20.4.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 127/14
Αίτηση αναιρέσεως που άσκησε στις 24 Φεβρουαρίου 2015 η Tudapetrol Mineralölerzeugnisse Nils Hansen KG κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) στις 12 Δεκεμβρίου 2014 στην υπόθεση T-550/08, Tudapetrol Mineralölerzeugnisse Nils Hansen KG κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-94/15 P)
(2015/C 127/20)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Tudapetrol Mineralölerzeugnisse Nils Hansen KG (εκπρόσωποι: Dr. U. Itzen και J. Ziebarth LLM, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα, διατηρώντας τα πρωτοδίκως προβληθέντα αιτήματά της, ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 12ης Δεκεμβρίου 2014 στην υπόθεση T-550/08·
2.
επικουρικά, να μειώσει ευλόγως το πρόστιμο ύψους 12 εκατομμυρίων ευρώ το οποίο επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως της 1ης Οκτωβρίου 2008·
3.
επικουρικότερα, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να αποφανθεί εκ νέου·
4.
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η προκειμένη αναίρεση στρέφεται κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 12ης Δεκεμβρίου 2014, Tudapetrol Mineralölerzeugnisse Nils Hansen KG κατά Επιτροπής, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκήσει η νυν αναιρεσείουσα ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση Κ (2008) 5476 τελικό της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 2008, στην υπόθεση COMP/39.181, κηροί κηροποιίας, στο μέτρο που την αφορούσε, καθώς και, επικουρικώς, να μειωθεί το πρόστιμο που της είχε επιβληθεί.
Προς στήριξη της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τους ακόλουθους λόγους:
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 296 ΣΛΕΕ, καθώς και προσβολή βασικών δικονομικών δικαιωμάτων και δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αναιρεσείουσα φέρει ευθύνη για την καταβολή προστίμου, αντιθέτως προς τις αρχές καταλογισμού οι οποίες στηρίζονται στην έννοια της επιχειρήσεως όπως αυτή ορίζεται στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης περί συμπράξεων. Η θεμελιώδης αντίθεση συνίσταται στο ότι το Γενικό Δικαστήριο μεταχειρίσθηκε, αφενός, την αναιρεσείουσα και, αφετέρου, τη H&R KG στην οποία επιβλήθηκε χωριστό πρόστιμο από κοινού με τις θυγατρικές της, ως δύο ανεξάρτητες επιχειρήσεις από απόψεως δικαίου περί συμπράξεων, όσον αφορά το ζήτημα της επιβολής προστίμου. Συγχρόνως, το Γενικό Δικαστήριο μεταχειρίσθηκε τις εν λόγω επιχειρήσεις, όπως είχε πράξει προγενέστερα και η Επιτροπή, ως μία ενιαία επιχείρηση, τη «H&R/Tudapetrol», όσον αφορά τον καταλογισμό πράξεως και τη διαπίστωση της προβαλλόμενης παραβάσεως. Εντούτοις, δεν είναι δυνατόν οι ίδιες εταιρίες να έχουν διαπράξει παράβαση ως μία ενιαία επιχείρηση, αλλά συγχρόνως να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως ως δύο επιχειρήσεις για τους σκοπούς της επιβολής προστίμου. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε εσφαλμένως διπλή επιβολή κυρώσεως για τις ίδιες πράξεις της ίδιας υποτιθέμενης επιχειρηματικής ενότητας σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως (άρθρο 296 ΣΛΕΕ) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Υποστηρίζει ότι από την απόφαση δεν προκύπτει με σαφήνεια ποια ακριβώς πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν παράβαση, συγκεκριμένα εκ μέρους της αναιρεσείουσας. Οι ενέργειες που καταλογίζονται στην αναιρεσείουσα δεν προκύπτουν ούτε από την απόφαση της Επιτροπής ούτε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε το αμάλγαμα αιτιολογίας το οποίο προέβαλε το θεσμικό όργανο σε σχέση με παράβαση διαπραχθείσα από την ενότητα «H&R/Tudapetrol», χωρίς όμως να προχωρήσει σε λεπτομέρειες σχετικά με τον χαρακτηρισμό της τελευταίας. Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι επιμέρους αιτιάσεις της επί της διαπιστώσεως των πραγματικών περιστατικών δεν κρίθηκαν εκτενώς. Υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τις προβαλλόμενες αιτιάσεις και αποφάνθηκε επ’ αυτών μόνον εν μέρει. Στον βαθμό, μάλιστα, που το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε ορισμένες αιτιάσεις, το σκεπτικό του δεν είναι σύννομο λόγω παραβιάσεως αρχών της αποδείξεως και κανόνων της λογικής, καθώς και λόγω παραμορφώσεως των υφιστάμενων πραγματικών περιστατικών.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς της. Αυτή στοιχειοθετείται ιδίως καθόσον το Γενικό Δικαστήριο, όπως και η Επιτροπή πριν από αυτό, δεν εξατομικεύει σε ικανοποιητικό βαθμό τις διαπιστωθείσες παραβάσεις, αλλά αναπτύσσει, κατά τρόπο απαράδεκτο, ένα γενικό σκεπτικό υπό τον ασαφή κοινό χαρακτηρισμό «H&R/Tudapetrol». Τούτο έχει ως συνέπεια να μην καθίσταται πρόδηλο στην αναιρεσείουσα ποιες συγκεκριμένες αιτιάσεις προβάλλονται εναντίον της και βάσει ποιων αποδεικτικών στοιχείων. Ως εκ τούτου, παραβιάζεται η αρχή του ευεργετήματος της αμφιβολίας και δυσχεραίνεται κατά τρόπο απαράδεκτο η δυνατότητα άμυνας της αναιρεσείουσας κατά των προβαλλομένων αιτιάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy