20.7.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 236/22
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Sächsisches Oberverwaltungsgericht (Γερμανία) στις 30 Μαρτίου 2015 — Bundesbeauftragter für Asylangelegenheiten κατά N
(Υπόθεση C-150/15)
(2015/C 236/31)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Sächsisches Oberverwaltungsgericht
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Εκκαλών: Bundesbeauftragter für Asylangelegenheiten
Εφεσίβλητος: N
Έτερος διάδικος: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
Πρέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α', σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας 2011/95/EΕ (1) να ερμηνευθεί υπό την έννοια:
α)
ότι συντρέχει περίπτωση σοβαρής παραβιάσεως της κατοχυρωμένης από το άρθρο 10, παράγραφος 1, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και από το άρθρο 9, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ θρησκευτικής ελευθερίας και, ως εκ τούτου, ότι στοιχειοθετείται πράξη διώξεως δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας, όταν θρησκευτικές πράξεις ή συμπεριφορές επιτασσόμενες από δογματική διδασκαλία, την οποία ομολογεί εμπράκτως ο αιτών, και αποτελούσες βασικό στοιχείο της, ή στηριζόμενες επί των θρησκευτικών πεποιθήσεων του αιτούντος υπό την έννοια ότι ενέχουν ιδιαίτερη σημασία για τη θρησκευτική του ταυτότητα, απαγορεύονται στην οικεία χώρα καταγωγής διά της επιβολής ποινικών κυρώσεων,
ή
β)
απαιτείται όπως ο αιτών, ο οποίος ομολογεί εμπράκτως μια συγκεκριμένη δογματική διδασκαλία, αποδεικνύει περαιτέρω ότι οι επιτασσόμενες από αυτή τη δογματική διδασκαλία ως βασικό στοιχείο τους θρησκευτικές πράξεις ή συμπεριφορές, οι οποίες αποτελούν στη χώρα καταγωγής του απαγορευμένη επί ποινή πράξη εκδηλώσεως της θρησκευτικής πίστεως, ενέχουν «ιδιαίτερη σημασία» για τη διατήρηση της θρησκευτικής του ταυτότητας και, υπό την έννοια αυτή, δεν μπορεί «να απέχει από αυτές»;
2)
Πρέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο δ', της οδηγίας 2011/95/EΕ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι,
για τη διαπίστωση ότι συντρέχει δικαιολογημένος φόβος διώξεως και πραγματικός κίνδυνος (real risk) διώξεως ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως ή τιμωρίας από κάποιον από τους μνημονευόμενους στο άρθρο 6 της οδηγίας 2011/95/EΕ υπεύθυνους,
σε σχέση με θρησκευτικές πράξεις ή συμπεριφορές επιτασσόμενες από δογματική διδασκαλία, την οποία ομολογεί εμπράκτως ο αιτών, και αποτελούσες βασικό στοιχείο της ή οι οποίες στηρίζονται επί των θρησκευτικών πεποιθήσεων του αιτούντος υπό την έννοια ότι αυτές ενέχουν ιδιαίτερη σημασία για τη θρησκευτική του ταυτότητα και απαγορεύονται στην χώρα καταγωγής του διά της επιβολής ποινικών κυρώσεων,
α)
απαιτείται αξιολογική εκτίμηση της σχέσεως αναλογίας μεταξύ του αριθμού των οπαδών των θρησκευτικών πεποιθήσεων του αιτούντος οι οποίοι ομολογούν εμπράκτως τη θρησκευτική τους πίστη με τον αριθμό των πράξεων διώξεως που όντως σημειώθηκαν λόγω αυτών των θρησκευτικών πράξεων στη χώρα καταγωγής του αιτούντος και συνεκτίμηση των τυχόν αβεβαιοτήτων και των τυχόν αστάθμητων παραγόντων στο πλαίσιο των πρακτικών που ακολουθεί το κράτος ως προς την άσκηση ποινικής διώξεως,
ή
β)
αρκεί το γεγονός ότι μπορεί, στο πλαίσιο των πρακτικών που ακολουθούν οι κρατικές αρχές στη χώρα καταγωγής ως προς την άσκηση ποινικής διώξεως, να αποδειχθεί η εφαρμογή στην πράξη των διατάξεων που απαγορεύουν διά της επιβολής ποινικών κυρώσεων θρησκευτικές πράξεις ή συμπεριφορές επιτασσόμενες από δογματική διδασκαλία, που ομολογεί εμπράκτως ο αιτών και αποτελούσες βασικό στοιχείο της, ή στηριζόμενες επί των θρησκευτικών πεποιθήσεων του αιτούντος υπό την έννοια ότι ενέχουν ιδιαίτερη σημασία για τη θρησκευτική του ταυτότητα;
3)
Συνάδει διάταξη του εθνικού δικονομικού δικαίου, η οποία προβλέπει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεσμεύεται από τις νομικές εκτιμήσεις του αναιρετικού δικαστηρίου (εν προκειμένω: άρθρο 144, παράγραφος 6, VwGO), με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας προτίθεται να ερμηνεύσει κανόνα του δικαίου της Ένωσης κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι το αναιρετικό δικαστήριο, πλην όμως αυτή η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν είναι επιτρεπτή, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εκ του λόγου ότι βάσει του εθνικού δικαίου η νομική εκτίμηση του αναιρετικού δικαστηρίου είναι δεσμευτική;
(1) Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (EE L 337, σ. 9).
Full & Egal Universal Law Academy