4.5.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 146/19
Αναίρεση που άσκησαν στις 20 Φεβρουαρίου 2015 οι Ferriera Valsabbia SpA, Valsabbia Investimenti SpA κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) στις 9 Δεκεμβρίου 2014, στην υπόθεση T-92/10, Ferriera Valsabbia και Valsabbia Investimenti κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-86/15 P)
(2015/C 146/28)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Ferriera Valsabbia SpA, Valsabbia Investimenti SpA (εκπρόσωποι: D. M. Fosselard, avocat, D. Slater, Solicitor, A. Duron, avocate)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου για τους προβαλλόμενους λόγους·
—
και, αποφαινόμενο οριστικώς επί της διαφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά τις αναιρεσείουσες·
—
επικουρικώς, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι κανένας εκ των προβαλλομένων λόγων δεν καθιστά δυνατή την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στις νυν αναιρεσείουσες για τους κατωτέρω εκτιθεμένους λόγους·
—
άλλως, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, να επιφυλαχθεί επί των δικαστικών εξόδων και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να εξετάσει εκ νέου την υπόθεση, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου·
—
Τέλος, βάσει του άρθρου 69 του Κανονισμού Διαδικασίας, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους:
Με τον πρώτο λόγο, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 10 του κανονισμού 773/2004 (1). Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι βασίμως η Επιτροπή εξέδωσε εκ νέου την πρωτοδίκως προσβαλλόμενη απόφαση (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), χωρίς να απαιτείται να αποστείλει προηγουμένως νέα ανακοίνωση αιτιάσεων.
Με τον δεύτερο λόγο, οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 14 του κανονισμού 773/2004. Η παράβαση συνίσταται στο ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι η Επιτροπή μπορούσε να εκδώσει εκ νέου την προσβαλλόμενη απόφαση, βάσει των διατάξεων του κανονισμού 1/2003 (2), χωρίς οι εκπρόσωποι των κρατών μελών να έχουν τη δυνατότητα απευθείας ακροάσεως των επιχειρήσεων.
Με τον τρίτο λόγο, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της συλλογικότητας. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η βασίμως η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση σύμφωνα με διαδικασία βάσει της οποίας το σώμα των επιτρόπων δεν εξέδωσε το σύνολο του κειμένου της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά τον ίδιο χρόνο, αλλά δύο μέρη της αποφάσεως σε διαφορετικά χρονικά σημεία το καθένα, στηριζόμενο στο ότι θεωρούμενα από κοινού τα δύο μέρη μπορούσαν να αποτελούν πλήρη απόφαση.
Με τον τέταρτο λόγο, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ερμηνευομένου με γνώμονα το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η παράβαση αυτή έχει τη μορφή προσβολής, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, του δικαιώματος των αναιρεσειουσών να εκδικασθεί η υπόθεσή τους εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Ειδικότερα, παρήλθαν περίπου τρία έτη μεταξύ της περατώσεως της έγγραφης διαδικασίας και της κινήσεως της προφορικής από το Γενικό Δικαστήριο. Μια τέτοια καθυστέρηση συνιστά προσβολή του κατά το άρθρο 47 του Χάρτη δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας και του δικαιώματος ακροάσεως εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Η παράβαση του άρθρου 47 αποδεικνύεται ιδιαιτέρως σοβαρή λαμβανομένου υπόψη ότι οι αναιρεσείουσες υποχρεώθηκαν να αναμείνουν περισσότερα από δεκατέσσερα έτη μέχρι κάποιο δικαιοδοτικό όργανο (εν προκειμένω το Γενικό Δικαστήριο) να εκδικάσει την υπόθεση επί της ουσίας, δεδομένου ότι η πρώτη απόφαση της Επιτροπής ακυρώθηκε για διαδικαστικούς λόγους κατόπιν δίκης που διήρκεσε περίπου επτά έτη.
Με τον πέμπτο λόγο, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν παράβαση του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το ειδικό πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ και τις υποχρεώσεις δημοσιότητας και απαγορεύσεως των διακρίσεων που υπέχουν οι επιχειρήσεις βάσει των όρων της Συνθήκης, στοιχείο που είχε ως συνέπεια πεπλανημένη εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά την έννοια της συμπράξεως. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η, επανειλημμένη άλλωστε, δημοσίευση καταλόγων τιμών μη προσαρμοσμένων στην τιμή που προτεινόταν στο πλαίσιο της συμπράξεως είχε ως αποτέλεσμα να αναστείλει τη σύμπραξη, της οποίας το αντικείμενο, κατά το Γενικό Δικαστήριο, συνίστατο στον καθορισμό των κατώτατων τιμών. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, ωστόσο, ότι ήταν επιπροσθέτως απαραίτητη και η δημόσια διαφοροποίηση.
Με τον έκτο λόγο, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ερμηνευόμενο με γνώμονα το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, κρίνοντας ότι η χρονική διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας (δηλαδή της διαδικασίας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) δεν ήταν υπέρμετρη κατά την έννοια των προμνημονευθεισών διατάξεων. Εν προκειμένω, η διοικητική διαδικασία διήρκεσε συνολικά περίπου 54 μήνες, λαμβανομένης υπόψη τόσο της αρχικής όσο και της μεταγενέστερης διαδικασίας εκ νέου εκδόσεως. Επιπλέον, το μεγαλύτερο των δύο ετών χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε προκειμένου η Επιτροπή να εκδώσει εκ νέου την προσβαλλόμενη απόφαση είναι κατά τα φαινόμενα υπέρμετρο. Ο λόγος τον οποίο δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο για να δικαιολογήσει τη χρονική διάρκεια της διαδικασίας της εκ νέου εκδόσεως ενέχει πλάνη και αντιφάσεις, πέραν του ότι καταδεικνύει την ύπαρξη παραβάσεως της προγενέστερης νομολογίας του Γενικού Δικαστηρίου.
Με τον έβδομο λόγο, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν παράβαση του άρθρου 23 του κανονισμού 1/2003 και παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Ειδικότερα, η Επιτροπή χώρισε εν προκειμένω τις επιχειρήσεις σε ομάδες προκειμένου να καθορίσει το βασικό πρόστιμο που θα έπρεπε να επιβληθεί σε κάθε επιχείρηση, επιχειρώντας, σύμφωνα με ό,τι εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να διασφαλίσει σχέση αναλογικότητας μεταξύ του μέσου μεριδίου αγοράς που κατείχε κάθε ομάδα και του βασικού προστίμου που επρόκειτο να επιβληθεί στις διάφορες επιχειρήσεις εντός κάθε ομάδας. Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι η Επιτροπή υποτίμησε το μέσο μερίδιο αγοράς που κατείχε η μία εκ των ομάδων, με αποτέλεσμα να διαταραχθεί η σχέση αναλογικότητας την οποία η Επιτροπή προετίθετο να τηρήσει, δεν έκρινε προσήκον να αποκαταστήσει τη σχέση αναλογικότητας αυτή.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 123, σ. 18).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ L 1, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy