4.5.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 146/26
Αναίρεση που άσκησαν στις 24 Φεβρουαρίου 2015 η Hansen & Rosenthal KG και η H & R Wax Company Vertrieb GmbH κατά της απόφασης που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) στις 12 Δεκεμβρίου 2014 στην υπόθεση T-544/08, Hansen & Rosenthal KG και H & R Wax Company Vertrieb GmbH κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-90/15 P)
(2015/C 146/32)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Hansen & Rosenthal KG, H & R Wax Company Vertrieb GmbH (εκπρόσωποι: J. L. Schulte, M. Dallmann και K. M. Künstner, Rechtsanwälte)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει πλήρως ή εν μέρει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 2014 στην υπόθεση T-544/08, Hansen & Rosenthal KG και H&R Wax Company Vertrieb GmbH κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
—
να ακυρώσει πλήρως ή εν μέρει, με βάση τα στοιχεία που διαθέτει, τα άρθρα 1 και 2 της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 2008 στην υπόθεση COMP/39181 — Κηροί κηροποιίας, κατά το μέρος που αφορά τις αναιρεσείουσες,
—
να ακυρώσει ή να μειώσει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 261 ΣΛΕΕ, το πρόστιμο,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα τόσο της παρούσας διαδικασίας όσο και της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου,
—
επικουρικά, να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προς εκδίκαση βάσει της νομικής εκτίμησης στην οποία θα προβεί το Δικαστήριο, να ακυρώσει ή να μειώσει το πρόστιμο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 261 ΣΛΕΕ και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα τόσο της παρούσας διαδικασίας όσο και της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Λόγοι αναίρεσης και κύρια επιχειρήματα
Οι αναιρεσείουσες προβάλλουν πέντε λόγους αναίρεσης:
Πρώτος λόγος: Παραβίαση της αρχής περί τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής της δίκαιης δίκης. Οι αναιρεσείουσες βάλλουν συγκεκριμένα κατά του ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχτηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής για την επιβολή του προστίμου ήταν εξαρχής ορθή και οριστική, πράγμα που είχε ως συνέπεια ότι ο χαρακτηρισμός της απόφασης της Επιτροπής ως εσφαλμένης θα ήταν δυνατός μόνο αν οι αναιρεσείουσες αποδείκνυαν πλήρως το αβάσιμο των διαπιστώσεων της Επιτροπής. Κατά τις αναιρεσείουσες, πρόκειται συνεπώς για παράβαση του άρθρου 48, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, σε συνδυασμό με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη αυτού, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, καθώς και του άρθρου 47, παράγραφος 2, του Χάρτη, σε συνδυασμό με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ.
Δεύτερος λόγος: Νομικά εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 81 ΣΕΚ (νυν: άρθρου 101 ΣΛΕΕ). Κατά τις αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο δέχτηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι ορισμένες συμπεριφορές ενέπιπταν στην απαγόρευση των συμφωνιών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό, μολονότι δεν πληρούνταν οι απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο, κατά παράβαση των κανόνων για το βάρος απόδειξης και για την εκτίμηση των αποδείξεων, θεώρησε ορισμένες πράξεις των αναιρεσειουσών ως παραβάσεις του άρθρου 81 ΣΕΚ (νυν: άρθρου 101 ΣΛΕΕ). Συναφώς το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πληθώρα νομικών σφαλμάτων, καθόσον προέβη σε εσφαλμένες διαπιστώσεις, παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων, προέβη σε νομικά εσφαλμένο χαρακτηρισμό αποδεικτικών στοιχείων και παραβίασε την αρχή περί τεκμηρίου αθωότητας και την αρχή της δίκαιης δίκης.
Τρίτος λόγος: Παραβίαση από το Γενικό Δικαστήριο της αρχής της νομιμότητας των ποινών, ο καθορισμός των οποίων αποτελεί προνομία του νομοθέτη. Αφού το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο εξακολουθούν να πρεσβεύουν ότι το όριο του 10 % που προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003 (1) συνιστά ένα απόλυτο και όχι ένα ενδεικτικό ανώτατο όριο, δεν υπάρχει στο δίκαιο της Ένωσης κανένα πλαίσιο για την επιμέτρηση των προστίμων που επιβάλλονται για παραβάσεις του άρθρου 81 ΣΕΚ (νυν άρθρου 101 ΣΛΕΕ). Ο προσδιορισμός όμως ενός τέτοιου πλαισίου απόκειται στον νομοθέτη και μόνο, ο οποίος είναι ο μόνος αρμόδιος να θεσπίζει τις θεμελιώδεις διατάξεις, και η Επιτροπή δεν μπορεί να τον υποκαταστήσει.
Τέταρτος λόγος: Περαιτέρω παραβιάσεις της αρχής της νομιμότητας των ποινών και της απαγόρευσης αναδρομικής εφαρμογής. Κατά τις αναιρεσείουσες, ούτε το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να καθορίσει το πρόστιμο, αφού δεν υπάρχει το σχετικό πλαίσιο, διότι ο καθορισμός αυτός θα ήταν νομικά εσφαλμένος. Επιπλέον, το γεγονός ότι απλώς εξακριβώθηκε αν η Επιτροπή τήρησε τις κατευθυντήριες γραμμές που έχει θεσπίσει η ίδια συνιστά, κατά τις αναιρεσείουσες, παράλειψη άσκησης της διακριτικής ευχέρειας και συνεπώς παράβαση του άρθρου 31 του κανονισμού 1/2003. Τέλος, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την απαγόρευση αναδρομικής εφαρμογής, διότι επικύρωσε την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 σε καταστάσεις που είχαν ολοκληρωθεί ήδη το 2005.
Πέμπτος και τελευταίος λόγος: Παραβιάσεις της αρχής της αναλογικότητας. Κατά τις αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη καταρχάς το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, καθόσον καθόρισε, όσον αφορά τις αναιρεσείουσες, συντελεστή 17 % για τον βαθμό υπαιτιότητας και το τέλος εισόδου. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο, κατόπιν του νομικού του σφάλματος ως προς τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς των αναιρεσειουσών ως παράβασης του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΣΕΚ (νυν άρθρου 101 παράγραφος 1, ΣΛΕΕ), κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα ως προς τη διάρκεια της υποτιθέμενης παράβασης της διάταξης αυτής από τις αναιρεσείουσες.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (EE 2003, L 1, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy