27.4.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 138/41
Αναίρεση που άσκησε στις 19 Φεβρουαρίου 2015 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της διατάξεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) στις 9 Ιανουαρίου 2015, στην υπόθεση T-409/14, Marcuccio κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης και Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(Υπόθεση C-77/15 P)
(2015/C 138/55)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείον: Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εκπρόσωπος: A. V. Placco)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Luigi Marcuccio
Αιτήματα
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει τη διάταξη που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) στις 9 Ιανουαρίου 2015, επί της υποθέσεως T-409/14, Marcuccio κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης και Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον με τη διάταξη αυτή απορρίπτονται το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο αίτημα που είχε υποβάλει το Δικαστήριο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου·
—
να δεχθεί τα αιτήματα αυτά και, ως εκ τούτου,
—
κυρίως, να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, απορρίπτοντας την αγωγή αποζημιώσεως του L. Marcuccio ως απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΔΕΕ) (ως εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης)·
—
επικουρικώς, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι το γεγονός ότι η αγωγή στρέφεται κατά του ΔΕΕ και όχι κατά της Επιτροπής (ως εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) στερείται σημασίας όσον αφορά το ζήτημα του παραδεκτού της αγωγής και ότι το Γενικό Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί του προκαταρκτικού ζητήματος που ήγειρε ενώπιόν του το ΔΕΕ, θα έπρεπε να υποχρεώσει την Επιτροπή να αντικαταστήσει το ΔΕΕ ως εναγόμενη, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της αγωγής αποζημιώσεως του L. Marcuccio σύμφωνα με τα νομικά στοιχεία επί των οποία θα έχει αποφανθεί το Δικαστήριο·
—
να καταδικάσει τον L. Marcuccio στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το ΔΕΕ σε αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση των κανόνων περί εκπροσωπήσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της, το ΔΕΕ διατείνεται ότι, καθόσον δεν υφίστανται ρητές διατάξεις ειδικώς ως προς την εκπροσώπηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της στην περίπτωση ενδίκων βοηθημάτων ασκουμένων δυνάμει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ με αίτημα να διαπιστωθεί η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, οι κανόνες περί της εκπροσωπήσεως αυτής απορρέουν από τις γενικές αρχές που διέπουν την άσκηση δικαστικής εξουσίας, ιδίως δε από την αρχή της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και τις αρχές περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας της δικαιοσύνης.
Ο πρώτος αυτός λόγος αναιρέσεως που προβάλλει το ΔΕΕ αποτελείται από δύο σκέλη τα οποία αντλούνται, αφενός, από παραβίαση της αρχής της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και, αφετέρου, από παραβίαση των αρχών περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας της δικαιοσύνης. Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους, το ΔΕΕ επισημαίνει ότι η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου περί του ότι η υποχρέωση του ΔΕΕ να εκπροσωπήσει την Ένωση στο πλαίσιο της προμνημονευθείσας αγωγής αποζημιώσεως στηρίζεται σαφώς στη νομολογία που διατυπώθηκε κατά πρώτον με την απόφαση Werhahn Hansamühle κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (υποθέσεις 63/72 έως 69/72, EU:C:1973:121· στο εξής: απόφαση Werhahn κλπ.). Η λύση που είχε δοθεί με τη νομολογία αυτή συνίσταται στο ότι οσάκις γεννάται ευθύνη της Κοινότητας (πλέον της Ένωσης) λόγω πράξεως θεσμικού οργάνου (ή οργάνων) της, αυτή εκπροσωπείται ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της από το θεσμικό όργανο (ή τα θεσμικά όργανα) στο οποίο (ή στα οποία) μπορεί να καταλογισθεί το γενεσιουργό της ευθύνης γεγονός. Το ΔΕΕ διατείνεται ότι η προσέγγιση αυτή δεν θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής εν προκειμένων, διότι, για πλείονες λόγους, το αποτέλεσμα της προσεγγίσεως αντιβαίνει, στην πράξη, στο συμφέρον της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης, η οποία, όπως σαφώς προκύπτει από την απόφαση Werhahn κ.λπ., αποτελεί τον λόγο υπάρξεως της προσεγγίσεως αυτής. Στο πλαίσιο αυτό, το ΔΕΕ υποστηρίζει επίσης, παρεμπιπτόντως, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 317, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 53, παράγραφος 1, του κανονισμού 966/2012 (1), βάσει των οποίων θα έπρεπε να δεχθεί ότι η αποζημίωση όσον αφορά ζημίες όπως αυτές που προβάλλονται στην υπό κρίση υπόθεση εγγράφεται στο τμήμα του προϋπολογισμού το οποίο αφορά την Επιτροπή.
Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το ΔΕΕ υποστηρίζει ότι, βάσει της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) της 10ης Ιουλίου 2008, επί της υποθέσεως Mihalkov κατά Βουλγαρίας (υπόθεση αριθ. 67719/01), το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι το ΔΕΕ έπρεπε να εκπροσωπήσει την Ένωση στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως του L. Marcuccio, παρέβη τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας του δικαστηρίου. Δεδομένου ότι, αφενός μεν η γενεσιουργός της προβαλλόμενης ευθύνης πράξη τελέσθηκε κατά την άσκηση δικαστικής εξουσίας από τμήμα δικαστηρίου, αφετέρου δε το τμήμα δικαστηρίου που κλήθηκε να αποφανθεί επί της υποθέσεως i) ανήκει στο ίδιο δικαιοδοτικό όργανο (το Γενικό Δικαστήριο) με το τμήμα δικαστηρίου στο οποίο καταλογίζεται η γενεσιουργός της ευθύνης πράξη και ii) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του καθού-εναγομένου στην ίδια υπόθεση (δηλαδή του ΔΕΕ), με το οποίο συνδέονται επαγγελματικώς οι δικαστές του ως άνω τμήματος δικαστηρίου, τίθεται σε κίνδυνο η τήρηση των προμνημονευθεισών αρχών, κατά μείζονα δε λόγο σε περίπτωση κατά την οποία, όπως αποφάνθηκε το Γενικό Δικαστήριο, η αποζημίωση, όπως αυτή που ζητείται εν προκειμένω, πρέπει να εγγραφεί στο τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά το ΔΕΕ.
Το ΔΕΕ διατείνεται εν συνεχεία, στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ότι καθόσον με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εξετάσθηκαν ειδικώς προκειμένου να απορριφθούν τα επιχειρήματα που προέβαλε το ΔΕΕ ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και τα οποία στηρίζονταν σε σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων καταλέγονται και οι αποφάσεις επί των υποθέσεων Groupe Gascogne κατά Επιτροπής (C-58/12 P, EU:C:2013:770), Gascogne Sack κατά Επιτροπής (C-40/12 P, EU:C:2013:768) και Kendrion κατά Επιτροπής (C-50/12 P, EU:C:2013:771), η απόφαση αυτή ενέχει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
(1) Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ L 298, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy