ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 27ης Απριλίου 2017 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Οδηγία 2002/46/ΕΚ — Προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των συμπληρωμάτων διατροφής — Βιταμίνες και ανόργανα στοιχεία δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή συμπληρωμάτων διατροφής — Μέγιστες ποσότητες — Αρμοδιότητα των κρατών μελών — Εθνική κανονιστική ρύθμιση καθορίζουσα τις ποσότητες αυτές — Αμοιβαία αναγνώριση — Δεν υφίσταται — Λεπτομέρειες εφαρμογής οι οποίες πρέπει να τηρούνται και στοιχεία τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των εν λόγω ποσοτήτων»
Στην υπόθεση C‑672/15,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το tribunal de grande instance de Perpignan (πολυμελές πρωτοδικείο του Perpignan, Γαλλία) με απόφαση της 5ης Αυγούστου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Δεκεμβρίου 2015, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά της
Noria Distribution SARL,
παρισταμένων των:
Procureur de la République,
Union fédérale des consommateurs des P.O (Que choisir),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, E. Regan, J.‑C. Bonichot, C. G. Fernlund και S. Rodin, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Bobek
γραμματέας: A. Calot Escobar
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Noria Distribution SARL, εκπροσωπούμενη από τον F. Meunier, avocat,
—
η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Colas και J. Traband,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον G. Braga da Cruz, καθώς και από τις K. Herbout‑Borczak και S. Lejeune,
—
η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, εκπροσωπούμενη από τους Ø. Bø, L. Biørnstad και C. Zatschler,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2002/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των συμπληρωμάτων διατροφής (ΕΕ 2002, L 183, σ. 51), και των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κινηθείσας κατά της Noria Distribution SARL διότι είχε στην κατοχή της, εξέθεσε, έθεσε προς πώληση ή πώλησε μη επιτρεπόμενα στη Γαλλία συμπληρώματα διατροφής, τα οποία γνώριζε ότι ήσαν νοθευμένα, αλλοιωμένα ή τοξικά, καθώς και διότι εξαπάτησε ή αποπειράθηκε να εξαπατήσει τους αντισυμβαλλομένους της ως προς τους εγγενείς κινδύνους της χρήσης των συμπληρωμάτων αυτών και ως προς τις ουσιώδεις ιδιότητές τους.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Το άρθρο 2 της οδηγίας 2002/46 έχει ως εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α)
“συμπληρώματα διατροφής”, τα τρόφιμα με σκοπό τη συμπλήρωση της συνήθους δίαιτας, τα οποία αποτελούν συμπυκνωμένες πηγές θρεπτικών συστατικών ή άλλων ουσιών με θρεπτικές ή φυσιολογικές επιδράσεις, μεμονωμένων ή σε συνδυασμό, και τα οποία διατίθενται στο εμπόριο σε δοσιμετρικές μορφές, ήτοι μορφές παρουσίασης όπως κάψουλες, παστίλιες, δισκία, χάπια και άλλες παρόμοιες μορφές, καθώς και φακελάκια σκόνης, φύσιγγες υγρού προϊόντος, φιαλίδια με σταγονόμετρο, και άλλες παρόμοιες μορφές υγρών και κόνεων που προορίζονται να ληφθούν σε προμετρημένες μικρές μοναδιαίες ποσότητες·
β)
“θρεπτικά συστατικά”, οι ακόλουθες ουσίες:
i)
οι βιταμίνες·
ii)
τα ανόργανα στοιχεία.»
4
Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα συμπληρώματα διατροφής να δύνανται να διατίθενται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας μόνον εφόσον ανταποκρίνονται στους κανόνες που θεσπίζει η παρούσα οδηγία.»
5
Το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Οι μέγιστες ποσότητες βιταμινών και ανόργανων στοιχείων που περιέχονται στα συμπληρώματα διατροφής καθορίζονται σε συνάρτηση με την ημερήσια δόση τη συνιστώμενη από τον παρασκευαστή, συνεκτιμωμένων των εξής:
α)
των ανώτερων ασφαλών επιπέδων βιταμινών και ανόργανων στοιχείων που καθορίζονται κατόπιν επιστημονικής αξιολόγησης των κινδύνων στηριζόμενης σε επιστημονικά δεδομένα γενικής αποδοχής, λαμβάνοντας υπόψη, ενδεχομένως, τους διαφορετικούς βαθμούς ευαισθησίας των διαφόρων ομάδων καταναλωτών·
β)
των προσλαμβανόμενων ποσοτήτων βιταμινών και ανόργανων στοιχείων από άλλες διαιτητικές πηγές.
2. Κατά τον καθορισμό των μέγιστων ποσοτήτων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 λαμβάνονται επίσης δεόντως υπόψη οι προσλαμβανόμενες ποσότητες αναφοράς βιταμινών και ανόργανων στοιχείων για τον πληθυσμό.
3. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η ύπαρξη, στα συμπληρώματα διατροφής, επαρκών ποσοτήτων βιταμινών και ανόργανων στοιχείων, καθορίζονται, με κατάλληλο τρόπο, ελάχιστες ποσότητες σε συνάρτηση με την ημερήσια δόση τη συνιστώμενη από τον παρασκευαστή.
4. Οι μέγιστες και ελάχιστες ποσότητες βιταμινών και ανόργανων στοιχείων που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 13, παράγραφος 2.»
6
Το άρθρο 11 της οδηγίας 2002/46 ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, παράγραφος 7, τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται, επικαλούμενα λόγους που έχουν σχέση με τη σύνθεση, τις προδιαγραφές παρασκευής, την παρουσίαση ή την επισήμανση, να απαγορεύουν ή να περιορίζουν την εμπορία των προϊόντων τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 1 και τα οποία πληρούν τους όρους της παρούσας οδηγίας και, ενδεχομένως, των κοινοτικών πράξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της.
2. Υπό την επιφύλαξη της Συνθήκης [ΕΚ], και ιδίως των άρθρων 28 και 30, η παράγραφος 1 δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις που εφαρμόζονται ελλείψει κοινοτικών πράξεων εκδιδόμενων δυνάμει της παρούσας οδηγίας.»
7
Τα παραρτήματα I και II της οδηγίας 2002/46 απαριθμούν, αντιστοίχως, τις «[β]ιταμίνες και τα ανόργανα στοιχεία τα οποία δύνανται να χρησιμοποιούνται στην παρασκευή συμπληρωμάτων διατροφής» και τις «[β]ιταμινούχες και ανόργανες ουσίες οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιούνται στην παρασκευή συμπληρωμάτων διατροφής».
Το γαλλικό δίκαιο
8
Δυνάμει του άρθρου 5 του διατάγματος 2006-352, της 20ής Μαρτίου 2006, περί των συμπληρωμάτων διατροφής (JORF της 25ης Μαρτίου 2006, σ. 4543), το οποίο σκοπεί στη μεταφορά της οδηγίας 2002/46 στο γαλλικό δίκαιο, οι βιταμίνες και τα ανόργανα στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των συμπληρωμάτων διατροφής μόνον υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται με απόφαση των επιφορτισμένων με την κατανάλωση, τη γεωργία και την υγεία Υπουργών.
9
Το άρθρο 16 του διατάγματος αυτού προβλέπει διαδικασία από την οποία εξαρτάται η πρώτη διάθεση στη γαλλική αγορά συμπληρώματος διατροφής περιέχοντος ουσία με θρεπτικές ή φυσιολογικές επιδράσεις, φυτό ή φυτικό παρασκεύασμα, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στις προβλεπόμενες από τα άρθρα 6 και 7 του διατάγματος υπουργικές αποφάσεις, αλλά νομίμως παρασκευάζεται ή διατίθεται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλου κράτους συμβαλλόμενου μέρους στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3).
10
Εκδοθείσα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 του διατάγματος 2006-352, της 20ής Μαρτίου 2006, η διυπουργική απόφαση της 9ης Μαΐου 2006 περί των συμπληρωμάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή των συμπληρωμάτων διατροφής (JORF της 28ης Μαΐου 2006, σ. 7977, στο εξής: απόφαση της 9ης Μαΐου 2006) καθορίζει, μεταξύ άλλων, κατάλογο των βιταμινών και των ανόργανων στοιχείων που μπορούν να χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των συμπληρωμάτων διατροφής, καθώς και τη μέγιστη ημερήσια δοσολογία της οποίας δεν επιτρέπεται η υπέρβαση στο πλαίσιο της χρήσεως αυτής.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11
Η Noria Distribution είναι γαλλική εταιρία η οποία εμπορεύεται συμπληρώματα διατροφής στην Ένωση.
12
Η εταιρία αυτή διώκεται διότι, από την 1η Σεπτεμβρίου 2007 έως την 1η Οκτωβρίου 2008, είχε στην κατοχή της, εξέθεσε, έθεσε προς πώληση ή πώλησε μη επιτρεπόμενα στη Γαλλία συμπληρώματα διατροφής, τα οποία γνώριζε ότι ήσαν νοθευμένα, αλλοιωμένα ή τοξικά, καθόσον δεν συμμορφώνονταν με την ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και διότι εξαπάτησε ή αποπειράθηκε να εξαπατήσει τους αντισυμβαλλομένους της ως προς τους εγγενείς κινδύνους της χρήσης των συμπληρωμάτων αυτών και ως προς τις ουσιώδεις ιδιότητές τους, καθόσον υπερέβαιναν τη μέγιστη ημερήσια δοσολογία βιταμινών και ανόργανων στοιχείων που μπορούν να χρησιμοποιούνται για την παρασκευή τέτοιων συμπληρωμάτων διατροφής, η οποία έχει καθορισθεί με την απόφαση της 9ης Μαΐου 2006.
13
Κατά την απόφαση περί παραπομπής, η Noria Distribution δεν αμφισβητεί το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που της προσάπτονται. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η απόφαση της 9ης Μαΐου 2006, επί της οποίας ερείδεται η εις βάρος της ποινική διαδικασία, δεν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης.
14
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το tribunal de grande instance de Perpignan (πολυμελές πρωτοδικείο του Perpignan, Γαλλία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
[Αντιτίθενται] η οδηγία 2002/46 […] και [οι] κοινοτικές αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της αμοιβαίας αναγνωρίσεως στην εφαρμογή εθνικής νομοθετικής πράξεως, όπως η υπουργική απόφαση της 9ης Μαΐου 2006 η οποία απαγορεύει κάθε διαδικασία αμοιβαίας αναγνωρίσεως όσον αφορά τα συμπληρώματα διατροφής με βάση βιταμίνες και ανόργανα στοιχεία, τα οποία προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, αποκλειομένης της εφαρμογής μιας απλοποιημένης διαδικασίας για τα νομίμως κυκλοφορούντα στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη προϊόντα που βασίζονται σε θρεπτικές ουσίες [των οποίων οι αξίες υπερβαίνουν τα όρια που καθορίζει] η υπουργική απόφαση της 9ης Μαΐου 2006;
2)
Επιτρέπουν η οδηγία 2002/46, μεταξύ άλλων το άρθρο της 5, αλλά και οι αρχές που διατυπώνονται από την κοινοτική νομολογία περί των διατάξεων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, τον καθορισμό των ανώτατων ημερήσιων δόσεων σε βιταμίνες και [σε] ανόργανα στοιχεία αναλόγως των συνιστώμενων ημερησίων δόσεων, βάσει τιμής ίσης προς το τριπλάσιο των συνιστώμενων ημερησίων δόσεων για τις θρεπτικές ουσίες με τους λιγότερους κινδύνους, τιμής ίσης προς τις συνιστώμενες ημερήσιες δόσεις για τις θρεπτικές ουσίες που ενέχουν κίνδυνο υπερβάσεως του ανώτατου ορίου ασφαλείας, και τιμής κατώτερης των συνιστώμενων ημερησίων δόσεων, ή και μηδενικής, για τις θρεπτικές ουσίες που ενέχουν τους περισσότερους κινδύνους;
3)
Επιτρέπουν η οδηγία 2002/46 αλλά και οι αρχές που διατυπώνονται από την κοινοτική νομολογία περί των διατάξεων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, τον καθορισμό των δόσεων [με] γνώμονα μόνο τις εθνικές επιστημονικές γνώμες, ενώ πρόσφατες διεθνείς επιστημονικές γνώμες [καταλήγουν σε] ανώτερες δόσεις υπό παρόμοιες συνθήκες χρήσεως;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
15
Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν προσκρούει στις διατάξεις της οδηγίας 2002/46 και στις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, η οποία δεν προβλέπει διαδικασία για τη διάθεση στην αγορά του κράτους μέλους αυτού συμπληρωμάτων διατροφής των οποίων η περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες υπερβαίνει την κατά την εν λόγω ρύθμιση μέγιστη ημερήσια δοσολογία και τα οποία νομίμως παρασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους.
16
Εισαγωγικώς, υπενθυμίζεται ότι, ενόσω η Επιτροπή δεν έχει, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/46, καθορίσει τις μέγιστες ποσότητες των θρεπτικών ουσιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή συμπληρωμάτων διατροφής, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια για τη θέσπιση κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τις ποσότητες αυτές, εξυπακουομένου ότι, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, υποχρεούνται να τηρούν τα άρθρα 34 και 36 ΣΛΕΕ καθώς και να εμπνέονται από τα περιλαμβανόμενα στο άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/46 στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της απαιτήσεως περί αξιολογήσεως των κινδύνων βάσει επιστημονικών δεδομένων γενικής αποδοχής (βλ., συναφώς, απόφαση της 29ης Απριλίου 2010, Solgar Vitamin’s France κ.λπ., C‑446/08, EU:C:2010:233, σκέψεις 24 καθώς και 32).
