ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 16ης Ιουνίου 2016 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Κοινωνική πολιτική — Οδηγία 2000/78/ΕΚ — Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και στην εργασία — Άρθρο 2, παράγραφος 1, και άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ — Άρθρο 6, παράγραφος 2 — Δυσμενής διάκριση λόγω ηλικίας — Προσδιορισμός των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων — Περίοδοι μαθητείας και εργασίας — Μη λήψη υπόψη τέτοιων περιόδων που συμπληρώθηκαν πριν από την ηλικία των 18 ετών»
Στην υπόθεση C‑159/15,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, Αυστρία) με απόφαση της 25ης Μαρτίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Απριλίου 2015, στο πλαίσιο της δίκης
Franz Lesar
κατά
Beim Vorstand der Telekom Austria AG eingerichtetes Personalamt,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από την R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, και τους A. Arabadjiev (εισηγητή), J.‑C. Bonichot, C. G. Fernlund και E. Regan, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Ιανουαρίου 2016,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
ο F. Lesar, εκπροσωπούμενος από τον R. Tögl, Rechtsanwalt,
—
η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. Pesendorfer και J. Schmoll,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους B.‑R. Killmann και D. Martin,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, καθώς και του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ 2000, L 303, σ. 16).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Franz Lesar και της Beim Vorstand der Telekom Austria AG eingerichtetes Personalamt (υπηρεσίας προσωπικού της διευθύνσεως της Telekom Austria AG, στο εξής: υπηρεσία προσωπικού) σχετικά με την άρνηση της τελευταίας να λάβει υπόψη, για τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, τις περιόδους μαθητείας και εργασίας προ της εκ μέρους του αναλήψεως υπηρεσίας τις οποίες ο ίδιος είχε διανύσει πριν τη συμπλήρωση του 18ου έτους του.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Σκοπός της οδηγίας 2000/78 είναι, σύμφωνα με το άρθρο 1, «η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη».
4
Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:
α)
συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο·
[...]».
5
Το άρθρο 6 της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.
Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει:
α)
την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους·
β)
τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση·
[...]
2. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι δεν συνιστά διάκριση λόγω ηλικίας, όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ο καθορισμός ηλικίας για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδοτήσεως ή αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένου και του καθορισμού για τα καθεστώτα αυτά διαφορετικού ορίου ηλικίας για εργαζόμενους ή για ομάδες ή κατηγορίες εργαζομένων και της χρήσης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών κριτηρίων ηλικίας στους αναλογιστικούς υπολογισμούς, υπό τον όρο ότι αυτό δεν καταλήγει σε διακρίσεις λόγω φύλου.»
Το αυστριακό δίκαιο
6
Το άρθρο 53 του Bundesgesetz über die Pensionsansprüche der Bundesbeamten, ihrer Hinterbliebenen und Angehörigen (Pensionsgesetz 1965) [ομοσπονδιακού νόμου περί των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των ομοσπονδιακών υπαλλήλων, των επιζώντων συζύγων τους και των μελών της οικογένειάς τους (νόμος περί συντάξεων του 1965)], της 18ης Νοεμβρίου 1965 (BGBl. 340/1965), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο εξής: PG 1965), με τίτλο «Περίοδοι προ της αναλήψεως υπηρεσίας οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων», είχε ως ακολούθως:
«(1) Οι εξομοιούμενες περίοδοι είναι αυτές που απαριθμούνται στις παραγράφους 2 έως 4 εφόσον είναι προγενέστερες της ημερομηνίας ενάρξεως του χρόνου εργασίας σε ομοσπονδιακή υπηρεσία ο οποίος δύναται να ληφθεί υπόψη για τη σύνταξη. Οι περίοδοι αυτές αναγνωρίζονται διά συνυπολογισμού.
(2) Αναγνωρίζονται οι εξής περίοδοι:
a)
η περίοδος που διανύθηκε στο πλαίσιο υπηρεσιακής σχέσεως, σχέσεως επαγγελματικής καταρτίσεως ή άλλης εργασιακής σχέσεως με εργοδότη που διέπεται από το [αυστριακό] δημόσιο δίκαιο,
[...]
k)
η περίοδος που διανύθηκε στο πλαίσιο σχέσεως επαγγελματικής επιμορφώσεως στον βαθμό που η επιμόρφωση αυτή αποτελούσε προαπαιτούμενο για την πρόσληψη του υπαλλήλου ή αν αυτή πραγματοποιήθηκε σε εργοδότη που διέπεται από το [αυστριακό] δημόσιο δίκαιο,
l)
η περίοδος απασχολήσεως που συνεπάγεται υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών για σύνταξη κατά τις διατάξεις του [Allgemeines Sozialversicherungsgesetz (γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως) (ASVG)], όπως εφαρμόζονταν στις 31 Δεκεμβρίου 2004,
[...]».
7
Το άρθρο 54 του PG 1965, με τίτλο «Αποκλεισμός αναγνωρίσεως και παραίτηση», όριζε στην παράγραφο 2 τα ακόλουθα:
«Δεν αναγνωρίζονται οι εξής εξομοιούμενες περίοδοι:
a)
οι περίοδοι τις οποίες διένυσε ο υπάλληλος πριν συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών· ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει για τις σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 2, στοιχεία a, d, k και l, εξομοιούμενες περιόδους, εάν για τις περιόδους αυτές πρέπει να καταβληθεί ποσό “μεταφοράς” σύμφωνα με τις διατάξεις του δικαίου κοινωνικής ασφαλίσεως·
[...]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
8
Ο F. Lesar γεννήθηκε στις 3 Ιουνίου 1949. Από τις 9 Σεπτεμβρίου 1963 έως τις 8 Μαρτίου 1967, ενώ δεν είχε ακόμα συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών, εργάστηκε βάσει συμβάσεως μαθητείας για την Post- und Telegraphenverwaltung des Bundes (ομοσπονδιακή ταχυδρομική και τηλεγραφική υπηρεσία της Αυστρίας). Από τις 9 Μαρτίου 1967 προσελήφθη στην υπηρεσία αυτή ως συμβασιούχος εργαζόμενος. Παράλληλα με την επαγγελματική του αυτή δραστηριότητα, φοίτησε, από τις 14 Σεπτεμβρίου 1967 έως τις 17 Φεβρουαρίου 1972, σε ομοσπονδιακό λύκειο για εργαζόμενους σπουδαστές. Την 1η Ιουλίου 1972 προσελήφθη στην υπηρεσία του Ομοσπονδιακού Δημοσίου με σχέση δημοσίου δικαίου.
9
Πριν από την πρόσληψή του ως δημοσίου υπαλλήλου, ο F. Lesar κατέβαλλε ασφαλιστικές εισφορές στον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως μαθητείας και της εργασιακής του σχέσεως, περιλαμβανομένης της περιόδου κατά την οποία δεν είχε ακόμα συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών.
10
Με απόφαση της 23ης Αυγούστου 1973, η Post- und Telegraphendirektion für Steiermark (διεύθυνση των ταχυδρομικών και τηλεγραφικών υπηρεσιών της Στυρίας, Αυστρία) έκρινε ότι η περίοδος των πέντε ετών και δεκαπέντε ημερών, που περιλαμβάνεται μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ο F. Lesar συμπλήρωσε την ηλικία των 18 ετών και της ημερομηνίας προσλήψεώς του ως δημοσίου υπαλλήλου, έπρεπε αναγνωρισθεί άνευ όρων υπέρ αυτού ως περίοδος προγενέστερη της αναλήψεως υπηρεσίας που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, υπό την έννοια του άρθρου 53 του PG 1965 (στο εξής: εξομοιούμενες περίοδοι). Οι εν λόγω περίοδοι κατανέμονται ως ακολούθως:
—
από τις 3 Ιουνίου 1967 μέχρι τις 13 Σεπτεμβρίου 1967, εργασία υπό την ιδιότητα του συμβασιούχου υπαλλήλου,
—
από τις 14 Σεπτεμβρίου 1967 μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου 1972, φοίτηση στο ομοσπονδιακό λύκειο για εργαζόμενους σπουδαστές, και
—
από 1ης Μαρτίου 1972 μέχρι τις 30 Ιουνίου 1972, εργασία υπό την ιδιότητα του συμβασιούχου υπαλλήλου.
11
Με απόφαση της 22ας Μαΐου 1974 ο Pensionsversicherungsanstalt der Angestellten (συνταξιοδοτικός φορέας των ιδιωτικών υπαλλήλων, Αυστρία), ως αρμόδιος ασφαλιστικός οργανισμός, αποφάσισε να εγκρίνει και να καταβάλει στο Ομοσπονδιακό Δημόσιο ποσό καλούμενο «ποσό μεταφοράς» για τις ως άνω εξομοιούμενες περιόδους. Το ύψος του ποσού μεταφοράς ανερχόταν σε 4785 αυστριακά σελίνια (ATS) (περίπου 350 ευρώ).
12
Με αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1974 και της 22ας Μαΐου 1974 ορίσθηκε για τον προσφεύγοντα ποσό ύψους 33160,05 ATS (περίπου 2400 ευρώ) ως επιστροφή, μεταξύ άλλων, των συνταξιοδοτικών εισφορών που είχε καταβάλει κατά τη διάρκεια των περιόδων μαθητείας και εργασίας του πριν συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών.
13
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης συνταξιοδοτήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 2004. Στο πλαίσιο αυτό, η υπηρεσία προσωπικού καθόρισε το ύψος της συντάξεώς του λαμβάνοντας υπόψη μόνον τις εξομοιούμενες περιόδους, όπως αυτές είχαν αναγνωρισθεί με την απόφαση της 23ης Αυγούστου 1973.
14
Στις 19 Αυγούστου 2011 ο F. Lesar ζήτησε από τον εργοδότη του να προστεθούν στις εξομοιούμενες περιόδους, για τον υπολογισμό της συντάξεώς του, οι περίοδοι μαθητείας και εργασίας που είχε συμπληρώσει πριν από την ηλικία των 18 ετών. Όταν η υπηρεσία προσωπικού απέρριψε το αίτημα αυτό με απόφαση της 23ης Αυγούστου 2012, ο F. Lesar άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verfassungsgerichtshof (συνταγματικού δικαστηρίου, Αυστρία), το οποίο έκρινε εαυτό αναρμόδιο για την εκδίκαση της εν λόγω προσφυγής και την παρέπεμψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
15
Το τελευταίο αυτό δικαστήριο εκτιμά ότι η άρνηση της διοικήσεως να λάβει υπόψη, προς υπολογισμό της συντάξεως, τις περιόδους μαθητείας και εργασίας πριν από την ανάληψη υπηρεσίας οι οποίες είχαν συμπληρωθεί πριν από την ηλικία των 18 ετών συνιστά διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, διερωτάται δε αν αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί.
16
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgerichtshof (ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, Αυστρία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν το άρθρο 2, παράγραφος 1, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 την έννοια ότι αντιτίθεται σε αυτά εθνική ρύθμιση —όπως η επίδικη στη διαφορά της κύριας δίκης— κατά την οποία, προκειμένου για τη σύνταξη συμβασιούχου δημοσίου υπαλλήλου, οι περίοδοι μαθητείας και οι περίοδοι συμβατικής εργασιακής σχέσεως με το Ομοσπονδιακό Δημόσιο πριν ο ενδιαφερόμενος αποκτήσει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, για τις οποίες έπρεπε να καταβληθούν εισφορές υποχρεωτικής ασφαλίσεως στον οργανισμό ασφαλίσεως γήρατος,
—
αναγνωρίζονται ως προ της αναλήψεως υπηρεσίας περίοδοι που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, εφόσον είναι μεταγενέστερες της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας του ενδιαφερομένου, οπότε στο Ομοσπονδιακό Δημόσιο καταβάλλεται στην περίπτωση αυτή, κατ’ εφαρμογή του δικαίου των κοινωνικών ασφαλίσεων, ποσό μεταφοράς από τον φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως για την αναγνώριση των περιόδων αυτών, ενώ, αντιθέτως,
—
δεν αναγνωρίζονται για τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του δημοσίου υπαλλήλου όταν ο ενδιαφερόμενος τις είχε συμπληρώσει πριν από την ηλικία των 18 ετών, οπότε ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως δεν υποχρεούται να καταβάλει για τις περιόδους αυτές ποσό μεταφοράς στο Ομοσπονδιακό Δημόσιο και επιστρέφονται στον ασφαλισμένο οι εισφορές για την ασφάλιση συντάξεως, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη ότι στην περίπτωση επιβαλλόμενης από το δίκαιο της Ένωσης μεταγενέστερης αναγνωρίσεως των περιόδων αυτών θα υφίστατο, αφενός, δυνατότητα του φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως να αναζητήσει από τον υπάλληλο το ποσόν των επιστραφεισών εισφορών και, αφετέρου, ενδεχόμενο μεταγενέστερης γενέσεως υποχρεώσεως του φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως να καταβάλει ποσό μεταφοράς στο Ομοσπονδιακό Δημόσιο;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
17
Με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 2, παράγραφος 1, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση που αποκλείει τον συνυπολογισμό των περιόδων μαθητείας και εργασίας τις οποίες έχει συμπληρώσει δημόσιος υπάλληλος πριν από την ηλικία των 18 ετών προκειμένου περί της χορηγήσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος και περί του υπολογισμού της συντάξεως γήρατος, ενώ οι εν λόγω περίοδοι συνυπολογίζονται αν είναι μεταγενέστερες της ηλικίας αυτής.
18
Εισαγωγικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητείται ότι, προκειμένου περί του υπολογισμού μιας τέτοιας συντάξεως γήρατος, στερώντας ένα μέρος των δημοσίων υπαλλήλων από τη δυνατότητα συνυπολογισμού των περιόδων μαθητείας και εργασίας που είχαν συμπληρωθεί πριν από την ηλικία των 18 ετών, το άρθρο 54, παράγραφος 2, στοιχείο a, του PG 1965 επηρεάζει τους όρους αμοιβής των υπαλλήλων αυτών, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2000/78 (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2015, Felber, C‑529/13, EU:C:2015:20, σκέψη 24). Επομένως, η οδηγία έχει εφαρμογή σε καταστάσεις όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη.
19
Προκειμένου περί του ζητήματος αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας ως προς την απασχόληση και την εργασία, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, η «αρχή της ίσης μεταχείρισης» αποκλείει κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η ηλικία. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει ότι, για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, άμεση διάκριση συντρέχει όταν ένα άτομο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση άλλο άτομο, για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας.
20
Κατά το άρθρο 53, παράγραφος 2, στοιχείο a, του PG 1965, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων οι περίοδοι που συμπληρώνονται στο πλαίσιο υπηρεσιακής σχέσεως, σχέσεως επαγγελματικής καταρτίσεως ή άλλης εργασιακής σχέσεως με εργοδότη που διέπεται από το αυστριακό δημόσιο δίκαιο. Το άρθρο 54, παράγραφος 2, στοιχείο a, του PG 1965 περιορίζει ωστόσο την ως άνω δυνατότητα συνυπολογισμού στις περιόδους τις οποίες ο υπάλληλος πραγματοποιεί αφού έχει συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών.
21
Έτσι, εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίδικη της κύριας δίκης επιφυλάσσει λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση στα άτομα των οποίων η επαγγελματική πείρα κτήθηκε, έστω και εν μέρει, πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, έναντι εκείνων οι οποίοι απέκτησαν, αφού συμπλήρωσαν την ηλικία αυτή, πείρα της ιδίας φύσεως και παρόμοιας διαρκείας. Μια ρύθμιση τέτοιας φύσεως προβλέπει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ατόμων με γνώμονα την ηλικία κατά την οποία αυτά απέκτησαν την επαγγελματική πείρα τους. Το εν λόγω κριτήριο μπορεί να συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δύο ατόμων που ολοκλήρωσαν τις ίδιες σπουδές και απέκτησαν την ίδια επαγγελματική πείρα, τούτο δε αποκλειστικά λόγω της ηλικίας τους. Κατά συνέπεια, η σχετική διάταξη προβλέπει διαφορετική μεταχείριση στηριζόμενη στο κριτήριο της ηλικίας υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, και του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78 (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter, C‑88/08, EU:C:2009:381, σκέψη 38, και της 21ης Ιανουαρίου 2015, Felber, C‑529/13, EU:C:2015:20, σκέψη 27).
22
Πρέπει εντούτοις να εξεταστεί αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση μπορεί να δικαιολογείται υπό το πρίσμα του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, μολονότι τυπικά το αιτούν δικαστήριο περιόρισε το ερώτημά του στην ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που μπορούν να του είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, ασχέτως του αν το ως άνω δικαστήριο έχει κάνει σχετική μνεία κατά τη διατύπωση του ερωτήματος αυτού (αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, HK Danmark, C‑476/11, EU:C:2013:590, σκέψη 56, και της 29ης Οκτωβρίου 2015, Nagy, C‑583/14, EU:C:2015:737, σκέψη 20).
23
Ιδίως από το άρθρο 6, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι δεν συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας ο καθορισμός ηλικίας για την ένταξη σε σύστημα παροχών συνταξιοδοτήσεως ή αναπηρίας ή για τη χορήγησή τους.
24
Εφόσον η εν λόγω διάταξη παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να προβλέπουν εξαίρεση από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς (απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, HK Danmark, C‑476/11, EU:C:2013:590, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
25
Tο Δικαστήριο έχει κρίνει, επ’ αυτού, ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78 έχει εφαρμογή μόνο ως προς τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτουν τους κινδύνους γήρατος και αναπηρίας (απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, HK Danmark, C‑476/11, EU:C:2013:590, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ομοίως, στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής δεν μπορούν να περιληφθούν όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως το οποίο καλύπτει τέτοιους κινδύνους, αλλά μόνο τα ρητώς μνημονευόμενα σε αυτήν (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, HK Danmark, C‑476/11, EU:C:2013:590, σκέψη 52).
26
Εν προκειμένω, πρέπει, επομένως, να εξεταστεί αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση εντάσσεται στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτει τον κίνδυνο γήρατος ή αναπηρίας και, σε περίπτωση που συμβαίνει κάτι τέτοιο, να ερευνηθεί αν η ρύθμιση αυτή εμπίπτει στις περιπτώσεις περί των οποίων γίνεται λόγος στην εν λόγω διάταξη, δηλαδή αν αφορά τον «καθορισμ[ό] ηλικίας για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδότησης ή αναπηρίας».
27
Αφενός, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η οδηγία 2000/78 δεν ορίζει τι πρέπει να νοείται ως «επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως». Αντιθέτως, ορισμός της εννοίας αυτής περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (ΕΕ 2006, L 204, σ. 23), κατά τον οποίο τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως είναι «συστήματα που δεν διέπονται από την οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως [(ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160)] που έχουν ως αντικείμενο τη χορήγηση στους εργαζόμενους, μισθωτούς ή αυτοαπασχολούμενους, στα πλαίσια επιχείρησης ή ομάδας επιχειρήσεων, οικονομικού κλάδου ή επαγγελματικού ή διεπαγγελματικού τομέα, παροχών που προορίζονται να συμπληρώσουν ή να υποκαταστήσουν τις παροχές των εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως του αν η υπαγωγή στα συστήματα αυτά είναι υποχρεωτική».
28
Συναφώς, όπως τόνισε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 45 των προτάσεών του, από τα στοιχεία της ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας προκύπτει ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη συνταξιοδοτικό σύστημα των ομοσπονδιακών δημοσίων υπαλλήλων είναι σύστημα το οποίο χορηγεί στους εργαζόμενους ενός συγκεκριμένου επαγγελματικού τομέα παροχές που προορίζονται να υποκαταστήσουν τις παροχές του εκ του νόμου γενικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2006/54. Πράγματι, οι ομοσπονδιακοί υπάλληλοι εξαιρούνται από το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που έχει θεσπιστεί με τον ASVG λόγω της απασχολήσεώς τους στην υπηρεσία του Ομοσπονδιακού Δημοσίου διότι η εργασιακή τους σχέση τούς παρέχει δικαίωμα σε συνταξιοδοτικές παροχές ισοδύναμες προς αυτές που προβλέπει το εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως γήρατος.
29
Αφετέρου, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη σύστημα καθορίζει την ηλικία από την οποία οι ασφαλισμένοι αρχίζουν να καταβάλλουν εισφορές στο συνταξιοδοτικό σύστημα των ομοσπονδιακών υπαλλήλων και αποκτούν το δικαίωμα να λάβουν πλήρη σύνταξη γήρατος προκειμένου, ιδίως, να εξασφαλιστεί συναφώς ίση μεταχείριση μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων.
30
Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 37 των προτάσεών του, κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη συνιστά έκφραση της ελευθερίας την οποία διαθέτουν τα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78, να καθορίζουν, για τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, την ηλικία για την ένταξη σε συνταξιοδοτικό σύστημα των δημοσίων υπαλλήλων ή για τη δυνατότητα χορηγήσεως συνταξιοδοτικών παροχών στο πλαίσιο του συστήματος αυτού. Πράγματι, το γράμμα της διατάξεως αυτής είναι τέτοιο ώστε να παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη όχι μόνο να καθορίζουν διαφορετικές ηλικίες για εργαζομένους ή ομάδες ή κατηγορίες εργαζομένων, αλλά επίσης να καθορίζουν, στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, την ηλικία για την ένταξη σε σύστημα συνταξιοδοτικών παροχών ή για τη χορήγηση τέτοιων παροχών.
31
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μια τέτοια ρύθμιση αποσκοπεί στον «καθορισμ[ό] ηλικίας για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδότησης ή αναπηρίας», υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78.
32
Κατά συνέπεια, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία αποκλείει τον συνυπολογισμό των περιόδων μαθητείας και εργασίας τις οποίες συμπληρώνει δημόσιος υπάλληλος πριν από την ηλικία των 18 ετών προκειμένου περί της χορηγήσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος και περί του υπολογισμού της συντάξεως γήρατος, εφόσον σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι ο ενιαίος καθορισμός, στο πλαίσιο συνταξιοδοτικού συστήματος των δημοσίων υπαλλήλων, ηλικίας για την ένταξη στο σύστημα αυτό καθώς και ηλικίας για τη χορήγηση των προβλεπόμενων στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος συνταξιοδοτικών παροχών.
Επί των δικαστικών εξόδων
33
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία αποκλείει τον συνυπολογισμό των περιόδων μαθητείας και εργασίας τις οποίες συμπληρώνει δημόσιος υπάλληλος πριν από την ηλικία των 18 ετών προκειμένου περί της χορηγήσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος και περί του υπολογισμού της συντάξεως γήρατος, εφόσον σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι ο ενιαίος καθορισμός, στο πλαίσιο συνταξιοδοτικού συστήματος των δημοσίων υπαλλήλων, ηλικίας για την ένταξη στο σύστημα αυτό καθώς και ηλικίας για τη χορήγηση των προβλεπόμενων στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος συνταξιοδοτικών παροχών.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy