ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 15ης Ιουνίου 2017 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Ασφάλιση αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων — Τροχαίο ατύχημα το οποίο συνέβη το 2006 μεταξύ οχημάτων που έχουν τη συνήθη στάθμευσή τους σε διαφορετικά κράτη μέλη — Ενοποιημένη συμφωνία του συμβουλίου των γραφείων διεθνούς ασφάλισης — Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Οδηγία 2009/103/ΕΚ — Δεν έχει εφαρμογή ratione temporis — Οδηγίες 72/166/ΕΟΚ, 84/5/ΕΟΚ και 2000/26/ΕΚ — Δεν έχουν εφαρμογή ratione materiae — Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Δεν έχει εφαρμογή — Περίπτωση στην οποία δεν εφαρμόζεται το δίκαιο της Ένωσης»
Στην υπόθεση C-587/15,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Ανώτατο Δικαστήριο της Λιθουανίας) με απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Νοεμβρίου 2015, στο πλαίσιο της δίκης
Lietuvos Respublikos transporto priemonių draudikų biuras
κατά
Gintaras Dockevičius,
Jurgita Dockevičienė,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, E. Regan, A. Arabadjiev (εισηγητή), C. G. Fernlund και S. Rodin, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Bobek
γραμματέας: M. Aleksejev, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 14ης Δεκεμβρίου 2016,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
το Lietuvos Respublikos transporto priemonių draudikų biuras, εκπροσωπούμενο από τον A. Križinauskas,
—
η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Kriaučiūnas και R. Dzikovič, καθώς και από την G. Taluntytė,
—
η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Vláčil και M. Smolek,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από την F. Varrone, avvocato dello Stato,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον K.-P. Wojcik και την A. Steiblytė,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαρτίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία:
—
του άρθρου 3, παράγραφος 4, του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 4, του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 10 της ενοποιημένης συμφωνίας του συμβουλίου των γραφείων, η οποία συνήφθη στις 30 Μαΐου 2002 μεταξύ των εθνικών γραφείων ασφάλισης των κρατών μελών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και άλλων συνδεδεμένων κρατών και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της απόφασης 2003/564/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2003, για την εφαρμογή της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τους ελέγχους ασφάλισης της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (ΕΕ 2003, L 192, σ. 23, στο εξής: ενοποιημένη συμφωνία)·
—
του άρθρου 2, του άρθρου 10, παράγραφοι 1 και 4, καθώς και του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ 2009, L 263, σ. 11), και
—
του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Lietuvos Respublikos transporto priemonių draudikų biuras (γραφείου ασφάλισης αυτοκινήτων οχημάτων της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, στο εξής: γραφείο B) και, αφετέρου, του Gintaras Dockevičius και της Jurgita Dockevičienė, Λιθουανών υπηκόων, με αντικείμενο αγωγή εξ αναγωγής την οποία άσκησε το γραφείο Β ζητώντας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι της κύριας δίκης, που δεν είχαν εκπληρώσει την υποχρέωσή τους για ασφάλιση της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτου οχήματος όταν ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα στη Γερμανία, να του αποδώσουν τα ποσά που κατέβαλε στο γερμανικό γραφείο ασφάλισης (στο εξής: γραφείο Α) για να καλύψει την αποζημίωση την οποία έλαβε από το τελευταίο ο άλλος εμπλεκόμενος στο τροχαίο ατύχημα.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Το άρθρο 2 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 136), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2005/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005 (ΕΕ 2005, L 149, σ. 14) (στο εξής: οδηγία 72/166), έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη απέχουν από τη διενέργεια ελέγχων ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία οχημάτων που έχουν συνήθη στάθμευση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και οχημάτων που έχουν συνήθη στάθμευση στο έδαφος τρίτης χώρας και εισέρχονται στο έδαφός τους προερχόμενα από το έδαφος άλλου κράτους μέλους. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να διενεργούν μη συστηματικούς ελέγχους της ασφάλισης, εφόσον αυτοί δεν ενέχουν διακρίσεις και πραγματοποιούνται στο πλαίσιο ελέγχου που δεν έχει αποκλειστικό σκοπό τη διαπίστωση της ύπαρξης ασφάλισης.
2. Όσον αφορά τα οχήματα με συνήθη στάθμευση στο έδαφος ενός κράτους μέλους, οι διατάξεις της παρούσης οδηγίας, εξαιρουμένων των άρθρων 3 και 4, τίθενται σε ισχύ:
—
μετά τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ των […] εθνικών γραφείων ασφαλίσεως, κατά την οποία κάθε εθνικό γραφείο εγγυάται την ικανοποίηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως, των αξιώσεων από ατυχήματα τα οποία έγιναν στο έδαφός του και τα οποία [προκλήθηκαν] από την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, είτε αυτά τα οχήματα είναι ασφαλισμένα είτε όχι’
—
από της ημερομηνίας που θα καθορίσει η Επιτροπή αφού προηγουμένως διαπιστώσει σε στενή συνεργασία με τα Κράτη μέλη, ότι συνήφθη η συμφωνία’
—
για τη διάρκεια της συμφωνίας αυτής.»
4
Το άρθρο 1, παράγραφοι 4 και 7, της δεύτερης οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (ΕΕ 1984, L 8, σ. 17), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2005/14 (στο εξής: οδηγία 84/5), ορίζει τα ακόλουθα:
«4.
Κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παράγραφο 1.
Το πρώτο εδάφιο δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να προσδίδουν στην παρέμβαση του οργανισμού αυτού επικουρικό ή μη επικουρικό χαρακτήρα, ούτε το δικαίωμά τους να ρυθμίζουν τον διακανονισμό των αξιώσεων μεταξύ του οργανισμού αυτού και του υπευθύνου ή των υπευθύνων του ατυχήματος και των άλλων ασφαλιστών ή οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης που υποχρεούνται να αποζημιώσουν το θύμα για το ίδιο ατύχημα. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιτρέπουν στον οργανισμό να απαιτεί από το θύμα του ατυχήματος, προκειμένου να του καταβάλει την αποζημίωση, να αποδείξει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι ο υπεύθυνος αδυνατεί ή αρνείται να πληρώσει.
[…]
7.
Κάθε κράτος μέλος εφαρμόζει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του κατά την καταβολή αποζημιώσεων από τον οργανισμό αυτό, με την επιφύλαξη κάθε άλλης πρακτικής ευνοϊκότερης για το θύμα.»
5
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Μαΐου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2000, L 181, σ. 65), προβλέπει τα κάτωθι:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να θεσπίσει ειδικές διατάξεις σχετικές με τους ζημιωθέντες που δικαιούνται αποζημίωση για οιαδήποτε ζημία ή σωματική βλάβη τις οποίες υπέστησαν λόγω ατυχήματος που συνέβη σε κράτος μέλος εκτός του κράτους μέλους διαμονής του ζημιωθέντος, και οι οποίες προκλήθηκαν από την κυκλοφορία οχημάτων ασφαλισμένων και συνήθως σταθμευόντων σε κράτος μέλος.»
6
Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει έναν οργανισμό αποζημιώσεως υπεύθυνο για την ικανοποίηση των ζημιωθέντων, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1.
Οι ζημιωθέντες μπορούν να υποβάλουν αίτηση στον οργανισμό αποζημιώσεως στο κράτος μέλος διαμονής τους, εφόσον:
α)
εντός τριών μηνών από την ημερομηνία που ο ζημιωθείς υπέβαλε την αίτηση αποζημιώσεως στην ασφαλιστική επιχείρηση του οχήματος η κυκλοφορία του οποίου προκάλεσε το ατύχημα, ή στον αντιπρόσωπο για το διακανονισμό των ζημιών, η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο αντιπρόσωπός της για το διακανονισμό των ζημιών δεν έχουν δώσει αιτιολογημένη απάντηση στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην αίτηση, ή
β)
η ασφαλιστική επιχείρηση δεν έχει διορίσει αντιπρόσωπο για το διακανονισμό των ζημιών στο κράτος διαμονής του ζημιωθέντος σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1. Στην περίπτωση αυτή, οι ζημιωθέντες δεν μπορούν να υποβάλουν αίτηση στον οργανισμό αποζημιώσεως αν έχουν υποβάλει αίτηση αποζημιώσεως απευθείας στην ασφαλιστική επιχείρηση του οχήματος, η κυκλοφορία του οποίου προκάλεσε το ατύχημα, και έχουν λάβει αιτιολογημένη απάντηση εντός τριών μηνών από την υποβολή της.
Οι ζημιωθέντες δεν μπορούν πάντως να υποβάλουν αίτηση αποζημιώσεως στον οργανισμό αποζημιώσεως, αν έχουν ασκήσει ευθεία αγωγή κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Ο οργανισμός αποζημιώσεως αναλαμβάνει δράση εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ζημιωθείς του υπέβαλε αίτηση αποζημιώσεως, τερματίζει όμως την παρέμβασή του αν η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο αντιπρόσωπος για το διακανονισμό των ζημιών, διαβιβάσει στη συνέχεια αιτιολογημένη απάντηση στην αίτηση.
Ο οργανισμός αποζημιώσεως ενημερώνει πάραυτα:
α)
την ασφαλιστική επιχείρηση του οχήματος η κυκλοφορία του οποίου προκάλεσε το ατύχημα ή τον αντιπρόσωπο για το διακανονισμό των ζημιών·
β)
τον οργανισμό αποζημιώσεως του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η ασφαλιστική επιχείρηση που έχει εκδώσει το ασφαλιστήριο·
γ)
τον υπαίτιο του ατυχήματος, αν είναι γνωστός
ότι του υπεβλήθη αίτηση αποζημιώσεως εκ μέρους του ζημιωθέντος και ότι πρόκειται να απαντήσει σ’ αυτήν, εντός δύο μηνών από την υποβολή της.
Η διάταξη αυτή δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να θεωρούν επικουρική ή μη επικουρική την αποζημίωση που χορηγεί ο εν λόγω οργανισμός ούτε το δικαίωμά τους να προβλέπουν τον διακανονισμό των αξιώσεων μεταξύ του εν λόγω οργανισμού και του υπαιτίου ή των υπαιτίων του ατυχήματος και άλλων ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης υποχρεωμένων να αποζημιώσουν το ζημιωθέντα για το ίδιο ατύχημα. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιτρέπουν στον οργανισμό να εξαρτά την καταβολή της αποζημίωσης από άλλους όρους εκτός αυτών που ορίζει η παρούσα οδηγία, και ειδικότερα από τον όρο να αποδείξει καθ’ οιονδήποτε τρόπο ο ζημιωθείς ότι ο υπόχρεος αδυνατεί ή αρνείται να πληρώσει.
2. Ο οργανισμός αποζημιώσεως που αποζημίωσε το ζημιωθέντα στο κράτος μέλος διαμονής μπορεί να απαιτήσει από τον οργανισμό αποζημιώσεως στο κράτος μέλος, στο οποίο είναι εγκατεστημένη η ασφαλιστική επιχείρηση που εξέδωσε το ασφαλιστήριο, να του επιστρέψει το ποσό που καταβλήθηκε ως αποζημίωση.
Αυτός ο οργανισμός υποκαθίσταται τότε στα δικαιώματα του ζημιωθέντος έναντι του υπαιτίου του ατυχήματος ή της ασφαλιστικής επιχείρησής του, μέχρι του ποσού που κατέβαλε ο οργανισμός αποζημιώσεως του κράτους μέλους διαμονής του ζημιωθέντος για οιαδήποτε ζημία ή σωματική βλάβη που υπέστη. Κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να αναγνωρίσει την υποκατάσταση αυτή, όπως προβλέπεται σε οιοδήποτε άλλο κράτος μέλος.»
7
Η οδηγία 2009/103 κωδικοποίησε τις προϋφιστάμενες οδηγίες σχετικά με την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και, κατά συνέπεια, τις κατάργησε και τις αντικατέστησε από 27ης Οκτωβρίου 2009, όπως προκύπτει από το άρθρο 30 της εν λόγω οδηγίας. Σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ της ως άνω οδηγίας, το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 72/166 αντιστοιχεί στο άρθρο 2 της οδηγίας 2009/103, το άρθρο 1, παράγραφοι 4 και 7, της οδηγίας 84/5 στο άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2009/103 και το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/26 στο άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/103.
Η ενοποιημένη συμφωνία
8
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ενοποιημένης συμφωνίας ορίζει τα ακόλουθα:
«Μόλις ένα γραφείο λάβει γνώση για ατύχημα το οποίο έλαβε χώρα στην επικράτεια της χώρας για την οποία είναι αυτό αρμόδιο, και στο οποίο εμπλέκεται όχημα άλλης χώρας, οφείλει να προβεί, χωρίς να υποχρεούται να αναμένει την επίσημη άσκηση αξιώσεως, στην έρευνα των συνθηκών του ατυχήματος. Οφείλει επιπλέον να ειδοποιήσει για το ατύχημα το συντομότερο δυνατό τον ασφαλιστή ο οποίος εξέδωσε την πράσινη κάρτα ή το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή το αρμόδιο γραφείο –εάν το κρίνει απαραίτητο. Κάθε παράλειψη να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες, ωστόσο, δεν θεμελιώνει οποιαδήποτε ευθύνη του γραφείου.
Σε περίπτωση που, κατά την πορεία της έρευνας αυτής, το γραφείο διαπιστώσει ότι ο ασφαλιστής του οχήματος που ενεπλάκη στο ατύχημα είναι αναγνωρισμένος και υπάρχει εγκεκριμένος ανταποκριτής αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, οφείλει να διαβιβάσει αμέσως τις πληροφορίες αυτές στον ανταποκριτή προκειμένου αυτός να προβεί περαιτέρω στις απαραίτητες ενέργειες.»
9
Το άρθρο 3, παράγραφος 4, της ενοποιημένης συμφωνίας προβλέπει τα κάτωθι:
«Όλες οι αξιώσεις θα διακανονίζονται από το γραφείο με απόλυτη αυτονομία και σύμφωνα με τις νομικές και κανονιστικές διατάξεις που ισχύουν στη χώρα όπου συνέβη το ατύχημα και οι οποίες αφορούν την ευθύνη, την αποζημίωση των ζημιωθέντων και την υποχρεωτική ασφάλιση, προς το καλύτερο συμφέρον του ασφαλιστή ο οποίος εξέδωσε την πράσινη κάρτα ή το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή του αντίστοιχου γραφείου -εάν αυτό ενδείκνυται.
Το γραφείο είναι αποκλειστικά αρμόδιο για κάθε ζήτημα σχετικό με την ερμηνεία του εφαρμοστέου δικαίου στη χώρα όπου συνέβη το ατύχημα (ακόμη και όταν αναφέρεται σε νομικές διατάξεις που ισχύουν σε άλλη χώρα) και για το διακανονισμό της αξίωσης. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, το γραφείο οφείλει, κατόπιν ρητής αιτήσεως, να ενημερώσει τον ασφαλιστή ή το αντίστοιχο γραφείο προτού λάβει την τελική απόφαση.»
10
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της ενοποιημένης συμφωνίας:
«Όταν το γραφείο ή ο εκπρόσωπος αυτού που διορίσθηκε για το σκοπό αυτό διακανονίσει κάθε αξίωση που απορρέει από το ίδιο ατύχημα, αποστέλλει, το αργότερο εντός ενός έτους από την ημέρα που έλαβε χώρα η τελευταία καταβολή υπέρ του ζημιωθέντος προσώπου, με φαξ ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, στο μέλος του γραφείου που είχε εκδώσει την πράσινη κάρτα ή το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή στο αντίστοιχο γραφείο –εάν το κρίνει αναγκαίο– απαίτηση για επανείσπραξη η οποία θα ορίζει:
1.1.
τα ποσά που κατεβλήθησαν ως αποζημίωση στα ζημιωθέντα πρόσωπα, είτε με φιλικό διακανονισμό είτε δυνάμει δικαστικής απόφασης,
1.2.
τα ποσά που δαπανήθηκαν για εξωτερικές υπηρεσίες κατά το χειρισμό και διακανονισμό κάθε αξίωσης καθώς και όλα τα έξοδα που [έγιναν] για τους σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας τα οποία θα [καταβάλλονταν] υπό παρόμοιες συνθήκες από ασφαλιστή εγκατεστημένο στη χώρα του ατυχήματος,
1.3.
την αμοιβή διαχείρισης ζημίας και την κάλυψη όλων των λοιπών δαπανών υπολογιζόμενων σύμφωνα με τους εγκεκριμένους κανόνες του συμβουλίου των γραφείων.
Σε περιπτώσεις αξιώσεων που γεννώνται από το ίδιο ατύχημα και οι οποίες διακανονίζονται χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση, τα ποσά που αναφέρονται ανωτέρω υπό το άρθρο 5, παράγραφος 1, σημείο 2, καθώς και το ελάχιστο ποσό των διαχειριστικών εξόδων που ορίζεται από το συμβούλιο των γραφείων σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 5, παράγραφος 1, σημείο 3, δύνανται να απαιτηθούν.»
11
Όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, της ενοποιημένης συμφωνίας:
«Τα παραστατικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένου του εγγράφου που αποδεικνύει αντικειμενικά ότι η οφειλόμενη αποζημίωση έχει καταβληθεί στα ζημιωθέντα πρόσωπα, θα αποστέλλονται αμέσως κατόπιν σχετικού αιτήματος αλλά χωρίς καθυστέρηση στην επανείσπραξη.»
12
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ενοποιημένης συμφωνίας έχει ως εξής:
«Κάθε γραφείο οφείλει να εγγυηθεί την επανείσπραξη από τα μέλη του των ποσών που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 από το γραφείο της χώρας όπου συνέβη το ατύχημα ή από τον διακανονιστή που έχει διοριστεί για το σκοπό αυτό.
Σε περίπτωση που μέλος γραφείου δεν προβεί στην καταβολή των ποσών που έχουν απαιτηθεί εντός της περιόδου των δύο μηνών που ορίζεται στο άρθρο 5, το γραφείο στο οποίο ανήκει το μέλος αυτό οφείλει να καταβάλει το ίδιο τα ποσά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, κατόπιν επίκλησης της υποχρέωσής του ως εγγυητή εκ μέρους του γραφείου της χώρας όπου συνέβη το ατύχημα ή του διακανονιστή που έχει διοριστεί για το σκοπό αυτό.
Το γραφείο που είναι εγγυητής, θα προβεί στην πληρωμή εντός περιόδου ενός μηνός. Με την εκπνοή της περιόδου αυτής, θα υπολογίζεται αυτομάτως τόκος υπερημερίας εκ 12 % ετησίως επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία που διετυπώθη απαίτηση βάσει της εγγυήσεως, έως την ημερομηνία λήψεως του εμβάσματος από την τράπεζα του δικαιούχου.
Η διαβίβαση της απαίτησης βάσει της ιδιότητας του γραφείου ως εγγυητή, θα γίνεται με φαξ ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο εντός περιόδου δώδεκα μηνών από την ημερομηνία αποστολής της αιτήσεως για επανείσπραξη σύμφωνα με το άρθρο 5. Με την εκπνοή αυτής της περιόδου και με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος για τόκους υπερημερίας, η ευθύνη του γραφείου που ενεργεί ως εγγυητής θα περιορίζεται στο ποσό που οφείλεται από το μέλος του, πλέον τόκων δώδεκα μηνών υπολογιζόμενων προς 12 % ετησίως.
Κανένα αίτημα για καταβολή βάσει εγγυήσεως δεν θα γίνεται αποδεκτό, εάν υποβληθεί μετά την πάροδο δύο ετών από την αποστολή της απαίτησης για επανείσπραξη.»
13
Το άρθρο 10 της ενοποιημένης συμφωνίας ορίζει τα ακόλουθα:
«Τα γραφεία τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος τμήματος, εγγυώνται, σε βάση πλήρους αμοιβαιότητας, την επανείσπραξη κάθε ποσού πληρωτέου σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία, το οποίο απορρέει από ατύχημα στο οποίο εμπλέκεται όχημα με τόπο συνήθους στάθμευσης την επικράτεια του κράτους εντός του οποίου έκαστο των γραφείων αυτών έχει αρμοδιότητα, είτε το όχημα είναι ασφαλισμένο είτε όχι.»
Το λιθουανικό δίκαιο
14
Το άρθρο 17, παράγραφος 4, του Transporto priemonių valdytojų civilinės atsakomybės privalomojo draudimo įstatymas (νόμου περί υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων) της 5ης Μαρτίου 2004 (Žin., 2004, αριθ. 46-1498), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, είχε ως εξής:
«Το γραφείο [Β] οφείλει να καταβάλει αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε εντός άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους (του οποίου το αντίστοιχο γραφείο ασφαλίσεων έχει υπογράψει την ενοποιημένη συμφωνία), αν ο υπεύθυνος για το ατύχημα, το όχημα του οποίου έχει τη συνήθη στάθμευσή του στο έδαφος της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, δεν καλύπτεται από υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης που απορρέει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων […]. Το γραφείο [Β] οφείλει επίσης να καταβάλει αποζημίωση σε άλλες περιπτώσεις, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ενοποιημένης συμφωνίας.»
15
Το άρθρο 23, παράγραφος 5, προέβλεπε τα κάτωθι:
«Μετά την καταβολή του ποσού που ζητήθηκε ως αποζημίωση από οργανισμό αποζημιώσεως άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το γραφείο [Β] δικαιούται να αξιώσει την είσπραξη του ποσού αυτού είτε από τον υπεύθυνο για το ατύχημα, ο οποίος δεν είναι ασφαλισμένος, είτε από τον ασφαλιστή του υπεύθυνου.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16
Στις 20 Ιουλίου 2006 συνέβη στη Γερμανία τροχαίο ατύχημα, στο οποίο συγκρούστηκαν το όχημα το οποίο οδηγούσε ο G. Dockevičius, και ανήκε στην J. Dockevičienė, με το όχημα που οδηγούσε ο Κ. Floros, Γερμανός υπήκοος και κάτοικος Γερμανίας. Το όχημα της J. Dockevičienė δεν ήταν ασφαλισμένο.
17
Στο δελτίο συμβάντος που συνέταξε η Τροχαία της Φρανκφούρτης (Γερμανία) αναγραφόταν ότι ήταν αδύνατο να διευκρινιστούν επακριβώς οι περιστάσεις και τα αίτια του ατυχήματος. Αμφότεροι οι οδηγοί χαρακτηρίζονταν ταυτόχρονα ως θύματα του ατυχήματος, αλλά και ως αυτουργοί παραβάσεων του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, για τις οποίες επιβλήθηκαν διοικητικά πρόστιμα, στον μεν Κ. Floros ύψους 35 ευρώ, στον δε G. Dockevičius ύψους 60 ευρώ. Ειδικότερα διαπιστώθηκε, σύμφωνα πάντοτε με το δελτίο συμβάντος, ότι ο Κ. Floros οδηγούσε χωρίς να τηρεί την απόσταση ασφαλείας, όταν συγκρούστηκε με άλλο όχημα ευρισκόμενο σε διαδικασία πέδησης, ενώ ο G. Dockevičius κινήθηκε με την όπισθεν χωρίς να επιδείξει την ιδιαίτερη επαγρύπνηση που απαιτείται.
18
Ο Κ. Floros, μετά την απόρριψη, από το γραφείο Α, του αιτήματος αποζημίωσης το οποίο προέβαλε κατόπιν του ατυχήματος, άσκησε αγωγή ενώπιον του Landgericht Frankfurt (πρωτοδικείου της Φρανκφούρτης, Γερμανία), με αίτημα να υποχρεωθεί το γραφείο Α να του καταβάλει το ποσό των 4095 ευρώ, προς ανόρθωση της ζημίας που υπέστη λόγω του ατυχήματος.
19
Με απόφαση που εκδόθηκε ερήμην στις 27 Δεκεμβρίου 2010, το Landgericht Frankfurt (πρωτοδικείο της Φρανκφούρτης) απέρριψε την αγωγή ως νόμω και ουσία αβάσιμη. Στις 8 Αυγούστου 2011 η ολομέλεια του ίδιου δικαστηρίου επικύρωσε την ως άνω απόφαση.
20
Στις 31 Ιανουαρίου 2012 το Oberlandesgericht Frankfurt (εφετείο της Φρανκφούρτης, Γερμανία) κάλεσε το γραφείο Α και τον K. Floros να συμβιβαστούν, ώστε η διαφορά να λυθεί με φιλικό διακανονισμό, προς ικανοποίηση του αιτήματος του δεύτερου.
21
Κατόπιν τούτου, το γραφείο Α κατέβαλε στον K. Floros την αποζημίωση που είχε ζητήσει, καθώς και 3643,71 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη, και απέστειλε στο γραφείο Β αίτηση επανείσπραξης για το συνολικό ποσό των 8352,96 ευρώ.
22
Το γραφείο Β ικανοποίησε το αίτημα του γραφείου Α και στράφηκε κατά των εναγομένων της κύριας δίκης προς απόδοση του ποσού. Δεδομένου ότι αυτοί δεν προχώρησαν στην πληρωμή του, το γραφείο B άσκησε ενώπιον του Marijampolės rajono apylinkės teismas (πρωτοδικείου της Marijampolė, Λιθουανία) αγωγή εξ αναγωγής, ζητώντας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι της κύριας δίκης να του καταβάλουν το ποσό.
23
Με απόφαση της 5ης Μαΐου 2014, το Marijampolės rajono apylinkės teismas (πρωτοδικείο της Marijampolė) δέχθηκε την αγωγή, κρίνοντας ότι το γραφείο Α ήταν το μόνο αρμόδιο για οποιοδήποτε ζήτημα σχετικό με την ερμηνεία της ισχύουσας νομοθεσίας στο κράτος μέλος του ατυχήματος και με τον διακανονισμό της αξίωσης. Κατά συνέπεια, εφόσον το γραφείο Β άσκησε αγωγή εξ αναγωγής κατά του υπαιτίου για τη ζημία που προκλήθηκε και αυτός αμφισβήτησε ότι στοιχειοθετείται ευθύνη του βάσει του δικαίου του κράτους μέλους του ατυχήματος, ο εναγόμενος έφερε το βάρος απόδειξης των αμυντικών ισχυρισμών και επιχειρημάτων.
24
Στις 7 Οκτωβρίου 2014 το Kauno apygardos teismas (εφετείο του Κάουνας, Λιθουανία) έκανε δεκτή την έφεση που άσκησαν οι εναγόμενοι της κύριας δίκης κατά της πρωτόδικης απόφασης, την εξαφάνισε και απέρριψε την αγωγή του γραφείου Β. Το εφετείο αποφάνθηκε ότι, εφόσον ο υπαίτιος του ατυχήματος ουδεμία σχέση είχε με τις πληρωμές μεταξύ των γραφείων ασφάλισης και ουδέποτε αποδέχθηκε το ποσό της ζημίας, τα στοιχεία τα οποία προσκόμισε το γραφείο Β, σχετικά με την αποζημίωση του θύματος από το γραφείο Α, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν από μόνα τους επαρκή, ούτε καθιστούσαν δυνατό τον αξιόπιστο υπολογισμό της ζημίας.
25
Το εφετείο έκρινε επίσης ότι, σε αυτό το είδος διαδικασίας, ο ενάγων εξ αναγωγής φέρει το βάρος απόδειξης όσον αφορά το ύψος της ζημίας και τον αιτιώδη σύνδεσμο. Κατά το εφετείο, η ενοποιημένη συμφωνία ρυθμίζει μόνον τις σχέσεις μεταξύ των ίδιων των εθνικών γραφείων ασφάλισης και δεν έχει άμεση εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ εθνικών γραφείων ασφάλισης και τρίτων. Ούτε ο νόμος περί υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων ούτε η οδηγία 2009/103 προβλέπουν ότι το εθνικό γραφείο ασφάλισης του εκάστοτε κράτους μέλους μπορεί, αφού επιστρέψει στο εθνικό γραφείο ασφάλισης του άλλου κράτους μέλους το ποσό της αποζημίωσης την οποία κατέβαλε το τελευταίο, να αναζητήσει δικαστικώς την απόδοση του ποσού αυτού από τον υπαίτιο της ζημίας, χωρίς να ελεγχθεί προηγουμένως η ορθότητα του υπολογισμού του ύψους της.
26
Κατά της απόφασης που εκδόθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2014 από το Kauno apygardos teismas (εφετείο του Κάουνας), το γραφείο Β άσκησε αναίρεση ενώπιον του Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Ανώτατου Δικαστηρίου της Λιθουανίας), το οποίο παρατήρησε ότι η δευτεροβάθμια απόφαση είναι, κατά βάση, σύμφωνη με τη δική του νομολογία, ιδίως καθόσον αναγνωρίζει ότι το εθνικό γραφείο ασφάλισης του οικείου κράτους μέλους φέρει το βάρος απόδειξης ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του εμπλεκομένου στο ατύχημα και της προκληθείσας ζημίας.
27
Εντούτοις, το γραφείο Β υποστηρίζει ότι η ενοποιημένη συμφωνία δεν διέπει μόνον τις σχέσεις μεταξύ των ίδιων των γραφείων ασφάλισης, αλλά και τις σχέσεις μεταξύ αυτών και των τρίτων. Ως εκ τούτου, εφόσον το γραφείο B επέστρεψε, όπως προβλέπει η εν λόγω συμφωνία, στο γραφείο Α τα ποσά που αυτό κατέβαλε, οι εναγόμενοι της κύριας δίκης οφείλουν, κατά την άποψή του, να του αποδώσουν τα σχετικά ποσά. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι εναγόμενοι της κύριας δίκης είναι εκείνοι που φέρουν το βάρος απόδειξης, ιδίως όσον αφορά την απουσία του απαιτούμενου αιτιώδους συνδέσμου. Τούτο δεν θίγει τα δικαιώματα άμυνας των εναγομένων της κύριας δίκης, δεδομένου ότι αυτοί θα μπορούσαν να έχουν παρέμβει και να τα έχουν υπερασπίσει στο πλαίσιο των δικών που διεξήχθησαν, εν προκειμένω, στη Γερμανία.
28
Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς τη βασιμότητα της ως άνω επιχειρηματολογίας και επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι το γραφείο Α ουδεμία υποχρέωση υπείχε, στην προκειμένη περίπτωση, να ενημερώσει τους εναγομένους της κύριας δίκης για τη διαδικασία διακανονισμού της ζημίας. Συγκεκριμένα, στην οδηγία 2009/103 και στην ενοποιημένη συμφωνία δεν γίνεται λόγος για τέτοιον μηχανισμό ενημέρωσης, ούτε προβλέπονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του.
29
Επιπλέον, ο G. Dockevičius αμφισβήτησε εξαρχής ότι στοιχειοθετείται αστική του ευθύνη από το ατύχημα και τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αρκούν για να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα. Τέλος, κατά το αιτούν δικαστήριο, ο K. Floros αποζημιώθηκε βάσει μιας συμφωνίας φιλικού διακανονισμού η οποία συνήφθη χωρίς τη συμμετοχή του G. Dockevičius και επ’ ουδενί θεμελιώνει αστική ευθύνη του.
30
Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, υπό τις περιστάσεις αυτές, ο G. Dockevičius μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το γραφείο Β.
31
Κατόπιν τούτου, το Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Ανώτατο Δικαστήριο της Λιθουανίας) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία ενώπιόν του και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πρέπει τα άρθρα 2, 10, παράγραφοι 1 και 4, και 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/103, τα άρθρα 3, παράγραφος 4, 5, παράγραφοι 1 και 4, 6, παράγραφος 1, και 10 της [ενοποιημένης συμφωνίας], καθώς και το άρθρο 47 του [Χάρτη] (είτε από κοινού είτε χωριστά, αλλά χωρίς περιορισμό στις διατάξεις αυτές) να νοηθούν και ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, όταν:
—
εθνικό γραφείο ασφαλίσεως (το γραφείο Α) αποζημιώνει τον ζημιωθέντα στο πλαίσιο τροχαίου ατυχήματος, το οποίο συνέβη στο κράτος μέλος της έδρας του εν λόγω γραφείου, επειδή ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη ζημία, δεν είχε ασφάλιση αστικής ευθύνης·
—
λόγω της αποζημιώσεως αυτής, το γραφείο Α υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ζημιωθέντος και ζητεί από το εθνικό γραφείο ασφαλίσεως του κράτους καταγωγής του υπεύθυνου για τη ζημία (το γραφείο Β) να του αποδώσει τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας διακανονισμού της αξιώσεως·
—
το γραφείο Β, χωρίς να διενεργήσει δική του έρευνα ή να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες, ικανοποιεί το αίτημα του γραφείου Α·
—
το γραφείο Β ασκεί αγωγή κατά των εναγομένων (του υπαίτιου της ζημίας και του κυρίου του οχήματος) για να του αποδοθούν οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε,
δύναται το ενάγον στη συγκεκριμένη δίκη (το γραφείο Β) να στηρίξει την αγωγή του κατά των εναγομένων (του υπαίτιου της ζημίας και του κυρίου του οχήματος) απλώς και μόνο στην καταβολή υπέρ του γραφείου Α και ότι το ενάγον δεν οφείλει να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης του εναγομένου/υπεύθυνου για τη ζημία (πταίσμα ή παράνομη συμπεριφορά του υπεύθυνου, αιτιώδης σύνδεσμος και ζημία) και ότι εφαρμόστηκε ορθώς το αλλοδαπό δίκαιο κατά τη διαδικασία αποζημιώσεως του ζημιωθέντος;
2)
Πρέπει το άρθρο 24, παράγραφος 1, πέμπτο εδάφιο, στοιχείο γ’, της οδηγίας 2009/103 και το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 4, [της ενοποιημένης συμφωνίας] (είτε από κοινού είτε χωριστά, αλλά χωρίς περιορισμό στις διατάξεις αυτές) να νοηθούν και ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι το γραφείο Α οφείλει, πριν λάβει την οριστική απόφαση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος, να ενημερώσει κατά τρόπο σαφή και κατανοητό (περιλαμβανομένης της γλώσσας με την οποία παρέχονται οι πληροφορίες) τον υπαίτιο της ζημίας και τον κύριο του οχήματος (εφόσον δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο) σχετικά με την κίνηση και την εξέλιξη διαδικασίας διευθετήσεως της αξιώσεως και να τους παράσχει εύλογο χρόνο για να μπορέσουν να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις ή αντιρρήσεις τους σχετικά με την απόφαση αποζημιώσεως που πρόκειται να ληφθεί και/ή σχετικά με το ύψος της αποζημιώσεως αυτής;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα [δηλαδή αν οι εναγόμενοι (ο υπαίτιος της ζημίας και ο κύριος του οχήματος) μπορούν να απαιτήσουν από το ενάγον (γραφείο Β) να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ή μπορούν να διατυπώσουν όλες τις αντιρρήσεις τους σχετικά, μεταξύ άλλων, με τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, την εφαρμογή των κανόνων που διέπουν την αστική ευθύνη, τη ζημία και τον τρόπο υπολογισμού του ύψους της], πρέπει τα άρθρα 2, 10 παράγραφος 1, και 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/103 και το άρθρο 3, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, [της ενοποιημένης συμφωνίας] (είτε από κοινού είτε χωριστά, αλλά χωρίς περιορισμό στις διατάξεις αυτές) να νοηθούν και ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, παρά το γεγονός ότι το γραφείο Β, πριν από τη λήψη της οριστικής αποφάσεως, δεν ζήτησε από το γραφείο Α πληροφορίες σχετικά με την ερμηνεία της εφαρμοστέας νομοθεσίας στη χώρα όπου συνέβη το τροχαίο ατύχημα και σχετικά με τον διακανονισμό της αξιώσεως, το γραφείο Α πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να παράσχει τις πληροφορίες αυτές στο γραφείο Β αν αυτό τις ζητήσει στη συνέχεια, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες ενδέχεται να είναι αναγκαίες ούτως ώστε το γραφείο Β να στηρίξει την (εξ αναγωγής) αξίωσή του κατά των εναγομένων (του υπαίτιου της ζημίας και τον κυρίου του οχήματος);
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα (δηλαδή αν το γραφείο Α οφείλει να ενημερώσει τον υπαίτιο της ζημίας και τον κύριο του οχήματος σχετικά με τη διαδικασία διακανονισμού της αξιώσεως και να τους παράσχει τη δυνατότητα να διατυπώσουν αντιρρήσεις σχετικά με την ευθύνη ή το ύψος της ζημίας), ποιες είναι οι συνέπειες που τυχόν παράλειψη του γραφείου Α να συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή του παροχής πληροφοριών έχει όσον αφορά:
α)
την υποχρέωση του γραφείου Β να ικανοποιήσει το αίτημα αποδόσεως των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε το γραφείο Α·
β)
την υποχρέωση του υπαίτιου της ζημίας και του κυρίου του οχήματος να αποδώσουν τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε το γραφείο Β;
5)
Πρέπει τα άρθρα 5, παράγραφος 1, και 10 [της ενοποιημένης συμφωνίας] να νοηθούν και ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι το ποσό που καταβλήθηκε ως αποζημίωση από το γραφείο Α στον ζημιωθέντα πρέπει να θεωρηθεί ότι αντιστοιχεί σε κίνδυνο τον οποίο αναλαμβάνει το γραφείο αυτό και ο οποίος δεν καλύπτεται (εκτός αν το γραφείο Β αναλάβει τον ίδιο κίνδυνο) και δεν πρέπει να θεωρηθεί χρηματική υποχρέωση βαρύνουσα το άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στο ίδιο τροχαίο ατύχημα, στις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως και λαμβανομένων υπόψη ιδίως των περιστάσεων που εκτίθενται κατωτέρω:
—
ο οργανισμός αποζημιώσεως (το γραφείο Α) αρχικά απέρριψε την αίτηση αποζημιώσεως που υπέβαλε ο ζημιωθείς·
—
ως εκ τούτου, ο ζημιωθείς προσέφυγε στη δικαιοσύνη για να λάβει την αποζημίωση αυτή·
—
η σχετική αγωγή κατά του γραφείου Α απορρίφθηκε από τα δικαστήρια της ουσίας ως νόμω και ουσία αβάσιμη·
—
φιλικός διακανονισμός μεταξύ του ζημιωθέντος και του γραφείου Α επιτεύχθηκε μόνο ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όταν αυτό πληροφόρησε τους διαδίκους ότι αν δεν καταλήξουν σε φιλικό διακανονισμό η υπόθεση θα αναπεμφθεί σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να επανεξεταστεί·
—
η απόφαση του γραφείου Α να συνομολογήσει τον φιλικό διακανονισμό στηρίζεται, στην ουσία, στην επιθυμία αποφυγής των πρόσθετων δικαστικών εξόδων που θα απέρρεαν από τη συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας·
—
στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, ουδέν δικαστήριο διαπίστωσε την ευθύνη (υπαιτιότητα) του εναγόμενου ο οποίος ενεπλάκη στο τροχαίο ατύχημα;»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
32
Στις 25 Ιουλίου 2016 το Δικαστήριο απέστειλε στο αιτούν δικαστήριο το κείμενο της απόφασης της 6ης Οκτωβρίου 1987, Demouche κ.λπ. (152/83, EU:C:1987:421), στη γερμανική, την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, δεδομένου ότι δεν είχε μεταφραστεί στη λιθουανική, ερωτώντας το παράλληλα αν, λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων 17 έως 21 της απόφασης εκείνης, προτίθεται να εμμείνει στην αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
33
Με επιστολή της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, το αιτούν δικαστήριο απάντησε ότι δεν επιθυμούσε να αποσύρει την αίτησή του.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
34
Με τα ερωτήματά του, που ενδείκνυται να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν το άρθρο 3, παράγραφος 4, το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 4, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 10 της ενοποιημένης συμφωνίας, το άρθρο 2, το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 4, και το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/103, και/ή το άρθρο 47 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι προσκρούουν στις εν λόγω διατάξεις οι συνέπειες της νομολογίας του, σύμφωνα με την οποία, στο πλαίσιο αγωγής εξ αναγωγής, το γραφείο Β φέρει το βάρος απόδειξης ως προς όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αστική ευθύνη των εναγομένων της κύριας δίκης για το ατύχημα το οποίο συνέβη στις 20 Ιουλίου 2006.
35
Πρώτον, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την ενοποιημένη συμφωνία, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις επί της ερμηνείας των Συνθηκών, καθώς και επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών οργάνων, των οργάνων και των οργανισμών της Ένωσης.
36
Το Δικαστήριο όμως έχει αποφανθεί, σε σχέση με παρεμφερείς πράξεις οι οποίες προηγήθηκαν χρονικώς της ενοποιημένης συμφωνίας, ότι δεν μπορούσαν να θεωρηθούν πράξεις των θεσμικών οργάνων, των οργάνων και των οργανισμών της Ένωσης (βλ., ειδικότερα, αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1987, Demouche κ.λπ., 152/83, EU:C:1987:421, σκέψη 19, και της 12ης Νοεμβρίου 1992, Fournier, C-73/89, EU:C:1992:431, σκέψεις 22 και 23).
37
Πράγματι, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι πράξεις εκείνες είχαν καταρτιστεί και συναφθεί από οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου, χωρίς τη συμμετοχή κανενός θεσμικού ή άλλου οργάνου της Ένωσης (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1987, Demouche κ.λπ., 152/83, EU:C:1987:421, σκέψεις 18 και 19).
38
Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν άνευ σημασίας ως προς τη φύση των ως άνω πράξεων, πρώτον, ότι η σύναψή τους είχε προβλεφθεί ως προϋπόθεση για την έναρξη ισχύος της οδηγίας 72/166, δεύτερον, ότι η διάρκεια ισχύος της οδηγίας εκείνης καθοριζόταν σε συνάρτηση με τη δική τους διάρκεια ισχύος, τρίτον, ότι η Επιτροπή επιβεβαίωνε κάθε φορά, είτε με σύσταση είτε με μεταγενέστερες αποφάσεις, τη συμφωνία τους με τις επιταγές της προαναφερθείσας οδηγίας και, τέταρτον, ότι προσαρτούνταν σε παράρτημα των αντίστοιχων αποφάσεων της Επιτροπής και δημοσιεύονταν μαζί με αυτές στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., σχετικά, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1987, Demouche κ.λπ., 152/83, EU:C:1987:421, σκέψεις 19 και 20).
39
Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για την ενοποιημένη συμφωνία, η οποία καταρτίστηκε και συνήφθη από οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου, χωρίς τη συμμετοχή κανενός θεσμικού οργάνου, οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης.
40
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί προδικαστικώς επί των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου στον βαθμό που αφορούν την ερμηνεία της ενοποιημένης συμφωνίας.
41
Δεύτερον, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις διατάξεις της οδηγίας 2009/103, επιβάλλεται, αφενός, το συμπέρασμα ότι η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στη διαφορά της κύριας δίκης, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνία έναρξης της ισχύος της, σε συνδυασμό με την ημερομηνία του ατυχήματος στο οποίο ανάγεται η διαφορά.
42
Αφετέρου, από τη στιγμή που ο K. Floros υπέβαλε την αίτησή του στο γραφείο Α και, στη Γερμανία, το συγκεκριμένο γραφείο δεν είναι ο αρμόδιος οργανισμός κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφοι 4 και 7, της οδηγίας 84/5, αλλά εντάσσεται στο σύστημα της πράσινης κάρτας, είναι πρόδηλο ότι η διαφορά της κύριας δίκης άπτεται του τελευταίου αυτού συστήματος και δεν διέπεται, ειδικότερα, από τις οδηγίες 72/166, 84/5 και 2000/26.
43
Επιπλέον, δεδομένου ότι, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/26, το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής αφορά μόνον τη διαδικασία αποζημίωσης προσώπων που κατοικούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο όπου συνέβη το ατύχημα και ότι το επίδικο ατύχημα συνέβη στο κράτος μέλος της κατοικίας του K. Floros, η εν λόγω διάταξη δεν έχει, εν πάση περιπτώσει, εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης. Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 2 της οδηγίας 72/166, που, κατά τα φαινόμενα, ουδεμία άλλη συνάφεια έχει με την προκειμένη διαφορά πέραν του ότι αναφέρεται στην ενοποιημένη συμφωνία, για την ερμηνεία της οποίας το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο.
44
Τρίτον, υπό τις περιστάσεις αυτές, από τη διαφορά της κύριας δίκης δεν προκύπτει ζήτημα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, οπότε ούτε το άρθρο 47 του Χάρτη μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση.
45
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα:
—
Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί προδικαστικώς επί των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου στον βαθμό που αφορούν την ερμηνεία της ενοποιημένης συμφωνίας.
—
Δεδομένου ότι η οδηγία 2009/103 δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στη διαφορά της κύριας δίκης,
—
ότι οι οδηγίες 72/166, 84/5 και 2000/26 δεν έχουν εφαρμογή ratione materiae στη διαφορά αυτή και ότι, ως εκ τούτου,
—
ούτε το άρθρο 47 του Χάρτη έχει εφαρμογή στην εν λόγω διαφορά, εφόσον δεν πρόκειται για περίπτωση όπου εφαρμόζεται το δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη,
οι προαναφερθείσες οδηγίες και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι δεν προσκρούουν, εν προκειμένω, στις ρυθμίσεις τους οι συνέπειες της νομολογίας του αιτούντος δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, στο πλαίσιο αγωγής εξ αναγωγής, το γραφείο Β φέρει το βάρος απόδειξης ως προς όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αστική ευθύνη των εναγομένων της κύριας δίκης για το ατύχημα το οποίο συνέβη στις 20 Ιουλίου 2006.
Επί των δικαστικών εξόδων
46
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί προδικαστικώς επί των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο στον βαθμό που αφορούν την ερμηνεία της ενοποιημένης συμφωνίας του συμβουλίου των γραφείων, η οποία συνήφθη στις 30 Μαΐου 2002 μεταξύ των εθνικών γραφείων ασφάλισης των κρατών μελών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και άλλων συνδεδεμένων κρατών και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της απόφασης 2003/564/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2003, για την εφαρμογή της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τους ελέγχους ασφάλισης της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων.
—
Δεδομένου ότι η οδηγία 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής, δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στη διαφορά της κύριας δίκης,
—
ότι η οδηγία 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2005/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, η δεύτερη οδηγία 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2005/14, και η οδηγία 2000/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Μαΐου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, δεν έχουν εφαρμογή ratione materiae στη διαφορά αυτή και ότι, ως εκ τούτου,
—
ούτε το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει εφαρμογή στην εν λόγω διαφορά, εφόσον δεν πρόκειται για περίπτωση όπου εφαρμόζεται το δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη,
οι προαναφερθείσες οδηγίες και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι δεν προσκρούουν, εν προκειμένω, στις ρυθμίσεις τους οι συνέπειες της νομολογίας του αιτούντος δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, στο πλαίσιο αγωγής εξ αναγωγής, το Lietuvos Respublikos transporto priemonių draudikų biuras (γραφείο ασφάλισης αυτοκινήτων οχημάτων της Δημοκρατίας της Λιθουανίας) φέρει το βάρος απόδειξης ως προς όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αστική ευθύνη των εναγομένων της κύριας δίκης για το ατύχημα το οποίο συνέβη στις 20 Ιουλίου 2006.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η λιθουανική.
Full & Egal Universal Law Academy