27.4.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 138/45
Αναίρεση που άσκησαν στις 27 Φεβρουαρίου 2015 οι Pilkington Group Ltd, Pilkington Automotive Ltd, Pilkington Automotive Deutschland GmbH, Pilkington Holding GmbH, Pilkington Italia Spa κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) στις 17 Δεκεμβρίου 2014, στην υπόθεση T-72/09, Pilkington Group Limited κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-101/15 P)
(2015/C 138/58)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Pilkington Group Ltd, Pilkington Automotive Ltd, Pilkington Automotive Deutschland GmbH, Pilkington Holding GmbH, Pilkington Italia Spa (εκπρόσωποι: S. Wisking και Κ. Φουντουλάκος-Κυριακάκος, solicitors)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως T-72/09, καθόσον απορρίπτει την προσφυγή κατά του άρθρου 2, στοιχείο γ', της αποφάσεως της Επιτροπής·
—
να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στις αναιρεσείουσες βάσει του άρθρου 2, στοιχείο γ', της αποφάσεως της Επιτροπής·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι αναιρεσείουσες στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για τους ακόλουθους λόγους:
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του σημείου 13 των κατευθυντηρίων γραμμών της Επιτροπής του 2006 (1), κρίνοντας ότι η Επιτροπή, για να καθορίσει την κρίσιμη αξία των πωλήσεων, μπορούσε να λάβει υπόψη τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν βάσει συμβάσεων προγενέστερων του χρονικού διαστήματος της παραβάσεως, οι οποίες δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο επαναδιαπραγματεύσεως κατά το χρονικό διάστημα αυτό. Καθόσον η παράβαση δεν μπορούσε να αφορά τις πωλήσεις αυτές, δεν ήταν νομικώς ορθό να ληφθούν υπόψη κατά τον καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου.
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 (2), κρίνοντας ότι το τελικό ποσό του προστίμου δεν υπερέβη το προβλεπόμενο από τη νομοθεσία ανώτατο όριο του 10 %. Η προσήκουσα συναλλαγματική ισοτιμία για τον υπολογισμό του ανωτάτου όριο του 10 % δεν είναι η μέση συναλλαγματική ισοτιμία της ΕΚΤ για το οικονομικό έτος που προηγήθηκε του έτους εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά η ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία της ΕΚΤ κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως αυτής.
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο μη εφαρμόζοντας προσηκόντως τους κανόνες περί ίσης μεταχειρίσεως και αναλογικότητας και παραλείποντας να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του στον βαθμό που επιτάσσει η νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ.
(1) Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 2, σημείο α', του κανονισμού 1/2003 (ΕΕ C 210, σ. 2).
(2) Κανονισμός (EΚ) 1/2003του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (νυν άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ) (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy