ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 27ης Απριλίου 2017 ( *1 ) ( 1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Οδηγία 73/239/ΕΟΚ — Οδηγία 92/49/ΕΟΚ — Αρχή της ενιαίας άδειας — Αρχή του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής — Άρθρο 40, παράγραφος 6 — Έννοια των “παρατυπιών” — Φήμη των μετόχων — Απαγόρευση που επιβάλλεται σε ασφαλιστική εταιρία εγκατεστημένη σε ένα κράτος μέλος να συνάπτει νέες συμβάσεις σε άλλο κράτος μέλος»
Στην υπόθεση C‑559/15,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) με απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Νοεμβρίου 2015, στο πλαίσιο της δίκης
Onix Asigurări SA
κατά
Istituto per la Vigilanza Sulle Assicurazioni (IVASS),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, Μ. Βηλαρά, J. Malenovský (εισηγητή), M. Safjan και D. Šváby, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: R. Schiano, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Σεπτεμβρίου 2016,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Onix Asigurări SA, εκπροσωπούμενη από τους G. Buscemi και G. Pellegrino, avvocati,
—
το Istituto per la Vigilanza Sulle Assicurazioni (IVASS), εκπροσωπούμενο από τους P. Rosatone και E. Galanti, avvocati,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον P. Gentili, avvocatto dello Stato,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους V. Di Bucci και K.‑Ph. Wojcik,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Νοεμβρίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (ΕΕ 1992, L 228, σ. 1).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Onix Asigurări SA (στο εξής: Onix), εταιρίας ρουμανικού δικαίου, και του Istituto per la vigilanza sulle assicurazioni private e di interesse collettivo (ISVAP) (Ινστιτούτου εποπτείας των ιδιωτικών ασφαλίσεων και των ασφαλίσεων συλλογικού συμφέροντος, Ιταλία), νυν Istituto per la Vigilanza Sulle Assicurazioni (IVASS) (Ινστιτούτου εποπτείας του τομέα των ασφαλίσεων, Ιταλία, στο εξής: IVASS), που συνιστά την ιταλική εποπτική αρχή ασφαλίσεων, με αντικείμενο την απόφαση του τελευταίου να απαγορεύσει στην Onix να συνάπτει νέες ασφαλιστικές συμβάσεις στο ιταλικό έδαφος.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Η οδηγία 92/49 καταργήθηκε από την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ 2009, L 335, σ. 1). Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 3, 5, 6 και 29 της οδηγίας 92/49 αναφέρουν τα εξής:
«(1)
[Εκτιμώντας ότι] είναι αναγκαίο να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά στον τομέα της πρωτασφάλισης εκτός της ασφάλειας ζωής, τόσο όσον αφορά την ελευθερία εγκατάστασης όσο και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, προκειμένου να διευκολυνθεί η κάλυψη των κινδύνων στο εσωτερικό της Κοινότητας από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα στο έδαφός της·
[…]
(3)
[Εκτιμώντας] ότι η [δεύτερη οδηγία 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ (ΕΕ 1988, L 172, σ. 1)] αποτελεί, κατά συνέπεια, σημαντικό στάδιο της διαδικασίας προσέγγισης των εθνικών αγορών στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς, που πρέπει να συμπληρωθεί με άλλα κοινοτικά μέσα προκειμένου να μπορούν όλοι οι αντισυμβαλλόμενοι, ανεξάρτητα από την ιδιότητα και τη σημασία τους ή τη φύση του καλυπτόμενου κινδύνου, να προσφεύγουν σε οποιοδήποτε ασφαλιστή που έχει την έδρα του στην Κοινότητα και ασκεί τις δραστηριότητές του είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εξασφαλίζοντάς τους συγχρόνως επαρκή προστασία·
[…]
(5)
[Εκτιμώντας] ότι η προσέγγιση που υιοθετήθηκε συνίσταται στην επίτευξη βασικής, αναγκαίας και επαρκούς εναρμόνισης για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, η οποία επιτρέπει τη χορήγηση ενιαίας άδειας με ισχύ σε όλη την Κοινότητα και την εφαρμογή της αρχής του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής·
(6)
[Εκτιμώντας] ότι, ως εκ τούτου, η πρόσβαση στην ασφαλιστική δραστηριότητα και η άσκησή της εξαρτώνται εφεξής από τη χορήγηση ενιαίας διοικητικής άδειας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο η ασφαλιστική επιχείρηση έχει την έδρα της· ότι η άδεια αυτή επιτρέπει στην επιχείρηση να ασκεί δραστηριότητες σε όλες τις χώρες της Κοινότητας, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών· ότι το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή της παροχής υπηρεσιών δεν θα μπορεί πλέον να απαιτεί τη χορήγηση νέας άδειας στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που επιθυμούν να ασκήσουν ασφαλιστικές δραστηριότητες σ’ αυτό το κράτος μέλος και που έχουν ήδη λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής· ότι είναι, επομένως, σκόπιμο να τροποποιηθούν ανάλογα οι οδηγίες 73/239/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157)] και 88/357/ΕΟΚ·
[…]
(29)
[Εκτιμώντας] ότι είναι σκόπιμο να προβλεφθεί καθεστώς των κυρώσεων που θα εφαρμόζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται, στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος, με τις ισχύουσες για αυτήν διατάξεις περί προστασίας του γενικού συμφέροντος».
4
Το άρθρο 4 της οδηγίας 92/49 όριζε τα εξής:
«Το άρθρο 6 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“Άρθρο 6
Η ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφάλισης υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση διοικητικής άδειας.
Την άδεια αυτή πρέπει να ζητεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής:
α)
η επιχείρηση που εγκαθιστά την έδρα της στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους·
β)
η επιχείρηση η οποία, αφού λάβει την άδεια που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, επεκτείνει τις δραστηριότητές της στο σύνολο ενός κλάδου ή σε άλλους κλάδους.”»
5
Το άρθρο 5 της οδηγίας 92/49 προέβλεπε τα εξής:
«Το άρθρο 7 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“Άρθρο 7
1. Η άδεια ισχύει για το σύνολο της Κοινότητας. Επιτρέπει στην επιχείρηση να ασκεί δραστηριότητες είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
[…]”»
6
Το άρθρο 6 της οδηγίας 92/49 όριζε τα εξής:
«Το άρθρο 8 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“Άρθρο 8
1. Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ζητούν τη χορήγηση άδειας:
[…]
ε)
να διοικούνται [κατά τρόπο αποτελεσματικό] από πρόσωπα που πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις εντιμότητας και επαγγελματικών προσόντων ή εμπειρίας.
[…]”»
7
Το άρθρο 8 της οδηγίας 92/49 προέβλεπε τα εξής:
«Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας που επιτρέπει σε επιχείρηση την ανάληψη ασφαλιστικής δραστηριότητας εάν δεν τους έχει προηγουμένως ανακοινωθεί η ταυτότητα των μετόχων ή εταίρων, αμέσων ή εμμέσων, φυσικών ή νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδική συμμετοχή, καθώς και το ποσό αυτής της συμμετοχής.
Οι ίδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας εάν, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ανάγκη εξασφάλισης υγιούς και συνετής διαχείρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχουν πεισθεί για την καταλληλότητα των εν λόγω μετόχων ή εταίρων.»
8
Το άρθρο 14 της οδηγίας αυτής όριζε τα εξής:
«Το άρθρο 22 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“Άρθρο 22
1. Η άδεια που χορηγήθηκε στην ασφαλιστική επιχείρηση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μπορεί να ανακληθεί από την αρχή αυτή εφόσον η επιχείρηση:
α)
δεν κάνει χρήση της άδειας εντός δωδεκαμήνου, παραιτείται ρητώς από αυτήν ή έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά της για περίοδο μεγαλύτερη του εξαμήνου, εκτός εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προβλέπει ότι στις περιπτώσεις αυτές η άδεια λειτουργίας καθίσταται άκυρη·
β)
δεν πληροί πλέον τους όρους ανάληψης δραστηριότητας·
γ)
δεν κατορθώνει εμπροθέσμως να λάβει τα μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο ανασυγκροτήσεως ή στο σχέδιο χρηματοδοτήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 20·
δ)
αθετεί σοβαρώς τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των ρυθμίσεων που εφαρμόζονται στην περίπτωσή της.
[…]”»
9
Το άρθρο 40, παράγραφοι 3 έως 7, της οδηγίας 92/49 προέβλεπε τα εξής:
«3. Αν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους διαπιστώσουν ότι μια επιχείρηση που έχει υποκατάστημα ή λειτουργεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο έδαφός του δεν τηρεί τους κανόνες δικαίου που ισχύουν στη συγκεκριμένη περίπτωση σ’ αυτό το κράτος μέλος, καλούν την εν λόγω επιχείρηση να θέσει τέρμα στην αντικανονική αυτή κατάσταση.
4. Αν η εν λόγω επιχείρηση δεν πράξει τα δέοντα, οι αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής. Οι τελευταίες λαμβάνουν, το συντομότερο δυνατό, όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η εν λόγω επιχείρηση να θέσει τέρμα στην αντικανονική αυτή κατάσταση. Η φύση αυτών των μέτρων ανακοινώνεται στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
5. Αν, παρά τα ληφθέντα από το κράτος μέλος καταγωγής μέτρα ή σε περίπτωση ανεπάρκειας ή έλλειψης κατάλληλων μέτρων σ’ αυτό το κράτος μέλος, η επιχείρηση εξακολουθεί να παραβιάζει τους κανόνες δικαίου που ισχύουν στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το τελευταίο μπορεί, αφού ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή την καταστολή νέων παρατυπιών, και, εφόσον είναι απόλυτα αναγκαίο, την απαγόρευση της σύναψης νέων συμβάσεων από την επιχείρηση αυτή στο έδαφός του. Τα κράτη μέλη φροντίζουν να παρέχεται η δυνατότητα διενέργειας στο έδαφός τους των κοινοποιήσεων στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
6. Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 δεν θίγουν το δικαίωμα των κρατών μελών, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη των παρατυπιών που διαπράττονται στο έδαφός τους. Αυτά περιλαμβάνουν τη δυνατότητα απαγόρευσης της σύναψης νέων συμβάσεων από ασφαλιστική επιχείρηση στο έδαφός τους.
7. Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 δεν θίγουν την εξουσία των κρατών μελών να επιβάλλουν κυρώσεις στις διαπραττόμενες στο έδαφός τους παραβάσεις.
[…]»
Το ιταλικό δίκαιο
10
Το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο e, του κώδικα ιδιωτικών ασφαλίσεων που θεσπίστηκε με το νομοθετικό διάταγμα 209 της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: ΚΙΑ), προέβλεπε τα εξής:
«[το IVASS] χορηγεί την άδεια στην περίπτωση που […]:
e)
[όσον αφορά] τους κατόχους ειδικών συμμετοχών […] οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας που προβλέπεται στο άρθρο 68 πληρούνται».
11
Το άρθρο 68, παράγραφος 5, του ΚΙΑ είχε ως εξής:
«Το [IVASS] χορηγεί την άδεια οσάκις πληρούνται οι προϋποθέσεις με τις οποίες επιδιώκεται να εξασφαλισθεί η ορθή και συνετή διοίκηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχειρήσεως, διά της αξιολογήσεως της καταλληλότητας του δυνητικού αγοραστή και της οικονομικής αξιοπιστίας του σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής, λαμβανομένων επίσης υπόψη των πιθανών συνεπειών της πράξεως στην προστασία των ασφαλισμένων της οικείας επιχειρήσεως, με βάση τα ακόλουθα κριτήρια: τη φήμη του δυνητικού αγοραστή […]».
12
Το άρθρο 76 του ΚΙΑ όριζε τα εξής:
«1. Τα πρόσωπα που ασκούν διοικητικά, διευθυντικά ή εποπτικά καθήκοντα σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις επάρκειας, εντιμότητας και ανεξαρτησίας που επιβάλλονται με την κανονιστική απόφαση 130 που εκδόθηκε από τον Υπουργό Παραγωγικών Δραστηριοτήτων κατόπιν διαβουλεύσεως με το [IVASS].
2. Η μη συμμόρφωση, εξαρχής ή μεταγενέστερα, με τις απαιτήσεις συνεπάγεται έκπτωση από τα καθήκοντα. Το διοικητικό συμβούλιο, το εποπτικό συμβούλιο ή το συμβούλιο διαχείρισης κηρύσσουν την έκπτωση εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία διαπιστώνεται ή περιέρχεται σε γνώση τους η μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις. Σε περίπτωση αδράνειας, την έκπτωση κηρύσσει το [IVASS].
3. Σε περίπτωση μη συμμορφώσεως με τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας που προβλέπονται από τον αστικό κώδικα ή το καταστατικό της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχειρήσεως, έχει εφαρμογή η παράγραφος 2.
4. Η κανονιστική απόφαση της παραγράφου 1 ορίζει τους λόγους που συνεπάγονται την προσωρινή αναστολή της άσκησης των καθηκόντων καθώς και τη διάρκειά της. Η αναστολή διατάσσεται σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 2.»
13
Το άρθρο 193 του ΚΙΑ όριζε τα εξής:
«1. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλα κράτη μέλη υπόκεινται στον προληπτικό έλεγχο της αρχής του κράτους μέλους καταγωγής ακόμη και για τη δραστηριότητα που ασκούν, υπό καθεστώς εγκαταστάσεως ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας.
2. Με την επιφύλαξη των προβλεπομένων στην παράγραφο 1, εάν το [IVASS] διαπιστώσει ότι η ασφαλιστική επιχείρηση παραβαίνει τις διατάξεις της ισχύουσας ιταλικής νομοθεσίας, γνωστοποιεί στην επιχείρηση την παράβαση και τη διατάσσει να συμμορφωθεί προς την ισχύουσα νομοθεσία.
3. Εάν η επιχείρηση δεν συμμορφωθεί προς την ισχύουσα νομοθεσία, το [IVASS] ενημερώνει σχετικά την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ζητώντας τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την παύση των παραβάσεων.
4. Εφόσον η αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δεν λάβει μέτρα ή αυτά αποδειχθούν ακατάλληλα, εφόσον οι παρατυπίες που διαπράττονται μπορούν να θίξουν το γενικό συμφέρον ή σε κατεπείγουσες περιπτώσεις για την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων και άλλων δικαιούχων ασφαλιστικών παροχών, το [IVASS] μπορεί να λάβει σε σχέση με την ασφαλιστική επιχείρηση, κατόπιν ενημερώσεως της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, τα αναγκαία μέτρα, περιλαμβανομένης της απαγορεύσεως συνάψεως νέων ασφαλιστικών συμβάσεων υπό καθεστώς εγκαταστάσεως ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών με τις συνέπειες που προβλέπονται στο άρθρο 167.
5. Αν η ασφαλιστική επιχείρηση που διέπραξε την παράβαση ασκεί τις δραστηριότητές της μέσω υποκαταστήματος ή κατέχει αγαθά στο έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας, οι εφαρμοστέες δυνάμει των διατάξεων του ιταλικού νόμου διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται εις βάρος του εν λόγω υποκαταστήματος ή λαμβάνουν τη μορφή κατασχέσεων των αγαθών που βρίσκονται επί ιταλικού εδάφους.
6. Τα μέτρα τα οποία επιβάλλουν κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση δραστηριοτήτων υπό καθεστώς εγκαταστάσεως ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κοινοποιούνται στην οικεία επιχείρηση. Η επικοινωνία της ασφαλιστικής επιχειρήσεως με το [IVASS] πραγματοποιείται στην ιταλική γλώσσα.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
14
Η Onix είναι ασφαλιστική εταιρία με έδρα το Βουκουρέστι (Ρουμανία). Από τις 24 Οκτωβρίου 2012, δραστηριοποιείται στην Ιταλία, υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παρέχοντας εγγυήσεις, μεταξύ άλλων προς τις αναθέτουσες αρχές, υπέρ ιδιωτικών επιχειρήσεων που επιλέγονται κατόπιν διαδικασιών υποβολής προσφορών προς εξασφάλιση της συμμετοχής τους στις δημόσιες συμβάσεις και την εκτέλεση αυτών.
15
Σύμφωνα με τα στοιχεία που κοινοποίησε η Autoritatea de Supraveghere Financiară (αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας, Ρουμανία, στο εξής: ASF) προς το IVASS, στη διάρκεια του διμήνου κατά το οποίο η Onix άσκησε τις δραστηριότητές της το 2012, η εν λόγω εταιρία εισέπραξε ασφάλιστρα ύψους 795363 ευρώ, από τα οποία το 75 % περίπου στην Ιταλία και το 25 % στη Ρουμανία.
16
Απαντώντας σε αίτημα παροχής πληροφοριών που υπέβαλε το IVASS, προς το οποίο είχαν ήδη υποβληθεί ανάλογα αιτήματα από δημόσιες αρχές οι οποίες ήταν δικαιούχοι εγγυήσεων που είχε παράσχει η Onix, η ASF ανέφερε ότι ο κύριος μέτοχος της Onix ήταν ένας Ιταλός πολίτης ο οποίος, ως φυσικό πρόσωπο έχον τη μετοχική ιδιότητα, είχε τον έλεγχο του 0,01 % του κεφαλαίου της Onix και, ως αποκλειστικός μέτοχος της Egady Company SRL, εταιρίας ρουμανικού δικαίου, τον έλεγχο του 99,99 % του λοιπού κεφαλαίου. Η ASF διευκρίνισε επιπλέον ότι ο εν λόγω πολίτης ήταν, επίσης, πρόεδρος και γενικός διευθυντής της Onix.
17
Το IVASS διαπίστωσε, ωστόσο, ότι διάφορες καταδικαστικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί σε βάρος του κυρίου αυτού μετόχου έπλητταν τη φήμη του. Καταρχάς, ο τελευταίος είχε καταδικαστεί, στις 29 Ιουλίου 2013, από το Tribunale de Marsala (δικαστήριο της Marsala, Ιταλία) για απόπειρα διακεκριμένης απάτης εις βάρος του Ιταλικού Δημοσίου. Εν συνεχεία, ο μέτοχος αυτός ήταν ο μοναδικός διαχειριστής της G.C.C. Garanzie Crediti e Cauzioni spA, εταιρίας ιταλικού δικαίου, η οποία, με απόφαση της Banca d’Italia (Τράπεζας της Ιταλίας) της 28ης Αυγούστου 2008, διαγράφηκε από τους καταλόγους των χρηματοπιστωτικών διαμεσολαβητών λόγω παρατυπιών κατά τη διαχείριση και μη τηρήσεως των ελάχιστων απαιτήσεων όσον αφορά τα ίδια κεφάλαια. Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Ιταλίας του επέβαλε διοικητικό πρόστιμο ύψους 80000 ευρώ. Τέλος, τα περιουσιακά στοιχεία της Garanzie Crediti e Cauzioni Srl, εταιρίας ιταλικού δικαίου η οποία προέκυψε από τη μετατροπή της G.C.C. Garanzie Crediti e Cauzioni spA, αποτέλεσαν το αντικείμενο δύο αποφάσεων περί κατασχέσεως της Agenzia delle entrate (φορολογικής αρχής, Ιταλία), που εκδόθηκαν στις 27 Απριλίου και στις 28 Μαΐου 2010, με σκοπό να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση με εγγυητικές υποχρεώσεις οι οποίες δεν είχαν τηρηθεί.
18
Με επιστολή της 4ης Οκτωβρίου 2013, το IVASS διαβίβασε στην ASF τις πληροφορίες και τα έγγραφα που είχε στη διάθεσή του, ζητώντας της να λάβει κάθε ενδεδειγμένο μέτρο για την προστασία των ασφαλισμένων και προειδοποιώντας την ότι, σε περίπτωση αδράνειας, θα λάμβανε το ίδιο κάθε χρήσιμο και αναγκαίο μέτρο για την προστασία των συμφερόντων των Ιταλών ασφαλισμένων.
19
Με επιστολή της 8ης Νοεμβρίου 2013, η ASF προσέφερε τη συνεργασία της, ανακοινώνοντας τη σύσταση εσωτερικής ομάδας εργασίας που θα εκτιμούσε τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν, και ζήτησε από το IVASS να συνεργαστεί μαζί της.
20
Με επιστολή της 19ης Νοεμβρίου 2013, το IVASS επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να συνεργαστεί, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, το κατεπείγον της υποθέσεως και ανακοινώνοντας ότι, αν η ASF δεν ανακαλούσε την άδεια της Onix εντός 30 ημερών, θα αναγκαζόταν να απαγορεύσει στην εταιρία αυτή τη σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων στην Ιταλία.
21
Στις 9 Δεκεμβρίου 2013, πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ των δύο εποπτικών αρχών, κατά τη διάρκεια της οποίας η ASF ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει την άδεια της Onix, ιδίως επειδή τα κριτήρια που προβλέπονται από τις κατευθυντήριες γραμμές για την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και της αύξησης συμμετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, την οποία απαιτεί η οδηγία 2007/44/ΕΚ, δεν είχαν μεταφερθεί στη ρουμανική έννομη τάξη.
22
Με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2013, η οποία ελήφθη βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49 και του άρθρου 193, παράγραφος 4, του ΚΙΑ, το IVASS απαγόρευσε στην Onix τη σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων στο ιταλικό έδαφος.
23
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Onix, αφενός, υπέβαλε, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, καταγγελία ενώπιον της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ).
24
Με απόφαση της 2ας Ιουνίου 2014, ο πρόεδρος της ΕΑΑΕΣ έκρινε παραδεκτή την καταγγελία, πριν, τελικά, την απορρίψει, με απόφαση της 6ης Ιουνίου 2014, με το σκεπτικό ότι η εξουσία των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής να λαμβάνουν, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, κατάλληλα μέτρα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49, μπορεί να ασκηθεί, εφόσον οι ανησυχίες των εν λόγω αρχών δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν με άλλον τρόπο, ιδίως μέσω της συνεργασίας μεταξύ εποπτικών αρχών. Με την ίδια απόφαση της 6ης Ιουνίου 2014, ο πρόεδρος της ΕΑΑΕΣ έκρινε ότι στο κράτος μέλος εναπόκειται να προσδιορίσει το περιεχόμενο και τα όρια της εξουσίας αυτής, ότι η τήρηση των κανόνων του εθνικού δικαίου υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο των ιταλικών δικαστηρίων και ότι ουδείς λόγος υφίσταται να αναγνωρισθεί παράβαση της οδηγίας αυτής εκ μέρους του IVASS.
25
Απαντώντας σε επιστολή της Onix της 8ης Οκτωβρίου 2014, οι υπηρεσίες της ΕΑΑΕΣ επιβεβαίωσαν τη θέση αυτή με έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 2014.
26
Η Onix άσκησε προσφυγή κατά του εγγράφου αυτού ενώπιον της επιτροπής προσφυγών. Με απόφαση της 3ης Αυγούστου 2015, η τελευταία απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη, καθόσον στρεφόταν κατά πράξεως αμιγώς επιβεβαιωτικής προγενέστερης πράξεως η οποία δεν είχε προσβληθεί εμπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υπόθεση T‑590/15).
27
Με διάταξη της 24ης Ιουνίου 2016, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή αυτή ως εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως νόμω αβάσιμη.
28
Αφετέρου, η Onix άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του IVASS ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου του Lazio, Ιταλία), το οποίο, με την απόφαση αριθ. 478/2015, την απέρριψε, κρίνοντας ότι η διαπίστωση κατά την οποία ο κύριος μέτοχος της εταιρίας που δραστηριοποιείται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν πληροί τις σχετικές με τη φήμη προϋποθέσεις για την άσκηση της ασφαλιστικής δραστηριότητας στο ιταλικό έδαφος συνιστά λόγο επείγοντος ο οποίος δικαιολογεί την παρέμβαση του IVASS, κατά παρέκκλιση από την αρχή του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής.
29
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως η Onix άσκησε έφεση ενώπιον του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία), υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί, κατά παρέκκλιση από την αρχή του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής, να απαγορεύει σε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια στο κράτος μέλος καταγωγής να συνάπτει νέα συμβόλαια στο έδαφος του κράτους αυτού για τον λόγο ότι δεν πληρούται η σχετική με τη φήμη προϋπόθεση.
30
Το αιτούν δικαστήριο προτίθεται να απορρίψει την έφεση, καθόσον φρονεί ότι το άρθρο 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49 παρέχει στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη δυνατότητα να απαγορεύουν προληπτικώς σε μια ασφαλιστική επιχείρηση τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της στο έδαφος του κράτους αυτού, λόγω του αποδεδειγμένα βεβαρημένου ποινικού μητρώου του κύριου μετόχου, προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντα των ασφαλισμένων.
31
Διατηρώντας, ωστόσο, αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσον μια τέτοια λύση είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως με την αρχή της ενιαίας άδειας και του ελέγχου της συνδρομής της σχετικής με τη φήμη προϋποθέσεως από το κράτος μέλος καταγωγής, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε το άρθρο 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49, το σημείο 5 της ερμηνευτικής ανακοινώσεως 2000/C 43/03 [της Επιτροπής σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και το γενικό συμφέρον στον ασφαλιστικό τομέα (ΕΕ 2000, C 43, σ. 5)] και η αρχή του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής, την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό ερμηνευτική προσέγγιση (όπως αυτή που αφορά το άρθρο 193, παράγραφος 4, του [ΚΙΑ] και την οποία προκρίνει το παρόν δικαστήριο), κατά την οποία η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ασφαλιστικής επιχειρήσεως που δραστηριοποιείται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μπορεί να λάβει, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις και για την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων ασφαλιστικών παροχών, απαγορευτικά μέτρα, ιδίως δε το μέτρο της απαγορεύσεως της συνάψεως νέων συμβάσεων στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, τα οποία βασίζονται στο ότι δεν πληρούται, αρχικώς ή εν συνεχεία, στοιχείο που εκτιμάται κατά τη διακριτική ευχέρεια της αρχής, υποκειμενική προϋπόθεση, προβλεπόμενη για τη χορήγηση της άδειας ασκήσεως της ασφαλιστικής δραστηριότητας, ιδίως δε η σχετική με τη φήμη;»
Επί του αιτήματος επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας
32
Με έγγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Δεκεμβρίου 2016, η Onix ζήτησε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Η ανωτέρω υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ως προς ορισμένα επιχειρήματα, τα οποία προβάλλονται ως ουσιώδη στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των ενδιαφερομένων.
33
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 83 του Κανονισμού του Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί ανά πάσα στιγμή, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ιδίως αν εκτιμά ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς ή, ακόμη, σε περίπτωση που η διαφορά πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος που δεν έχει συζητηθεί μεταξύ των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων κατά την έννοια του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
34
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, εκτιμά ότι διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να δώσει απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα και ότι ως προς τα στοιχεία αυτά διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης και των ενδιαφερόμενων κατά την έννοια του ως άνω άρθρου.
35
Κατά συνέπεια, το αίτημα της Onix πρέπει να απορριφθεί.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
36
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν η οδηγία 92/49 και, ειδικότερα, το άρθρο της 40, παράγραφος 6, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην εκ μέρους των εποπτικών αρχών κράτους μέλους λήψη, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, εις βάρος ασφαλιστικής επιχειρήσεως πρωτασφάλισης, εκτός της ασφάλειας ζωής, που δραστηριοποιείται στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και για την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των λοιπών προσώπων που δύνανται να είναι δικαιούχοι ασφαλιστικών παροχών, μέτρων, όπως το μέτρο της απαγορεύσεως της συνάψεως νέων συμβάσεων στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού, τα οποία βασίζονται στο ότι δεν πληρούται, αρχικώς ή εν συνεχεία, πράγμα που εκτιμάται κατά τη διακριτική ευχέρεια της αρχής, υποκειμενική προϋπόθεση προβλεπόμενη για τη χορήγηση της άδειας ασκήσεως της ασφαλιστικής δραστηριότητας, όπως η σχετική με τη φήμη.
37
Καταρχάς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 40, παράγραφος 6, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι, πέραν των μέτρων που μπορούν να ληφθούν βάσει των παραγράφων 3 έως 5 του άρθρου αυτού, τα κράτη μέλη μπορούν, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη των παρατυπιών που διαπράττονται στο έδαφός τους και ιδίως να απαγορεύουν τη σύναψη νέων συμβάσεων στο έδαφός τους από ασφαλιστική επιχείρηση.
38
Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο επισημαίνεται ότι ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις της εν λόγω διατάξεως, ιδίως εκείνες στην ισπανική και τη γαλλική γλώσσα, αναφέρονται σε παρατυπίες που «διαπράττονται» στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, πράγμα το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να σημαίνει ότι η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή οσάκις παράτυπες πράξεις έχουν ήδη διαπραχθεί.
39
Εντούτοις, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας των κανονισμών της Ένωσης αποκλείει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να λαμβάνεται μεμονωμένα υπόψη το κείμενο μιας διατάξεως, αλλά αντιθέτως απαιτεί αυτό να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα της αποδόσεώς του στις άλλες επίσημες γλώσσες (απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Van Buggenhout και Van de Mierop, C‑251/12, EU:C:2013:566, σκέψη 27).
40
Ωστόσο, αφενός, άλλες γλωσσικές αποδόσεις, όπως εκείνες στη γερμανική και την αγγλική γλώσσα, δεν περιέχουν παρόμοιο προσδιορισμό. Αφετέρου, όλες οι γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποιούν, για την περιγραφή του αντικειμένου των μέτρων που δύνανται να ληφθούν, το ρήμα «προλαμβάνουν» ή ανάλογη λέξη. Επομένως, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα με τα οποία σκοπείται η αποτροπή της διαπράξεως μελλοντικών παρατυπιών.
41
Κατόπιν αυτής της διευκρινίσεως, επισημαίνεται ότι το γράμμα του άρθρου 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49, εξεταζόμενο αυτοτελώς, δεν επιτρέπει να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξετασθεί το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω διάταξη καθώς και οι σκοποί που επιδιώκει η οδηγία αυτή (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 25ης Ιουνίου 2015, CO Sociedad de Gestión y Participación κ.λπ., C‑18/14, EU:C:2015:419, σκέψη 27).
42
Συναφώς, από τις αιτιολογικές σκέψεις 1, 5 και 6 της ίδιας οδηγίας προκύπτει καταρχάς ότι η οδηγία, η οποία σκοπεί στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα της πρωτασφάλισης εκτός της ασφάλειας ζωής, στηρίζεται σε δύο αρχές. Οι αρχές αυτές συνίστανται, αφενός, στην καθιέρωση ενιαίας άδειας η οποία, άπαξ και χορηγηθεί, παρέχει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις τη δυνατότητα να ασκούν τις δραστηριότητές τους στο σύνολο της Ένωσης και, αφετέρου, στην αρχή του ελέγχου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων από το κράτος μέλος καταγωγής.
43
Στο πλαίσιο της επιδιώξεως του σκοπού αυτού, η οδηγία 92/49 προβλέπει, πρώτον, στο άρθρο 4, ότι η ενιαία άδεια ζητείται αποκλειστικά από τις αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, υπό τη διευκρίνιση ότι το άρθρο 6 της οδηγίας καθορίζει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της εν λόγω άδειας μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η σχετική με την εντιμότητα των προσώπων που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα στην οικεία επιχείρηση. Επιπροσθέτως, από το άρθρο 14 της ίδιας οδηγίας προκύπτει ότι εναπόκειται ομοίως στο κράτος μέλος καταγωγής να ανακαλέσει την άδεια που χορηγήθηκε σε ασφαλιστική επιχείρηση η οποία δεν πληροί πλέον τους όρους ανάληψης δραστηριότητας ή αθετεί σοβαρώς τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των ρυθμίσεων που εφαρμόζονται στην περίπτωσή της.
44
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι μόνον οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, εξαιρουμένων εκείνων των λοιπών κρατών μελών, μπορούν να ελέγχουν αν μια ασφαλιστική επιχείρηση πληροί την προϋπόθεση περί εντιμότητας των προσώπων που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα.
45
Δεύτερον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 40 της οδηγίας 92/49 θεσπίζει δύο χωριστές διαδικασίες με τις οποίες οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν, σε περίπτωση παρατυπιών ή κινδύνου παρατυπιών, να λαμβάνουν μέτρα εις βάρος της οικείας επιχειρήσεως.
46
Συναφώς, το άρθρο 40, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας 92/49 διευκρινίζει τις διαδικασίες τις οποίες οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής πρέπει να τηρούν οσάκις προτίθενται να λάβουν τέτοια μέτρα, ήτοι να ενημερώνουν προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής σχετικά με τη μη τήρηση ορισμένων κανόνων δικαίου από την επιχείρηση στην οποία οι τελευταίες έχουν χορηγήσει άδεια και να παρέχουν σε αυτές τη δυνατότητα να λάβουν, το συντομότερο δυνατό, τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής.
47
Ωστόσο, το άρθρο 40, παράγραφος 6, της εν λόγω οδηγίας, του οποίου η εφαρμογή περιορίζεται σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, καίτοι προϋποθέτει την ύπαρξη κινδύνου παρατυπιών, δεν προβλέπει, εντούτοις, κατά παρέκκλιση από τη συνήθη διαδικασία που καθιερώνεται στο εν λόγω άρθρο 40, παράγραφοι 4 και 5, υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους υποδοχής ούτε να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής για τις παρατυπίες αυτές ούτε να γνωστοποιήσει σε αυτές την πρόθεσή του να λάβει κατάλληλα μέτρα.
48
Συγκεκριμένα, ο επικείμενος κίνδυνος διαπράξεως παρατυπίας ενδέχεται να καθιστά αναγκαία την άμεση θέσπιση μέτρων. Επομένως, δεν μπορεί να απαιτείται από το κράτος μέλος υποδοχής, το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο με κατεπείγουσα κατάσταση, να αναλάβει μια διαδικασία ενημέρωσης του κράτους μέλους καταγωγής δυνάμενη να καθυστερήσει, εις βάρος των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων ασφαλιστικών παροχών, τη λήψη τέτοιων μέτρων.
49
Αντιθέτως, ελλείψει αντίθετης ενδείξεως, το άρθρο 40, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/49 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να παρεκκλίνει από την αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής, όπως αυτή εκτίθεται στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως, προκειμένου να αποφανθεί ως προς την τήρηση εκ μέρους ασφαλιστικής επιχειρήσεως των προϋποθέσεων χορηγήσεως αδείας, ιδίως της προϋποθέσεως περί εντιμότητας των προσώπων που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα, των οποίων ο έλεγχος εμπίπτει, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 92/49, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.
50
Εντούτοις, στο κράτος μέλος υποδοχής εναπόκειται, κατ’ ενάσκηση των εξουσιών που αυτό διαθέτει σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, να αποδείξει κατά πόσον ορισμένες ελλείψεις ή αβεβαιότητα σχετικά με την εντιμότητα των προσώπων που διευθύνουν την οικεία ασφαλιστική επιχείρηση ενέχουν πραγματικό και επικείμενο κίνδυνο διαπράξεως παρατυπιών εις βάρος των συμφερόντων των ασφαλισμένων ή άλλων προσώπων που είναι δικαιούχοι των ασφαλιστικών παροχών και, στην περίπτωση αυτή, να λάβει άμεσα κατάλληλα μέτρα, όπως είναι, ενδεχομένως, η απαγόρευση συνάψεως νέων συμβάσεων στο έδαφός του.
51
Συγκεκριμένα, από την αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 92/49 προκύπτει ότι σκοπός της οδηγίας είναι να εξασφαλίσει επαρκή προστασία στους αντισυμβαλλομένους των ασφαλιστικών εταιριών. Η προστασία αυτή, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να εξασφαλισθεί αν το άρθρο 40, παράγραφος 6, της εν λόγω οδηγίας ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής, το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο με επείγουσα κατάσταση, να εκτιμήσει την ύπαρξη επικείμενου κινδύνου για τα συμφέροντα των ως άνω αντισυμβαλλομένων και να λάβει άμεσα μέτρα για την αντιμετώπισή του, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει από τις αρχές του κράτους μέλους καταγωγής να αναλάβουν κατάλληλη προς τούτο δράση.
52
Εντούτοις, στο μέτρο που, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, η ίδια οδηγία προκρίνει την αρχή του ελέγχου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων από το κράτος μέλος καταγωγής, τα μέτρα τα οποία το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να λάβει, σε επείγουσα περίπτωση, δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινά. Επομένως, τα μέτρα εφαρμόζονται μόνον εν αναμονή της αποφάσεως των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής με την οποία συνάγονται οι συνέπειες, υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων χορηγήσεως αδείας, ιδίως δε της σχετικής με την εντιμότητα, των πραγματικών στοιχείων που επισήμανε το κράτος μέλος υποδοχής, όπως επιτάσσει η αρχή της ασφάλειας δικαίου η οποία αποτελεί μέρος της έννομης τάξεως της Ένωσης.
53
Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 92/49 και, ειδικότερα, το άρθρο της 40, παράγραφος 6, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην εκ μέρους των εποπτικών αρχών κράτους μέλους λήψη, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, εις βάρος ασφαλιστικής επιχειρήσεως πρωτασφάλισης, εκτός της ασφάλειας ζωής, που δραστηριοποιείται στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και για την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των λοιπών προσώπων που δύνανται να είναι δικαιούχοι ασφαλιστικών παροχών, μέτρων, όπως το μέτρο της απαγορεύσεως της συνάψεως νέων συμβάσεων στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού, τα οποία βασίζονται στο ότι δεν πληρούται, αρχικώς ή εν συνεχεία, πράγμα που εκτιμάται κατά τη διακριτική ευχέρεια της αρχής, υποκειμενική προϋπόθεση, προβλεπόμενη για τη χορήγηση της άδειας ασκήσεως της ασφαλιστικής δραστηριότητας, όπως η σχετική με τη φήμη. Αντιθέτως, δεν αντιβαίνει στην οδηγία αυτή η εκ μέρους κράτους μέλους απόδειξη, κατ’ ενάσκηση των εξουσιών που αυτό διαθέτει σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, ότι ορισμένες ελλείψεις ή αβεβαιότητα σχετικά με την εντιμότητα των προσώπων που διευθύνουν την οικεία ασφαλιστική επιχείρηση ενέχουν πραγματικό και επικείμενο κίνδυνο διαπράξεως παρατυπιών εις βάρος των συμφερόντων των ασφαλισμένων ή άλλων προσώπων που είναι δικαιούχοι των ασφαλιστικών παροχών και, στην περίπτωση αυτή, η άμεση λήψη κατάλληλων μέτρων, όπως είναι, ενδεχομένως, η απαγόρευση συνάψεως νέων συμβάσεων στο έδαφός του.
Επί των δικαστικών εξόδων
54
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η οδηγία 92/49/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) και, ειδικότερα, το άρθρο της 40, παράγραφος 6, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην εκ μέρους των εποπτικών αρχών κράτους μέλους λήψη, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, εις βάρος ασφαλιστικής επιχειρήσεως πρωτασφάλισης, εκτός της ασφάλειας ζωής, που δραστηριοποιείται στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και για την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των λοιπών προσώπων που δύνανται να είναι δικαιούχοι ασφαλιστικών παροχών, μέτρων, όπως το μέτρο της απαγορεύσεως της συνάψεως νέων συμβάσεων στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού, τα οποία βασίζονται στο ότι δεν πληρούται, αρχικώς ή εν συνεχεία, πράγμα που εκτιμάται κατά τη διακριτική ευχέρεια της αρχής, υποκειμενική προϋπόθεση προβλεπόμενη για τη χορήγηση της άδειας ασκήσεως της ασφαλιστικής δραστηριότητας, όπως η σχετική με τη φήμη. Αντιθέτως, δεν αντιβαίνει στην οδηγία αυτή η εκ μέρους κράτους μέλους απόδειξη, κατ’ ενάσκηση των εξουσιών που αυτό διαθέτει σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, ότι ορισμένες ελλείψεις ή αβεβαιότητα σχετικά με την εντιμότητα των προσώπων που διευθύνουν την οικεία ασφαλιστική επιχείρηση ενέχουν πραγματικό και επικείμενο κίνδυνο διαπράξεως παρατυπιών εις βάρος των συμφερόντων των ασφαλισμένων ή άλλων προσώπων που είναι δικαιούχοι των ασφαλιστικών παροχών και, στην περίπτωση αυτή, η άμεση λήψη κατάλληλων μέτρων, όπως είναι, ενδεχομένως, η απαγόρευση συνάψεως νέων συμβάσεων στο έδαφός του.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
( 1 ) Στη σκέψη 53 και στο διατακτικό του παρόντος κειμένου έγινε τροποποίηση γλωσσικής φύσεως μετά την αρχική ανάρτησή του στην ψηφιακή Συλλογή Νομολογίας.
Full & Egal Universal Law Academy