραφοι 3 έως 6, διαπιστώνονται σωρευτικά για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002 έως 2005/2006:
α)
το πλεόνασμα που δύναται να εξαχθεί και που ορίζεται βάσει των στοιχείων της πραγματικής παραγωγής ζάχαρης Α, Β, ισογλυκόζης Α και Β και σιροπιού ινουλίνης Α και Β, αφενός, και της οριστικής ποσότητας ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης, αφετέρου, που διατέθηκαν για κατανάλωση στο εσωτερικό της Κοινότητας,
β)
ο μέσος όρος ζημιών ή εσόδων ανά τόνο ζάχαρης που προκύπτει από το σύνολο των υποχρεώσεων πραγματοποίησης εξαγωγών που έχουν αναληφθεί, σύμφωνα με τον κανόνα υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο δʹ, δεύτερο εδάφιο,
γ)
οι συνολικές ζημίες ή τα συνολικά έσοδα με τον πολλαπλασιασμό του πλεονάσματος που αναφέρεται στο [στοιχείο αʹ] με το μέσο όρο ζημιών ή το μέσο όρο εσόδων που αναφέρονται στο [στοιχείο βʹ],
δ)
το συνολικό άθροισμα των εισφορών βασικής παραγωγής και των εισφορών Β που έχουν εισπραχθεί.
Η προβλεπόμενη συνολική ζημία ή τα προβλεπόμενα συνολικά έσοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο εʹ, προσαρμόζονται βάσει της διαφοράς μεταξύ των διαπιστώσεων που αναφέρονται στα στοιχεία γʹ και δʹ.
3. Αν από τις διαπιστώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αποδειχθεί, μετά την προσαρμογή σύμφωνα με την παράγραφο 2 και με την επιφύλαξη του άρθρου 18 παράγραφος 1, ενδεχόμενη συνολική ζημία, αυτή διαιρείται δια της προβλεπόμενης ποσότητας ζάχαρης Α και Β, ισογλυκόζης Α και Β και σιροπιού ινουλίνης Α και Β που παράγεται για λογαριασμό της τρέχουσας περιόδου εμπορίας. Το ποσό που προκύπτει εισπράττεται από τους παραγωγούς ως συνεισφορά βασικής παραγωγής για την παραγωγή τους ζάχαρης Α και Β, ισογλυκόζης Α και Β και σιροπιού ινουλίνης Α και Β.
[...]
8. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 42, παράγραφος 2, και ιδίως:
—
τα προς είσπραξη ποσά των εισφορών,
[...]».
9
Το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 314/2002 της Επιτροπής, της 20ής Φεβρουαρίου 2002, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 2002, L 50, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1140/2003 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ 2003, L 160, σ. 33), προέβλεπε τα ακόλουθα:
«Η ποσότητα που διατέθηκε για την κατανάλωση στο εσωτερικό της Κοινότητας που θα διαπιστωθεί σε εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ του κανονισμού [1260/2001] καθορίζεται με βάση το άθροισμα των ποσοτήτων, εκφρασμένων σε λευκή ζάχαρη, των ζαχάρων και των σιροπιών που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως δʹ, του παρόντος κανονισμού, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης:
α)
που είναι αποθεματοποιημένες στην αρχή της περιόδου·
β)
που έχουν παραχθεί με τις ποσοστώσεις Α και Β·
γ)
που έχουν εισαχθεί σε φυσική κατάσταση·
δ)
που περιέχονται στα εισαχθέντα μεταποιημένα προϊόντα.
Από το άθροισμα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο αφαιρούνται οι ποσότητες, εκφρασμένες σε λευκή ζάχαρη, ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης:
α)
που εξήχθησαν σε φυσική κατάσταση·
β)
που περιέχονται στα εξαχθέντα μεταποιημένα προϊόντα·
γ)
που είναι αποθεματοποιημένες στο τέλος της περιόδου εμπορίας·
δ)
που έχουν αποτελέσει αντικείμενο τίτλου επιστροφών στην παραγωγή αναφερόμενων στο άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού [1260/2001].
Οι ποσότητες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, στοιχεία γʹ και δʹ, και δεύτερο εδάφιο, στοιχεία αʹ και βʹ, λαμβάνονται από τις βάσεις δεδομένων Eurostat και, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν πλήρη στοιχεία για κάποια περίοδο εμπορίας, αφορούν τους τελευταίους δώδεκα μήνες που είναι διαθέσιμοι. [...]
[...]»
10
Ο κανονισμός 1260/2001 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 318/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 2006, L 58, σ. 1), ο οποίος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (ΕΕ 2007, L 299, σ. 1), ο οποίος, με τη σειρά του, καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 922/72, (ΕΟΚ) 234/79, (ΕΚ) 1037/2001 και (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 671).
11
Η αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 318/2006 είχε ως εξής:
«Θα πρέπει να εισαχθεί τέλος παραγωγής που θα συμβάλλει στη χρηματοδότηση των δαπανών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης.»
12
Το άρθρο 8 του ως άνω κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Πρόσθετη ποσόστωση ζάχαρης», προέβλεπε, στις παραγράφους του 1 και 3, τα κάτωθι:
«1. Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2007 το αργότερο, οιαδήποτε επιχείρηση ζάχαρης μπορεί να ζητήσει από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη τη χορήγηση πρόσθετης ποσόστωσης ζάχαρης.
[...]
3. Επί των προσθέτων ποσοστώσεων που χορηγούνται στις επιχειρήσεις σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 επιβάλλεται κατ’ αποκοπήν ποσό 730 [ευρώ]. Το ποσό αυτό εισπράττεται ανά τόνο χορηγούμενης πρόσθετης ποσόστωσης.»
13
Το άρθρο 16 του ίδιου κανονισμού, το οποίο τιτλοφορείται «Τέλος παραγωγής», όριζε, στις παραγράφους του 1 και 2, τα ακόλουθα:
«1. Από την περίοδο εμπορίας 2007/2008, επιβάλλεται τέλος παραγωγής στην ποσόστωση ζάχαρης, στην ποσόστωση ισογλυκόζης και στην ποσόστωση σιροπιού ινουλίνης που διαθέτουν οι επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης, ισογλυκόζης ή σιροπιού ινουλίνης.
2. Το τέλος παραγωγής ορίζεται σε 12 [ευρώ] ανά τόνο ζάχαρης ποσόστωσης και σιροπιού ινουλίνης ποσόστωσης. Για την ισογλυκόζη, το τέλος παραγωγής ορίζεται στο 50 % του τέλους που επιβάλλεται στη ζάχαρη»
14
Κατά το άρθρο 32, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 318/2006, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής των επιστροφών κατά την εξαγωγή», ήταν δυνατό να προβλεφθεί σύστημα επιστροφών λόγω εξαγωγής ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης.
15
Το άρθρο 44 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Μεταβατικά μέτρα» είχε ως εξής:
«Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 39, παράγραφος 2, μπορούν να θεσπίζονται μέτρα:
α)
για τη διευκόλυνση, αφενός μεν, της μετάβασης από την κατάσταση αγοράς κατά την περίοδο εμπορίας 2005/2006 στην κατάσταση αγοράς κατά την περίοδο εμπορίας 2006/2007, ιδίως με μείωση της ποσότητας που είναι δυνατόν να παράγεται στο πλαίσιο ποσόστωσης, αφετέρου δε, της μετάβασης από τους κανόνες του κανονισμού [1260/2001] στους κανόνες που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό,
και
β)
για να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση της Κοινότητας προς τις διεθνείς υποχρεώσεις της όσον αφορά τη ζάχαρη Γ που αναφέρεται στο άρθρο 13 του κανονισμού [1260/2001], χωρίς να διαταραχθεί η αγορά ζάχαρης στην Κοινότητα.»
16
Κατά την αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού (ΕΚ) 493/2006 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 2006, για καθορισμό μεταβατικών μέτρων στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της κοινής οργάνωσης της αγοράς της ζάχαρης και για τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 1265/2001 και (ΕΚ) 314/2002 (ΕΕ 2006, L 89, σ.11):
«Για τον υπολογισμό, τον καθορισμό και την είσπραξη των συνεισφορών στην παραγωγή για την περίοδο εμπορίας 2005/2006, πρέπει να συνεχίσουν να ισχύουν και μετά την 30ή Ιουνίου 2006 ορισμένες διατάξεις του κανονισμού [314/2002] και του κανονισμού (ΕΚ) 779/96 της Επιτροπής, της 20ής Φεβρουαρίου 2002, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης [(ΕΕ 1996, L 106, σ. 9)]. Οι συνεισφορές υπολογίζονται βάσει στατιστικών στοιχείων που επικαιροποιούνται τακτικά. Δεδομένου ότι πρόκειται για τον τελευταίο καθορισμό συνεισφορών για ολόκληρο το χρονικό διάστημα από την περίοδο εμπορίας 2001/2002 ως την περίοδο εμπορίας 2005/2006 χωρίς μεταγενέστερη δυνατότητα, όπως ίσχυε κατά τα προηγούμενα έτη, προσαρμογής των υπολογισμών με βάση τα επικαιροποιημένα στοιχεία, ενδείκνυται να μετατεθεί ο υπολογισμός και ο καθορισμός των συνεισφορών στις 15 Φεβρουαρίου 2007 έτσι ώστε να διασφαλιστεί η αξιοπιστία των υπολογισμών και η συνάφεια των χρησιμοποιούμενων στατιστικών στοιχείων.»
17
Το άρθρο 6 του κανονισμού 493/2006 ορίζει τα κάτωθι:
«Για τον καθορισμό και την είσπραξη των συνεισφορών στην παραγωγή της περιόδου εμπορίας 2005/2006, συμπεριλαμβανομένων των διορθώσεων που αφορούν τις συνεισφορές των περιόδων εμπορίας 2001/2002 έως 2004/2005 που προβλέπονται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού [1260/2001] ισχύει ο κανονισμός [314/2002], όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό.»
18
Το άρθρο 12 του κανονισμού 493/2006 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Ο κανονισμός [314/2002] τροποποιείται ως εξής:
[...]
3)
Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:
α)
Στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
“Όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 2005/2006, τα ποσά και οι συντελεστές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, στοιχεία αʹ και βʹ, καθορίζονται πριν από τις 15 Φεβρουαρίου 2007.”
[...]»
19
Τα ποσά των εισφορών που έπρεπε να καταβάλουν οι παραγωγοί καθορίστηκαν, για την περίοδο εμπορίας 2005/2006, με τον κανονισμό 164/2007. Κατόπιν της απόφασης του Δικαστηρίου της 8ης Μαΐου 2008, Zuckerfabrik Jülich κ.λπ. (C‑5/06 και C‑23/06 έως C‑36/06, EU:C:2008:260), η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1193/2009, της 3ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη διόρθωση των κανονισμών (ΕΚ) 1762/2003, (ΕΚ) 1775/2004, (ΕΚ) 1686/2005 (ΕΚ) 164/2007 και τον καθορισμό των εισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας 2002/2003, 2003/2004, 2004/2005, 2005/2006 (ΕΕ 2009, L 321, σ. 1). Δεδομένου ότι ο κανονισμός 1193/2009 κηρύχθηκε άκυρος από το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Zuckerfabrik Jülich κ.λπ. (C‑113/10, C‑147/10 και C‑234/10, EU:C:2012:591), το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΕ) 1360/2013, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τον καθορισμό των εισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002, 2002/2003, 2003/2004, 2004/2005 και 2005/2006, του συντελεστή που απαιτείται για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002 και 2004/2005 και των ποσών που πρέπει να καταβληθούν από τις βιομηχανίες ζάχαρης στους πωλητές ζαχαροτεύτλων λόγω της διαφοράς μεταξύ του ανώτατου ποσού των εισφορών και του ποσού των εισφορών αυτών που πρέπει να εισπραχθούν για τα έτη εμπορίας 2002/2003, 2003/2004 και 2005/2006 (ΕΕ 2013, L 343, σ. 2).
20
Με τον κανονισμό (ΕΚ) 958/2006 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 2006, περί διαρκούς δημοπρασίας για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή λευκής ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 2006/2007 (ΕΕ 2006, L 175, σ. 49), προκηρύχθηκε σχετική δημοπρασία.
21
Νέα δημοπρασία διοργανώθηκε κατόπιν της έκδοσης του κανονισμού (ΕΚ) 900/2007 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 2007, περί της διαρκούς δημοπρασίας για τον καθορισμό επιστροφών κατά την εξαγωγή λευκής ζάχαρης, μέχρι τη λήξη της περιόδου εμπορίας 2007/2008 (ΕΕ 2007, L 196, σ. 26).
22
Δυνάμει του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1360/2013, το σημείο 1 του παραρτήματος του κανονισμού αυτού, όπου καθορίζονταν οι εισφορές που όφειλαν να καταβάλουν οι παραγωγοί του τομέα της ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 2005/2006, εφαρμόζεται από 23 Φεβρουαρίου 2007, ήτοι από την ίδια ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να αρχίσει να ισχύει το άρθρο 2 του κανονισμού 164/2007, όπου προβλέπονταν οι εισφορές αυτές.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
23
H Saint Louis Sucre είναι εταιρία παραγωγής ζάχαρης, η οποία ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο για την υπόθεση της κύριας δίκης, υποκείμενη στο καθεστώς του κανονισμού 1260/2001 για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης και, ως εκ τούτου, στο σύστημα που θεσπίστηκε με τον ίδιο κανονισμό σχετικά με την καταβολή εισφορών από τους παραγωγούς.
24
Η Saint Louis Sucre, θεωρώντας ότι, όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 2005/2006, δεν έπρεπε να της έχουν καταλογιστεί εισφορές για χρηματοδότηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής, ως προς αποθεματοποιημένες ποσότητες ζάχαρης που δεν είχαν εξαχθεί έως τις 30 Ιουνίου 2006, δηλαδή κατά την ημερομηνία λήξης της ισχύος του συστήματος κοινής οργάνωσης της αγοράς με το οποίο ρυθμίζονταν τόσο οι εισφορές όσο και οι επιστροφές, άσκησε διοικητική προσφυγή στις 28 Δεκεμβρίου 2008, με αίτημα την επιστροφή ποσού 158982544 ευρώ.
25
Κατόπιν της απόρριψής της με απόφαση την οποία εξέδωσε η γενική διεύθυνση τελωνείων και έμμεσων φόρων στις 30 Σεπτεμβρίου 2009, η Saint Louis Sucre άσκησε, στις 19 Νοεμβρίου 2009, ένδικη προσφυγή ενώπιον του tribunal de grande instance de Nanterre (περιφεριακό δικαστήριο της Nanterre, Γαλλία), με αίτημα την ακύρωση της απορριπτικής απόφασης.
26
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2010, κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, η υπόθεση διαγράφηκε από το πινάκιο του tribunal de grande instance de Nanterre (περιφεριακό δικαστήριο της Nanterre), εν αναμονή της έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου επί προδικαστικού ερωτήματος σχετικού με το κύρος του κανονισμού 1193/2009. Δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός κηρύχθηκε άκυρος από το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Zuckerfabrik Jülich κ.λπ. (C‑113/10, C‑147/10 και C‑234/10, EU:C:2012:591), το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1360/2013. Κατόπιν τούτου, η υπόθεση γράφηκε εκ νέου στο πινάκιο.
27
Η Saint Louis Sucre υποστήριξε ότι ναι μεν ο κανονισμός 1360/2013 καθιστά δυνατό τον υπολογισμό του ποσού της ζητούμενης επιστροφής, πλην όμως, εφόσον ο κανονισμός 318/2006 κατάργησε τον μηχανισμό των εισφορών στην παραγωγή, παραμένει το ζήτημα της επιστροφής των εισφορών οι οποίες αντιστοιχούσαν στις ποσότητες ζάχαρης που είχαν αποθεματοποιηθεί αλλά δεν είχαν εξαχθεί κατά τη λήξη της ισχύος του θεσπισθέντος με τον κανονισμό 1260/2001 συστήματος κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης. Κατά την άποψή της, το νέο σύστημα του κανονισμού 318/2006 για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης δεν προέβλεπε πλέον καταβολή εισφορών από τους παραγωγούς με σκοπό την αυτοχρηματοδότηση των εξαγωγών, με αποτέλεσμα μέρος των καταβληθεισών εισφορών να μην έχουν χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση εξαγωγών, παρά για την αύξηση των εσόδων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, η Saint Louis Sucre καταλήγει ότι είναι δικαιολογημένο το αίτημα επιστροφής, στο μέτρο που η Ένωση είχε συγκεντρώσει στις 30 Ιουνίου 2006 απόθεμα 5669000 τόνων υποκείμενης σε ποσόστωση ζάχαρης, το οποίο καταχωρίστηκε λογιστικά ως εξαγώγιμο πλεόνασμα, χωρίς όμως τελικά να εξαχθεί και χωρίς να καταβληθεί ουδεμία επιστροφή για τις ποσότητες αυτές.
28
Κατόπιν τούτου, το tribunal de grande instance de Nanterre (περιφεριακό δικαστήριο της Nanterre) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία ενώπιόν του και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει το άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 8, του κανονισμού 1260/2001, εφαρμοζόμενο υπό το πρίσμα των αιτιολογικών του σκέψεων 9 και 11 και των αποφάσεων της 8ης Μαΐου 2008, Zuckerfabrik Jülich κ.λπ.(C‑5/06 και C‑23/06 έως C‑36/06, EU:C:2008:260), και της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Zuckerfabrik Jülich κ.λπ. (C‑113/10, C‑147/10 και C‑234/10, EU:C:2012:591), καθώς και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου της απαγορεύσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού, της αναλογικότητας και της επιχειρηματικής ελευθερίας, την έννοια ότι οι παραγωγοί ζάχαρης δικαιούνται επιστροφής των εισφορών στην παραγωγή που καταβλήθηκαν βάσει των υποκείμενων σε ποσόστωση ποσοτήτων ζάχαρης που ήταν ακόμη σε απόθεμα στις 30 Ιουνίου 2006, δοθέντος ότι μετά την ημερομηνία αυτή το καθεστώς των εισφορών στην παραγωγή δεν παρατάθηκε από τον κανονισμό 318/2006;
2)
α)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει το ύψος των επιστρεπτέων στους παραγωγούς εισφορών να στηριχθεί μόνο στην ποσότητα ζάχαρης που ήταν σε απόθεμα στις 30 Ιουνίου 2006;
β)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει η ποσότητα ζάχαρης που λαμβάνεται ως βάση για την επιστροφή των εισφορών να στηριχθεί στη μεταβολή των κοινοτικών αποθεμάτων ζάχαρης μεταξύ 1ης Ιουλίου 2001 και 30ής Ιουνίου 2006;
3)
Μπορεί ο υπολογισμός της επιστρεπτέας εισφοράς να προκύψει βασίμως από τον πολλαπλασιασμό του αποθέματος ζάχαρης, όπως αυτό θα υπολογιστεί ανάλογα με την απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, επί τον σταθμισμένο μέσο όρο των “μέσων απωλειών” που διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια της ΚΟΑ 2001/06 ή πρέπει να υπολογιστεί διαφορετικά και με ποιον τρόπο;
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα προηγούμενα ερωτήματα, είναι ανίσχυρος ο κανονισμός 164/2007;»
Επί του παραδεκτού της αίτησης προδικαστικής απόφασης
29
Η Γαλλική Κυβέρνηση θέτει προκαταρκτικό ζήτημα, ισχυριζόμενη ότι τα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου είναι προδήλως απαράδεκτα και στηριζόμενη σε τρία στοιχεία.
30
Πρώτον, διατείνεται ότι το αιτούν δικαστήριο δεν εξέθεσε τους λόγους που δικαιολογούσαν την προδικαστική παραπομπή και περιορίστηκε στο να διαπιστώσει την ύπαρξη διχογνωμίας ως προς την ερμηνεία πράξης της Ένωσης. Στην πραγματικότητα, το αιτούν δικαστήριο προώθησε απλώς στο Δικαστήριο τα ερωτήματα τα οποία του είχε προτείνει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης.
31
Δεύτερον, υποστηρίζει ότι από το πραγματικό πλαίσιο, όπως το όρισε το αιτούν δικαστήριο, δεν προκύπτει κατά πόσον τα ερωτήματα είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
32
Κατά την άποψή της, όμως, δεν αμφισβητείται ότι, κατόπιν των αποφάσεων της 8ης Μαΐου 2008, Zuckerfabrik Jülich κ.λπ.(C‑5/06 και C‑23/06 έως C‑36/06, EU:C:2008:260), και της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Zuckerfabrik Jülich κ.λπ. (C‑113/10, C‑147/10 και C‑234/10, EU:C:2012:591), καθώς και της διάταξης της 6ης Οκτωβρίου 2008, SAFBA (C‑175/07 έως C‑184/07, EU:C:2008:543), με τις οποίες κηρύχθηκαν άκυροι οι κανονισμοί της Επιτροπής βάσει των οποίων οι εθνικές αρχές εισέπρατταν τις σχετικές εισφορές από τους παραγωγούς στον τομέα της ζάχαρης, τόσο η Επιτροπή, με την έκδοση του κανονισμού 1193/2009, όσο και το Συμβούλιο, με την έκδοση του κανονισμού 1360/2013, έλαβαν τα μέτρα που απαιτούνταν προς εκτέλεση των αποφάσεων και της διάταξης του Δικαστηρίου. Εντούτοις, οι επιστροφές οι οποίες στηρίζονταν στον κανονισμό 1360/2013 καταβλήθηκαν στους παραγωγούς μόλις τον Απρίλιο του 2015, ήτοι μετά την υποβολή, στις 22 Ιανουαρίου 2015, της υπό κρίση αίτησης προδικαστικής απόφασης. Αυτός είναι, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, ο λόγος για τον οποίο το αιτούν δικαστήριο δεν μπόρεσε να λάβει υπόψη την επιστροφή των οικείων ποσών και να κρίνει ποιες συνέπειες είχε για την προσφυγή που εκκρεμούσε ενώπιόν του, ιδίως, ως προς το ζήτημα κατά πόσον η προσφυγή κατέστη ενδεχομένως άνευ αντικειμένου.
33
Τρίτον, η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το αιτούν δικαστήριο δεν εξήγησε ούτε για ποιους λόγους διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κύρος του κανονισμού 164/2007 ούτε πού θεμελιώνει τη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου κανονισμού και της διαφοράς της κύριας δίκης.
34
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, είναι κατά τεκμήριο λυσιτελή τα ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και υποβάλλονται από εθνικό δικαστήριο εντός του νομικού και πραγματικού πλαισίου το οποίο ορίζεται με δική του ευθύνη, ενώ δεν απόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει αν αυτό είναι ακριβές. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί αίτησης εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα τα οποία του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2015, Pujante Rivera, C‑422/14, EU:C:2015:743, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35
Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής απόφασης καθίσταται σαφές ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις ως προς την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφοι 2 και 8, του κανονισμού 1260/2001, καθώς και, ενδεχομένως, το κύρος του κανονισμού 164/2007, προκειμένου να αποφανθεί σχετικά με τη νομιμότητα της απόφασης των αρμόδιων εθνικών αρχών να απορρίψουν την αίτηση της Saint Louis Sucre περί επιστροφής των εισφορών που κατέβαλε ως παραγωγός για τις ποσότητες υποκείμενης σε ποσόστωση ζάχαρης οι οποίες παρέμεναν αποθεματοποιημένες στις 30 Ιουνίου 2006, δεδομένου ότι δεν προβλέφθηκε, με τον κανονισμό 318/2006, παράταση της ισχύος του συστήματος των εισφορών στην παραγωγή μετά την ημερομηνία αυτή.
36
Όσον αφορά ειδικότερα το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο αφορά το κύρος του κανονισμού 164/2007, η Saint Louis Sucre προέβαλε, με τις γραπτές της παρατηρήσεις, την άποψη ότι ο εν λόγω κανονισμός είναι άκυρος, ενώ η μεν Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι είναι έγκυρος, η δε Επιτροπή, από την πλευρά της, ισχυρίστηκε ότι παρέλκει η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα, αφού ο κανονισμός αυτός είχε ήδη κηρυχθεί άκυρος από το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Zuckerfabrik Jülich κ.λπ. (C‑113/10, C‑147/10 και C‑234/10, EU:C:2012:591). Εν συνεχεία, η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή απάντησαν σε σχετική γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου ότι το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά το κύρος του κανονισμού 1360/2013. Η Γαλλική Κυβέρνηση συμμερίστηκε την άποψη αυτή, επαναλαμβάνοντας ωστόσο τις γενικότερες επιφυλάξεις της ως προς το παραδεκτό της υπό κρίση προδικαστικής παραπομπής. Η Saint Louis Sucre συμφώνησε επίσης, σημειώνοντας εντούτοις ότι, σε περίπτωση που ο κανονισμός 1360/2013 κηρυχθεί άκυρος, δεν θα πρέπει να επηρεαστούν οι επιστροφές οι οποίες έχουν ήδη καταβληθεί στους παραγωγούς.
37
Επ’ αυτού υπενθυμίζεται ότι, όπως προεκτέθηκε στη σκέψη 22 της παρούσας απόφασης, όσον αφορά τις οφειλόμενες από τους παραγωγούς ζάχαρης εισφορές για την περίοδο εμπορίας 2005/2006, ο κανονισμός 1360/2013 αντικατέστησε αναδρομικά τον κανονισμό 164/2007, με αναδρομική ισχύ από τις 23 Φεβρουαρίου 2007.
38
Επομένως, το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά το κύρος του κανονισμού 1360/2013.
39
Κατόπιν τούτου, η αίτηση προδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή στο σύνολό της.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
40
Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν το άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 8, του κανονισμού 1260/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παραγωγός ζάχαρης μπορεί να στηριχθεί στη συγκεκριμένη διάταξη για να αξιώσει την επιστροφή των εισφορών στην παραγωγή τις οποίες κατέβαλε για τις ποσότητες ζάχαρης A και B που παρέμεναν αποθεματοποιημένες στις 30 Ιουνίου 2006, δεδομένου ότι δεν προβλέφθηκε, με τον κανονισμό 318/2006, παράταση της ισχύος του συστήματος των εισφορών στην παραγωγή μετά την ημερομηνία αυτή.
41
Το πρώτο ερώτημα ανάγεται κατ’ ουσίαν στο αίτημα της Saint Louis Sucre να υπολογιστεί εκ νέου η εισφορά της ως παραγωγού για την περίοδο εμπορίας 2005/2006, αφού δεν είχαν πραγματοποιηθεί έξοδα για τη διάθεση των ποσοτήτων ζάχαρης Α και Β οι οποίες είχαν απομείνει εντός της Κοινότητας κατά το πέρας της ως άνω περιόδου εμπορίας.
42
Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1260/2001, έπρεπε πριν από το τέλος της περιόδου εμπορίας 2005/2006 να διαπιστωθεί σωρευτικά, για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002 έως 2005/2006, το εξαγώγιμο πλεόνασμα βάσει, αφενός, της οριστικής παραγωγής ζάχαρης Α και Β, ισογλυκόζης Α και Β, και σιροπιού ινουλίνης Α και Β, και, αφετέρου, βάσει των οριστικών ποσοτήτων ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης οι οποίες διατέθηκαν προς κατανάλωση στο εσωτερικό της Κοινότητας.
43
Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 314/2002, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1140/2003, για τους σκοπούς του υπολογισμού του εξαγώγιμου πλεονάσματος, ως ποσότητα ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης, η οποία διατέθηκε προς κατανάλωση στο εσωτερικό της Κοινότητας, έπρεπε να νοηθεί το άθροισμα όσων ποσοτήτων από τα τρία αυτά είδη βρίσκονταν αποθεματοποιημένες στην αρχή της περιόδου εμπορίας, είχαν παραχθεί υπό τις ποσοστώσεις A και B, είχαν εισαχθεί σε φυσική κατάσταση και περιέχονταν σε μεταποιημένα εισαχθέντα προϊόντα, κατόπιν αφαίρεσης όσων ποσοτήτων από τα ίδια αυτά τρία είδη είχαν εξαχθεί σε φυσική κατάσταση, περιέχονταν σε μεταποιημένα εξαχθέντα προϊόντα, βρίσκονταν αποθεματοποιημένες στο τέλος της περιόδου εμπορίας ή είχαν αποτελέσει αντικείμενο τίτλου επιστροφών στην παραγωγή.
44
Έτσι, ο αποκλεισμός, στο πλαίσιο του υπολογισμού του εξαγώγιμου πλεονάσματος για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002 έως 2005/2006, των ποσοτήτων ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινουλίνης που βρίσκονταν αποθεματοποιημένες στο τέλος της περιόδου εμπορίας 2005/2006 θα αντέβαινε τόσο στο άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 314/2002, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1140/2003, το οποίο προβλέπει ρητώς τον συνυπολογισμό τέτοιων αποθεματοποιημένων ποσοτήτων, όσο και στο άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1260/2001, το οποίο αναφέρεται επίσης σε εξαγώγιμο, και όχι σε εξαγόμενο, πλεόνασμα, όπερ σημαίνει ότι περιλαμβάνονται κατ’ ανάγκην, όπως επισημαίνεται και στην αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού αυτού, οι ποσότητες που παραμένουν εντός της εσωτερικής αγοράς κατά το πέρας της οικείας περιόδου εμπορίας, άρα και οι αποθεματοποιημένες.
45
Επιπλέον, όπως τόνισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 77 των προτάσεών της, το γεγονός ότι εξακολουθεί να γίνεται λόγος για «προβλεπόμενη» συνολική ζημία, ακόμη και μετά την προσαρμογή δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1260/2001, όσον αφορά τις περιόδους εμπορίας 2001/2002 έως 2005/2006, υποδηλώνει ότι ενδέχεται, στο χρονικό αυτό σημείο, να μην έχει επέλθει ακόμη ολόκληρη η ζημία. Το Δικαστήριο έχει, εξάλλου, αποφανθεί ότι σκοπός της μεθόδου υπολογισμού της προβλεπόμενης συνολικής ζημίας είναι, εν πάση περιπτώσει, να προσδιοριστούν, με αναφορά στο μέλλος και κατά τις συνήθεις πρακτικές, οι ζημίες λόγω της διάθεσης των πλεονασμάτων της κοινοτικής παραγωγής (απόφαση της 8ης Μαΐου 2008, Zuckerfabrik Jülich κ.λπ., C‑5/06 και C‑23/06 έως C‑36/06, EU:C:2008:260, σκέψη 43).
46
Σημειωτέον άλλωστε ότι, όπως παρατήρησε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 82 των προτάσεών της, η μεταρρύθμιση την οποία επέφερε ο κανονισμός 318/2006 στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, καίτοι εκτεταμένη, δεν κατάργησε, όπως συνάγεται από το άρθρο 32, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού αυτού, το σύστημα επιστροφών λόγω εξαγωγής.
47
Υπήρχε συνεπώς κάποια αλληλεπικάλυψη ανάμεσα στο καθεστώς κοινής οργάνωσης των αγορών του τομέα της ζάχαρης, το οποίο καθιερώθηκε με τον κανονισμό 1260/2001 για το χρονικό διάστημα από την περίοδο εμπορίας 2001/2002 έως την περίοδο εμπορίας 2005/2006, και στο ίδιο αυτό καθεστώς κοινής οργάνωσης των αγορών όπως μεταρρυθμίστηκε με τον κανονισμό 318/2006, αρχής γενομένης από την περίοδο εμπορίας 2006/2007.
48
Έτσι, με τον κανονισμό 958/2006 προκηρύχθηκε διαρκής δημοπρασία ως προς την περίοδο εμπορίας 2006/2007, για τον καθορισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής λευκής ζάχαρης.
49
Επομένως, η δυνατότητα των παραγωγών να εξαγάγουν τις αποθεματοποιημένες ποσότητες ζάχαρης, έναντι επιστροφής, δεν έπαυσε να υφίσταται την τελευταία ημέρα της περιόδου εμπορίας 2005/2006.
50
Τέλος, επισημαίνεται ότι το τέλος παραγωγής, το οποίο θεσπίστηκε με τη διάταξη του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 318/2006, άρχισε να εισπράττεται από την περίοδο εμπορίας 2007/2007 κι εντεύθεν, δεδομένου άλλωστε ότι σκοπός του τέλους αυτού είναι, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 19 του ως άνω κανονισμού, να συμβάλλει στη χρηματοδότηση των δαπανών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών του τομέα της ζάχαρης, και όχι να καλυφθούν εξ ολοκλήρου, όπως συνέβαινε με τις προβλεπόμενες από τον κανονισμό 1260/2001 εισφορές στην παραγωγή, τα έξοδα διάθεσης των πλεονασμάτων που προέκυπταν από τη σχέση μεταξύ της παραγωγής της Κοινότητας και της κατανάλωσής της.
51
Υπενθυμίζεται δε, στο σημείο αυτό, ότι με τον κανονισμό 900/2007 προκηρύχθηκε διαρκής δημοπρασία μέχρι το τέλος της περιόδου εμπορίας 2007/2008 για τον καθορισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής λευκής ζάχαρης.
52
Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας διακριτικής ευχέρειας της οποίας απολαύει, στον τομέα της γεωργίας, ο νομοθέτης της Ένωσης, σε αντιστοιχία προς τις πολιτικές αρμοδιότητες που αναγνωρίζονται με τα άρθρα 40 έως 43 ΣΛΕΕ, και δεδομένου ότι, κατά συνέπεια, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να περιορίζεται συναφώς σε συγκεκριμένα μόνο ζητήματα, ήτοι αν το επίμαχο μέτρο είναι προδήλως εσφαλμένο, αν συντρέχει περίπτωση κατάχρησης εξουσίας ή αν η οικεία αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Agrargenossenschaft Neuzelle, C‑545/11, EU:C:2013:169, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), δεν προκύπτει εν προκειμένω ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα, ούτε ότι καταχράστηκε την εξουσία του, ούτε ότι υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας, προβλέποντας ότι, όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 2005/2006, έπρεπε να συνυπολογιστεί το υφιστάμενο εξαγώγιμο πλεόνασμα κατά το πέρας της περιόδου αυτής, και άρα, κατ’ ανάγκην, και οι ποσότητες ζάχαρης που παρέμεναν αποθεματοποιημένες κατά το ίδιο χρονικό σημείο.
53
Ως προς το επιχείρημα που προέβαλε η Saint Louis Sucre κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι όσες επιστροφές λόγω εξαγωγής χορηγήθηκαν για την περίοδο εμπορίας 2006/2007 χρηματοδοτήθηκαν από τις προκαταβολές επί των συμπληρωματικών ποσοστώσεων ζάχαρης οι οποίες κατανεμήθηκαν στις επιχειρήσεις του τομέα στη διάρκεια της εν λόγω περιόδου εμπορίας δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού 318/2006, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι επρόκειτο για οικειοθελή κατανομή ποσοστώσεων μετά από αίτηση των ίδιων των επιχειρήσεων και ότι, εν πάση περιπτώσει, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται ότι οι προκαταβολές αυτές δεν χρησιμοποιήθηκαν προς κάλυψη των εξόδων που συνεπάγονταν οι συμπληρωματικές ποσοστώσεις, αλλά για τη χρηματοδότηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής.
54
Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 8, του κανονισμού 1260/2001 έχει την έννοια ότι παραγωγός ζάχαρης δεν μπορεί να στηριχθεί στη συγκεκριμένη διάταξη για να αξιώσει την επιστροφή των εισφορών στην παραγωγή τις οποίες κατέβαλε για τις ποσότητες ζάχαρης A και B που παρέμεναν αποθεματοποιημένες στις 30 Ιουνίου 2006, δεδομένου ότι δεν προβλέφθηκε, με τον κανονισμό 318/2006, παράταση της ισχύος του συστήματος των εισφορών στην παραγωγή μετά την ημερομηνία αυτή.
Επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος
55
Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα.
Επί του τέταρτου ερωτήματος
56
Υπό το πρίσμα της απάντησης στο πρώτο ερώτημα, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να θίγει το κύρος του κανονισμού 1360/2013.
Επί των δικαστικών εξόδων
57
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 8, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, έχει την έννοια ότι παραγωγός ζάχαρης δεν μπορεί να στηριχθεί στη συγκεκριμένη διάταξη για να αξιώσει την επιστροφή των εισφορών στην παραγωγή τις οποίες κατέβαλε για τις ποσότητες ζάχαρης A και B που παρέμεναν αποθεματοποιημένες στις 30 Ιουνίου 2006, δεδομένου ότι δεν προβλέφθηκε, με τον κανονισμό (ΕΚ) 318/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, παράταση της ισχύος του συστήματος των εισφορών στην παραγωγή μετά την ημερομηνία αυτή.
2)
Δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να θίγει το κύρος του κανονισμού (ΕΕ) 1360/2013 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τον καθορισμό των εισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002, 2002/2003, 2003/2004, 2004/2005 και 2005/2006, του συντελεστή που απαιτείται για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002 και 2004/2005 και των ποσών που πρέπει να καταβληθούν από τις βιομηχανίες ζάχαρης στους πωλητές ζαχαροτεύτλων λόγω της διαφοράς μεταξύ του ανώτατου ποσού των εισφορών και του ποσού των εισφορών αυτών που πρέπει να εισπραχθούν για τα έτη εμπορίας 2002/2003, 2003/2004 και 2005/2006.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy