ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 22ας Ιουνίου 2016 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Εικονιστικό σήμα εμπεριέχον το στοιχείο “CVTC” — Αιτήσεις ανανεώσεως υποβληθείσες για μέρος των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το σήμα — Συμπληρωματική προθεσμία — Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 — Άρθρο 47 — Αρχή της ασφάλειας δικαίου»
Στην υπόθεση C‑207/15 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 4 Μαΐου 2015,
Nissan Jidosha KK, με έδρα τη Yokohama (Ιαπωνία), εκπροσωπούμενη από τον B. Brandreth, barrister, και την D. Cañadas Arcas, abogada,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος στην αναιρετική διαδικασία είναι
το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενο από τους D. Hanf και A. Folliard-Monguiral,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. da Cruz Vilaça (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, F. Biltgen, A. Borg Barthet, E. Levits και M. Berger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona
γραμματέας: A. Calot Escobar
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Μαρτίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Nissan Jidosha KK (στο εξής: Nissan) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 4ης Μαρτίου 2015, Nissan Jidosha κατά ΓΕΕΑ (CVTC) (T‑572/12, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2015:136), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 6ης Σεπτεμβρίου 2012 (υπόθεση R 2469/2011-1), σχετικά με αίτηση ανανεώσεως της καταχωρίσεως του εικονιστικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης CVTC (στο εξής: επίμαχη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΚ) 207/2009
2
Το άρθρο 46 του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, με τίτλο «Διάρκεια της καταχώρισης», προβλέπει τα εξής:
«Η καταχώριση του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαρκεί επί μία δεκαετία από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης. Η καταχώριση δύναται να ανανεώνεται, ανά δεκαετία, σύμφωνα με το άρθρο 47.»
3
Το άρθρο 47 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Ανανέωση», ορίζει:
«1. Η καταχώριση του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανανεώνεται κατ’ αίτηση του δικαιούχου του σήματος ή κάθε προσώπου ρητά εξουσιοδοτημένου από αυτόν, εφόσον έχουν καταβληθεί τα τέλη.
2. Το Γραφείο ενημερώνει τον δικαιούχο του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάθε δικαιούχο καταχωρισμένου επ’ αυτού δικαιώματος για τη λήξη ισχύος της καταχώρισης, εγκαίρως πριν από την επέλευσή της. Το Γραφείο δεν ευθύνεται σε περίπτωση μη ενημέρωσης.
3. Η αίτηση ανανέωσης υποβάλλεται εντός προθεσμίας έξι μηνών η οποία λήγει την τελευταία ημέρα του μήνα κατά τον οποίο λήγει η διάρκεια προστασίας του σήματος. Μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει επίσης να καταβληθούν τα τέλη. Εν ελλείψει, η υποβολή της αίτησης και η καταβολή των τελών μπορούν επίσης να γίνουν εντός συμπληρωματικής προθεσμίας έξι μηνών η οποία αρχίζει την επομένη της ημέρας η οποία αναφέρεται στην πρώτη πρόταση, με την επιφύλαξη της καταβολής πρόσθετων τελών εντός της συμπληρωματικής αυτής προθεσμίας.
4. Αν η αίτηση δεν υποβληθεί ή τα τέλη δεν καταβληθούν παρά για μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η καταχώριση ανανεώνεται μόνο για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες.
5. Η ανανέωση ισχύει από την επομένη της ημερομηνίας λήξης ισχύος της καταχώρισης και καταχωρίζεται.»
4
Το άρθρο 48 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Τροποποίηση», έχει ως εξής:
«1. Κατά τη διάρκεια ισχύος της καταχώρισης ή της ανανέωσης, το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επιτρέπεται να τροποποιηθεί στο μητρώο.
[...]»
5
Το άρθρο 50 του κανονισμού 207/2009, με τίτλο «Παραίτηση», ορίζει:
«1. Το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο παραίτησης για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί.
2. Η παραίτηση δηλώνεται γραπτώς στο Γραφείο από τον δικαιούχο του σήματος. Παράγει αποτελέσματα μόνο μετά την καταχώρισή της.
[...]»
6
Το άρθρο 81 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum)», ορίζει:
«1. Ο καταθέτης ή ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οποιοσδήποτε άλλος διάδικος σε διαδικασία ενώπιον του Γραφείου ο οποίος, παρότι επέδειξε όλη την επιμέλεια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, δεν μπόρεσε να τηρήσει μια προθεσμία έναντι του Γραφείου, αποκαθίσταται, μετά από αίτηση, στα δικαιώματά του εάν το κώλυμα είχε ως άμεση συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, την απώλεια δικαιώματος ή ένδικου μέσου.
2. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί εγγράφως εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παύση του κωλύματος. Η μη διενεργηθείσα πράξη πρέπει να διενεργηθεί μέσα στην προθεσμία αυτή. Η αίτηση είναι παραδεκτή μόνον εντός προθεσμίας ενός έτους από τη λήξη της μη τηρηθείσας προθεσμίας. Σε περίπτωση που δεν υποβλήθηκε η αίτηση ανανέωσης της καταχώρισης ή δεν καταβλήθηκε το τέλος της ανανέωσης, η πρόσθετη προθεσμία των έξι μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 47 παράγραφος 3 τρίτη φράση, αφαιρείται από την περίοδο του ενός έτους.
[...]»
Ο κανονισμός (ΕΚ) 2868/95
7
Ο κανόνας 30 του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1995, L 303, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 355/2009 της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 2009 (ΕΕ 2009, L 109, σ. 3), με τίτλο «Ανανέωση [καταχώρισης]», προβλέπει τα εξής:
«1.
Η αίτηση ανανέωσης περιλαμβάνει:
[...]
γ)
εάν η ανανέωση ζητείται για μέρος μόνον των προϊόντων και υπηρεσιών ως προς τα οποία έχει [καταχωρισθεί] το σήμα, μνεία εκείνων των κλάσεων ή εκείνων των προϊόντων και υπηρεσιών ως προς τα οποία ζητείται ανανέωση ή εκείνων των κλάσεων ή εκείνων των προϊόντων και υπηρεσιών ως προς τα οποία δε ζητείται ανανέωση, ανά ομάδες κατά την ταξινόμηση της Νίκαιας· κάθε δε ομάδας προηγείται ο αριθμός της κλάσης της εν λόγω ταξινόμησης στην οποία ανήκει αυτή η ομάδα προϊόντων ή υπηρεσιών και κάθε ομάδα παρατίθεται με τη σειρά των κλάσεων αυτής της ταξινόμησης.
2.
Τα δυνάμει του άρθρου 47 του κανονισμού καταβλητέα τέλη, για την ανανέωση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι τα ακόλουθα:
α)
ένα βασικό τέλος·
β)
ειδικό τέλος για κάθε κλάση πέραν των τριών ως προς τις οποίες υποβάλλεται αίτηση για ανανέωση·
και
γ)
όπου ενδείκνυται, πρόσθετο τέλος για την εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους ανανέωσης ή την εκπρόθεσμη υποβολή της αίτησης για ανανέωση, βάσει του άρθρου 47 παράγραφος 3 του κανονισμού, όπως ορίζεται στον κανονισμό τελών.
[...]
5.
Αν δεν κατατεθεί αίτηση ανανέωσης, ή κατατεθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 47 παράγραφος 3 του κανονισμού ή αν δεν έχουν καταβληθεί ή έχουν καταβληθεί εκπρόθεσμα τα τέλη ή αν δεν έχουν θεραπευθεί εμπρόθεσμα οι διαπιστωθείσες ελλείψεις, το Γραφείο διαπιστώνει ότι έχει λήξει η ισχύς της [καταχώρισης] και ενημερώνει σχετικά το δικαιούχο του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
[...]»
Το ιστορικό της διαφοράς και η επίμαχη απόφαση
8
Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 1 έως 13 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η Nissan κατέθεσε, στις 23 Απριλίου 2001, στο EUIPO αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση αποτελείται από το εξής εικονιστικό σημείο:
9
Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στις κλάσεις 7, 9 και 12 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.
10
Το επίμαχο σήμα καταχωρίσθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2003 όσον αφορά προϊόντα που εμπίπτουν στις τρεις αυτές κλάσεις.
11
Στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, το EUIPO ενημέρωσε τη Nissan ότι το σήμα αυτό έπρεπε να ανανεωθεί πριν από τις 23 Απριλίου 2011.
12
Στις 27 Ιανουαρίου 2011, η Nissan ζήτησε από το EUIPO να ανανεώσει το εν λόγω σήμα για μέρος των προϊόντων τα οποία καλύπτει η καταχώριση, ήτοι για εκείνα τα προϊόντα που εμπίπτουν στις κλάσεις 7 και 12.
13
Στις 9 Μαΐου 2011, το EUIPO ενημέρωσε τη Nissan ότι η ανανέωση του επίμαχου σήματος είχε εγγραφεί στο μητρώο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 8 Μαΐου 2011 για τα προϊόντα των κλάσεων 7 και 12 και ότι είχε προβεί, σε σχέση με το ίδιο σήμα, σε διαγραφή της καταχωρίσεως των προϊόντων της κλάσεως 9.
14
Στις 14 και στις 22 Ιουλίου, καθώς και την 1η Αυγούστου 2011, η Nissan ζήτησε από το EUIPO να συμπεριλάβει τα προϊόντα της κλάσεως 9 στην ανανέωση του εν λόγω σήματος.
15
Με απόφαση της 26ης Αυγούστου 2011, το EUIPO απέρριψε την αίτηση της Nissan.
16
Στις 29 Αυγούστου 2011, η Nissan ζήτησε από το EUIPO να ακυρώσει την ως άνω απόφαση.
17
Με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, το τμήμα διαχειρίσεως των σημάτων επικύρωσε την ως άνω απόφαση της 26ης Αυγούστου 2011.
18
Στις 25 Νοεμβρίου 2011, η Nissan άσκησε ενώπιον του EUIPO, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως του τμήματος διαχειρίσεως των σημάτων.
19
Με την επίμαχη απόφαση, το πρώτο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την ως άνω προσφυγή. Εκτίμησε, κατ’ ουσίαν, ότι η αίτηση ανανεώσεως του επίμαχου σήματος για τα προϊόντα των κλάσεων 7 και 12 αποτελούσε παραίτηση από το σήμα αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 50 του κανονισμού 207/2009, όσον αφορά τα προϊόντα της κλάσεως 9. Εξάλλου, το εν λόγω τμήμα προσφυγών, υπογραμμίζοντας ότι η μερική ανανέωση του εν λόγω σήματος είχε καταχωρισθεί από το EUIPO και γνωστοποιηθεί στη Nissan και, στη συνέχεια, είχε παραγάγει αποτελέσματα erga omnes, εκτίμησε ότι, για λόγους ασφάλειας δικαίου, δεν μπορούσε να επιτραπεί στη Nissan να ανακαλέσει την απόφασή της περί μη ανανεώσεως του σήματος για ορισμένα προϊόντα.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
20
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Δεκεμβρίου 2012, η Nissan ζήτησε την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως.
21
Προς στήριξη της προσφυγής της, η Nissan προέβαλε έναν και μοναδικό λόγο ακυρώσεως αντλούμενο, κατ’ ουσίαν, από παράβαση των άρθρων 47 και 50 του κανονισμού 207/2009.
22
Το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε, στις σκέψεις 26 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το EUIPO είχε εσφαλμένως εξομοιώσει την αίτηση της Nissan περί μερικής ανανεώσεως με παραίτηση από το σήμα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του κανονισμού 207/2009, όσον αφορά τα προϊόντα της κλάσεως 9.
23
Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 34 έως 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η ως άνω διαπίστωση δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα, στην προκειμένη υπόθεση, την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως, δεδομένου ότι το EUIPO, δυνάμει του άρθρου 47 του κανονισμού 207/2009, βασίμως είχε προβεί σε ανανέωση του επίμαχου σήματος μόνον όσον αφορά τα προϊόντα των κλάσεων 7 και 12.
24
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον μοναδικό λόγο ακυρώσεως που είχε προβάλει η Nissan καθώς και, κατά συνέπεια, την προσφυγή στο σύνολό της.
Αιτήματα των διαδίκων
25
Η Nissan ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθώς και να ακυρώσει την επίμαχη απόφαση και να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα.
26
Το EUIPO ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τη Nissan στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
27
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Nissan προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως αντλούμενους από παράβαση, αντιστοίχως, του άρθρου 47 και του άρθρου 48 του κανονισμού 207/2009.
Επιχειρήματα των διαδίκων
28
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Nissan προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε ότι το άρθρο 47 του κανονισμού 207/2009 αποκλείει τις διαδοχικές αιτήσεις μερικής ανανεώσεως ενός σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Nissan υποστηρίζει ότι από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως ουδόλως προκύπτει ότι αυτή αντιτίθεται στις ως άνω αιτήσεις, δεδομένου εξάλλου ότι θεμιτοί λόγοι μπορούν να δικαιολογήσουν την υποβολή τους. Κατά τη Nissan, το εν λόγω άρθρο επιτρέπει, κατά γενικό κανόνα, την ανανέωση ενός τέτοιου σήματος πριν από τη εκπνοή της συμπληρωματικής προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 47, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 (στο εξής: συμπληρωματική προθεσμία).
29
Συναφώς, η Nissan επισημαίνει, πρώτον, ότι η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία έχει ως αποτέλεσμα, αφενός, να στερεί τη συμπληρωματική προθεσμία στους δικαιούχους σημάτων που καταβάλλουν προσπάθειες για την τήρηση της αρχικής προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 47, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 και, αφετέρου, να ωφελεί εκείνους που είναι σε θέση να καταβάλουν το ποσό του πρόσθετου τέλους που συνεπάγεται η ανανέωση η οποία λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της συμπληρωματικής προθεσμίας.
30
Δεύτερον, η Nissan φρονεί ότι η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου συνεπάγεται, στην πραγματικότητα, ότι μια αίτηση μερικής ανανεώσεως εξομοιώνεται με παραίτηση από το σήμα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του κανονισμού 207/2009, όσον αφορά τα προϊόντα που δεν κατονομάζονται στην εν λόγω αίτηση, ακόμη και όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο.
31
Τρίτον, η Nissan υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι οι δικαιούχοι σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποβάλλουν με σαφή και αναμφισβήτητο τρόπο αίτηση μερικής ανανεώσεως δεν σημαίνει, εντούτοις, ότι αυτοί αναμένουν ότι οι μεταγενέστερες αιτήσεις τους περί ανανεώσεως, οι οποίες υποβάλλονται κατά τη διάρκεια της συμπληρωματικής προθεσμίας, πρόκειται να απορριφθούν, δεδομένου ότι το EUIPO έχει ήδη κάνει δεκτές, τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις, διαδοχικές αιτήσεις μερικής ανανεώσεως υπό τις συνθήκες αυτές.
32
Τέταρτον, η Nissan επισημαίνει ότι ο κανόνας 30, σημείο 5, του κανονισμού 2868/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 355/2009, επιτρέπει τη μερική ανανέωση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της συμπληρωματικής προθεσμίας, μέσω τμηματικής καταβολής των τελών που σχετίζονται με τα διάφορα οικεία προϊόντα. Κατά την άποψη της Nissan, δεν υπάρχει κανένας λόγος που θα δικαιολογούσε το να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της ως άνω περιπτώσεως και, αφετέρου, μιας ανανεώσεως του εν λόγω σήματος λαμβάνουσας τη μορφή διαδοχικών αιτήσεων μερικής ανανεώσεως.
33
Πέμπτον, η Nissan προβάλλει ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν αντιτίθεται στη δυνατότητα συμπληρώσεως μιας αιτήσεως ανανεώσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη διάρκεια της συμπληρωματικής προθεσμίας. Κατά την άποψη της Nissan, η ασφάλεια δικαίου των τρίτων θα διακυβευόταν μόνον αν το EUIPO εξομοίωνε, εσφαλμένως, αίτηση μερικής ανανεώσεως με παραίτηση από το σήμα, με το να καταχωρίσει την απόφασή του επί της αιτήσεως μερικής ανανεώσεως πριν από την εκπνοή της συμπληρωματικής προθεσμίας.
34
Το EUIPO αντιτάσσει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 47 του κανονισμού 207/2009.
35
Προς στήριξη της άποψής του, το EUIPO προβάλλει ότι από το γράμμα του άρθρου 47, παράγραφος 3, πρώτη και δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 προκύπτει σαφώς ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την ανανέωση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να πληρούνται, κατ’ αρχήν, εντός της αρχικής προθεσμίας των έξι μηνών πριν από τη λήξη της περιόδου προστασίας. Ως εκ τούτου, κατά το EUIPO, η όψιμη ανανέωση του εν λόγω σήματος κατά τη διάρκεια της συμπληρωματικής προθεσμίας ενέχει εξαιρετικό χαρακτήρα, στοιχείο το οποίο επιρρωννύεται τόσο από το γεγονός ότι ο νομοθέτης της Ένωσης εξαρτά την εν λόγω ανανέωση από την καταβολή πρόσθετου τέλους όσο και από τις επιπλοκές της εν λόγω ανανεώσεως για το ευρωπαϊκό σύστημα σημάτων.
36
Στο πλαίσιο αυτό, το EUIPO προβάλλει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, τα σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανανεώνονται με αναδρομική ισχύ, η δε ανανέωση ισχύει από την επομένη της ημερομηνίας λήξεως ισχύος της καταχωρίσεως. Κατά συνέπεια, το μητρώο των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αντικατοπτρίζει πάντοτε με ακρίβεια τον βαθμό προστασίας που αποδίδεται σε ένα σήμα, οι δε επιχειρηματίες δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να έχουν βέβαιη γνώση όσον αφορά την ύπαρξη και την έκταση των καταχωρισμένων αποκλειστικών δικαιωμάτων. Κατά το EUIPO, δεδομένου ότι η δυνατότητα ανανεώσεως ενός σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη διάρκεια της συμπληρωματικής προθεσμίας δημιουργεί αυξημένο βαθμό ανασφάλειας δικαίου, το άρθρο 47, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς.
37
Επιπλέον, το EUIPO εκτιμά ότι, στην περίπτωση που μια «πλήρης» αίτηση ανανεώσεως, η οποία πληροί τις δύο σωρευτικές προϋποθέσεις που τίθενται με το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009, υποβληθεί κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας αρχικής προθεσμίας, ακόμη και αν η αίτηση αυτή αφορά μέρος μόνον των προϊόντων για τα οποία έχει καταχωρισθεί το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το άρθρο 47, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, του εν λόγω κανονισμού δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, εφόσον στην εισαγωγή της διατάξεως αυτής περιλαμβάνονται οι όροι «[ε]ν ελλείψει».
38
Εξάλλου, κατά το EUIPO, υπό το πρίσμα του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, όταν οι δικαιούχοι σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποβάλλουν μια τέτοια αίτηση μερικής ανανεώσεως, δηλώνουν εμμέσως ότι δεν επιθυμούν να επεκτείνουν την παρεχόμενη βάσει του σήματός τους προστασία στα εναπομένοντα προϊόντα. Επ’ αυτού, το EUIPO επισημαίνει ότι η ερμηνεία αυτή δεν καταλήγει στο να αντιμετωπίζεται μια αίτηση μερικής ανανεώσεως ως παραίτηση από το σήμα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του εν λόγω κανονισμού, στο μέτρο που η τελευταία παράγει αποτελέσματα κατά το χρονικό σημείο της δηλώσεως παραιτήσεως και της επακόλουθης καταχωρίσεώς της.
39
Επιπλέον, το EUIPO υπογραμμίζει ότι, εφόσον μια αίτηση μερικής ανανεώσεως δεν είναι παράτυπη, δεν υποχρεούται να αναμείνει τη λήξη της συμπληρωματικής προθεσμίας ώστε να προβεί σε καταχώριση και δημοσίευση μιας αιτήσεως ανανεώσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποβληθείσας, εν ευθέτω χρόνω, μόνον όσον αφορά ορισμένα προϊόντα. Αντιθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, το EUIPO υποχρεούται να ενεργήσει κατά τον τρόπο αυτό.
40
Το EUIPO επικαλείται, επίσης, το γεγονός ότι η καταχώριση της μερικής ανανεώσεως και, ειδικότερα, η λήξη ισχύος της καταχωρίσεως του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τα προϊόντα ως προς τα οποία δεν ζητήθηκε ανανέωση παράγουν αποτελέσματα erga omnes. Κατά το EUIPO, καίτοι, δυνάμει του άρθρου 47, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, οι αρμόδιες αρχές και το κοινό οφείλουν να είναι εν γνώσει του ότι ένα τέτοιο σήμα μπορεί να ανανεωθεί κατά τη διάρκεια της συμπληρωματικής προθεσμίας, εντούτοις, οι εν λόγω αρμόδιες αρχές και το κοινό δεν μπορούν να προβλέψουν την ενδεχόμενη μεταγενέστερη επέκταση, και σε άλλα προϊόντα, σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο εγκύρως ανανεώθηκε μόνον εν μέρει.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
41
Κατά πρώτον, πρέπει να προσδιορισθεί αν, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, το άρθρο 47, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 αντιτίθεται στην υποβολή, κατά τη διάρκεια της συμπληρωματικής προθεσμίας που προβλέπεται στην τρίτη περίοδο της διατάξεως αυτής, αιτήσεως ανανεώσεως αφορώσας ορισμένες κλάσεις προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί ένα σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν αίτηση ανανεώσεως σχετικά με άλλες κλάσεις προϊόντων ή υπηρεσιών καλυπτόμενες από το ίδιο σήμα έχει υποβληθεί προγενεστέρως, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην πρώτη περίοδο της εν λόγω διατάξεως.
42
Επ’ αυτού, πρέπει να επισημανθεί ότι, στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι «[…] από το γράμμα του [άρθρου 47, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009], και συγκεκριμένα από την έκφραση “εν ελλείψει”, προκύπτει σαφώς ότι η δυνατότητα υποβολής της αιτήσεως ανανεώσεως μετά την παρέλευση της αρχικής προθεσμίας εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι δεν έχει υποβληθεί αίτηση ανανεώσεως κατά τη διάρκεια της εν λόγω προθεσμίας», και ότι, «ως εκ τούτου, ενώ η αίτηση ανανεώσεως πρέπει να υποβάλλεται, καταρχήν, εντός της αρχικής προθεσμίας, μόνον κατ’ εξαίρεση, και συγκεκριμένα εφόσον δεν έχει υποβληθεί καμία αίτηση εντός της αρχικής προθεσμίας, ο δικαιούχος σήματος ή κάθε πρόσωπο ρητώς εξουσιοδοτημένο από αυτόν μπορεί να υποβάλει την εν λόγω αίτηση κατά τη διάρκεια της προθεσμίας χάριτος, έναντι καταβολής πρόσθετου τέλους».
43
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνη βάση για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής ούτε μπορεί να χαρακτηρίζεται ως υπερέχουσα έναντι των άλλων γλωσσικών αποδόσεων. Πράγματι, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο λαμβανομένων υπόψη των αποδόσεών τους σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης. Σε περίπτωση διαστάσεως μεταξύ των αποδόσεων ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης στις διάφορες γλώσσες, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται βάσει της όλης οικονομίας και του σκοπού που επιδιώκεται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. απόφαση της 9ης Απριλίου 2014, GSV, C‑74/13, EU:C:2014:243, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
44
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009, στην απόδοσή του στη γαλλική γλώσσα, την οποία εξέτασε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, «[l]a demande de renouvellement est à présenter dans un délai de six mois expirant le dernier jour du mois au cours duquel la période de protection prend fin. Les taxes doivent également être acquittées dans ce délai. À défaut, la demande peut encore être présentée et les taxes acquittées dans un délai supplémentaire de six mois prenant cours le lendemain du jour visé dans la première phrase, sous réserve du paiement d’une surtaxe au cours dudit délai supplémentaire».
45
Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 47, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 διαφέρουν από το κείμενο που παρατέθηκε στην προηγούμενη σκέψη καθόσον δεν χρησιμοποιούν τους όρους «à défaut», επί των οποίων στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ούτε άλλους παρεμφερείς όρους.
46
Ενδεικτικά, κατά τη γερμανική γλωσσική απόδοση, «[d]er Antrag und die Gebühren können noch innerhalb einer Nachfrist von sechs Monaten nach Ablauf des in Satz 1 genannten Tages eingereicht oder gezahlt werden, sofern innerhalb dieser Nachfrist eine Zuschlagsgebühr entrichtet wird», κατά την ολλανδική γλωσσική απόδοση «[de] indiening van de aanvrage en de voldoening van de taksen kunnen nog binnen een extra termijn van zes maanden na het verstrijken van de in de eerste zin genoemde termijn geschieden, tegen betaling van een toeslag binnen deze extra termijn», κατά την πορτογαλική γλωσσική απόδοση «[o] pedido pode ainda ser apresentado e as taxas pagas num prazo suplementar de seis meses, a contar do dia seguinte ao referido na primeira frase, sob reserva do pagamento de uma sobretaxa no decurso desse prazo suplementar», κατά τη φινλανδική γλωσσική απόδοση «[h]akemus voidaan kuitenkin vielä esittää ja maksut suorittaa kuuden kuukauden lisämääräajan kuluessa, joka alkaa ensimmäisessä virkkeessä tarkoitetun päivän jälkeisenä päivänä, jos mainitun määräajan kuluessa suoritetaan lisämaksu».
47
Εν πάση περιπτώσει, από την έκφραση «à défaut», η οποία χρησιμοποιείται στην απόδοση της εν λόγω διατάξεως στη γαλλική γλώσσα, δεν μπορεί να συναχθεί κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο ότι μόνον κατ’ εξαίρεση, εφόσον καμία άλλη σχετική αίτηση δεν έχει υποβληθεί προγενεστέρως, μια αίτηση ανανεώσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να υποβάλλεται κατά τη διάρκεια της συμπληρωματικής προθεσμίας.
48
Αντιθέτως, το γράμμα του άρθρου 47, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, στο σύνολο των γλωσσικών αποδόσεων που παρατέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, υποδηλώνει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης εξαρτά την υποβολή αιτήσεως ανανεώσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη διάρκεια της συμπληρωματικής προθεσμίας από τη μόνη προϋπόθεση της καταβολής πρόσθετου τέλους, που αποτελεί, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 56 των προτάσεών του, το μοναδικό στοιχείο το οποίο καθιστά δυνατή τη διαφοροποίηση μιας αιτήσεως ανανεώσεως, η οποία έχει κατατεθεί υπό τις περιστάσεις αυτές, σε σχέση με μια αίτηση που έχει υποβληθεί εντός της αρχικής προθεσμίας των έξι μηνών.
49
Επιπλέον, αντιθέτως προς ό,τι άφησε να εννοηθεί το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται το EUIPO, η όλη οικονομία του άρθρου 47, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 δεν είναι ικανή να κλονίσει την ερμηνεία αυτή.
50
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, ειδικότερα, κατά το άρθρο 47, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, αν η αίτηση ανανεώσεως υποβληθεί για μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η καταχώριση ανανεώνεται μόνο για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες, ενώ το άρθρο 47, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι η ανανέωση ισχύει από την επομένη της ημερομηνίας λήξεως ισχύος της καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος και ότι η εν λόγω ανανέωση καταχωρίζεται.
51
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τις ως άνω διατάξεις δεν προκύπτει ότι απαγορεύεται η υποβολή, κατά τη διάρκεια των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 47, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009, αιτήσεων ανανεώσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες υποβάλλονται τμηματικά και αφορούν διαφορετικές κλάσεις προϊόντων ή υπηρεσιών.
52
Επιπλέον, οι επιδιωκόμενοι με τον κανονισμό 207/2009 σκοποί επιρρωννύουν την ερμηνεία ότι επιβάλλεται να γίνονται δεκτές οι εν λόγω αιτήσεις ανανεώσεως, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν κατατεθεί πριν από τη λήξη της συμπληρωματικής προθεσμίας.
53
Επ’ αυτού, επιβάλλεται η παρατήρηση, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 65 των προτάσεών του, ότι ο κανονισμός 207/2009, προβλέποντας τη δυνατότητα να ζητείται κατά τρόπο διαρκή η ανανέωση της καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για δεκαετείς περιόδους και προβλέποντας, στο πλαίσιο αυτό, δύο διαδοχικές προθεσμίες εντός των οποίων μπορεί να ζητηθεί η εν λόγω ανανέωση, συμφώνως προς τα άρθρα του 46 και 47, έχει ως σκοπό να διευκολύνει, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής σημασίας της προστασίας που παρέχεται δυνάμει των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη διατήρηση, εκ μέρους των δικαιούχων των εν λόγω σημάτων, των αποκλειστικών δικαιωμάτων τους.
54
Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως προκύπτει από την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, της 24ης Μαΐου 2011, με τίτλο «Η Ενιαία Αγορά για τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας – Τόνωση της δημιουργικότητας και της καινοτομίας για τη δημιουργία οικονομικής ανάπτυξης, θέσεων απασχόλησης υψηλής ποιότητας και έξοχων προϊόντων και υπηρεσιών στην Ευρώπη» [COM(2011) 287 τελικό], (σ. 7), η προστασία του σήματος τονώνει τις επενδύσεις στην ποιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών, ιδίως σε τομείς που στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στα σήματα και στη σταθερή προτίμηση των πελατών.
55
Η επιδίωξη του σκοπού αυτού στο πλαίσιο του κανονισμού 207/2009 επιβεβαιώνεται επίσης, αφενός, από το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 47, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, το EUIPO οφείλει να ενημερώσει εγκαίρως τον δικαιούχο του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάθε δικαιούχο καταχωρισμένου επ’ αυτού δικαιώματος για τη λήξη ισχύος της καταχωρίσεως. Αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 81 του εν λόγω κανονισμού, ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος, παρότι επέδειξε όλη την επιμέλεια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, δεν μπόρεσε να τηρήσει μια προθεσμία έναντι του EUIPO, μπορεί να αποκατασταθεί στα δικαιώματά του, διά της υποβολής αιτήσεως εντός προθεσμίας μέγιστης διάρκειας ενός έτους από τη λήξη της μη τηρηθείσας προθεσμίας.
56
Κατά δεύτερον, πρέπει να εξετασθεί το ζήτημα αν λόγοι ασφάλειας δικαίου, οι οποίοι ανάγονται στο αποτέλεσμα erga omnes της καταχωρίσεως αιτήσεως μερικής ανανεώσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την επομένη της ημερομηνίας λήξεως ισχύος της καταχωρίσεως του εν λόγω σήματος, αντιτίθενται στις εν προκειμένω επίμαχες διαδοχικές αιτήσεις ανανεώσεως, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 40 και 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και όπως υποστηρίζει το EUIPO.
57
Επ’ αυτού, αρκεί να επισημανθεί ότι η σχετική αντίρρηση στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι από το άρθρο 47, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 207/2009 απορρέει όχι μόνον η υποχρέωση του EUIPO να καταχωρίζει αίτηση μερικής ανανεώσεως πριν από την εκπνοή της συμπληρωματικής προθεσμίας, αλλά και η αδυναμία του EUIPO να προβλέπει, σε περίπτωση καταχωρίσεως μιας τέτοιας αιτήσεως, αντί της διαγραφής ορισμένων κλάσεων προϊόντων ή υπηρεσιών από το μητρώο, μέτρα ενημέρωσης που να καθιστούν δυνατή την προάσπιση, ταυτοχρόνως, των δικαιωμάτων των δικαιούχων σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δικαιωμάτων των τρίτων.
58
Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι το άρθρο 47, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 καθώς και η αρχή της ασφάλειας δικαίου αντιτίθενται στην εντός της συμπληρωματικής προθεσμίας υποβολή αιτήσεως ανανεώσεως αφορώσας ορισμένες κλάσεις προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί ένα σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν αίτηση ανανεώσεως σχετικά με άλλες κλάσεις προϊόντων ή υπηρεσιών καλυπτόμενες από το ίδιο σήμα έχει υποβληθεί προγενεστέρως, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην πρώτη περίοδο της εν λόγω διατάξεως.
59
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός και, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετασθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 48 του κανονισμού 207/2009, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.
Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
60
Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση. Τούτο ισχύει εν προκειμένω.
61
Συναφώς, από τις σκέψεις 41 έως 58 της παρούσας αποφάσεως, καθώς και από τις σκέψεις 26 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως τον οποίο προέβαλε η Nissan προς στήριξη της προσφυγής που άσκησε πρωτοδίκως και ο οποίος αντλείτο, κατ’ ουσίαν, από παράβαση των άρθρων 47 και 50 του κανονισμού 207/2009, είναι βάσιμος και ότι, κατά συνέπεια, η επίμαχη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
62
Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αυτό αποφαίνεται επί των εξόδων.
63
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
64
Δεδομένου ότι η Nissan ζήτησε την καταδίκη του EUIPO στα δικαστικά έξοδα και ότι το τελευταίο ηττήθηκε, το EUIPO πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτοβάθμιας διαδικασίας στην υπόθεση T‑572/12 όσο και της αναιρετικής διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 4ης Μαρτίου 2015, Nissan Jidosha κατά ΓΕΕΑ (CVTC) (T‑572/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:136).
2)
Ακυρώνει την απόφαση του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 6ης Σεπτεμβρίου 2012 (υπόθεση R 2469/2011-1), σχετικά με αίτηση ανανεώσεως της καταχωρίσεως του εικονιστικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης CVTC.
3)
Το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταδικάζεται, πέραν των δικών του δικαστικών εξόδων, και στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Nissan Jidosha KK σε σχέση τόσο με την πρωτοβάθμια διαδικασία στην υπόθεση T‑572/12 όσο και με την αναιρετική διαδικασία.
(υπογραφές)
( *1 ) * Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy