ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 27ης Απριλίου 2017 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Μεταβίβαση επιχειρήσεως — Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων — Οδηγία 2001/23/ΕΚ — Άρθρο 3 — Σύμβαση εργασίας — Νομοθεσία κράτους μέλους επιτρέπουσα τη συνομολόγηση ρητρών οι οποίες παραπέμπουν σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας μεταγενέστερες της μεταβιβάσεως — Δυνατότητα να αντιταχθούν στον διάδοχο εργοδότη»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑680/15 και C‑681/15,
με αντικείμενο δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesarbeitsgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών, Γερμανία), με αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 2015, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 17 Δεκεμβρίου 2015, στο πλαίσιο των δικών
Asklepios Kliniken Langen-Seligenstadt GmbH
κατά
Ivan Felja (C‑680/15)
και
Asklepios Dienstleistungsgesellschaft mbH
κατά
Vittoria Graf (C‑681/15),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, Μ. Βηλαρά, J. Malenovský (εισηγητή), M. Safjan και D. Šváby, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: K. Malacek, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 23ης Νοεμβρίου 2016,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
οι Asklepios Kliniken Langen-Seligenstadt GmbH και Asklepios Dienstleistungsgesellschaft mbH, εκπροσωπούμενες από τους A. Dziuba και W. Lipinski, Rechtsanwälte,
—
οι Ivan Felja και Vittoria Graf, εκπροσωπούμενοι από τον R. Buschmann, conseil [σύμβουλο],
—
το Βασίλειο της Νορβηγίας, εκπροσωπούμενο από τους C. Anker, C. Rydning και P. Wennerås,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους T. Maxian Rusche και M. Kellerbauer,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ 2001, L 82, σ. 16), και του άρθρου 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2
Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ, αφενός, του Ivan Felja και της Vittoria Graf (στο εξής, από κοινού: εργαζόμενοι) και, αφετέρου και αντιστοίχως, της Asklepios Kliniken Langen-Seligenstadt GmbH και της Asklepios Dienstleistungsgesellschaft mbH (στο εξής, από κοινού: Asklepios), σχετικά με την εφαρμογή συλλογικής συμβάσεως εργασίας.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Με την οδηγία 2001/23 κωδικοποιήθηκε η οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171), όπως είχε τροποποιηθεί με την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ 1998, L 201, σ. 88) (στο εξής: οδηγία 77/187).
4
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α’, της οδηγίας 2001/23 προβλέπει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα [συμφωνίας περί μεταβίβασης] ή συγχώνευσης.»
5
Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του [μεταβιβάζοντος], που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον [διάδοχο εργοδότη].
[…]
3. Μετά τη μεταβίβαση, ο [διάδοχος εργοδότης] εξακολουθεί να τηρεί τους συμφωνηθέντες με συλλογική σύμβαση όρους εργασίας, ως αυτοί εφαρμόζονται και έναντι του [μεταβιβάζοντος], σύμφωνα με τη σύμβαση, μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή λήξεως της συλλογικής συμβάσεως ή της ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως.
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την περίοδο τηρήσεως των εν λόγω όρων εργασίας, υπό την αίρεση ότι η περίοδος αυτή δεν θα είναι κατώτερη του έτους.
[…]»
Το γερμανικό δίκαιο
6
Στη Γερμανία, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις σε περίπτωση μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως ρυθμίζονται από το άρθρο 613a του Bürgerliches Gesetzbuch (αστικού κώδικα), του οποίου η παράγραφος 1 ορίζει τα εξής:
«Όταν μια εγκατάσταση ή μέρος της εγκαταστάσεως μεταβιβάζεται βάσει σχετικής δικαιοπραξίας σε άλλον κύριο, ο δεύτερος υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος εκ των συμβάσεων εργασίας που ισχύουν κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως. Σε περίπτωση κατά την οποία αυτά τα δικαιώματα και υποχρεώσεις διέπονται από τους νομικούς κανόνες συλλογικής συμβάσεως ή συμφωνίας με επιχείρηση, καθίστανται αναπόσπαστο μέρος της συμβάσεως εργασίας μεταξύ του νέου κυρίου και των εργαζομένων και δεν μπορούν να τροποποιηθούν σε βάρος των δευτέρων πριν από το πέρας ενός έτους υπολογιζομένου από την ημερομηνία της μεταβιβάσεως. Η δεύτερη περίοδος δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του νέου κυρίου διέπονται από τις διατάξεις άλλης συλλογικής συμβάσεως ή από άλλη συμφωνία με επιχείρηση. Πριν από την εκπνοή της προβλεπομένης στη δεύτερη περίοδο προθεσμίας ενός έτους, αυτά τα δικαιώματα και υποχρεώσεις μπορούν να τροποποιηθούν εάν η συλλογική σύμβαση ή η συμφωνία με επιχείρηση έχει πλέον παύσει να ισχύει ή ελλείψει αμοιβαίας υποχρεώσεως συμμορφώσεως προς άλλη συλλογική σύμβαση της οποίας η εφαρμογή έχει συμφωνηθεί μεταξύ του νέου κυρίου και των εργαζομένων.»
Η διαφορά των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα
7
Οι εργαζόμενοι απασχολούνταν στο νοσοκομείο του Dreieich-Lange (Γερμανία), το οποίο ανήκει κατά την εποχή εκείνη σε πρωτοβάθμιο οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως (δήμο). Ο I. Felja εργαζόταν στο νοσοκομείο αυτό ως εργάτης γενικών καθηκόντων/κηπουρός από το 1978, ενώ η V. Graf ως βοηθός νοσηλεύτρια από το 1986. Κατόπιν της μεταβιβάσεως, το 1995, του νοσοκομείου εκ μέρους του πρωτοβάθμιου αυτού οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης (GmbH), το τμήμα της εγκαταστάσεως στο οποίο απασχολούνταν οι εργαζόμενοι μεταβιβάσθηκε, το 1997, στην KLS Facility Management GmbH (στο εξής: KLS FM).
8
Οι συμβάσεις εργασίας που συνάφθηκαν μεταξύ των εργαζομένων και της KLS FM, η οποία δεν ήταν μέλος εργοδοτικής ενώσεως που είχε διαπραγματευθεί και μετάσχει στη σύναψη συλλογικής συμβάσεως εργασίας, περιείχαν «δυναμική» ρήτρα παραπομπής, με την οποία διευκρινιζόταν ότι η εργασιακή σχέση τους θα ρυθμιζόταν, όπως και προ της μεταβιβάσεως, από την Bundesmanteltarifvertrag für Arbeiter gemeindlicher Verwaltungen und Betriebe (ομοσπονδιακή συλλογική σύμβαση εργασίας για τους εργαζομένους στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τις επιχειρήσεις αυτών, στο εξής: BMT‑G II), αλλά και μελλοντικά, από τις συλλογικές συμβάσεις που θα τη συμπλήρωναν, θα την τροποποιούσαν και θα την αντικαθιστούσαν.
9
Εν συνεχεία, η KLS FM εντάχθηκε σε όμιλο επιχειρήσεων του νοσοκομειακού τομέα.
10
Την 1η Ιουλίου 2008 το τμήμα εγκαταστάσεως στο οποίο απασχολούνταν οι εργαζόμενοι μεταβιβάσθηκε σε άλλη εταιρία του ομίλου αυτού, συγκεκριμένα δε την Asklepios. Όπως και η KLS FM, η Asklepios δεν δεσμευόταν, ως μέλος εργοδοτικής οργανώσεως, ούτε από την BMT‑G II ούτε από την Tarifvertrag für den öffentlichen Dienst (συλλογική σύμβαση για τους δημοσίους υπαλλήλους, στο εξής: TVöD), η οποία την αντικαθιστά από 1ης Οκτωβρίου 2005, ούτε από την Tarifvertrag zur Überleitung der Beschäftigten der kommunalen Arbeitgeber in den TVöD und zur Regelung des Übergangsrechts (συλλογική σύμβαση περί των όρων μεταβάσεως στο νέο σύστημα αμοιβών των συμβασιούχων υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως σύμφωνα με την TVöD και περί μεταβατικών διατάξεων).
11
Οι εργαζόμενοι άσκησαν αγωγές ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι, σύμφωνα με τη «δυναμική» ρήτρα παραπομπής στην BMT‑G II, η οποία περιεχόταν στις αντίστοιχες συμβάσεις τους εργασίας, οι διατάξεις της TVöD και των συλλογικών συμβάσεων που τη συμπληρώνουν, καθώς και οι διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως περί των όρων μεταβάσεως στο νέο σύστημα αμοιβών των συμβασιούχων υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως σύμφωνα με την TVöD και περί μεταβατικών διατάξεων έχουν εφαρμογή στην εργασιακή σχέση τους, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων τους.
12
Η Asklepios υποστηρίζει ότι η προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο έννομη συνέπεια της «δυναμικής» αυτής εφαρμογής των κανόνων των συλλογικών συμβάσεων των δημοσίων υπαλλήλων στις οποίες παραπέμπει η σύμβαση εργασίας αντιβαίνει στην οδηγία 2001/23 και στο άρθρο 16 του Χάρτη. Κατά την εταιρία αυτή, κατόπιν της μεταβιβάσεως των εργασιακών σχέσεων των οικείων εργαζομένων σε άλλον εργοδότη, πρέπει να κατισχύσει καθεστώς «στατικής» εφαρμογής των συμβάσεων αυτών, υπό την έννοια ότι μόνον οι όροι εργασίας που συνομολογήθηκαν βάσει της συναφθείσας με τον μεταβιβάζοντα εργοδότη συμβάσεως εργασίας και αντλούνται από τις συλλογικές συμβάσεις που παρατίθενται στη σύμβαση αυτή μπορούν να αντιταχθούν στον διάδοχο εργοδότη.
13
Τα κατώτερα δικαστήρια δέχθηκαν τις αγωγές που είχαν ασκήσει οι εργαζόμενοι, οπότε η Asklepios άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
14
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesarbeitsgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών, Γερμανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
α)
Αντιβαίνει στο άρθρο 3 της οδηγίας 2001/23 εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως, όλοι οι όροι εργασίας που ο μεταβιβάζων και ο εργαζόμενος έχουν συμφωνήσει με ατομική σύμβαση και στο πλαίσιο της ιδιωτικής αυτονομίας μεταφέρονται αμετάβλητοι στον διάδοχο εργοδότη, ως εάν να είχε συνάψει ο ίδιος ατομική σύμβαση με τον εργαζόμενο, όταν το εθνικό δίκαιο προβλέπει για τον διάδοχο δυνατότητες προσαρμογής των όρων εργασίας, τόσο από κοινού με τον εργαζόμενο, όσο και μονομερώς;
β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος, [υπό α’], εν γένει ή εν μέρει για συγκεκριμένη ομάδα ατομικώς συμφωνηθέντων όρων εργασίας από τη σύμβαση εργασίας μεταξύ μεταβιβάζοντος και εργαζομένου:
Προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 3 της οδηγίας 2001/23 ότι συγκεκριμένοι όροι εργασίας που μεταβιβάζων και εργαζόμενος έχουν συμφωνήσει στο πλαίσιο της ιδιωτικής αυτονομίας πρέπει να εξαιρούνται από την αμετάβλητη μεταβίβαση στον διάδοχο και να υπόκεινται σε προσαρμογή εκ μόνης της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως;
γ)
Εάν, με γνώμονα τις απαντήσεις του Δικαστηρίου επί του πρώτου [ερωτήματος, υπό α’ και β’], προκύπτει ότι στον διάδοχο δεν μεταφέρεται αμετάβλητη συμφωνηθείσα με ατομική σύμβαση ρήτρα παραπομπής, δυνάμει της οποίας συγκεκριμένες ρυθμίσεις συλλογικής συμβάσεως καθίστανται κατά τρόπο δυναμικό, στο πλαίσιο της ιδιωτικής αυτονομίας, περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως:
i)
ισχύει το ανωτέρω και σε περίπτωση που ούτε ο μεταβιβάζων ούτε ο διάδοχος είναι ή ανήκουν στους συμβαλλομένους συλλογικής συμβάσεως εργασίας, ήτοι εάν οι απορρέουσες από συλλογική σύμβαση ρυθμίσεις δεν θα εφαρμόζονταν στη σχέση εργασίας με τον μεταβιβάζοντα ούτε προ της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως χωρίς τη συνομολόγηση ρήτρας παραπομπής με ατομική σύμβαση στο πλαίσιο της ιδιωτικής αυτονομίας;
ii)
αν δοθεί καταφατική απάντηση στο [πρώτο ερώτημα, υπό γ’, σημείο i]:
Ισχύει το ανωτέρω και σε περίπτωση που μεταβιβάζων και διάδοχος αποτελούν επιχειρήσεις του ιδίου ομίλου;
2)
Αντιβαίνει στο άρθρο 16 του [Χάρτη] εθνική ρύθμιση που έχει θεσπιστεί για τη μεταφορά της οδηγίας 77/187 ή 2001/23 στην εσωτερική έννομη τάξη, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως, ο διάδοχος εξακολουθεί να δεσμεύεται από τους όρους εργασίας που μεταβιβάζων και εργαζόμενος είχαν συνομολογήσει προ της εν λόγω μεταβιβάσεως με ατομική σύμβαση και στο πλαίσιο της ιδιωτικής αυτονομίας, ως εάν να τους είχε συμφωνήσει ο ίδιος ο διάδοχος, όταν οι εν λόγω όροι ενσωματώνουν στη σύμβαση εργασίας κατά δυναμικό τρόπο συγκεκριμένες ρυθμίσεις συλλογικής συμβάσεως, οι οποίες ειδάλλως δεν θα είχαν ισχύ στη σχέση εργασίας, λαμβανομένου υπόψη ότι το εθνικό δίκαιο προβλέπει δυνατότητες προσαρμογής των όρων εργασίας για τον διάδοχο, τόσο από κοινού με τον εργαζόμενο, όσο και μονομερώς;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
15
Με τα ερωτήματα αυτά, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/23, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, η διατήρηση των εκ συμβάσεως εργασίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του μεταβιβάζοντος περιλαμβάνει και τη ρήτρα που συνομολόγησαν μεταβιβάζων και εργαζόμενος δυνάμει της αρχής της αυτονομίας της βουλήσεως, βάσει της οποίας η εργασιακή σχέση τους διέπεται όχι μόνον από την ισχύουσα κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως συλλογική σύμβαση, αλλά και από μεταγενέστερες της μεταβιβάσεως αυτής συμβάσεις που συμπληρώνουν, τροποποιούν ή αντικαθιστούν την αρχική, ενώ το εθνικό δίκαιο προβλέπει, υπέρ του διαδόχου εργοδότη, δυνατότητες προσαρμογής των όρων εργασίας, τόσο βάσει συμφωνίας με τον εργαζόμενο όσο και μονομερώς.
16
Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι σύμβαση εργασίας δύναται να παραπέμπει, μέσω συμβατικών ρητρών, σε άλλες δικαιοπραξίες και νομοθετήματα, ιδίως δε σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Οι ρήτρες αυτές, επομένως, δύνανται να παραπέμπουν είτε, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των «στατικών» ρητρών παραπομπής, αποκλειστικώς στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονταν βάσει του κειμένου της συλλογικής συμβάσεως που ίσχυε κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως είτε, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των, επίμαχων στην περίπτωση των υποθέσεων των κύριων δικών, «δυναμικών» ρητρών παραπομπής, και στις μελλοντικές μεταβολές των συμβάσεων, οι οποίες συνεπάγονται τροποποίηση αυτών των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
17
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, στην περίπτωση συμβατικής ρήτρας «στατικού» χαρακτήρα και στο πλαίσιο της οδηγίας 77/187, ότι ουδόλως προκύπτει από το κείμενο της οδηγίας εκείνης ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να δεσμεύσει τον διάδοχο εργοδότη με άλλες συλλογικές συμβάσεις πέραν αυτής που ίσχυε κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως και, κατά συνέπεια, να επιβάλει μεταγενέστερη τροποποίηση των όρων εργασίας διά της εφαρμογής νέας συλλογικής συμβάσεως εργασίας συναφθείσας κατόπιν της μεταβιβάσεως (βλ., σχετικώς, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2006, Werhof,C‑499/04, EU:C:2006:168, σκέψη 29).
18
Πράγματι, ο σκοπός της οδηγίας 77/187 περιοριζόταν στη διατήρηση των υφισταμένων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των εργαζομένων και όχι στην προστασία απλών προσδοκιών και, ως εκ τούτου, υποθετικών ωφελημάτων που θα προκύψουν ενδεχομένως από μεταγενέστερες μεταβολές των συλλογικών συμβάσεων (βλ., σχετικώς, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2006, Werhof, C‑499/04, EU:C:2006:168, σκέψη 29).
19
Μολονότι από τη μνημονευθείσα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει «δυναμική» ερμηνεία «στατικής» ρήτρας, το Δικαστήριο έχει επίσης υπενθυμίσει ότι οι συμβάσεις χαρακτηρίζονται από την αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι είναι ελεύθεροι να δεσμευθούν ο ένας έναντι του άλλου (απόφαση της 9ης Μαρτίου 2006, Werhof, C‑499/04, EU:C:2006:168, σκέψη 23).
20
Από το γράμμα, όμως, των διατάξεων της οδηγίας 2001/23, ιδίως δε του άρθρου της 3, ουδόλως προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να παρεκκλίνει από την αρχή αυτή. Ως εκ τούτου, η οδηγία 2001/23, ιδίως δε το άρθρο της 3, δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι σκοπεί να εμποδίσει, εν πάση περιπτώσει, συμβατική ρήτρα «δυναμικού» χαρακτήρα να παραγάγει τα αποτελέσματά της.
21
Κατά συνέπεια, εφόσον ο μεταβιβάζων εργοδότης και οι εργαζόμενοι συνομολόγησαν ελεύθερα συμβατική ρήτρα «δυναμικού» χαρακτήρα, η δε ρήτρα αυτή ισχύει κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, η οδηγία 2001/23, ιδίως δε το άρθρο της 3, έχει την έννοια ότι προβλέπει, καταρχήν, ότι η υποχρέωση αυτή που απορρέει από σύμβαση εργασίας μεταβιβάζεται στον διάδοχο εργοδότη.
22
Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει επισημάνει, στην περίπτωση συμβατικής ρήτρας «δυναμικού» χαρακτήρα, ότι η οδηγία 2001/23 δεν έχει ως αποκλειστικό σκοπό την προστασία των συμφερόντων των εργαζομένων, αλλά επιδιώκει τη διασφάλιση δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων τους, αφενός, και των συμφερόντων του διαδόχου εργοδότη, αφετέρου. Ως εκ τούτου, μεταξύ άλλων, ο διάδοχος εργοδότης θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβαίνει, κατόπιν της μεταβιβάσεως, στις αλλαγές και τις προσαρμογές που είναι αναγκαίες για τη συνέχιση της δραστηριότητάς του (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2013, Alemo-Herron κ.λπ., C‑426/11, EU:C:2013:521, σκέψη 25, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Österreichischer Gewerkschaftsbund, C‑328/13, EU:C:2014:2197, σκέψη 29).
23
Ειδικότερα, το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/23, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την αρχή της ελευθερίας του επιχειρείν, συνεπάγεται ότι ο διάδοχος εργοδότης πρέπει να έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικής προασπίσεως των συμφερόντων του στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως συμβάσεως στην οποία μετέχει και διαπραγματεύσεως των στοιχείων που καθορίζουν την εξέλιξη των όρων εργασίας των εργαζομένων του ενόψει της μελλοντικής οικονομικής του δραστηριότητας (βλ., σχετικώς, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Alemo-Herron κ.λπ., C‑426/11, EU:C:2013:521, σκέψη 33).
24
Εν προκειμένω, από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, ιδίως δε από τη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων, προκύπτει ότι η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών εθνική νομοθεσία προβλέπει, υπέρ του διάδοχου εργοδότη, δυνατότητες προσαρμογής, κατόπιν της μεταβιβάσεως, βάσει συμφωνίας με τους εργαζομένους ή μονομερώς, των υφισταμένων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως όρων εργασίας.
25
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών εθνική νομοθεσία πληροί τις απαιτήσεις που διατυπώθηκαν με τη μνημονευθείσα στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως νομολογία.
26
Δεδομένου ότι η εν λόγω νομολογία λαμβάνει υπόψη το άρθρο 16 του Χάρτη, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του ζητήματος αν η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών εθνική νομοθεσία είναι συμβατή με τη διάταξη αυτή.
27
Βεβαίως, η Asklepios αμφισβητεί, κατά τα φαινόμενα, την ύπαρξη ή την αποτελεσματικότητα των επίμαχων δυνατοτήτων προσαρμογής. Ωστόσο, αρκεί συναφώς η επισήμανση ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού.
28
Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία (βλ., σχετικώς, μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016, Ince, C‑336/14, EU:C:2016:72, σκέψη 88).
29
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/23, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, η διατήρηση των εκ συμβάσεως εργασίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του μεταβιβάζοντος περιλαμβάνει και τη ρήτρα που συνομολόγησαν μεταβιβάζων και εργαζόμενος δυνάμει της αρχής της αυτονομίας της βουλήσεως, βάσει της οποίας η εργασιακή σχέση τους διέπεται όχι μόνον από την ισχύουσα κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως συλλογική σύμβαση, αλλά και από μεταγενέστερες της μεταβιβάσεως αυτής συμβάσεις που συμπληρώνουν, τροποποιούν ή αντικαθιστούν την αρχική, εφόσον το εθνικό δίκαιο προβλέπει, υπέρ του διαδόχου εργοδότη, δυνατότητες προσαρμογής, τόσο βάσει συμφωνίας με τον εργαζόμενο όσο και μονομερώς.
Επί των δικαστικών εξόδων
30
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, η διατήρηση των εκ συμβάσεως εργασίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του μεταβιβάζοντος περιλαμβάνει και τη ρήτρα που συνομολόγησαν μεταβιβάζων και εργαζόμενος δυνάμει της αρχής της αυτονομίας της βουλήσεως, βάσει της οποίας η εργασιακή σχέση τους διέπεται όχι μόνον από την ισχύουσα κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως συλλογική σύμβαση, αλλά και από μεταγενέστερες της μεταβιβάσεως αυτής συμβάσεις που συμπληρώνουν, τροποποιούν ή αντικαθιστούν την αρχική, εφόσον το εθνικό δίκαιο προβλέπει, υπέρ του διαδόχου εργοδότη, δυνατότητες προσαρμογής, τόσο βάσει συμφωνίας με τον εργαζόμενο όσο και μονομερώς.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy