7.9.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 294/19
Αναίρεση που άσκησε στις 28 Μαΐου 2015 η Naazneen Investments Ltd κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) στις 18 Μαρτίου 2015 στην υπόθεση T-250/13, Naazneen Investments Limited κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (ΓΕΕΑ)
(Υπόθεση C-252/15 P)
(2015/C 294/25)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Naazneen Investments Ltd (εκπρόσωποι: P. Goldenbaum, Rechtsanwältin, I. Rohr, Rechtsanwältin)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), Energy Brands, Inc.
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
Να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 18ης Μαρτίου 2015 στην υπόθεση T-250/13,
—
να ακυρώσει την απόφαση του τμήματος προσφυγών στην υπόθεση R-1101/2011-2, ή, επικουρικώς, να αναπέμψει, εάν είναι απαραίτητο, την υπόθεση στο Δικαστήριο,
—
να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα ενώπιον του Δικαστηρίου, του Γενικού Δικαστηρίου και του τμήματος προσφυγών και,
—
να υποχρεώσει την Energy Brands, Inc., σε περίπτωση παρεμβάσεως της στη διαδικασία, να φέρει τα δικά της έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία του περιεχομένου των άρθρων 75 και 51, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 207/2009 (1), δεν προέβη σε ορθή και πλήρη σφαιρική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν και όλων των κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως ή εσφαλμένως δεν διαπίστωσε την έλλειψη αιτιολογίας του τμήματος προσφυγών και δεν έλαβε επαρκώς υπόψη ή εφάρμοσε εσφαλμένως τις αρχές που έχουν διατυπωθεί από τη νομολογία. Πολλά συμπεράσματα του Γενικού Δικαστηρίου πάσχουν επίσης από παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών.
I. Παράβαση του άρθρου 75 του κανονισμού 207/2009
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε επίσης σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ως προσήκουσα την αιτιολόγηση του τμήματος προσφυγών. Ειδικότερα, δεν δέχθηκε ότι το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη τις σελίδες 6 έως 22 του υπομνήματος στις οποίες περιλαμβάνονταν οι λόγοι της προσφυγής ούτε τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και την έλλειψη αυτοτελών ισχυρισμών. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της εύλογης αιτίας για τη μη χρήση, το Γενικό Δικαστήριο διέπραξε δικονομικό σφάλμα στηρίζοντας τα συμπεράσματά του σε νέο στοιχείο αντλούμενο από την υποτιθέμενη υποχρέωση του κατόχου της άδειας να ελέγχει και να εποπτεύει την κατασκευή των προϊόντων.
II. Παράβαση του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 207/2009
1. Ουσιαστική χρήση
Το Γενικό Δικαστήριο
—
έκρινε εσφαλμένα ότι το τμήμα προσφυγών είχε λάβει υπόψη τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, ενώ δεν τοποθετήθηκε επί του θέματος της αποδεικτικής ισχύος των εν λόγω ένορκων βεβαιώσεων,
—
στήριξε τα συμπεράσματά του σε εσφαλμένα πραγματικά περιστατικά διαπιστώνοντας την πολύ περιορισμένη οικονομική αξία της παραγγελίας των δώδεκα παλετών φιαλών για την πραγματοποίηση δοκιμαστικών πωλήσεων,
—
κακώς έθεσε και εφάρμοσε έναν κανόνα κατά τον οποίο το σημαντικό μέγεθος μιας αγοράς, όπως η αγορά των ποτών ως μαζικών προϊόντων κατανάλωσης, συνεπάγεται αυτομάτως ότι ισχύουν αυστηρότερες προϋποθέσεις όσον αφορά την έκταση της χρήσεως,
—
δεν τήρησε την αρχή κατά την οποία δεν απαιτείται διαρκής χρήση,
—
υπέπεσε σε σφάλμα περί το δίκαιο κρίνοντας ότι οι λόγοι για τους οποίους το σήμα δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο εντατικότερης χρήσεως καθ’ όλη την κρίσιμη περίοδο δεν έπρεπε να εξεταστούν αποκλειστικά στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της εύλογης αιτίας για τη μη χρήση,
—
δεν έλαβε υπόψη τη διάκριση μεταξύ περιπτώσεων «μη χρήσεως» και περιπτώσεων «περιορισμένης χρήσεως»,
—
διατύπωσε εσφαλμένως αρχή κατά την οποία όταν το τμήμα προσφυγών εκτιμά την ουσιαστική χρήση ενός σήματος, λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη μιας τέτοιας χρήσεως και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν τη μη χρήση του σήματος αυτού,
—
έκρινε εσφαλμένως ότι, στο πλαίσιο της διαφήμισης και άλλων δραστηριοτήτων προώθησης, μπορούν να θεωρηθούν κρίσιμες μόνον οι εκτεταμένες διαφημιστικές εκστρατείες,
—
εσφαλμένως δεν δέχθηκε τη λυσιτέλεια των αποσπασμάτων που εκτυπώθηκαν από τον ιστότοπο του δικαιούχου του σήματος και δεν έλαβε υπόψη τις εξηγήσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν συναφώς,
—
προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του όρου «συμβολικό».
Στο πλαίσιο της εξετάσεως της λυσιτέλειας ενός μετρίου όγκου πωλήσεων κατά το στάδιο της εκ νέου εκκινήσεως, το Γενικό Δικαστήριο:
—
προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό,
—
δεν έλαβε υπόψη τον ελαττωματικό χαρακτήρα των προϊόντων και τη διαδικασία για την κήρυξη της εκπτώσεως που κινήθηκε από τρίτο ως πειστικό λόγο και,
—
υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τους πιθανούς λόγους της περιορισμένης χρήσεως. Στο πλαίσιο της ουσιαστικής χρήσεως, οι λόγοι για τους οποίους ένα σήμα δεν χρησιμοποιήθηκε περισσότερο δεν χρειάζεται να πληρούν τις προϋποθέσεις της εύλογης αιτίας για τη μη χρήση, αλλά να είναι επαρκείς για να καθιστούν βάσιμους τους λόγους για τους οποίους δεν υπήρξε χρήση σε μεγαλύτερο βαθμό.
2. Η εύλογη αιτία για τη μη χρήση
2.1 Τα προβλήματα όσον αφορά την κατασκευή των ποτών «SMART WATER»
Το Γενικό Δικαστήριο
—
στήριξε τα συμπεράσματά του σε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, διότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξε αθέτηση της υποχρεώσεως ελέγχου και εποπτείας της κατασκευής των προϊόντων,
—
αντιλήφθηκε εσφαλμένως τα κριτήρια των «περιστάσεων που δεν εξαρτώνται από τη θέληση του προσώπου στο οποίο ανήκει το σήμα» και του «εμποδίου στη χρήση του σήματος», κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, της Συμφωνίας TRIPs, ειδικότερα διότι δεν διερωτήθηκε αν ήταν παράλογο να κατασκευάζονται και να διατίθενται στο εμπόριο νέα προϊόντα, αλλά αποκλειστικά και μόνο αν αυτό ήταν αδύνατο,
—
δεν δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα παρέσχε λεπτομερείς εξηγήσεις όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατό να ξεκινήσει εκ νέου εύκολα και γρήγορα την κατασκευή και την παράδοση των προϊόντων, γεγονός το οποίο δεν έλαβαν υπόψη ούτε το τμήμα προσφυγών ούτε το Γενικό Δικαστήριο.
2.2 Η διαδικασία κηρύξεως της εκπτώσεως που κινήθηκε από τρίτο
Το Γενικό Δικαστήριο
—
δεν δέχθηκε ότι η διαδικασία κηρύξεως της εκπτώσεως δεν εξαρτάτο προδήλως από τη θέληση του προσώπου στο οποίο ανήκε το σήμα,
—
εφάρμοσε εσφαλμένο κριτήριο στηρίζοντας το συμπέρασμά του στο γεγονός ότι η διαδικασία κηρύξεως της εκπτώσεως δεν εμποδίζει τον δικαιούχο του σήματος να το χρησιμοποιεί,
—
καθιέρωσε εσφαλμένο κριτήριο όσον αφορά τις «άμεσες συνέπειες»: το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρχε πάντοτε η δυνατότητα, σε περίπτωση που η εν λόγω διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα την έκπτωση του δικαιούχου, να ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι αυτό δεν αποτελούσε εύλογη αιτία για τη μη χρήση, διότι δεν επρόκειτο για «άμεση συνέπεια» της διαδικασίας κηρύξεως της εκπτώσεως. Το συμπέρασμα αυτό του Γενικού Δικαστηρίου αντιβαίνει στη ratio legis της απαιτήσεως περί ουσιαστικής χρήσεως. Η σύντομη αναφορά ότι εναπόκειται στον δικαιούχο του σήματος να εκτιμήσει και να υπολογίσει τους κινδύνους και να εξακολουθήσει στη συνέχεια να χρησιμοποιεί το σήμα του παρά την αβεβαιότητα ως προς την καταβολή αποζημιώσεως ή να παύσει να το χρησιμοποιεί, οδηγεί σε προφανή διακριτική μεταχείριση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Εξάλλου, το γεγονός αυτό μπορεί να συνεπάγεται κίνδυνο καταχρήσεως εκ μέρους τρίτων που ενδιαφέρονται για ένα καταχωρισμένο σήμα.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (EE L 78, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy