27.7.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 245/7
Αναίρεση που άσκησε στις 8 Μαΐου 2015 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) στις 27 Φεβρουαρίου 2015 στην υπόθεση T-188/12, Patrick Breyer κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-213/15 P)
(2015/C 245/10)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: P. Van Nuffel και H. Krämer)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Patrick Breyer, Δημοκρατία της Φινλανδίας, Βασίλειο της Σουηδίας
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
—
να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς και να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με την αίτησή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως Breyer κατά Επιτροπής (T-188/12, EU:T:2015:124), καθόσον το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 3ης Απριλίου 2012 με την οποία η τελευταία αρνήθηκε να χορηγήσει στον προσφεύγοντα πλήρη πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούν τη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη από τη Δημοκρατία της Αυστρίας της οδηγίας 2006/24 (1) και στα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 29ης Ιουλίου 2010, Επιτροπή κατά Αυστρίας (2), καθόσον αφορά την άρνηση προσβάσεως στα υπομνήματα που είχε καταθέσει η Δημοκρατία της Αυστρίας στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως.
Ο προσφεύγων προέβαλε, προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως που στρεφόταν μεταξύ άλλων κατά της επίδικης αποφάσεως, έναν λόγο στηριζόμενο, κατ’ ουσίαν, σε παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 (3). Το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση, καθόσον με αυτήν δεν έγινε δεκτή η πρόσβαση στα υπομνήματα που είχε καταθέσει η Δημοκρατία της Αυστρίας στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υποθέσεως. Δέχθηκε κατ’ ουσίαν, σχετικά με τον προβληθέντα λόγο, ότι τα ως άνω υπομνήματα ήταν έγγραφα υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, στοιχείο α', του κανονισμού 1049/2001, τα οποία ενέπιπταν κατά συνέπεια στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού και ότι το άρθρο 15, παράγραφος 3, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεν εμπόδιζε την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού στα ως άνω υπομνήματα λόγω της ειδικής τους φύσεως.
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως η Επιτροπή προβάλλει έναν λόγο, που στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, επί της οποίας το Γενικό Δικαστήριο στήριξε το συμπέρασμά του ότι η διάταξη αυτή δεν εμπόδιζε την εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001 στα ως άνω υπομνήματα λόγω της ειδικής τους φύσεως.
(1) Oδηγία 2006/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη διατήρηση δεδομένων που παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία σε συνάρτηση με την παροχή διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίων δικτύων επικοινωνιών και για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/58/ΕΚ (ΕΕ L 105, σ. 54).
(2) C-189/09, EU:C:2010:455.
(3) Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (EE L 145, σ. 43).
Full & Egal Universal Law Academy