ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 28ης Ιουλίου 2016 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών — Οδηγία 2002/21/ΕΚ — Άρθρο 3 — Αμεροληψία και ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών — Οδηγία 2002/20/EK — Άρθρο 12 — Διοικητικές επιβαρύνσεις — Υπαγωγή εθνικής ρυθμιστικής αρχής στις διατάξεις περί δημοσίων οικονομικών, καθώς και σε διατάξεις σχετικά με τον περιορισμό και τον εξορθολογισμό των δαπανών των φορέων της δημόσιας διοίκησης»
Στην υπόθεση C‑240/15,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, Ιταλία) με απόφαση της 15ης Μαΐου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Μαΐου 2015, στο πλαίσιο της δίκης
Autorità per le Garanzie nelle Comunicazioni
κατά
Istituto Nazionale di Statistica – ISTAT,
Presidenza del Consiglio dei Ministri,
Ministero dell'Economia e delle Finanze,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, C. Toader, A. Rosas, A. Prechal και E. Jarašiūnas (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez‑Bordona
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Autorità per le Garanzie nelle Comunicazioni, εκπροσωπούμενη από τον M. Clarich, avvocato,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,
—
η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Bulterman και M. de Ree,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους V. Di Bucci και G. Braun, καθώς και από την L. Nicolae,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 33, στο εξής: οδηγία-πλαίσιο όπως ίσχυε αρχικά), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 337, σ. 37, και διορθωτικό ΕΕ 2013, L 241, σ. 8) (στο εξής: οδηγία-πλαίσιο), καθώς και του άρθρου 12 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 21).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Autorità per le Garanzie nelle Comunicazioni (αρμόδιας για τις τηλεπικοινωνίες εποπτικής αρχής, στο εξής: Αρχή) και, αφετέρου, του Istituto Nazionale di Statistica – ISTAT (εθνικού ινστιτούτου στατιστικής, Ιταλία, στο εξής: Ινστιτούτο), της Presidenza del Consiglio dei Ministri (Προεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου, Ιταλία) και του Ministero dell’Economia e delle Finanze (Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, Ιταλία), σχετικά με την καταχώριση της Αρχής στον κατάλογο των φορέων της δημόσιας διοίκησης που περιλαμβάνονται στον ενοποιημένο λογαριασμό αποτελεσμάτων της δημόσιας διοίκησης.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία-πλαίσιο
3
Η αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας-πλαισίου αναφέρει τα εξής:
«Σύμφωνα με την αρχή του διαχωρισμού κανονιστικών και εκτελεστικών αρμοδιοτήτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εγγυώνται την ανεξαρτησία της εθνικής κανονιστικής αρχής ή αρχών ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η αμεροληψία των αποφάσεών τους. Αυτή η απαίτηση ανεξαρτησίας εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της θεσμικής αυτονομίας και των συνταγματικών υποχρεώσεων των κρατών μελών, ή της αρχής της ουδετερότητας όσον αφορά τους κανόνες των κρατών μελών που διέπουν το καθεστώς ιδιοκτησίας, που ορίζεται στο άρθρο [345 ΣΛΕΕ]. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να διαθέτουν όλους τους απαραίτητους πόρους, όσον αφορά το προσωπικό, την εμπειρία και τα οικονομικά μέσα, για να διεκπεραιώνουν τα καθήκοντά τους.»
4
Το άρθρο 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας-πλαισίου ορίζει ότι η «εθνική κανονιστική αρχή» είναι «ο ή οι φορείς στους οποίους ένα κράτος μέλος έχει αναθέσει οποιαδήποτε από τα κανονιστικά καθήκοντα που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τις ειδικές οδηγίες». Κατά το στοιχείο ιβʹ του ίδιου άρθρου 2, στις ειδικές οδηγίες συγκαταλέγεται και η οδηγία για την αδειοδότηση.
5
Με την οδηγία 2009/140 προστέθηκαν στο άρθρο 3 της οδηγίας-πλαισίου όπως ίσχυε αρχικά οι νέες παράγραφοι 3 έως 3γ, σχετικά με την ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών (στο εξής: ΕΡΑ). Στην αιτιολογική σκέψη 13 της οδηγίας 2009/140 διευκρινίζονται, συναφώς, τα εξής:
«Η ανεξαρτησία των [ΕΡΑ] θα πρέπει να ενισχυθεί ώστε να εξασφαλισθεί αποτελεσματικότερη εφαρμογή του κανονιστικού [πλαισίου] και να αυξηθεί το κύρος τους και η προβλεψιμότητα των αποφάσεών τους. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη στην εθνική νομοθεσία που θα εξασφαλίσει ότι, κατά την άσκηση των καθηκόντων της, μια εθνική ρυθμιστική αρχή υπεύθυνη για την εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών ή για την επίλυση των διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων προστατεύεται έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή της στα θέματα των οποίων επιλαμβάνεται. [Εξαιτίας της εξωτερικής αυτής επιρροής, τα εθνικά νομοθετικά όργανα δεν είναι κατάλληλα να ενεργούν ως ΕΡΑ βάσει του ρυθμιστικού πλαισίου.] [...] Είναι σημαντικό οι [ΕΡΑ] που είναι υπεύθυνες για την εκ των προτέρων ρύθμιση των αγορών να έχουν δικό τους προϋπολογισμό, που να τους παρέχει ιδίως τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν επαρκή αριθμό ειδικευμένου προσωπικού. Για την εξασφάλιση διαφάνειας θα πρέπει ο προϋπολογισμός αυτός να δημοσιεύεται ετησίως.»
6
Το άρθρο 3 της οδηγίας-πλαισίου, με τίτλο «[ΕΡΑ]», ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι καθένα από τα καθήκοντα που ανατίθενται στις [ΕΡΑ] βάσει της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών, αναλαμβάνεται από αρμόδιο φορέα.
2. Τα κράτη μέλη εγγυώνται την ανεξαρτησία των [EPA] εξασφαλίζοντας ότι οι [EPA] είναι νομικά διακριτές και λειτουργικά ανεξάρτητες από όλους τους οργανισμούς παροχής δικτύων, εξοπλισμού ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη τα οποία διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο επιχειρήσεων παροχής δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εξασφαλίζουν τον αποτελεσματικό διαρθρωτικό διαχωρισμό της κανονιστικής λειτουργίας από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την αμεροληψία, τη διαφάνεια και την έγκαιρη δράση των [ΕΡΑ] κατά την άσκηση των εξουσιών τους. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι [ΕΡΑ] να διαθέτουν επαρκείς χρηματοδοτικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.
3α. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5, οι [ΕΡΑ] που είναι υπεύθυνες για την εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών ή για την επίλυση των διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων [...] ενεργούν ανεξάρτητα και δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν οδηγίες από κανέναν άλλον φορέα σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών που τους έχουν ανατεθεί βάσει εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων που υλοποιούν την κοινοτική νομοθεσία. Αυτό δεν εμποδίζει την επιτήρηση σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο. [...]
[...]
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι [ΕΡΑ] που αναφέρονται στην πρώην υποπαράγραφο διαθέτουν χωριστούς ετήσιους προϋπολογισμούς. Οι προϋπολογισμοί δημοσιοποιούνται. Τα κράτη μέλη μεριμνούν επίσης ώστε να διαθέτουν οι [ΕΡΑ] επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους που θα τους επιτρέπουν να συμμετέχουν ενεργά και να συνεισφέρουν στον Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών στις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) [ο οποίος συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1211/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, για την ίδρυση του Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) και της Υπηρεσίας (ΕΕ 2009, L 337, σ. 1)].
[...]»
Η οδηγία για την αδειοδότηση
7
Η αιτιολογική σκέψη 30 της οδηγίας για την αδειοδότηση έχει ως εξής:
«Είναι δυνατόν να επιβάλλονται διοικητικές επιβαρύνσεις σε παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της [ΕΡΑ] όσον αφορά τη διαχείριση του συστήματος αδειοδότησης και για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης. Αυτές οι επιβαρύνσεις θα πρέπει να περιορίζονται στην κάλυψη των πραγματικών διοικητικών δαπανών για τις εν λόγω δραστηριότητες. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να υπάρχει διαφάνεια όσον αφορά τα έσοδα και τις δαπάνες των [ΕΡΑ] με την υποβολή ετήσιων εκθέσεων σχετικά με το συνολικό ποσό των επιβαρύνσεων που συγκεντρώνονται και των πραγματοποιηθεισών διοικητικών δαπανών. Αυτό θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να επαληθεύουν εάν οι διοικητικές δαπάνες και οι επιβαρύνσεις είναι ισορροπημένες.»
8
Το άρθρο 12 της οδηγίας για την αδειοδότηση, με τίτλο «Διοικητικές επιβαρύνσεις», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Κάθε διοικητική επιβάρυνση που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν δίκτυο ή υπηρεσία βάσει γενικής άδειας ή στις οποίες έχει χορηγηθεί δικαίωμα χρήσης:
α)
συνολικά, καλύπτει μόνον τις διοικητικές δαπάνες που θα προκύψουν από τη διαχείριση, τον έλεγχο και την επιβολή του συστήματος γενικών αδειών και των δικαιωμάτων χρήσης και των ειδικών υποχρεώσεων [...], οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν δαπάνες για διεθνή συνεργασία, εναρμόνιση και τυποποίηση, ανάλυση αγοράς, παρακολούθηση της συμμόρφωσης και άλλους ελέγχους της αγοράς, καθώς και κανονιστικές εργασίες που περιλαμβάνουν την εκπόνηση και την επιβολή παράγωγου δικαίου και διοικητικών αποφάσεων, όπως αποφάσεων για την πρόσβαση και τη διασύνδεση, και
β)
επιβάλλεται στις επιμέρους επιχειρήσεις κατά αντικειμενικό, διαφανή και αναλογικό τρόπο, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι πρόσθετες διοικητικές δαπάνες και οι συναφείς δαπάνες.
2. Όταν οι [ΕΡΑ] επιβάλλουν διοικητικές επιβαρύνσεις, δημοσιεύουν ετήσια ανασκόπηση των διοικητικών δαπανών τους και του συνολικού ποσού των επιβαρύνσεων που συγκεντρώνονται. Ανάλογα με τη διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού των επιβαρύνσεων και των διοικητικών δαπανών, γίνονται κατάλληλες αναπροσαρμογές.»
Το ιταλικό δίκαιο
9
Η Αρχή συστάθηκε με τον legge n. 249 – Istituzione dell’Autorità per le garanzie nelle comunicazioni e norme sui sistemi delle telecomunicazioni e radiotelevisivo (νόμο 249, περί συστάσεως της αρμόδιας για τις τηλεπικοινωνίες αρχής και άλλες διατάξεις περί συστημάτων τηλεπικοινωνιών και ραδιοτηλεόρασης), της 31ης Ιουλίου 1997 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 177, της 31ης Ιουλίου 1997). Το άρθρο 1, παράγραφος 9, του νόμου αυτού ορίζει ότι η Αρχή «θεσπίζει κανονισμό σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία της, τους προϋπολογισμούς της, τις οικονομικές καταστάσεις και τη διαχείριση των εξόδων της, ακόμη και κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις περί της γενικής λογιστικής του κράτους, καθώς και σχετικά με το νομικό και οικονομικό καθεστώς του προσωπικού».
10
Με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του decreto legislativo n. 259 – Codice delle comunicazioni elettroniche (νομοθετικού διατάγματος 259, περί του κώδικα ηλεκτρονικών επικοινωνιών), της 1ης Αυγούστου 2003 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 214, της 15ης Σεπτεμβρίου 2003), ανατίθενται στην Αρχή τα καθήκοντα ΕΡΑ κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας-πλαισίου.
11
Με τον legge n. 311 – Disposizioni per la formazione del bilancio annuale e pluriennale dello Stato (legge finanziaria 2005) [νόμο 311, για τον καθορισμό του ετήσιου και πολυετούς προϋπολογισμού του κράτους (δημοσιονομικός νόμος του 2005)], της 30ής Δεκεμβρίου 2004 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 306, της 31ης Δεκεμβρίου 2004, στο εξής: νόμος 311), τέθηκε όριο στην αύξηση των δαπανών των φορέων της δημόσιας διοίκησης. Το άρθρο 1, παράγραφος 5, του νόμου αυτού προβλέπει τα εξής:
«Για να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι που έχουν καθοριστεί από την [Ευρωπαϊκή] Ένωση [...] για την τριετία 2005-2007, οι συνολικές δαπάνες των φορέων της δημόσιας διοίκησης, οι οποίοι περιλαμβάνονται στον ενοποιημένο λογαριασμό αποτελεσμάτων και οι οποίοι καθορίζονται για το έτος 2005 στον κατάλογο 1 που προσαρτάται στον παρόντα νόμο και για τα επόμενα έτη, με απόφασή του [Ινστιτούτου] που δημοσιεύεται στην [GURI] έως τις 31 Ιουλίου κάθε έτους, δεν δύνανται να υπερβαίνουν το 2 % των ενημερωμένων αντίστοιχων προβλέψεων του προηγούμενου έτους, όπως αυτές προκύπτουν από την “Έκθεση προβλέψεων και προγραμματισμού”.»
12
Με τον legge n. 266 – Disposizioni per la formazione del bilancio annuale e pluriennale dello Stato (legge finanziaria 2006) [νόμο 266, για τον καθορισμό του ετήσιου και πολυετούς προϋπολογισμού του κράτους (δημοσιονομικός νόμος του 2006)], της 23ης Δεκεμβρίου 2005 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 302, της 29ης Δεκεμβρίου 2005), παρέχεται σε ορισμένες ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η Αρχή, σημαντική οικονομική αυτοτέλεια. Ειδικότερα, το άρθρο 1, παράγραφος 65, του νόμου αυτού ορίζει τα ακόλουθα:
«Από το έτος 2007 οι λειτουργικές δαπάνες [...] της [Αρχής] χρηματοδοτούνται, κατά το μέρος που δεν καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό, από την οικεία αγορά, κατά τους όρους που προβλέπει το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο, ενώ το ύψος της εισφοράς καθορίζεται με απόφαση εκάστης των αρχών, εντός των ανώτατων νομοθετικώς προβλεπόμενων ορίων και οι εισφορές καταβάλλονται απευθείας στις αρχές. [...]»
13
Η decreto-legge n. 223 – Disposizioni urgenti per il rilancio economico e sociale, per il contenimento e la razionalizzazione della spesa pubblica, nonché interventi in materia di entrate e di contrasto all’evasione fiscale (πράξη νομοθετικού περιεχομένου 223, επείγουσες διατάξεις για την οικονομική και κοινωνική ανάκαμψη, τη συγκράτηση και τον εξορθολογισμό των δημοσίων δαπανών, και παρεμβάσεις στον τομέα των εσόδων και της καταστολής της φοροδιαφυγής), της 4ης Ιουλίου 2006 (GURI αριθ. 153, της 4ης Ιουλίου 2006, σ. 4), η οποία μετατράπηκε, κατόπιν τροποποιήσεων, στον νόμο 248, της 4ης Αυγούστου 2006 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 186, της 11ης Αυγούστου 2006) (στο εξής: πράξη νομοθετικού περιεχομένου 223), περιέχει διατάξεις για τη μείωση των λειτουργικών δαπανών των δημοσίων φορέων και οργανισμών, πλην εκείνων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το άρθρο 22, παράγραφος 1, του νόμου αυτού προβλέπει τα εξής:
«Οι πιστώσεις για το έτος 2006 που αφορούν τις ενδιάμεσες δαπάνες των προϋπολογισμών των δημόσιων φορέων και οργανισμών πλην εκείνων της τοπικής αυτοδιοικήσεως [...], που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 5 και 6, του [νόμου 311], [με ορισμένες εξαιρέσεις], μειώνονται κατά 10 % [...]».
14
Ο legge n. 196 – Legge di contabilità e finanza pubblica (νόμος 196, περί δημοσίου λογιστικού και δημοσίων οικονομικών), της 31ης Δεκεμβρίου 2009 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 303, της 31ης Δεκεμβρίου 2009), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος 196), περιέχει νέα εθνική γενική ρύθμιση όσον αφορά το δημόσιο λογιστικό και τα δημόσια οικονομικά. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του νόμου αυτού ορίζει τα ακόλουθα:
«Για τους σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων περί δημοσίων οικονομικών, ως διοικητικοί φορείς νοούνται, για το έτος 2011, οι οργανισμοί που για στατιστικούς σκοπούς περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αποτελεί αντικείμενο του ανακοινωθέντος του [Ινστιτούτου] με ημερομηνία 24 Ιουλίου 2010, το οποίο δημοσιεύθηκε αυθημερόν στην [GURI] αριθ. 171, καθώς και, από το έτος 2012, οι οργανισμοί που για στατιστικούς σκοπούς έχουν καταχωριστεί από το [Ινστιτούτο] στον κατάλογο που αποτελεί αντικείμενο του ανακοινωθέντος του ίδιου [Ινστιτούτου] με ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου 2011, το οποίο δημοσιεύθηκε αυθημερόν στην [GURI] αριθ. 228, και σε μεταγενέστερες ενημερώσεις του καταλόγου αυτού σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, οι οποίες πραγματοποιούνται βάσει των ορισμών που περιέχονται στους ειδικούς κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ανεξάρτητες αρχές και οι φορείς τους οποίους αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 165, της 30ής Μαρτίου 2001, όπως έχει τροποποιηθεί.»
15
Στις 28 Σεπτεμβρίου 2012, το Ινστιτούτο δημοσίευσε στην GURI τον Elenco delle amministrazioni pubbliche inserite nel conto economico consolidato individuate ai sensi dell’articolo 1, comma 3, della legge 31 dicembre 2009, n. 196 (κατάλογο των φορέων της δημόσιας διοίκησης που περιλαμβάνονται στον ενοποιημένο λογαριασμό αποτελεσμάτων των δημόσιων αρχών, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, του νόμου 196, GURI αριθ. 227, της 28ης Σεπτεμβρίου 2012, σ. 92, στο εξής: κατάλογος του Ινστιτούτου). Η Αρχή περιλαμβάνεται στον κατάλογο αυτόν.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
16
Η Αρχή, η οποία, ως ΕΡΑ κατά την έννοια της οδηγίας-πλαισίου, είναι αρμόδια για την εκ των προτέρων ρύθμιση της αγοράς και την επίλυση διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων, άσκησε, ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale del Lazio (περιφερειακού πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του Lazio, Ιταλία), προσφυγή με την οποία αμφισβητεί, μεταξύ άλλων, την επιλογή του Ιταλού νομοθέτη να την υπαγάγει στις διατάξεις περί δημοσίων οικονομικών και, ειδικότερα, σε ορισμένες διατάξεις σχετικά με τον περιορισμό και τον εξορθολογισμό των δημοσίων δαπανών.
17
Με απόφαση της 12ης Ιουνίου 2013, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio (περιφερειακό πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Lazio) απέρριψε την προσφυγή αυτή.
18
Η Αρχή προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Consiglio di Stato (Ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, Ιταλία). Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, υποστήριξε ότι η άνευ άλλου τινός υπαγωγή της στις εθνικές διατάξεις περί δημοσίων οικονομικών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του νόμου 196, καθώς και στις ειδικές διατάξεις για τον περιορισμό και τον εξορθολογισμό των λειτουργικών δαπανών των φορέων της δημόσιας διοίκησης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1, παράγραφος 5, του νόμου 311 και στο άρθρο 22, παράγραφος 1, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 223, έχει ως συνέπεια να της επιβάλλονται οργανωτικοί και οικονομικοί περιορισμοί δυνάμενοι να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα της ρυθμιστικής λειτουργίας της στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Προέβαλε ότι ο Ιταλός νομοθέτης έπρεπε να την είχε υπαγάγει σε ευνοϊκότερες διατάξεις, όπως οι προβλεπόμενες για την Banca d’Italia (Τράπεζα της Ιταλίας), ή, τουλάχιστον, να είχε περιορίσει τη μείωση των δαπανών στο μέρος εκείνο της χρηματοδοτήσεώς της που προέρχεται από τον κρατικό προϋπολογισμό.
19
Το Ινστιτούτο, η Προεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου και το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η Αρχή.
20
Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει, καταρχάς, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 5, του νόμου 311 αποσκοπεί ειδικά στον περιορισμό των δαπανών του «ευρύτερου δημόσιου τομέα» και ότι, στο πλαίσιο αυτό, υποχρεώνει τους φορείς που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Ινστιτούτου να τηρούν ορισμένες διατάξεις για τη μείωση των δημοσίων δαπανών.
21
Το ως άνω δικαστήριο επισημαίνει ότι, για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, καλείται να διαπιστώσει εάν η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση παραβιάζει τις αρχές της αμεροληψίας και της ανεξαρτησίας, τις οποίες οφείλουν να διασφαλίζουν στις ΕΡΑ τα κράτη μέλη, τόσο από οικονομικής όσο και από οργανωτικής απόψεως, καθώς και την αρχή κατά την οποία οι ΕΡΑ χρηματοδοτούν εξ ιδίων πόρων ως επί το πλείστον τη δραστηριότητά τους στους τομείς της διαχειρίσεως, του ελέγχου και της εφαρμογής του συστήματος γενικών αδειών, κατά την έννοια του άρθρου 12 της οδηγίας για την αδειοδότηση. Το αιτούν δικαστήριο, μολονότι δεν θεωρεί τη θέση της Αρχής προδήλως αβάσιμη, εντούτοις κλίνει προς την άποψη ότι η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης.
22
Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, πρώτον, ότι οι ΕΡΑ τελούν μεν υπό ειδικό καθεστώς ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, πλην όμως τούτο δεν σημαίνει ότι διαφοροποιούνται από τους λοιπούς φορείς της δημόσιας διοίκησης σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται αυτοδικαίως παράνομη η εφαρμογή, ως προς αυτές, των διατάξεων περί δημοσίων οικονομικών, καθώς και των διατάξεων για τον περιορισμό και τον εξορθολογισμό των δημοσίων δαπανών που ισχύουν για όλους τους φορείς της δημόσιας διοίκησης. Κατά το αιτούν δικαστήριο, αντίθεση προς το δίκαιο της Ένωσης θα υπήρχε μόνον εάν αποδεικνυόταν ότι, λόγω του ύψους του ή της φύσεώς του, ο επιβληθείς περιορισμός στερεί πραγματικά κατά τρόπο συγκεκριμένο από την ΕΡΑ τους απαραίτητους πόρους, όσον αφορά το προσωπικό, την εμπειρία και τα οικονομικά μέσα, για την εκπλήρωση των αποστολών της. Ωστόσο, η ύπαρξη τέτοιων περιορισμών δεν τεκμαίρεται και η Αρχή δεν προσκόμισε κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο.
23
Δεύτερον, κατά το δικαστήριο αυτό, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση της Αρχής ότι θα έπρεπε να της επιβληθούν μόνον στόχοι και υποχρεώσεις επιτεύξεως αποτελέσματος, κατ’ αντιστοιχία προς τα προβλεπόμενα για την Τράπεζα της Ιταλίας, κυρίως διότι η Αρχή δεν απέδειξε ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, μπορεί να εξομοιωθεί με τον εν λόγω δημόσιο φορέα. Επιπλέον, οι δύο συγκεκριμένες διατάξεις για τον περιορισμό και τον εξορθολογισμό των δαπανών τις οποίες αμφισβητεί η Αρχή τής παρέχουν σημαντικά περιθώρια εκτιμήσεως.
24
Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι από τις διατάξεις της οδηγίας για την αδειοδότηση δεν συνάγεται ότι ο εθνικός νομοθέτης δεν μπορεί να επιβάλει σε μία ΕΡΑ μέτρα για τον περιορισμό και τον εξορθολογισμό όσον αφορά τις αυτοχρηματοδοτούμενες δαπάνες, οι οποίες υπερβαίνουν το 90 % των δαπανών της Αρχής, δεδομένου, ιδίως, ότι τα εισπραττόμενα από την Αρχή διοικητικά τέλη έχουν, κατά την ιταλική νομολογία, φορολογικό χαρακτήρα και, συνεπώς, εμπίπτουν στη γενική φορολογική αρμοδιότητα του κράτους.
25
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Consiglio di Stato (Ανώτατο διοικητικό δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Μήπως οι κατά το άρθρο 3 της οδηγίας-πλαισίου αρχές κατά τις οποίες τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν επίσης στον οικονομικό και οργανωτικό τομέα την αμεροληψία και ανεξαρτησία των ΕΡΑ, καθώς και η κατά το άρθρο 12 της οδηγίας για την αδειοδότηση αρχή κατά την οποία οι ΕΡΑ αυτοχρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό, αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση (όπως η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση) η οποία υπάγει επίσης τις εν λόγω αρχές εν γένει στις διατάξεις περί δημοσίων οικονομικών, και ειδικότερα στις ειδικές διατάξεις για τον περιορισμό και εξορθολογισμό των δαπανών των δημόσιων φορέων;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
26
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 3 της οδηγίας-πλαισίου και το άρθρο 12 της οδηγίας για την αδειοδότηση αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας μια ΕΡΑ, κατά την έννοια της οδηγίας-πλαισίου, υπόκειται σε διατάξεις περί δημοσίων οικονομικών και, ειδικότερα, σε διατάξεις για τον περιορισμό και τον εξορθολογισμό των δαπανών των φορέων της δημόσιας διοίκησης, όπως είναι οι επίμαχες στην κύρια δίκη.
27
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι επίμαχες στην κύρια δίκη διατάξεις είναι, ουσιαστικά, πρώτον, το άρθρο 1, παράγραφος 2, του νόμου 196, κατά το οποίο οι απαριθμούμενοι από το Ινστιτούτο φορείς της δημόσιας διοίκησης υπόκεινται στη γενική ιταλική ρύθμιση περί δημοσίου λογιστικού και περί δημοσίων οικονομικών, δεύτερον, το άρθρο 1, παράγραφος 5, του νόμου 311, κατά το οποίο, για τα έτη 2005 έως 2007, το σύνολο των δαπανών των απαριθμούμενων από το Ινστιτούτο φορέων της δημόσιας διοίκησης που περιλαμβάνονται στον ενοποιημένο λογαριασμό αποτελεσμάτων της δημόσιας διοίκησης δεν μπορεί να υπερβεί κατά περισσότερο από 2 % τις επικαιροποιημένες προβλέψεις του προηγούμενου έτους, και, τρίτον, το άρθρο 22, παράγραφος 1, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 223, κατά το οποίο μειώνονται κατά 10 % οι πιστώσεις για το έτος 2006 που αφορούν τις ενδιάμεσες δαπάνες των προϋπολογισμών των δημόσιων φορέων και οργανισμών, πλην εκείνων της τοπικής αυτοδιοίκησης, τους οποίους αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 5, του νόμου 311.
28
Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι από τη διατύπωση των δύο τελευταίων διατάξεων, όπως παρατίθενται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, δεν προκύπτει σαφώς σε ποιον βαθμό αυτές ισχύουν ως προς την Αρχή. Συγκεκριμένα, η Αρχή αμφισβητεί, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, την καταχώρισή της στον κατάλογο του Ινστιτούτου όπως αυτός δημοσιεύθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2012, ενώ, κατά τα φαινόμενα, από τις διατάξεις αυτές η πρώτη ισχύει μόνο για τα έτη 2005 έως 2007 και η δεύτερη μόνο για το 2006.
29
Εξάλλου, με τις γραπτές παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αρχή επικαλέστηκε, πέραν των διατάξεων που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, άλλες ειδικές διατάξεις περί δημοσίων οικονομικών, οι οποίες ισχύουν ως προς αυτήν και, κατά τη γνώμη της, περιορίζουν την ανεξαρτησία της ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι οι διατάξεις που αναφέρει το εν λόγω δικαστήριο.
30
Ωστόσο, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας και της δυνατότητας εφαρμογής εθνικών διατάξεων ή να διαπιστώνει τα κρίσιμα για τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης πραγματικά περιστατικά. Αντιθέτως, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται το προδικαστικό ερώτημα, όπως αυτό εξειδικεύεται με την απόφαση περί παραπομπής (βλ., μεταξύ άλλων, κατά την έννοια αυτή, αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2003, Neri, C‑153/02, EU:C:2003:614, σκέψεις 34 και 35, καθώς και της 30ής Ιουνίου 2005, Tod’s και Tod’s France, C‑28/04, EU:C:2005:418, σκέψη 14).
31
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει το αιτούν δικαστήριο στην κρίση του όσον αφορά το εάν οι δύο αυτές διατάξεις εξακολουθούσαν να ισχύουν ως προς την Αρχή όταν αυτό επιλήφθηκε της διαφοράς της κύριας δίκης (βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, Gruber, C‑249/97, EU:C:1999:405, σκέψη 19) και υποχρεούται να δεχθεί ότι οι διατάξεις αυτές όντως ίσχυαν. Εξάλλου, το Δικαστήριο οφείλει να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα βάσει μόνον των διατάξεων που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο.
32
Όσον αφορά, πρώτον, το άρθρο 3 της οδηγίας-πλαισίου, επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή, όπως ίσχυε αρχικά, αποσκοπούσε ως επί το πλείστον, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 11 της εν λόγω οδηγίας, στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των ΕΡΑ, διά του διαχωρισμού των κανονιστικών και των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων (απόφαση της 6ης Μαρτίου 2008, Comisión del Mercado de las Telecomunicaciones, C‑82/07, EU:C:2008:143, σκέψη 13).
33
Τούτου δοθέντος, στην αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας-πλαισίου όπως ίσχυε αρχικά διευκρινιζόταν ότι «[οι ΕΡΑ] πρέπει να διαθέτουν όλους τους απαραίτητους πόρους, όσον αφορά το προσωπικό, την εμπειρία και τα οικονομικά μέσα, για να διεκπεραιώνουν τα καθήκοντά τους». Ωστόσο, ο σκοπός αυτός δεν αποτυπώνεται ρητώς στα άρθρα της οδηγίας-πλαισίου, πλην της διευκρινίσεως που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, όπως ίσχυε αρχικά, κατά την οποία τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι καθένα από τα καθήκοντα που ανατίθενται στις ΕΡΑ βάσει της εν λόγω οδηγίας και των ειδικών οδηγιών αναλαμβάνεται από αρμόδιο φορέα, καθώς και της διευκρινίσεως που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αμεροληψία και τη διαφάνεια των ΕΡΑ κατά την άσκηση των εξουσιών τους.
34
Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 13 της οδηγίας 2009/140, ο νομοθέτης της Ένωσης αποσκοπούσε, με την εν λόγω οδηγία, στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας των ΕΡΑ, ώστε να εξασφαλισθεί αποτελεσματικότερη εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου και να αυξηθεί το κύρος τους και η προβλεψιμότητα των αποφάσεών τους. Για τον λόγο αυτόν, το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου ορίζει πλέον ρητώς ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν, αφενός, για την αμεροληψία, τη διαφάνεια και την έγκαιρη δράση των ΕΡΑ και, αφετέρου, για να έχουν στη διάθεσή τους επαρκείς χρηματοδοτικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.
35
Επιπλέον, το άρθρο 3, παράγραφος 3α, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας-πλαισίου επιβάλλει οι ΕΡΑ που είναι υπεύθυνες για την εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών ή για την επίλυση των διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων να ενεργούν με πλήρη ανεξαρτησία και να μη ζητούν ούτε να λαμβάνουν οδηγίες από άλλον φορέα σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί βάσει εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων με τις οποίες μεταφέρεται η νομοθεσία της Ένωσης στο εθνικό δίκαιο, διευκρινιζομένου ότι, «[αυτό] δεν εμποδίζει την επιτήρηση σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο». Περαιτέρω, με το τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου διευκρινίζεται ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ΕΡΑ που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της ως άνω παραγράφου να διαθέτουν χωριστούς ετήσιους προϋπολογισμούς, που να δημοσιεύονται, καθώς και επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους ώστε να συμμετέχουν ενεργά και να συνεισφέρουν στον BEREC.
36
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η οδηγία-πλαίσιο υποχρεώνει πλέον τα κράτη μέλη, προς διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των ΕΡΑ, να μεριμνούν ώστε, αφενός, όλες οι εν λόγω αρχές να διαθέτουν τους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους που είναι αναγκαίοι για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και, αφετέρου, όσον αφορά ειδικά τις ΕΡΑ στις οποίες έχει ανατεθεί η εκ των προτέρων ρύθμιση της αγοράς ή η επίλυση διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων, να ενεργούν με πλήρη ανεξαρτησία. Ωστόσο, από τις διατάξεις αυτές ουδόλως προκύπτει ότι η τήρηση των απαιτήσεων αυτών αποκλείει, καταρχήν, την υπαγωγή μιας ΕΡΑ σε εθνικές διατάξεις σχετικές με τα δημόσια οικονομικά, καθώς και, ειδικότερα, σε διατάξεις για τον περιορισμό και τον εξορθολογισμό των δαπανών των φορέων της δημόσιας διοίκησης, όπως είναι οι επίμαχες στην κύρια δίκη.
37
Συναφώς, τονίζεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3α, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας-πλαισίου ορίζει ρητώς ότι οι ΕΡΑ που είναι υπεύθυνες για την εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών ή για την επίλυση των διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων πρέπει μεν να ενεργούν με πλήρη ανεξαρτησία και να μη ζητούν ούτε να λαμβάνουν οδηγίες από άλλον φορέα σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί, πλην όμως «[αυτό] δεν εμποδίζει την επιτήρηση σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο».
38
Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 43 και 44 των προτάσεών του, η διάταξη αυτή σημαίνει ότι οι ΕΡΑ μπορούν νομίμως, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας-πλαισίου, να υπόκεινται σε ορισμένους κανόνες ελέγχου του προϋπολογισμού από το εθνικό κοινοβούλιο, ελέγχου ο οποίος περιλαμβάνει την εκ των προτέρων υπαγωγή τους σε μέτρα οριοθετήσεως των δημοσίων δαπανών.
39
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τέτοια μέτρα οριοθετήσεως πλήττουν την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των ΕΡΑ, οι οποίες διασφαλίζονται από την οδηγία-πλαίσιο, και ότι είναι, συνεπώς, αντίθετα στο άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, εκτός εάν διαπιστωθεί ότι τα μέτρα αυτά δεν επιτρέπουν στις οικείες ΕΡΑ να ασκούν ικανοποιητικά τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία και τις ειδικές οδηγίες ή ότι τα μέτρα αυτά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η οδηγία-πλαίσιο στα κράτη μέλη, προς επίτευξη του απαιτούμενου από την οδηγία βαθμού ανεξαρτησίας και αμεροληψίας των ΕΡΑ.
40
Ωστόσο, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει εάν οι επίμαχες στην κύρια δίκη διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας έχουν ως συνέπεια να μη διαθέτει η Αρχή τους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους που είναι αναγκαίοι για την ικανοποιητική άσκηση των καθηκόντων της και, υπό την ιδιότητά της ΕΡΑ που είναι αρμόδια για την ex ante ρύθμιση της αγοράς και την επίλυση διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων, για την ενεργό συμμετοχή και συνεισφορά της στον BEREC. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, συναφώς, ότι η Αρχή δεν προσκόμισε κανένα σχετικό στοιχείο και ότι προέβαλε μόνο, κατά τρόπο γενικό, ότι οι επίμαχες στην κύρια δίκη διατάξεις πλήττουν την οικονομική αυτοτέλειά της και, συνεπώς, την ανεξαρτησία της.
41
Επισημαίνεται, επίσης, ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής και από τη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, οι επίμαχες στην κύρια δίκη ειδικές διατάξεις για τον περιορισμό και τον εξορθολογισμό των δαπανών των φορέων της δημόσιας διοίκησης περιορίζονται, η μεν πρώτη στη θέσπιση ενός ανωτάτου ορίου στην αύξηση των δαπανών την οποία μπορεί να αποφασίσει η Αρχή, η δε δεύτερη στην επιβολή μειώσεως μόνον των «ενδιάμεσων δαπανών». Εξάλλου, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, οι δύο αυτές διατάξεις, λόγω του γενικού χαρακτήρα τους, παρέχουν στην Αρχή σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή τους. Πρόκειται, επιπλέον, για διατάξεις που εφαρμόζονται σε ένα σύνολο δημοσίων φορέων και οργανισμών.
42
Περαιτέρω, στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν αμφισβητείται ότι η Αρχή εξακολουθεί να διαθέτει χωριστό ετήσιο προϋπολογισμό, ο οποίος δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3α, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας-πλαισίου.
43
Όπως άλλωστε επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 48 έως 50 των προτάσεών του, δεδομένων των θεμελιωδώς διαφορετικών καθηκόντων τους, δεν ευσταθεί η θέση της Αρχής ότι η οδηγία-πλαίσιο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν για τις ΕΡΑ καθεστώς ανεξαρτησίας όμοιο με αυτό που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης για τις κεντρικές τράπεζες.
44
Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι, με την επιφύλαξη του ελέγχου εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, το άρθρο 3 της οδηγίας-πλαισίου δεν αντιτίθεται στην υπαγωγή των ΕΡΑ, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, σε εθνικές διατάξεις περί δημοσίων οικονομικών και, ειδικότερα, διατάξεις για τον περιορισμό και τον εξορθολογισμό των δαπανών των φορέων της δημόσιας διοίκησης, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη.
45
Όσον αφορά, δεύτερον, το άρθρο 12 της οδηγίας για την αδειοδότηση, υπενθυμίζεται ότι οι διοικητικές επιβαρύνσεις που τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν, βάσει του άρθρου αυτού, στις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσία ή δίκτυο βάσει γενικής άδειας ή στις οποίες έχει χορηγηθεί δικαίωμα χρήσεως, προκειμένου να χρηματοδοτούνται οι δραστηριότητες των ΕΡΑ, οι επιβαρύνσεις αυτές πρέπει να διατίθενται αποκλειστικά για την κάλυψη του συνόλου των διοικητικών δαπανών για τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής. Επομένως, δεν μπορούν να διατίθενται για την κάλυψη δαπανών σχετικών με άλλες εργασίες, πέραν των απαριθμούμενων στην εν λόγω διάταξη, και, ειδικότερα, για την κάλυψη των πάσης φύσεως διοικητικών δαπανών με τις οποίες επιβαρύνεται η ΕΡΑ (βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Vodafone Omnitel κ.λπ., C‑228/12 έως C‑232/12 και C‑254/12 έως C‑258/12, EU:C:2013:495, σκέψεις 38 έως 40 και 42).
46
Επιπλέον, από το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 30 της ως άνω οδηγίας, προκύπτει ότι τα εν λόγω τέλη πρέπει να καλύπτουν τις πραγματικές διοικητικές δαπάνες που προκύπτουν από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, στοιχείο αʹ, του άρθρου αυτού και ότι οι διοικητικές δαπάνες και τα τέλη αυτά πρέπει να είναι ισορροπημένα. Επομένως, το σύνολο των εσόδων από την επίμαχη επιβάρυνση δεν μπορεί να υπερβαίνει το σύνολο των σχετικών με τις δραστηριότητες αυτές δαπανών (βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Vodafone Omnitel κ.λπ., C‑228/12 έως C‑232/12 και C‑254/12 έως C‑258/12, EU:C:2013:495, σκέψεις 41 και 42).
47
Επομένως, το άρθρο 12 της οδηγίας για την αδειοδότηση επιτρέπει μεν στις ΕΡΑ να χρηματοδοτούν μέρος των δραστηριοτήτων τους διά της εισπράξεως διοικητικών επιβαρύνσεων, πλην όμως η διάταξη αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στην Αρχή απόλυτο δικαίωμα να καθορίσει το ύψος των επιβαρύνσεων αυτών, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τις σχετικές με τα δημόσια οικονομικά διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, οι οποίες αποσκοπούν στην οριοθέτηση και τον περιορισμό των δημοσίων δαπανών. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, οι εν λόγω επιβαρύνσεις έχουν φορολογικό χαρακτήρα και εμπίπτουν στη γενική φορολογική εξουσία του ιταλικού κράτους. Συνεπώς, ο καθορισμός του ύψους τους από την Αρχή δεν μπορεί να εκφεύγει της εφαρμογής τέτοιων διατάξεων, δεδομένου, μάλιστα, ότι οι διατάξεις αυτές δεν είναι αντίθετες προς το άρθρο 3 της οδηγίας-πλαισίου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως.
48
Βάσει του συνόλου του προηγηθέντος σκεπτικού, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3 της οδηγίας-πλαισίου και το άρθρο 12 της οδηγίας για την αδειοδότηση έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία υπάγει μια ΕΡΑ, κατά την έννοια της οδηγίας-πλαισίου, σε διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας περί δημοσίων οικονομικών και, ειδικότερα, σε διατάξεις για τον περιορισμό και τον εξορθολογισμό των δαπανών των φορέων της δημόσιας διοίκησης, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης.
Επί των δικαστικών εξόδων
49
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 3 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο), όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, και το άρθρο 12 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση), δεν αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία υπάγει μια εθνική ρυθμιστική αρχή, κατά την έννοια της οδηγίας 2002/21, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 2009/140, σε διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας περί δημοσίων οικονομικών και, ειδικότερα, σε διατάξεις για τον περιορισμό και τον εξορθολογισμό των δαπανών των φορέων της δημόσιας διοίκησης, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy