13.7.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 228/7
Προσφυγή της 12ης Μαΐου 2015 — Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
(Υπόθεση C-220/15)
(2015/C 228/09)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: D. Kukovec, A. C. Becker)
Καθής: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
Αιτήματα
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23/ΕΚ (1), καθόσον με την πρώτη κανονιστική απόφαση για την εκτέλεση του νόμου για τις εκρηκτικές ύλες θέσπισε αυστηρότερες απαιτήσεις από ό,τι η οδηγία και προέβλεψε ότι, ανεξάρτητα από την προηγούμενη πραγματοποίηση αξιολόγησης της πιστότητας των ειδών πυροτεχνίας, πρέπει να εφαρμόζεται πριν από τη διάθεση των ειδών αυτών στην αγορά η διαδικασία του άρθρου 6, παράγραφος 4, της παραπάνω κανονιστικής απόφασης και ότι το Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Ερευνών και Ελέγχου των Υλικών είναι αρμόδιο, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, πέμπτο εδάφιο, της ίδιας αυτής απόφασης, να ελέγχει, και ενδεχομένως να τροποποιεί, τις οδηγίες για όλα τα είδη πυροτεχνίας,
—
να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η προσφυγή αφορά το ζήτημα κατά πόσον τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν, με την εθνική νομοθεσία, πρόσθετες απαιτήσεις, έναντι των παραγωγών και των εισαγωγέων των ειδών πυροτεχνίας που καλύπτει η οδηγία 2007/23/ΕΚ, όσον αφορά τη διάθεση των ειδών αυτών στην αγορά, ακόμη και για τα είδη πυροτεχνίας που, όπως προκύπτει από το ότι φέρουν τη σήμανση CE, ανταποκρίνονται στις βασικές απαιτήσεις της οδηγίας αυτής. Συναφώς οι ρυθμίσεις τις οποίες αφορούν οι αιτιάσεις της Επιτροπής δεν προβλέπουν απαιτήσεις ουσίας για τα προϊόντα αυτά, αλλά μόνο μια πρόσθετη διαδικασία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση των προϊόντων στην αγορά της καθής.
Συγκεκριμένα, η καθής απαιτεί, ανεξάρτητα από την προαναφερθείσα απόδειξη της πιστότητας των προϊόντων, να δηλώνονται όλα τα είδη πυροτεχνίας που καλύπτει η οδηγία 2007/23/ΕΚ σε μια ομοσπονδιακή υπηρεσία, η οποία έχει οριστεί με νόμο και η οποία χορηγεί έναν αριθμό ταυτοποίησης προς απόδειξη της οικείας δήλωσης. Η διαδικασία αυτή, πέρα από το ότι είναι χρονοβόρα, μπορεί, κατά την Επιτροπή, να περιλαμβάνει επίσης την καταβολή ενός τέλους διεκπεραίωσης και την προσκόμιση δειγμάτων για δοκιμές. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η απαίτηση εφαρμογής της διαδικασίας αυτής συνιστά παράβαση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όσον αφορά όλα τα είδη πυροτεχνίας που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2007/23/ΕΚ, ελεύθερης κυκλοφορίας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας.
Η κατάσταση αυτή δεν άλλαξε καθόλου με την έκδοση της οδηγίας 2013/29/ΕΕ (2), η οποία κατάργησε την οδηγία 2007/23/ΕΚ από την 1η Ιουλίου 2015. Πρώτον, για να εξακριβωθεί αν υπάρχει παράβαση της Συνθήκης, το κρίσιμο διάστημα προσδιορίζεται από τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη (εν προκειμένω στις 27 Μαρτίου 2014). Δεύτερον, η οδηγία 2013/29/ΕΕ περιλαμβάνει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, μια διάταξη που συμπίπτει με τη διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23/ΕΚ και αποσκοπεί στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όσον αφορά όλα τα είδη πυροτεχνίας που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης.
Επομένως, η παράβαση που έχει τελέσει η καθής συνίσταται κατ’ ουσία στην επιβολή μιας διαδικαστικής προϋπόθεσης για τη διάθεση των ειδών πυροτεχνίας στην αγορά, η οποία είναι ανεπίτρεπτη, κατά την άποψη της Επιτροπής, καθόσον βαίνει πέραν των εναρμονισμένων απαιτήσεων του δικαίου της Ένωσης. Η επίμαχη ρύθμιση, καθόσον συνίσταται σε διαδικαστική προϋπόθεση, δημιουργεί πιθανώς εκ πρώτης όψεως την εντύπωση ότι έχει ως μόνο αποτέλεσμα, και σε λίγες μόνο περιπτώσεις, μια μικρή καθυστέρηση στη διάθεση των προϊόντων αυτών στην αγορά. Οι πρακτικές συνέπειες όμως της ρύθμισης αυτής δεν πρέπει να υποτιμώνται. Συναφώς πρέπει καταρχάς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η καθής αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες αγορές, αν όχι τη μεγαλύτερη αγορά, όσον αφορά τη διάθεση ειδών πυροτεχνίας στην εσωτερική αγορά της Ένωσης. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η πώληση ορισμένων ειδών πυροτεχνίας στους καταναλωτές εντός της επικράτειας της καθής επιτρέπεται μία μόνο φορά κάθε χρόνο, και μάλιστα για περιορισμένο χρονικό διάστημα, πράγμα που σημαίνει ότι η χρονική διάσταση της πρόσβασης στην αγορά αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σπουδαιότητα. Από την άποψη αυτή πρέπει τέλος να ληφθεί υπόψη, κατά την Επιτροπή πάντα, ότι αρμόδια για την εφαρμογή της επίμαχης εν προκειμένω ρύθμισης είναι, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η ίδια δημόσια αρχή που έχει επίσης την εξουσία, ως κοινοποιημένος οργανισμός κατά την έννοια της οδηγίας 2007/23/ΕΚ, να διεξάγει τον έλεγχο της πιστότητας. Η απαίτηση διεξαγωγής μιας πρόσθετης διαδικασίας, την οποία προβλέπει το εθνικό δίκαιο της καθής, παρέχει συνεπώς στην εν λόγω αρχή ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των κοινοποιημένων οργανισμών άλλων κρατών μελών. Λόγω συνεπώς των πρακτικών αυτών συνεπειών της επίμαχης ρύθμισης, το ζήτημα που τίθεται στην προκείμενη υπόθεση δεν είναι σε καμία περίπτωση μόνο η καταρχήν νομική εκτίμηση των εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι επιχειρηματίες που προτίθενται να διαθέσουν στην αγορά προϊόντα για τα οποία έχει αναγνωριστεί από άλλους κοινοποιημένους οργανισμούς, εκτός από τον γερμανικό, ότι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης.
(1) Οδηγία 2007/23/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 2007, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά ειδών πυροτεχνίας (EE L 154, σ. 1).
(2) Οδηγία 2013/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά ειδών πυροτεχνίας (αναδιατύπωση) (EE L 178, σ. 27).
Full & Egal Universal Law Academy