ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 22ας Ιουνίου 2016 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Κανονισμός (EK) 207/2009 — Άρθρο 9, παράγραφος 3, και άρθρο 102, παράγραφος 1 — Υποχρέωση δικαστηρίου σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εκδώσει διάταξη απαγορεύουσα σε τρίτο να συνεχίσει πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως — Μη υποβολή αιτήματος για την έκδοση τέτοιας αποφάσεως — Έννοια των “ειδικών λόγων” που δικαιολογούν τη μη επιβολή τέτοιας απαγορεύσεως — Έννοια της “εύλογης αποζημιώσεως” για πράξεις μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προγενέστερες της δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως ενός τέτοιου σήματος»
Στην υπόθεση C‑280/15,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Harju Maakohus (πρωτοδικείο του Harju, Εσθονία) με απόφαση της 2ας Ιουνίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Ιουνίου 2015, στο πλαίσιο της δίκης
Irina Nikolajeva
κατά
Multi Protect OÜ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Toader, πρόεδρο τμήματος, A. Prechal (εισηγήτρια) και E. Jarašiūnas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Multi Protect OÜ, εκπροσωπούμενη από τους U. Ustav και T. Pukk, vandeadvokaadid,
—
η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την K. Kraavi‑Käerdi,
—
η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Κ. Γεωργιάδη,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις J. Samnadda και E. Randvere, καθώς και από τον T. Scharf,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Απριλίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, και του άρθρου 102, παράγραφος 1, του κανονισμού (EK) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Irina Nikolajeva και της εταιρίας Multi Protect OÜ, σχετικά με αγωγή λόγω παραποιήσεως/απομιμήσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που άσκησε η I. Nikolajeva κατά της εταιρίας αυτής.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός 207/2009
3
Το άρθρο 9 του κανονισμού 207/2009, με τίτλο «Δικαίωμα που παρέχει το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ορίζει τα εξής:
«1. Το καταχωρισμένο σήμα παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του:
α)
κάθε σημείο που ταυτίζεται με το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί·
β)
κάθε σημείο για το οποίο, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών οι οποίες καλύπτονται από το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος·
[...]
2. Μπορεί, ιδίως, να απαγορεύεται, εάν πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1:
α)
η επίθεση του σημείου επί των προϊόντων ή της συσκευασίας τους·
β)
η προσφορά των προϊόντων, η εμπορία ή η κατοχή τους προς τους σκοπούς αυτούς ή η προσφορά ή παροχή υπηρεσιών υπό το σημείο αυτό·
γ)
η εισαγωγή ή εξαγωγή των προϊόντων υπό το σημείο αυτό·
δ)
η χρησιμοποίηση του σημείου σε επαγγελματικό έντυπο υλικό και στη διαφήμιση.
3. Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιτάσσεται κατά τρίτων από την ημερομηνία της δημοσίευσης της καταχώρισης του σήματος. Εντούτοις, δύναται να απαιτηθεί εύλογη αποζημίωση για ενέργειες μεταγενέστερες της δημοσίευσης αίτησης κοινοτικού σήματος, οι οποίες θα απαγορεύονταν μετά τη δημοσίευση της καταχώρισης του σήματος και λόγω αυτής. Το επιλαμβανόμενο όμως δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί της ουσίας πριν δημοσιευθεί η καταχώριση.»
4
Το άρθρο 14 του κανονισμού 207/2009, με τίτλο «Συμπληρωματική εφαρμογή του εθνικού δικαίου σε θέματα παραποίησης/απομίμησης», ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Τα αποτελέσματα του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Κατά τα λοιπά, οι προσβολές σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διέπονται από το εθνικό δίκαιο για τις προσβολές εθνικού σήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου X.
2. Ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει την άσκηση αγωγών σχετικά με σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του δικαίου των κρατών μελών, ιδίως περί αστικής ευθύνης και αθέμιτου ανταγωνισμού.
3. Οι εφαρμοστέοι κανόνες διαδικασίας καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου Χ.»
5
Το άρθρο 96 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Αρμοδιότητα σε θέματα παραποίησης/απομίμησης και εγκυρότητας», έχει ως εξής:
«Τα δικαστήρια σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για την εκδίκαση:
α)
όλων των αγωγών για παραποίηση/απομίμηση [...]·
[...]
γ)
όλων των αγωγών που ασκούνται για πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη [περίοδος]·
[...]».
6
Το άρθρο 101 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα δικαστήρια σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.
2. Για όλα τα θέματα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζει το εθνικό του δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του.
3. Εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, το δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζει τους δικονομικούς κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται στις αντίστοιχες αγωγές που αφορούν εθνικό σήμα στο κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει το δικαστήριο αυτό.»
7
Το άρθρο 102 του ίδιου κανονισμού, με τίτλο «Κυρώσεις», ορίζει τα εξής:
«1. Όταν ένα δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπιστώνει ότι ο εναγόμενος έχει παραποιήσει/απομιμηθεί ή έχει απειλήσει να παραποιήσει/απομιμηθεί σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι που το αποκλείουν, εκδίδει απόφαση που απαγορεύει στον εναγόμενο να συνεχίσει τις πράξεις της παραποίησης/απομίμησης ή την επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση. Λαμβάνει επίσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τα κατάλληλα μέτρα που εξασφαλίζουν την τήρηση αυτής της απαγόρευσης.
2. Εξάλλου, το δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζει το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκαν οι πράξεις παραποίησης/απομίμησης ή επαπειλείται η παραποίηση/απομίμηση, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του.»
Η οδηγία 2004/48/ΕΚ
8
Το άρθρο 13 της οδηγίας 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (ΕΕ 2004, L 157, σ. 45, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 195, σ. 16), με τίτλο «Αποζημίωση», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, κατόπιν αιτήσεως του ζημιωθέντος, να καταδικάζουν τον παραβάτη ο οποίος προέβη σε προσβολή του δικαιώματος από δόλο ή βαριά αμέλεια, να καταβάλει στον δικαιούχο του δικαιώματος αποζημίωση αντίστοιχη προς την πραγματική ζημία που υπέστη ο δικαιούχος εξαιτίας της προσβολής του δικαιώματός του διανοητικής ιδιοκτησίας.
Όταν οι δικαστικές αρχές καθορίζουν την αποζημίωση:
α)
λαμβάνουν υπόψη όλα τα συναφή ζητήματα, όπως τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας κερδών, τις οποίες υφίσταται ο ζημιωθείς διάδικος, και τα τυχόν αδικαιολόγητα κέρδη που αποκόμισε ο παραβάτης και, εφόσον ενδείκνυται, άλλα στοιχεία, πέραν των οικονομικών, όπως η ηθική βλάβη που προκάλεσε στον κάτοχο του δικαιώματος η προσβολή,
ή
β)
εναλλακτικώς προς το στοιχείο α), δύνανται, εφόσον ενδείκνυται, να καθορίζουν την αποζημίωση ως κατ’ αποκοπήν ποσό βάσει στοιχείων, όπως τουλάχιστον το ύψος των δικαιωμάτων ή λοιπών αμοιβών που θα οφείλονταν αν ο παραβάτης είχε ζητήσει την άδεια να χρησιμοποιεί το επίμαχο δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας.
2. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παραβάτης προέβη στην προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας εν αγνοία του ή ενώ δεν υπήρχαν βάσιμοι λόγοι να το γνωρίζει, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τη δυνατότητα των δικαστικών αρχών να διατάσσουν την αναζήτηση των κερδών ή την καταβολή αποζημίωσης, η οποία μπορεί να είναι προκαθορισμένη.»
Το εσθονικό δίκαιο
9
Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του kaubamärgiseadus (νόμου περί σημάτων) της 22ας Μαΐου 2002 (RT I 2002, 49, 308), όπως ίσχυε στη διαφορά της κύριας δίκης, προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η έννομη προστασία καταχωρισμένου σήματος αρχίζει από την ημέρα καταθέσεως της αιτήσεως προς καταχώριση [...] και ισχύει για δέκα έτη από την ημέρα της καταχωρίσεως.»
10
Το άρθρο 57 του εν λόγω νόμου, που φέρει τον τίτλο «Προστασία του αποκλειστικού δικαιώματος», ορίζει, στην παράγραφο 1, τα εξής:
«Ο δικαιούχος σήματος δικαιούται να εναγάγει πρόσωπο το οποίο προσέβαλε το αποκλειστικό του δικαίωμα, συμπεριλαμβανομένου του αποδέκτη ενδεχόμενης άδειας παραχωρήσεως χρήσεως που παρέβη τους όρους της συμβάσεως παραχωρήσεως, με αίτημα:
1)
την παύση της προσβολής·
2)
την αποκατάσταση της εκ προθέσεως ή εξ αμελείας προκληθείσας ζημίας, και ειδικότερα της περιουσιακής ζημίας συμπεριλαμβανομένου του διαφυγόντος κέρδους, καθώς και τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης.
[...]»
11
Στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του tsiviilkohtumenetluse seadustikus (κώδικα πολιτικής δικονομίας) της 20ής Απριλίου 2005 (RT I 2005, 26, 197), όπως ίσχυε στη διαφορά της κύριας δίκης (στο εξής: ΚΠολΔ), προβλέπονται τα ακόλουθα:
«Στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας, οι διάδικοι ορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς, καθώς και την εξέλιξη της διαδικασίας, και αποφασίζουν για την υποβολή αιτημάτων και για την άσκηση ένδικων μέσων».
12
Το άρθρο 5 του ως άνω κώδικα, με τίτλο «Αρχή της διεξαγωγής της διαδικασίας βάσει των αιτημάτων των διαδίκων», προβλέπει, στην παράγραφο 1, τα εξής:
«Το δικαστήριο αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προβάλλουν οι διάδικοι και τα αιτήματα που αυτοί υποβάλλουν, εντός των ορίων της αγωγής.»
13
Το άρθρο 439 του εν λόγω κώδικα, με τίτλο «Όρια της αρμοδιότητας του δικαστή κατά την εκδίκαση της υποθέσεως», προβλέπει τα ακόλουθα:
«Το δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί ζητήματος που δεν προβλήθηκε ούτε επί αιτήματος που δεν υποβλήθηκε.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
14
Η I. Nikolajeva είναι δικαιούχος του λεκτικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης HolzProf. Η αίτηση καταχωρίσεως του σήματος αυτού κατατέθηκε στις 24 Απριλίου 2010 και, στη συνέχεια, δημοσιεύθηκε στις 31 Μαΐου 2010. Το ως άνω σήμα καταχωρίστηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2010 με τον αριθμό CTM 00905381, η δε σχετική καταχώριση δημοσιεύθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 2010.
15
Στις 24 Απριλίου 2010 η I. Nikolajeva συνήψε σύμβαση παραχωρήσεως άδειας χρήσεως, δυνάμει της οποίας επέτρεψε στη Holz Prof OÜ να χρησιμοποιεί το σήμα της, έναντι μηνιαίας καταβολής δικαιωμάτων ύψους 1278 ευρώ.
16
Ισχυριζόμενη ότι η Multi Protect χρησιμοποίησε αθέμιτα το σήμα της την περίοδο μεταξύ 3 Μαΐου 2010 και 28 Οκτωβρίου 2011, ιδίως χρησιμοποιώντας ταυτόσημο σημείο ως «συγκεκαλυμμένο όρο αναζητήσεως» σε ιστοσελίδα προσβάσιμη μέσω του διαδικτύου, η I. Nikolajeva άσκησε αγωγή κατά της εταιρίας αυτής ενώπιον του Harju Maakohus (πρωτοδικείου του Harju, Εσθονία).
17
Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η I. Nikolajeva προέβαλε τρία αιτήματα.
18
Πρώτον, ζήτησε να διαπιστωθεί πράξη παραποιήσεως/απομιμήσεως, συνιστάμενη στην παράνομη χρήση του σήματός της από τη Multi Protect, προβάλλοντας ότι η εν λόγω χρήση είναι αντίθετη προς το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 207/2009.
19
Δεύτερον, προέβαλε αδικαιολόγητο πλουτισμό συνδεόμενο με την ως άνω παραποίηση/απομίμηση, ζητώντας την καταβολή ποσού 22791 ευρώ έναντι του αθέμιτα κτηθέντος μέσω της προβαλλόμενης παραποιήσεως/απομιμήσεως πλεονεκτήματος, υπολογιζόμενο πολλαπλασιάζοντας το χρονικό διάστημα παραποιήσεως/απομιμήσεως, ήτοι διάστημα συνολικής διάρκειας 17 μηνών και 25 ημερών, με το ποσό των μηνιαίων δικαιωμάτων χρήσεως που είχε καθοριστεί στη σχετική σύμβαση παραχωρήσεως άδειας.
20
Τρίτον, η I. Nikolajeva ζήτησε χρηματική ικανοποίηση για τη μη περιουσιακή ζημία που υπέστη, το ύψος της οποίας θα πρέπει να καθοριστεί από το επιληφθέν δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό, ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αγωγή καθώς και η κίνηση ποινικής διαδικασίας λόγω των ίδιων πραγματικών περιστατικών παραποιήσεως/απομιμήσεως της προκάλεσαν ψυχική ταλαιπωρία. Λόγω των ίδιων αυτών πραγματικών περιστατικών, η κατάσταση της υγείας της χειροτέρεψε, η δε διαφορά είχε αρνητικά αποτελέσματα στον τομέα των εμπορικών της σχέσεων.
21
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, τίθεται, πρώτον, το ζήτημα αν το άρθρο 102, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 έχει την έννοια ότι, ως δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ως άνω δικαστήριο υποχρεούται να εκδώσει διάταξη απαγορεύουσα τη συνέχιση πράξεων παραποιήσεως/απομιμήσεως, ενώ, στο πλαίσιο της αγωγής της, η ενάγουσα δεν ζήτησε να επιβληθεί μια τέτοια απαγόρευση ούτε προέβαλε προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος που παρέχει το σήμα της μετά την 28η Οκτωβρίου 2011, αλλά περιορίστηκε να ζητήσει τη διαπίστωση πράξεων παραποιήσεως/απομιμήσεως κατά τη διάρκεια περιόδου προγενέστερης της ημερομηνίας αυτής.
22
Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει συναφώς ότι, δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, ειδικότερα βάσει της αρχής της διεξαγωγής της διαδικασίας βάσει των αιτημάτων των διαδίκων, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του ΚΠολΔ, και της αρχής ne ultra petita, που καθιερώνεται στο άρθρο 439 του κώδικα αυτού, ένα εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει διάταξη όπως αυτή περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 102, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 παρά μόνον αν του έχει υποβληθεί αίτημα με το οποίο να ζητείται συγκεκριμένα η έκδοση τέτοιας διατάξεως.
23
Αναφερόμενο στην απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Nokia (C-316/05, EU:C:2006:789), το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, ενδεχομένως, τίθεται επίσης το ζήτημα αν η μη υποβολή εκ μέρους της ενάγουσας στην κύρια δίκη αιτήματος περί απαγορεύσεως της συνεχίσεως της παραποιήσεως/απομιμήσεως μπορεί να συνιστά «ειδικό λόγο», υπό την έννοια του άρθρου 102, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, που να δικαιολογεί την εκ μέρους του δικαστηρίου αυτού αποδοχή του πρώτου αιτήματος της εν λόγω ενάγουσας χωρίς το δικαστήριο αυτό να υποχρεούται να εκδώσει διάταξη επιβάλλουσα τέτοια απαγόρευση.
24
Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επί του περιεχομένου της εννοίας της «εύλογης αποζημιώσεως», περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του ως άνω κανονισμού και, ιδίως, επί του αν η εν λόγω αποζημίωση μπορεί να επιδικάζεται για πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της δημοσιεύσεως αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αν η εν λόγω αποζημίωση προορίζεται να καλύψει το σύνολο της ζημίας του δικαιούχου του οικείου σήματος, περιλαμβανομένης της ηθικής βλάβης.
25
Υπό τις συνθήκες αυτές το Harju Maakohus (πρωτοδικείο του Harju) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Υποχρεούται δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εκδώσει απόφαση κατά το άρθρο 102, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 ακόμα και σε περίπτωση που ο ενάγων δεν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα και οι διάδικοι δεν έχουν ισχυρισθεί ότι ο εναγόμενος παραποίησε/απομιμήθηκε ή απείλησε να παραποιήσει/απομιμηθεί σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά από συγκεκριμένη ημερομηνία στο παρελθόν, ή μήπως συνιστά “ειδικό λόγο” κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου της προαναφερθείσας διατάξεως το γεγονός ότι δεν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα ούτε έχει προβληθεί τέτοιου είδους ισχυρισμός;
2)
Έχει το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 την έννοια ότι, σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως από τρίτο σημείου ταυτόσημου με σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση της αιτήσεως για την καταχώριση σήματος μέχρι τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος, ο δικαιούχος του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να ζητήσει από τον εν λόγω τρίτο μόνον εύλογη αποζημίωση, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 207/2009, αλλά όχι αποζημίωση για τη συνήθη αξία των αποκτηθέντων με την παραποίηση/απομίμηση και ότι, όσον αφορά το προγενέστερο της δημοσιεύσεως της αιτήσεως για την καταχώριση χρονικό διάστημα, δεν υφίσταται αξίωση ούτε για εύλογη αποζημίωση;
3)
Ποια είδη δαπανών και άλλων αποζημιώσεων καλύπτει η εύλογη αποζημίωση την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 207/2009 και, ειδικότερα, καλύπτει αυτή –και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις– χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του δικαιούχου του σήματος;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
26
Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 102, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 έχει την έννοια ότι ένα δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεούται να εκδώσει διάταξη απαγορεύουσα σε τρίτο να συνεχίσει πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως, καίτοι, ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, ο δικαιούχος του σήματος δεν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα.
27
Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι, κατ’ εφαρμογήν ορισμένων αρχών του εθνικού δικαίου στον τομέα οργανώσεως των αστικών διαδικασιών, ειδικότερα δυνάμει της αρχής της διεξαγωγής της διαδικασίας βάσει των αιτημάτων των διαδίκων και της αρχής ne ultra petita, που καθιερώνονται στα άρθρα 4, 5 και 439 του ΚΠολΔ, δεν μπορεί να εκδώσει διάταξη όπως αυτή περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 102, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 όταν δεν έχει υποβληθεί τέτοιο αίτημα ενώπιόν του.
28
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 101, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009, εφόσον ο κανονισμός αυτός δεν ορίζει άλλως, το δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζει τους δικονομικούς κανόνες οι οποίοι ισχύουν για τις αντίστοιχες αγωγές που αφορούν εθνικό σήμα στο κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει το δικαστήριο αυτό.
29
Ωστόσο, εφόσον ο εν λόγω κανονισμός δεν ορίζει άλλως, αυτός δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή της αρχής της διεξαγωγής της διαδικασίας βάσει των αιτημάτων των διαδίκων και της αρχής ne ultra petita.
30
Επομένως, το άρθρο 102, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 δεν αποκλείει τη δυνατότητα δικαστηρίου σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παραλείψει να εκδώσει, κατ’ εφαρμογήν των δικονομικών αυτών αρχών του εθνικού δικαίου, διάταξη απαγορεύουσα σε τρίτο να συνεχίσει πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως, με την αιτιολογία ότι ο δικαιούχος του οικείου σήματος δεν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα.
31
Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι το γεγονός ότι η μη ύπαρξη υποχρεώσεως προς έκδοση διατάξεως κατά το άρθρο 102, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 απορρέει από την εφαρμογή δικονομικών κανόνων του εθνικού δικαίου, η οποία δεν αντίκειται στον κανονισμό αυτό, παρέλκει να εξεταστεί το ζήτημα αν η εν λόγω μη ύπαρξη σχετικής υποχρεώσεως δικαιολογείται από την συνδρομή κάποιου «ειδικού λόγου», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
32
Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι, με την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιορίστηκε στο να ζητήσει να διαπιστωθεί μια πράξη παραποιήσεως/απομιμήσεως, χωρίς να ζητήσει την παύση της πράξεως αυτής, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ειδικός λόγος», υπό την έννοια του άρθρου 102, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού.
33
Πράγματι, η ως άνω έκφραση αφορά μόνον εξαιρετικές καταστάσεις στις οποίες, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των ενεργειών που προσάπτονται στον τρίτο, ιδίως του γεγονότος ότι αυτός βρίσκεται σε αδυναμία να συνεχίσει τις πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως ή απειλής παραποιήσεως/απομιμήσεως που του προσάπτονται, ένα τέτοιο δικαστήριο δεν υποχρεούται να εκδώσει διάταξη απαγορεύουσα σε τρίτο να συνεχίσει τέτοιες πράξεις, καίτοι έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον δικαιούχο του σήματος (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Nokia, C-316/05, EU:C:2006:789, σκέψη 35).
34
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 102, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 έχει την έννοια ότι δεν εμποδίζει ένα δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παραλείψει να εκδώσει, κατ’ εφαρμογήν ορισμένων δικονομικών αρχών του εθνικού δικαίου, διάταξη απαγορεύουσα σε τρίτο να συνεχίσει πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως, με την αιτιολογία ότι ο δικαιούχος του οικείου σήματος δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
35
Με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημά του, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αφενός, αν το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 έχει την έννοια ότι εμποδίζει τον δικαιούχο σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ζητήσει αποζημίωση για πράξεις τρίτων προγενέστερες της δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του οικείου σήματος και, αφετέρου, όσον αφορά πράξεις τρίτων μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος αυτού, αλλά προγενέστερες της δημοσιεύσεως της σχετικής καταχωρίσεως, αν η χρησιμοποιούμενη στη διάταξη αυτή έννοια της «εύλογης αποζημιώσεως» καλύπτει την αποζημίωση που προορίζεται προς αποκατάσταση του συνόλου της ζημίας του εν λόγω δικαιούχου, περιλαμβανομένης της αποζημιώσεως για τη συνήθη αξία τής εκ μέρους του τρίτου χρησιμοποιήσεως του εν λόγω σήματος, καθώς και της ικανοποιήσεως της προκληθείσας ηθικής βλάβης.
36
Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, το δικαίωμα το οποίο παρέχει το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιτάσσεται έναντι των τρίτων μόνον από της δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως του οικείου σήματος.
37
Επομένως, το αποκλειστικό δικαίωμα που παρέχει στον δικαιούχο το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει του οποίου αυτός έχει μεταξύ άλλων τη δυνατότητα να απαγορεύει στους τρίτους τη χρήση του οικείου σήματος στο πλαίσιο αγωγής λόγω παραποιήσεως/απομιμήσεως δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 207/2009, δεν μπορεί να αφορά παρά μόνον πράξεις τρίτου μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως του σήματος αυτού.
38
Εντούτοις, προκειμένου να χορηγηθεί κάποια προστασία στον αιτούντα την καταχώριση σήματος κατά την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της αιτήσεως, που αποτελεί την ημερομηνία από την οποία λογίζεται ότι ο τρίτος λαμβάνει γνώση της αιτήσεως αυτής, και της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της σχετικής καταχωρίσεως, το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 προβλέπει ένα δικαίωμα «εύλογης αποζημιώσεως» για πράξεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, οι οποίες, αν είχαν τελεστεί μετά την ημερομηνία καταχωρίσεως του εν λόγω σήματος, θα απαγορεύονταν.
39
Η ως άνω προστασία εξηγείται από το σύνολο των περιουσιακής φύσεως δικαιωμάτων τα οποία ο εν λόγω κανονισμός συνδέει με την αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
40
Πράγματι, κατά το άρθρο 24 του κανονισμού 207/2009, που περιλαμβάνεται στο τμήμα 4 αυτού, με τίτλο «Η αίτηση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως αντικείμενο κυριότητας», οι αιτήσεις καταχωρίσεως σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να αποτελούν το αντικείμενο διαφόρων δικαιοπραξιών, όπως είναι η μεταβίβαση, η σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων ή η παροχή αδείας χρήσεως, κοινό γνώρισμα των οποίων είναι ότι έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη σύσταση ή τη μεταβίβαση δικαιώματος επί του οικείου σήματος (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016, Hassan, C-163/15, EU:C:2016:71, σκέψη 21).
41
Εν προκειμένω, όσον αφορά την επίμαχη στην κύρια δίκη αίτηση καταχωρίσεως σήματος σχετική άδεια χρήσεως είχε δοθεί ήδη από της καταθέσεώς της.
42
Η οικονομική αξία μιας αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης απορρέει επίσης από άλλα δικαιώματα συνδεόμενα με μια τέτοια αίτηση. Ειδικότερα, δυνάμει του κανονισμού 207/2009, ο αιτών την καταχώριση έχει καταρχήν δικαίωμα προτεραιότητας, από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεώς του για την καταχώριση σήματος, έναντι των αιτήσεων που κατατίθενται αργότερα.
43
Εξάλλου, τέτοιες, ιδίως, σκέψεις σχετικές με το σύνολο των περιουσιακής φύσεως δικαιωμάτων που συνδέονται με την αίτηση καταχωρίσεως σήματος οδήγησαν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να κρίνει ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της εκάστοτε υποθέσεως εξεταζόμενων συνολικά, μια τέτοια αίτηση είναι ικανή να συνιστά ουσιώδες συμφέρον που προστατεύεται στο πλαίσιο του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας το οποίο καθιερώνεται στο άρθρο 1 του συμπληρωματικού πρωτοκόλλου αριθ. 1 στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στο Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (βλ., επ’ αυτού, ΕΔΔΑ, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2007, Anheuser-Busch Inc. κατά Πορτογαλίας, CE:ECHR:2007:0111JUD007304901, §§ 73 έως 78).
44
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, καθόσον το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 περιλαμβάνει μιαν αυστηρά προσδιοριζόμενη εξαίρεση από τον κανόνα κατά τον οποίο ένα σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αντιτάσσεται έναντι τρίτων πριν από τη δημοσίευση της καταχωρίσεώς του, καμία αποζημίωση δεν μπορεί να ζητηθεί δυνάμει της διατάξεως αυτής για πράξεις που έλαβαν χώρα πριν από τη δημοσίευση της αιτήσεως καταχωρίσεως ενός τέτοιου σήματος.
45
Εξάλλου, από το γεγονός ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 δεν περιλαμβάνει καμία ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της εννοίας και του περιεχομένου του, συνάγεται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ότι στη χρησιμοποιούμενη στη διάταξη αυτή έννοια της «εύλογης αποζημιώσεως» πρέπει κανονικά να δίδεται αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία, η οποία πρέπει να αναζητείται με βάση το γενικό πλαίσιο της οικείας κανονιστικής ρυθμίσεως και τον σκοπό που αυτή επιδιώκει (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Nokia, C‑316/05, EU:C:2006:789, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
46
Στο πλαίσιο της εν λόγω ερμηνείας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, όπως επίσης επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, το γεγονός ότι η προστασία που έχει τη μορφή «εύλογης αποζημιώσεως», υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, για τις πράξεις περί των οποίων γίνεται λόγος στη διάταξη αυτή, εκ της φύσεώς της πρέπει να είναι πιο περιορισμένη από εκείνη που αναγνωρίζεται υπέρ του δικαιούχου σήματος για πράξεις μεταγενέστερες της ημερομηνίας της καταχωρίσεως του σήματος αυτού, καθόσον το προστατευόμενο συμφέρον στο πλαίσιο αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος είναι μικρότερο από εκείνο που πρέπει να αναγνωρίζεται στο σήμα μετά την καταχώρισή του.
47
Πράγματι, οι πράξεις περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του εν λόγω κανονισμού λαμβάνουν χώρα σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι το σήμα που αποτελεί το αντικείμενο αιτήσεως καταχωρίσεως θα καταχωριστεί όντως, καθόσον ενδέχεται να ανακύψουν συνολικώς ή κατά ένα μέρος απόλυτοι ή σχετικοί λόγοι απαραδέκτου.
48
Έτσι, τα δικαιώματα που παρέχει η αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πριν την καταχώριση του οικείου σήματος τελούν υπό αίρεση.
49
Εξάλλου, το γεγονός ότι τα εν λόγω δικαιώματα τελούν υπό αίρεση προκύπτει σαφώς από το άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, καθόσον ο ως άνω κανονισμός ορίζει ότι αγωγή στηριζόμενη στο άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού αυτού δεν μπορεί να ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίου σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρά μόνο μετά τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του οικείου σήματος.
50
Επομένως, η «εύλογη αποζημίωση» η οποία μπορεί να ζητηθεί στο πλαίσιο αγωγής στηριζόμενης στο άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 πρέπει να έχει πιο περιορισμένο περιεχόμενο έναντι της αποζημιώσεως την οποία μπορεί να ζητήσει ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω ζημίας προκληθείσας από πράξη παραποιήσεως/απομιμήσεως.
51
Η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών ειδών αγωγών προκύπτει επίσης από την απαρίθμηση, στο άρθρο 96 του κανονισμού 207/2009, των διαφόρων αποκλειστικών αρμοδιοτήτων των δικαστηρίων σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον το άρθρο αυτό κάνει λόγο χωριστά, στο στοιχείο αʹ, περί «αγωγών για παραποίηση/απομίμηση» και, στο στοιχείο γʹ, περί «αγωγών που ασκούνται για πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη [περίοδος]», του κανονισμού αυτού.
52
Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός 207/2009 δεν περιλαμβάνει κανόνες περί της αποζημιώσεως που μπορεί να ζητηθεί από τον δικαιούχο σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως, από το άρθρο 101, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού απορρέει ότι, καταρχήν, το δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζει το εθνικό δίκαιό του στον τομέα αυτό, περιλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, από το άρθρο 14, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού συνάγεται, ειδικότερα, ότι αυτός δεν αποκλείει τη συμπληρωματική εφαρμογή του εθνικού δικαίου στον τομέα της παραποιήσεως/απομιμήσεως και, ειδικότερα, του εθνικού δικαίου περί αστικής ευθύνης.
53
Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 13 της οδηγίας 2004/48 προβλέπει ορισμένους κανόνες στον τομέα της αποζημιώσεως, οι οποίοι αφορούν την αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται από πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως, οι οποίοι διαφέρουν αναλόγως του αν πρέπει να λογίζεται ή όχι ότι ο τρίτος επιδόθηκε σε δραστηριότητα παραποιήσεως/απομιμήσεως εν γνώσει της οικείας καταστάσεως του ή αν υπήρχαν εύλογοι λόγοι να τη γνωρίζει.
54
Έτσι, το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει καταρχήν πλήρη αποκατάσταση της πραγματικής ζημίας, που μπορεί να περιλαμβάνει την ηθική βλάβη, σε περίπτωση πράξεων παραποιήσεως/απομιμήσεως τελούμενων με δόλο, ενώ το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής παρέχει μόνο τη δυνατότητα αναζητήσεως των κερδών ή καταβολής αποζημιώσεως, που μπορεί να είναι προκαθορισμένη, όταν ο υπαίτιος διέπραξε την παραποίηση/απομίμηση εν αγνοία του.
55
Οι διατάξεις αυτές έχουν μεν εφαρμογή, καθαυτές, μόνο σε πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως και, επομένως, σε πράξεις που λαμβάνουν χώρα μετά τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του οικείου σήματος και όχι σε πράξεις προγενέστερες της δημοσιεύσεως αυτής, όπως αυτές περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, πλην όμως μπορεί εξ αυτών να συναχθεί, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 51 των προτάσεών του, ότι η αξίωση στο πλαίσιο «εύλογης αποζημιώσεως» δεν μπορεί να υπερβαίνει την περιορισμένη αποζημίωση την οποία προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/48.
56
Πράγματι, καθόσον το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 αποσκοπεί να συνδέσει με σήμα δικαιώματα τελούντα υπό αίρεση ήδη από της δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος αυτού και πριν από τη δημοσίευση της σχετικής καταχωρίσεως, η «εύλογη αποζημίωση», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής πρέπει να έχει πιο περιορισμένο περιεχόμενο έναντι αυτού της αποζημιώσεως που μπορεί να ζητήσει ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως του εν λόγω σήματος και που αποσκοπούν, καταρχήν, στην εξασφάλιση της πλήρους αποκαταστάσεως της όντως προκληθείσας ζημίας, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει, ενδεχομένως, την ηθική βλάβη.
57
Προς προσδιορισμό της «εύλογης αποζημιώσεως», υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, πρέπει, επομένως, να ληφθεί ως βάση το κριτήριο της αναζητήσεως των κερδών και να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να περιλαμβάνεται στην αποζημίωση αυτή αποκατάσταση της περαιτέρω ζημίας την οποία ενδέχεται να έχει υποστεί ο δικαιούχος του οικείου σήματος λόγω της χρησιμοποιήσεως του σήματος, που μπορεί να περιλαμβάνει, ειδικότερα, την ηθική βλάβη.
58
Πράγματι, το κριτήριο της αναζητήσεως των οφελών, καθόσον αποσκοπεί στην επιστροφή των πλεονεκτημάτων τα οποία αδικαιολογήτως αποκόμισε τρίτος από τη χρήση του οικείου σήματος κατά την περίοδο περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, εντάσσεται στο πλαίσιο του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η διάταξη αυτή, που συνίσταται στην παρεμπόδιση των τρίτων να αποκομίζουν αδικαιολογήτως όφελος από την οικονομική αξία που έχει η αίτηση καταχωρίσεως ενός σήματος, όταν λογίζεται ότι τελούν σε γνώση της αιτήσεως αυτής κατόπιν της δημοσιεύσεώς της.
59
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο και τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 έχει την έννοια ότι εμποδίζει τον δικαιούχο σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ζητήσει αποζημίωση για πράξεις προγενέστερες της δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος. Όσον αφορά πράξεις τρίτων που έλαβαν χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο μεν της δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του οικείου σήματος, πριν όμως από τη δημοσίευση της σχετικής καταχωρίσεως, η χρησιμοποιούμενη στη διάταξη αυτή έννοια της «εύλογης αποζημιώσεως» καλύπτει την αναζήτηση των οφελών που όντως αποκόμισαν τρίτοι από τη χρησιμοποίηση του σήματος αυτού κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Αντιθέτως, η έννοια αυτή της «εύλογης αποζημιώσεως» αποκλείει την αποκατάσταση περαιτέρω ζημίας που ενδεχομένως υπέστη ο δικαιούχος του εν λόγω σήματος, περιλαμβανομένης, ενδεχομένως, της ηθικής βλάβης.
Επί των δικαστικών εξόδων
60
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 102, παράγραφος 1 του κανονισμού (EK) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι δεν εμποδίζει ένα, κατ’ εφαρμογήν ορισμένων δικονομικών αρχών του εθνικού δικαίου, δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παραλείψει να εκδώσει διάταξη απαγορεύουσα σε τρίτο να συνεχίσει πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως, με την αιτιολογία ότι ο δικαιούχος του οικείου σήματος δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου.
2)
Το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009 έχει την έννοια ότι εμποδίζει τον δικαιούχο σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ζητήσει αποζημίωση για πράξεις προγενέστερες της δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος. Όσον αφορά πράξεις τρίτων που έλαβαν χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο μεν της δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του οικείου σήματος, πριν όμως από τη δημοσίευση της σχετικής καταχωρίσεως, η χρησιμοποιούμενη στη διάταξη αυτή έννοια της «εύλογης αποζημιώσεως» καλύπτει την αναζήτηση των οφελών που όντως αποκόμισαν τρίτοι από τη χρησιμοποίηση του σήματος αυτού κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Αντιθέτως, η έννοια αυτή της «εύλογης αποζημιώσεως» αποκλείει την αποκατάσταση περαιτέρω ζημίας που ενδεχομένως υπέστη ο δικαιούχος του εν λόγω σήματος, περιλαμβανομένης, ενδεχομένως, της ηθικής βλάβης.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η εσθονική.
Full & Egal Universal Law Academy