16.11.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 381/19
Αναίρεση που άσκησαν στις 4 Σεπτεμβρίου 2015 η Servizi assicurativi del commercio estero SpA (SACE) και η Sace BT SpA κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) στις 25 Ιουνίου 2015 στην υπόθεση T-305/13, SACE και Sace BT κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-472/15 P)
(2015/C 381/23)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Servizi assicurativi del commercio estero SpA (SACE), Sace BT SpA (εκπρόσωποι: M. Siragusa και G. Rizza, avvocati)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ιταλική Δημοκρατία
Αιτήματα
Η SACE ζητεί από το Δικαστήριο να δεχθεί την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και, ως εκ τούτου, να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου όπως περιέχεται στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και να δεχθεί, χωρίς να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, τα αιτήματα που υπέβαλαν πρωτοδίκως οι νυν αναιρεσείουσες, συγκεκριμένα δε:
—
να ακυρώσει στο σύνολό της την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 20ής Μαρτίου 2013, C(2013) 1501 τελικό, σχετικά με τα μέτρα κρατικής ενισχύσεως SA.23425 τα οποία έθεσε σε εφαρμογή η Ιταλία το 2004 και το 2009 υπέρ της SACE BT SpA·
—
επικουρικώς, να ακυρώσει εν μέρει την ως άνω απόφαση κατά το μέτρο του (των) λόγου (-ων) που θα γίνει (-ουν) δεκτός (-οί)· και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων εκείνων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων T-305/13 R.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Ο πρώτος λόγος αφορά τη δυνατότητα καταλογισμού των επίμαχων μέτρων στο ιταλικό Δημόσιο: παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε επί της υποθέσεως Stardust Marine (υπόθεση C-482/99)· προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της αιτιολογικής σκέψεως 177, στοιχείο β', σημείο i, της αποφάσεως· ανακρίβεια διαπιστώσεων σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, η οποία προκύπτει από τη δικογραφία, και παραμόρφωση του περιεχομένου της αποφάσεως· λογικά ανακόλουθη αιτιολογία· μη προσήκουσα συμπλήρωση της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως· εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής κατά την οποία η νομιμότητα αποφάσεως σε θέματα κρατικών ενισχύσεων πρέπει να εκτιμάται βάσει των πληροφοριών που μπορούσε να έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, όσον αφορά τις δύο επιστολές του ιταλικού Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών προς τη SACE S.p.A. που προσκόμισε η Ιταλική Κυβέρνηση ως παράρτημα στο υπόμνημα παρεμβάσεώς της
—
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται στην ακόλουθη αρχή: το γεγονός ότι με την επίμαχη πράξη επιδιώκεται το συμφέρον της δημόσιας επιχειρήσεως που συμπίπτει με το γενικό συμφέρον δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η επιχείρηση αυτή μπορούσε να λάβει την απόφασή της χωρίς να λάβει υπόψη τις απαιτήσεις των δημοσίων αρχών. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, τίποτε δεν εμποδίζει το κράτος να επιβάλει σε δημόσια επιχείρηση να προβεί σε επιχειρηματικής φύσεως πράξη η οποία, καίτοι μπορεί ενδεχομένως να είναι σύμφωνη με το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή στο πλαίσιο οικονομίας της αγοράς, εξακολουθεί, εν πάση περιπτώσει, να είναι καταλογιστέα στο κράτος. Ως εκ τούτου, προκειμένου να πληρούται το κριτήριο της δυνατότητας καταλογισμού, δεν απαιτείται να αποδείξει η Επιτροπή ότι η συμπεριφορά της δημόσιας επιχειρήσεως θα ήταν διαφορετική εάν είχε ενεργήσει αυτόνομα. Με το σκεπτικό αυτό, το Γενικό Δικαστήριο διαφοροποιήθηκε από τις αρχές που διατυπώθηκαν με την εκδοθείσα στην υπόθεση Stardust Marine απόφαση. Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι απλώς και μόνον το γεγονός ότι δημόσια επιχείρηση ελέγχεται από το κράτος και υπόκειται σε συγκεκριμένο οργανωτικό καθεστώς αρκεί για να συναχθεί ότι οι δημόσιες αρχές εμπλέκονται πάντοτε και σε κάθε περίπτωση, εξ ορισμού, στη λήψη αποφάσεων περί παρεμβάσεως υπέρ των ελεγχομένων από την εν λόγω επιχείρηση εταιριών. Εν προκειμένω, η δυνατότητα καταλογισμού στο κράτος μπορεί να αποκλεισθεί μόνον όταν αποδεικνύεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της μητρικής εταιρείας έλαβε απόφαση με περιεχόμενο τέτοιο ώστε να μην επιτρέπεται η εκ παραλλήλου επιδίωξη σκοπών γενικού συμφέροντος. Εν προκειμένω, τέτοια απόφαση δεν μπορούσε να είναι παρά η εκκαθάριση της SACE BT, για την οποία εξάλλου, εξ ορισμού, η Επιτροπή δεν θα προέβαλε αντιρρήσεις. Εφόσον, αντιθέτως, το μέτρο που έλαβε η δημόσια επιχείρηση μπορεί, θεωρητικώς, να ανταποκρίνεται και σε σκοπό γενικού συμφέροντος ή να ελήφθη λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος αυτού, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε κατ’ αυτόν τον τρόπο επειδή δεν είχε τη δυνατότητα να αποφασίσει χωρίς να λάβει υπόψη τις απαιτήσεις των δημοσίων αρχών, ενώ δεν επιτρέπεται ούτε είναι εφικτή η προσκόμιση αποδείξεως περί του αντιθέτου.
—
Οι γενικές ενδείξεις περί δυνατότητας καταλογισμού των οποίων έκανε χρήση η Επιτροπή και τις οποίες ενέκρινε το Γενικό Δικαστήριο δεν περιέχουν κανένα στοιχείο ως προς τον βαθμό αυτονομίας με την οποία το διοικητικό συμβούλιο της SACE S.p.A. ασκούσε και εξακολουθεί να ασκεί τη διαχείριση της επιχειρήσεως, τούτο δε όχι μόνον εάν εξετασθούν η καθεμία χωριστά, αλλά ακόμη και θεωρουμένων στο σύνολό τους. Οι ενδείξεις αυτές καθιστούν δυνατό να αποδειχθεί μόνον ότι το 2009 το ιταλικό Δημόσιο ήλεγχε εξ ολοκλήρου τη SACE S.p.A. Εντούτοις, βάσει της αποφάσεως στην υπόθεση Stardust Marine απαιτείται οι ενδείξεις που χρησιμοποιούνται προς απόδειξη της εμπλοκής του Δημοσίου να συνδέονται στενά με τα επίμαχα μέτρα, λαμβανομένου υπόψη του εύρους τους, του περιεχομένου τους και των προϋποθέσεων που προβλέπουν. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίζεται ρητώς ότι οι ενδείξεις περί δυνατότητας καταλογισμού των οποίων έγινε χρήση στην προσβαλλόμενη απόφαση –και οι οποίες αφορούν όλες (πλην μίας) τις δραστηριότητες της SACE στην ασφάλιση μη εμπορεύσιμων κινδύνων, κλάδο στον οποίο η SACE BT δεν δραστηριοποιείται– αφορούν, αντιθέτως, το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου δραστηριοποιείται η SACE S.p.A. και όχι τις περιστάσεις της υπό κρίση διαφοράς και το πλαίσιο εντός του οποίου εγκρίθηκαν τα επίμαχα μέτρα. Ανεξαρτήτως τούτου, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να επισημάνει ότι τέτοιες ενδείξεις είναι, εκ φύσεως, ακατάλληλες για την άμεση θεμελίωση του τεκμηρίου περί συγκεκριμένης εμπλοκής του κράτους στη λήψη των επίμαχων μέτρων. Βάσει του σκεπτικού αυτού, το Γενικό Δικαστήριο εστίασε την προσοχή, κατά την εξέταση της δυνατότητας καταλογισμού, στο σύνολο των σχέσεων μεταξύ κράτους και επιχειρήσεων που ανταποκρίνονται στο οργανωτικό πρότυπο των δημόσιων επιχειρήσεων —οι οποίες χαρακτηρίζονται ρητώς από τον νόμο ως κεφαλαιουχικές εταιρίες στην ιταλική έννομη τάξη— με αποτέλεσμα να καταστούν άνευ σημασίας το ειδικό αντικείμενο, η ιδιαίτερη φύση και το ειδικό περιεχόμενο των επίμαχων μέτρων, καθώς και οι συγκεκριμένοι λόγοι της εγκρίσεώς τους. Στην πραγματικότητα, οι ενδείξεις που χρησιμοποίησε η Επιτροπή υποδεικνύουν ότι είναι ελάχιστα πιθανό να υπήρξε οποιαδήποτε εμπλοκή του κράτους στην έγκριση των επίμαχων μέτρων.
—
Τουναντίον, κατά την ανάλυση της απαιτήσεως περί δυνατότητας καταλογισμού, το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε την αδιαμφισβήτητη διαπίστωση ότι, βάσει του νόμου, το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών δεν διευθύνει ούτε συντονίζει τις εταιρίες στο κεφάλαιο των οποίων κατέχει συμμετοχή, όπως υποστήριξε η SACE στην προσφυγή, επικαλούμενη τους σχετικούς κανόνες. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κατά την εφαρμογή της αρχής κατά την οποία η νομιμότητα αποφάσεως σε θέματα κρατικών ενισχύσεων πρέπει να εκτιμάται βάσει των στοιχείων που μπορούσε να έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, όσον αφορά τις δύο επιστολές του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών προς την SACE S.p.A. που προσκόμισε η Ιταλική Κυβέρνηση ως παράρτημα στο μνημόνιο παρεμβάσεώς της. Πράγματι, οι εν λόγω επιστολές επιβεβαιώνουν την αρχή της διαχειριστικής αυτονομίας που χαρακτηρίζει τη σχέση μεταξύ Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και SACE S.p.A., την οποία γνώριζε η Επιτροπή, επειδή αυτή είχε καταδειχθεί επανειλημμένως από την Ιταλική Κυβέρνηση στην Επιτροπή στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας ελέγχου βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Επομένως, τα δύο αυτά έγγραφα προβάλλονται μόνον προς επιβεβαίωση των όσων έχουν ήδη υποστηριχθεί, χωρίς να συνεπάγονται οποιαδήποτε σημαντική τροποποίηση των ουσιωδών στοιχείων των επίμαχων μέτρων.
Ο δεύτερος λόγος αντλείται από μη παροχή του προβαλλόμενου πλεονεκτήματος στη SACE BT με το δεύτερο επίμαχο μέτρο: παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και εσφαλμένη εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή· ανακρίβεια διαπιστώσεων σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, η οποία προκύπτει από τη δικογραφία· παραμόρφωση του επιχειρήματος κατά το οποίο η SACE S.p.A. επωφελήθηκε εκ των πραγμάτων από την έμμεση αύξηση κατά 5/12 του ύψους της εισπραχθείσας αμοιβής σε σχέση με την καταβληθείσα από τη SACE BT σε ιδιώτες αντασφαλιστές· εσφαλμένος χαρακτηρισμός του εν λόγω επιχειρήματος ως απαράδεκτου «νέου λόγου»
—
Το Γενικό Δικαστήριο –επιδεικνύοντας, όπως και η Επιτροπή, περιορισμένη γνώση και κατανόηση του ασφαλιστικού κλάδου, και ιδίως της αντασφαλίσεως υπερβολικών ζημιών (Excess of Loss (XoL)– υπέπεσε σε σοβαρά και πρόδηλα σφάλματα, όσον αφορά τις διαπιστώσεις σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά των οποίων η ανακρίβεια προκύπτει από τη δικογραφία. Η έκθεση του αντασφαλιστή στους κινδύνους σε περίπτωση υπερβάσεως προκαθορισμένου επιπέδου ζημιών δεν αυξάνεται εάν η συμμετοχή του αντασφαλιστή στην κάλυψη είναι πολύ υψηλή: τούτο προκύπτει εκ του γεγονότος ότι στη μεγαλύτερη συμμετοχή στη σύμβαση XoL αντιστοιχεί ανάλογη εισπραχθείσα αμοιβή. Επιπλέον, για τον αντασφαλιστή δεν υφίσταται αύξηση του κινδύνου στην περίπτωση που ο αντασφαλιζόμενος αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, καθόσον στη σύμβαση XoL ο βασικός κίνδυνος ζημίας για τον αντασφαλιστή δεν συνδέεται με τις δυσκολίες της αντασφαλιζόμενης εταιρείας, αλλά με τον κίνδυνο αφερεγγυότητας των αγοραστών των ασφαλισμένων. Περαιτέρω, ο κίνδυνος αθετήσεως της αντασφαλιζόμενης SACE BT, ακόμη και σε περίπτωση χρηματοοικονομικών δυσκολιών, ήταν εντελώς ανύπαρκτος, καθόσον η καταβολή της αμοιβής για τη σύναψη της αντασφαλιστικής συμβάσεως στην ελέγχουσα εταιρεία πραγματοποιούνταν εφάπαξ και εκ των προτέρων και, σε περίπτωση μη καταβολής, η εν λόγω αντασφαλιστική κάλυψη απλώς δεν ενεργοποιούνταν. Η επίμαχη σύμβαση XoL δεν αφορούσε μόνον το 25 % των αντασφαλιζόμενων κινδύνων της SACE BT και, ως εκ τούτου, δεν είναι αληθές ότι δεύτερη σύμβαση, με πρόβλεψη διαφορετικής αμοιβής, αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως με τη SACE S.p.A. όσον αφορά το υπόλοιπο της αντασφαλιστικής καλύψεως, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε πλήρως το επιχείρημα κατά το οποίο — καθόσον η SACE S.p.A. συνήψε τη σύμβαση και, επομένως, απέκτησε αντασφαλιστική κάλυψη των κινδύνων μόλις στις 5 Ιουνίου 2009 με αντάλλαγμα αμοιβή υπολογιζόμενη σε ετήσια βάση— η εν λόγω εταιρία επωφελήθηκε, στην πραγματικότητα, έμμεσης αυξήσεως κατά 5/12 του ύψους της εισπραχθείσας αμοιβής σε σχέση με την καταβληθείσα από τη SACE BT αμοιβή σε ιδιώτες αντασφαλιστές, λόγω της ήδη παρελθούσας περιόδου κινδύνου χωρίς επέλευση ζημιών. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις αυτές προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι αυτές δεν έγιναν γνωστές στην Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία. Καθόσον η SACE πρότεινε απλώς —στο πλαίσιο, και προς συμπλήρωση, του δεύτερου λόγου της προσφυγής της— ένα περαιτέρω επιχείρημα προς απόδειξη του ότι δεν πληρούται η ουσιαστική προϋπόθεση περί παροχής πλεονεκτήματος, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη χαρακτηρίζοντας το επίμαχο επιχείρημα ως απαράδεκτο νέο λόγο.
Ο τρίτος λόγος αντλείται από μη παροχή του προβαλλόμενου πλεονεκτήματος στη SACE BT από το τρίτο και το τέταρτο επίμαχο μέτρο: παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και εσφαλμένη εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή· μη προσήκουσα συμπλήρωση της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως
—
Το διοικητικό συμβούλιο της SACE S.p.A. ενήργησε κατά τρόπο απολύτως ανάλογο εκείνου της διοικήσεως άλλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι οποίες, λαμβανομένου υπόψη του υψηλού βαθμού αβεβαιότητας και των έκτακτων συνθηκών που επικρατούσαν στην αγορά το 2009, προέβησαν σε ανάλογες εισφορές κεφαλαίων σε ελεγχόμενες εταιρείες τους, παρά την απουσία προβλέψεων για τις μελλοντικές ταμειακές ροές που να υποστηρίζουν λογιστικά την προσδοκία κατάλληλης αποδόσεως αυτών τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Η αντικειμενική αυτή διαπίστωση, η οποία προκύπτει από απλή παρατήρηση της δυναμικής της αγοράς στη συγκεκριμένη συγκυρία, έπρεπε να υπερισχύσει κάθε θεωρητικής ή υποθετικής εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή από την Επιτροπή. Επιπλέον, στην απόφαση δεν μνημονεύεται ούτε μία συγκεκριμένη περίπτωση ιδιωτικής επιχειρήσεως λειτουργούσας υπό κανονικές συνθήκες αγοράς η οποία, ενώπιον των σοβαρών δυσκολιών που προκάλεσε η κρίση, τέθηκε σε εκκαθάριση από τους μετόχους της αντί να προβεί σε ανακεφαλαιοποίηση. Δεν είναι κατανοητό, και σε κάθε περίπτωση το Γενικό Δικαστήριο δεν εξήγησε, για ποιον λόγο η SACE θα παρέμενε σε κάθε περίπτωση υπόχρεη να αξιολογήσει εκ των προτέρων τη μελλοντική απόδοση της SACE BT και να διαβιβάσει στην Επιτροπή τα κατάλληλα στοιχεία εκ των προτέρων αξιολογήσεως, καίτοι από τα δεδομένα της αγοράς συνάγεται ότι οι ιδιώτες επενδυτές δεν έπραξαν κάτι τέτοιο. Τέλος, καθόσον η Επιτροπή αποφάσισε, κατά την επίσημη διαδικασία ελέγχου, ότι δεν όφειλε να εξετάσει με τη δέουσα προσοχή τα επιχειρήματα που προέβαλε η SACE σε σχέση με την εφαρμογή του εμπειρικού κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η Επιτροπή μπορούσε νόμιμα να τα απορρίψει, λόγω του θεωρητικού ενδεχομένου οι πράξεις των ιδιωτικών επιχειρήσεων σχετικά με το κεφάλαιο να κριθούν με τη σειρά τους μη σύμφωνες προς το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή καθόσον εμπεριέχουν στοιχεία ενισχύσεως.
Full & Egal Universal Law Academy