17
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών είναι θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης ΛΕΕ, η οποία εκφράζεται με την επιβαλλόμενη από το άρθρο 34 ΣΛΕΕ απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και κάθε μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος (βλ., αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2004, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C‑41/02, EU:C:2004:762, σκέψη 38, και της 28ης Ιανουαρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑333/08, EU:C:2010:44, σκέψη 73).
18
Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 34 ΣΛΕΕ απαγόρευση μέτρων αποτελέσματος ισοδύναμου προς περιορισμούς αφορά κάθε εμπορική κανονιστική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να εμποδίσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το εμπόριο εντός της Ένωσης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, EU:C:1974:82, σκέψη 74· της 5ης Μαρτίου 2009, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑88/07, EU:C:2009:123, σκέψη 82, και της 28ης Ιανουαρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑333/08, EU:C:2010:44, σκέψη 74).
19
Εν προκειμένω, η κανονιστική ρύθμιση της υποθέσεως της κύριας δίκης δημιουργεί εμπόδιο στο εμπόριο εντός της Ένωσης, εφόσον συμπλήρωμα διατροφής, του οποίου η περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες υπερβαίνει τα κατά τη ρύθμιση αυτή μέγιστα όρια, δεν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο στη Γαλλία, ακόμα και όταν το εν λόγω συμπλήρωμα διατροφής νομίμως παρασκευάζεται ή διατίθεται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους.
20
Επομένως, η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 34 ΣΛΕΕ.
21
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους απαγορεύουσα, στο κράτος αυτό, την εμπορία τροφίμων με περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες υπερβαίνουσα τις κατά την εν λόγω ρύθμιση μέγιστες ποσότητες, τα οποία νομίμως παρασκευάζονται ή/και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους, μπορεί, ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 34 ΣΛΕΕ, να δικαιολογείται, αρκεί να είναι σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 36 ΣΛΕΕ, όπως η διάταξη αυτή ερμηνεύεται από το Δικαστήριο (βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Greenham και Abel, C‑95/01, EU:C:2004:71, σκέψη 34).
22
Αφενός, η εθνική ρύθμιση πρέπει να προβλέπει διαδικασία παρέχουσα στους επιχειρηματίες τη δυνατότητα να λάβουν άδεια εμπορίας συμπληρωμάτων διατροφής περιεχόντων θρεπτικές ουσίες σε ποσότητες ανώτερες των επιτρεπομένων. Η διαδικασία αυτή πρέπει να είναι εύκολα εφαρμόσιμη και όχι υπέρμετρα χρονοβόρα, σε περίπτωση δε που καταλήγει σε αρνητική απόφαση πρέπει η εν λόγω απόφαση να μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑24/00, EU:C:2004:70, σκέψη 26· της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Greenham και Abel, C‑95/01, EU:C:2004:71, σκέψη 35, καθώς και της 28ης Ιανουαρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑333/08, EU:C:2010:44, σκέψη 81).
23
Αφετέρου, αίτηση για άδεια εμπορίας των εν λόγω συμπληρωμάτων δεν μπορεί να απορριφθεί από τις αρμόδιες εθνικές αρχές παρά μόνον εάν τα συμπληρώματα αυτά ενέχουν πραγματικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑24/00, EU:C:2004:70, σκέψη 27· της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Greenham και Abel, C‑95/01, EU:C:2004:71, σκέψη 36, καθώς και της 28ης Ιανουαρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑333/08, EU:C:2010:44, σκέψη 82).
24
Εν προκειμένω, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά αποκλειστικώς την τήρηση της απαιτήσεως της σκέψεως 22 της παρούσας αποφάσεως και όχι αυτής για την οποία γίνεται λόγος στην προηγούμενη σκέψη, της οποίας η εξέταση εντάσσεται στο πλαίσιο του ζητήματος κατά πόσον μέτρο απαγορεύσεως εμπορίας, όπως το προβλεπόμενο με την κανονιστική ρύθμιση της υποθέσεως της κύριας δίκης, βασίζεται ή όχι σε εμπεριστατωμένη επιστημονική αξιολόγηση του πραγματικού κινδύνου για τη δημόσια υγεία, τον οποίον προβάλλει το κράτος μέλος που επικαλείται το άρθρο 36 ΣΛΕΕ.
25
Όσον αφορά την απαίτηση της σκέψεως 22 της παρούσας αποφάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, καίτοι η κανονιστική ρύθμιση της υποθέσεως της κύριας δίκης προβλέπει διαδικασία για τη διάθεση στη γαλλική αγορά ορισμένων μη επιτρεπόμενων δυνάμει της ρυθμίσεως αυτής συμπληρωμάτων διατροφής, τα οποία όμως νομίμως παρασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους, δεν αμφισβητείται ότι η διαδικασία αυτή δεν εφαρμόζεται εντούτοις σε συμπληρώματα διατροφής, όπως αυτά της υποθέσεως της κύριας δίκης, των οποίων η περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες υπερβαίνει τις κατά τη ρύθμιση αυτή μέγιστες ποσότητες και τα οποία νομίμως παρασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους.
26
Η απαίτηση προβλέψεως διαδικασίας πληρούσας τις προϋποθέσεις της σκέψεως 22 της παρούσας αποφάσεως συνιστά όμως μία από τις απαιτήσεις εκ των οποίων εξαρτάται η βάσει του άρθρου 36 ΣΛΕΕ δικαιολόγηση κανονιστικής ρυθμίσεως όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης.
27
Κατά συνέπεια, καθόσον η κανονιστική ρύθμιση της υποθέσεως της κύριας δίκης απαγορεύει την εμπορία συμπληρωμάτων διατροφής των οποίων η περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες υπερβαίνει τα μέγιστα όρια που καθορίζει η ρύθμιση αυτή χωρίς να προβλέπει καμία διαδικασία για τη διάθεση στην αγορά τέτοιων συμπληρωμάτων διατροφής, και μάλιστα καίτοι αυτά νομίμως παρασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους, η εν λόγω ρύθμιση δεν συνάδει με την απαίτηση της σκέψεως 22 της παρούσας αποφάσεως και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 ΣΛΕΕ.
28
Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι προσκρούει στις διατάξεις της οδηγίας 2002/46 και στις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, η οποία δεν προβλέπει διαδικασία για τη διάθεση στην αγορά του κράτους μέλους αυτού συμπληρωμάτων διατροφής των οποίων η περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες υπερβαίνει την κατά την εν λόγω ρύθμιση μέγιστη ημερήσια δοσολογία και τα οποία νομίμως παρασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
29
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν προσκρούει στις διατάξεις της οδηγίας 2002/46, και ειδικότερα στο άρθρο της 5, καθώς και στις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ο καθορισμός των μέγιστων ποσοτήτων του εν λόγω άρθρου 5 αναλόγως των συνιστώμενων ημερησίων δόσεων, βάσει τιμής ίσης προς το τριπλάσιο των συνιστώμενων ημερησίων δόσεων για τις θρεπτικές ουσίες με τους λιγότερους κινδύνους, τιμής ίσης προς τις συνιστώμενες ημερήσιες δόσεις για τις θρεπτικές ουσίες που ενέχουν κίνδυνο υπερβάσεως του ανώτατου ορίου ασφαλείας, και τιμής κατώτερης των συνιστώμενων ημερησίων δόσεων, ή και μηδενικής, για τις θρεπτικές ουσίες που ενέχουν τους περισσότερους κινδύνους.
30
Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει τη δυνατότητα οι εν λόγω ποσότητες να καθορίστηκαν «αναλόγως των διατροφικών κριτηρίων ως δικαιολογητικών στοιχείων των περιοριστικών της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μέτρων» και «ελλείψει ορίου ασφαλείας καθορισθέντος επιστημονικώς βάσει πραγματογνωμοσύνης».
31
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, πέραν της υποχρεώσεως τηρήσεως των άρθρων 34 και 36 ΣΛΕΕ, ο καθορισμός των μέγιστων ποσοτήτων βιταμινών και ανόργανων στοιχείων τα οποία μπορούν να χρησιμοποιούνται για την παρασκευή συμπληρωμάτων διατροφής πρέπει να θεμελιώνεται στα περιλαμβανόμενα στο άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/46 στοιχεία (βλ., απόφαση της 29ης Απριλίου 2010, Solgar Vitamin’s France κ.λπ., C‑446/08, EU:C:2010:233, σκέψεις 32 καθώς και 63).
32
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, οι εν λόγω ποσότητες καθορίζονται σε συνάρτηση με τη συνιστώμενη από τον παρασκευαστή ημερήσια δόση, λαμβανομένων υπόψη των ανώτατων ορίων ασφαλείας τα οποία έχουν καθοριστεί για τις βιταμίνες και τα ανόργανα στοιχεία μετά από επιστημονική αξιολόγηση των κινδύνων βασισμένη σε επιστημονικά στοιχεία γενικής αποδοχής, συνεκτιμωμένων, ενδεχομένως, των διαφορετικών επιπέδων ευαισθησίας των διαφόρων ομάδων καταναλωτών (βλ., απόφαση της 29ης Απριλίου 2010, Solgar Vitamin’s France κ.λπ., C‑446/08, EU:C:2010:233, σκέψη 64).
33
Εξ αυτού έπεται ότι ο καθορισμός των μέγιστων ποσοτήτων του άρθρου 5 της οδηγίας 2002/46 πρέπει να ερείδεται μεταξύ άλλων στη συνεκτίμηση των θεσπισθέντων ανώτατων ορίων ασφαλείας για τις επίδικες βιταμίνες και τα ανόργανα στοιχεία κατόπιν επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων για την υγεία των προσώπων στηριζόμενης επί συναφών επιστημονικών δεδομένων και όχι επί αμιγώς υποθετικών θεωρήσεων (βλ., απόφαση της 29ης Απριλίου 2010, Solgar Vitamin’s France κ.λπ., C‑446/08, EU:C:2010:233, σκέψη 65).
34
Δεν πληροί την επιταγή αυτή ο καθορισμός μέγιστων ποσοτήτων βιταμινών και ανόργανων στοιχείων που μπορούν να χρησιμοποιούνται για την παρασκευή συμπληρωμάτων διατροφής όταν, ελλείψει αποδεδειγμένου κινδύνου για την υγεία των προσώπων, δεν έχουν καθοριστεί ανώτατα όρια ασφαλείας για τις θρεπτικές αυτές ουσίες μετά από μια τέτοια επιστημονική αξιολόγηση (βλ., απόφαση της 29ης Απριλίου 2010, Solgar Vitamin’s France κ.λπ., C‑446/08, EU:C:2010:233, σκέψη 66).
35
Αφ’ ης στιγμής καθορίστηκαν ανώτατα όρια ασφάλειας, δεν μπορεί να αποκλείεται το ενδεχόμενο καθορισμού των μέγιστων αυτών ποσοτήτων σε επίπεδο αισθητά κατώτερο εκείνου των εν λόγω ορίων, εφόσον ο καθορισμός των ποσοτήτων αυτών δικαιολογείται βάσει της συνεκτιμήσεως των στοιχείων του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/46 και είναι σύμφωνος προς την αρχή της αναλογικότητας (βλ., απόφαση της 29ης Απριλίου 2010, Solgar Vitamin’s France κ.λπ., C‑446/08, EU:C:2010:233, σκέψη 71).
36
Επομένως, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 5, παράγραφοι 1, στοιχείο βʹ, και 2, κατά τον καθορισμό των ως άνω ποσοτήτων πρέπει, πέραν των ορίων αυτών, να συνυπολογίζονται επίσης οι προσλαμβανόμενες ποσότητες βιταμινών και ανόργανων στοιχείων από άλλες διατροφικές πηγές καθώς και οι προσλαμβανόμενες ποσότητες αναφοράς βιταμινών και ανόργανων στοιχείων για τον πληθυσμό.
37
Εξάλλου, οι εκτιμήσεις βάσει των οποίων καθορίζονται οι μέγιστες ποσότητες των δυνάμενων να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή συμπληρωμάτων διατροφής θρεπτικών ουσιών πρέπει να πραγματοποιούνται κατά περίπτωση (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Δανίας, C‑192/01, EU:C:2003:492, σκέψη 46· της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Greenham και Abel, C‑95/01, EU:C:2004:71, σκέψη 40· της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑24/00, EU:C:2004:70, σκέψη 53· της 2ας Δεκεμβρίου 2004, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C‑41/02, EU:C:2004:762, σκέψη 47, καθώς και της 29ης Απριλίου 2010, Solgar Vitamin’s France κ.λπ., C‑446/08, EU:C:2010:233, σκέψεις 55 και 72).
38
Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ναι μεν το κριτήριο των θρεπτικών αναγκών του πληθυσμού κράτους μέλους μπορεί να διαδραματίζει κάποιο ρόλο κατά την εμπεριστατωμένη αξιολόγηση στην οποία προβαίνει το κράτος αυτό όσον αφορά τον κίνδυνο τον οποίο ενέχει ενδεχομένως για τη δημόσια υγεία η προσθήκη θρεπτικών στοιχείων στα τρόφιμα, πλην όμως η απουσία παρόμοιων αναγκών δεν δύναται αφ’ εαυτής να δικαιολογεί πλήρη απαγόρευση, με βάση το άρθρο 36 ΣΛΕΕ, της εμπορίας των διατροφικών ειδών τα οποία νομίμως παρασκευάζονται και/ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών (βλ., αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Greenham και Abel, C‑95/01, EU:C:2004:71, σκέψη 46· της 2ας Δεκεμβρίου 2004, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C‑41/02, EU:C:2004:762, σκέψη 69, καθώς και της 29ης Απριλίου 2010, Solgar Vitamin’s France κ.λπ., C‑446/08, EU:C:2010:233, σκέψη 60).
39
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι οι μέγιστες ποσότητες του άρθρου 5 της οδηγίας 2002/46 πρέπει να καθορίζονται κατά περίπτωση, βάσει του συνόλου των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο εν λόγω άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, ειδικότερα των ανώτατων ορίων ασφαλείας που καθορίζονται για τις οικείες θρεπτικές ουσίες κατόπιν εμπεριστατωμένης επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων για τη δημόσια υγεία, η οποία δεν στηρίζεται σε γενικές ή υποθετικές θεωρήσεις αλλά σε συναφή επιστημονικά δεδομένα.
40
Στο πλαίσιο αυτό, μέθοδος συνιστάμενη στον καθορισμό των ποσοτήτων αυτών χωρίς συνεκτίμηση του συνόλου των εν λόγω στοιχείων, βάσει μόνον των διατροφικών αναγκών του οικείου πληθυσμού, ή και χωρίς ο καθορισμός αυτός να γίνεται κατά περίπτωση, δεν συνάδει με το εν λόγω άρθρο 5 και τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
41
Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν τούτο συντρέχει στην περίπτωση της μεθόδου καθορισμού των εν λόγω ποσοτήτων της υποθέσεως της κύριας δίκης.
42
Υπό τις περιστάσεις αυτές, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2002/46 και οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων έχουν την έννοια ότι οι μέγιστες ποσότητες του άρθρου 5 της οδηγίας αυτής πρέπει να καθορίζονται κατά περίπτωση και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, ειδικότερα των ανώτατων ορίων ασφαλείας που καθορίζονται για τις οικείες θρεπτικές ουσίες κατόπιν εμπεριστατωμένης επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων για τη δημόσια υγεία, η οποία δεν στηρίζεται σε γενικές ή υποθετικές θεωρήσεις αλλά σε συναφή επιστημονικά δεδομένα. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν η μέθοδος καθορισμού των εν λόγω ποσοτήτων της υποθέσεως της κύριας δίκης πληροί τις απαιτήσεις αυτές.
Επί του τρίτου ερωτήματος
43
Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν προσκρούει στις διατάξεις της οδηγίας 2002/46 και στις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων η διενέργεια της κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων, η οποία πρέπει να προηγείται του καθορισμού των ανωτάτων ορίων ασφαλείας που πρέπει, μεταξύ άλλων, να συνεκτιμώνται για τον καθορισμό των μέγιστων ποσοτήτων του εν λόγω άρθρου 5, μόνον βάσει εθνικών επιστημονικών γνωμών, ενώ κατά τον χρόνο λήψεως του σχετικού μέτρου είναι επίσης διαθέσιμες πρόσφατες διεθνείς επιστημονικές γνώμες που συνηγορούν υπέρ της δυνατότητας καθορισμού υψηλότερων ορίων.
44
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ο καθορισμός των εν λόγω μέγιστων ποσοτήτων πρέπει, μεταξύ άλλων, να ερείδεται στη συνεκτίμηση των ανώτατων ορίων ασφαλείας που καθορίζονται για τις βιταμίνες και τα ανόργανα στοιχεία κατόπιν επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων στηριζόμενης σε «επιστημονικά δεδομένα γενικής αποδοχής».
45
Επομένως, από το γράμμα του άρθρου αυτού δεν συνάγεται ότι η αξιολόγηση αυτή μπορεί να πραγματοποιείται μόνον βάσει εθνικών επιστημονικών δεδομένων, εφόσον είναι επίσης διαθέσιμα διεθνή επιστημονικά δεδομένα.
46
Καίτοι δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι, ελλείψει αξιόπιστων διεθνών επιστημονικών δεδομένων, η αξιολόγηση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον βάσει πλέον αξιόπιστων εθνικών επιστημονικών γνωμών, τούτο δεν συντρέχει, αντιθέτως, όταν είναι διαθέσιμα τέτοιου είδους δεδομένα.
47
Πράγματι, απαιτώντας τη διενέργεια της εν λόγω αξιολογήσεως βάσει «επιστημονικών δεδομένων γενικής αποδοχής», το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2002/46 αποσκοπεί στην πραγματοποίηση της αξιολογήσεως βάσει αξιόπιστων επιστημονικών δεδομένων, ανεξαρτήτως του εθνικού ή διεθνούς χαρακτήρα τους.
48
Εξάλλου, η κατά τη διάταξη αυτή αξιολόγηση υπόκειται στις ίδιες απαιτήσεις με εκείνες που προκύπτουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου όταν πρόκειται για την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου για τη δημόσια υγεία, τον οποίο προβάλλει κράτος μέλος για να δικαιολογήσει μέτρο απαγορεύσεως της εμπορίας συμπληρώματος διατροφής βάσει του άρθρου 36 ΣΛΕΕ. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου πρέπει να αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπό το πρίσμα των εθνικών διατροφικών συνηθειών και λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων της διεθνούς επιστημονικής έρευνας (βλ., αποφάσεις της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Δανίας, C‑192/01, EU:C:2003:492, σκέψη 46· της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑24/00, EU:C:2004:70, σκέψη 53, καθώς και της 29ης Απριλίου 2010, Solgar Vitamin’s France κ.λπ., C‑446/08, EU:C:2010:233, σκέψη 55).
49
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε επίσης, αφενός, ότι τέτοιο μέτρο μπορεί να ληφθεί μόνον αν ο προβαλλόμενος πραγματικός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία αποδεικνύεται επαρκώς, βάσει των πλέον πρόσφατων επιστημονικών δεδομένων που είναι διαθέσιμα κατά τον χρόνο της λήψεως του μέτρου (βλ., αποφάσεις της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Δανίας, C‑192/01, EU:C:2003:492, σκέψη 48· της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑24/00, EU:C:2004:70, σκέψη 55· της 2ας Δεκεμβρίου 2004, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C‑41/02, EU:C:2004:762, σκέψη 49, και της 28ης Ιανουαρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑333/08, EU:C:2010:44, σκέψη 89), και, αφετέρου, ότι η αξιολόγηση του κινδύνου αυτού πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των πλέον αξιόπιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων και πρόσφατων αποτελεσμάτων της διεθνούς έρευνας (βλ. απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Greenham και Abel, C‑95/01, EU:C:2004:71, σκέψη 47).
50
Συνεπώς, εφόσον κατά τον χρόνο διενέργειας της κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2002/46 επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων είναι διαθέσιμα αξιόπιστα και πρόσφατα διεθνή επιστημονικά δεδομένα, η εν λόγω αξιολόγηση δεν μπορεί να γίνει χωρίς να ληφθούν υπόψη τα δεδομένα αυτά.
51
Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι προσκρούει στις διατάξεις της οδηγίας 2002/46 και στις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων η διενέργεια της κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων, η οποία πρέπει να προηγείται του καθορισμού των ανωτάτων ορίων ασφαλείας που πρέπει, μεταξύ άλλων, να συνεκτιμώνται για τον καθορισμό των μέγιστων ποσοτήτων του εν λόγω άρθρου 5, μόνον βάσει εθνικών επιστημονικών γνωμών, ενώ κατά τον χρόνο λήψεως του σχετικού μέτρου είναι επίσης διαθέσιμες αξιόπιστες και πρόσφατες διεθνείς επιστημονικές γνώμες που συνηγορούν υπέρ της δυνατότητας καθορισμού υψηλότερων ορίων.
Επί των δικαστικών εξόδων
52
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1)
Προσκρούει στις διατάξεις της οδηγίας 2002/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των συμπληρωμάτων διατροφής, και στις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, η οποία δεν προβλέπει διαδικασία για τη διάθεση στην αγορά του κράτους μέλους αυτού συμπληρωμάτων διατροφής των οποίων η περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες υπερβαίνει την κατά την εν λόγω ρύθμιση μέγιστη ημερήσια δοσολογία και τα οποία νομίμως παρασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους.
2)
Οι διατάξεις της οδηγίας 2002/46 και οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων έχουν την έννοια ότι οι μέγιστες ποσότητες του άρθρου 5 της οδηγίας αυτής πρέπει να καθορίζονται κατά περίπτωση και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, ειδικότερα των ανώτατων ορίων ασφαλείας που καθορίζονται για τις οικείες θρεπτικές ουσίες κατόπιν εμπεριστατωμένης επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων για τη δημόσια υγεία, η οποία δεν στηρίζεται σε γενικές ή υποθετικές θεωρήσεις αλλά σε συναφή επιστημονικά δεδομένα. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν η μέθοδος καθορισμού των εν λόγω ποσοτήτων της υποθέσεως της κύριας δίκης πληροί τις απαιτήσεις αυτές.
3)
Προσκρούει στις διατάξεις της οδηγίας 2002/46 και στις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων η διενέργεια της κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας επιστημονικής αξιολογήσεως των κινδύνων, η οποία πρέπει να προηγείται του καθορισμού των ανωτάτων ορίων ασφαλείας που πρέπει, μεταξύ άλλων, να συνεκτιμώνται για τον καθορισμό των μέγιστων ποσοτήτων του εν λόγω άρθρου 5, μόνον βάσει εθνικών επιστημονικών γνωμών, ενώ κατά τον χρόνο λήψεως του σχετικού μέτρου είναι επίσης διαθέσιμες αξιόπιστες και πρόσφατες διεθνείς επιστημονικές γνώμες που συνηγορούν υπέρ της δυνατότητας καθορισμού υψηλότερων ορίων.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy