1.2.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 38/32
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Juzgado de Primera Instancia no 1 de Jerez de la Frontera (Ισπανία) στις 16 Νοεμβρίου 2015 — Banco Santander, S.A. κατά Cristobalina Sánchez López
(Υπόθεση C-598/15)
(2016/C 038/45)
Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική
Αιτούν δικαστήριο
Juzgado de Primera Instancia de Jerez de la Frontera
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Ενάγουσα: Banco Santander, S.A.
Εναγόμενη: Cristobalina Sánchez López
Προδικαστικά ερωτήματα
1.
Αντιτίθενται οι παρατιθέμενες διατάξεις της οδηγίας (άρθρα 3, παράγραφοι 1 και 2, 6, παράγραφος 1 και 7, παράγραφος 1 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ) (1) και οι επιδιωκόμενοι από αυτήν σκοποί σε ρύθμιση όπως η επίμαχη εθνική, η οποία προβλέπει διαδικασία όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 250, παράγραφος 1, σημείο 7, του Ley de Enjuiciamiento Civil (Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), δυνάμει της οποίας ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να διατάξει την απόδοση της κατοικίας που κατασχέθηκε στο πρόσωπο στο οποίο αυτή κατακυρώθηκε στο πλαίσιο εξωδικαστικής διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, στην οποία [,] βάσει του εφαρμοστέου στην υπόθεση της κύριας δίκης νομικού πλαισίου, ήτοι του άρθρου 129 της Ley Hipotecaria (νόμου περί υποθηκών), όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 1/2000 της 8ης Ιανουαρίου 2000, και των άρθρων 234 έως 236-ο του Reglamento Hipotecario (κανονιστικής πράξεως περί υποθηκών), όπως τροποποιήθηκε από το Real Decreto (βασιλικό διάταγμα) 290/1992, δεν ήταν δυνατός ούτε αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος καταχρηστικών ρητρών ούτε η προβολή αντιρρήσεων από τον οφειλέτη για τον συγκεκριμένο λόγο[,] είτε στο πλαίσιο της εξωδικαστικής διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως είτε στο πλαίσιο διακριτής δίκης;
2.
Αντιτίθενται οι παρατιθέμενες διατάξεις της οδηγίας και οι επιδιωκόμενοι από αυτήν σκοποί σε ρύθμιση όπως η πέμπτη μεταβατική διάταξη του νόμου 1/2013[,] η οποία επιτρέπει την αναστολή από συμβολαιογράφο της εξωδικαστικής διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως η οποία κινήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 1/2013, μόνον εφόσον ο καταναλωτής αποδείξει ότι άσκησε ανακοπή προβάλλοντας τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου στην οποία βασίζεται η εξωδικαστική αναγκαστική πώληση ή ρήτρας που καθορίζει το απαιτητό ποσό της εκτελέσεως, εφόσον η εν λόγω διακριτή ανακοπή ασκήθηκε από τον καταναλωτή εντός προθεσμίας ενός μήνα από τη δημοσίευση του νόμου 1/2013, ενώ η συγκεκριμένη προθεσμία δεν κοινοποιήθηκε ατομικά στον καταναλωτή, σε κάθε δε περίπτωση πριν την επικύρωση της κατακυρώσεως από τον συμβολαιογράφο;
3.
Έχουν οι παρατιθέμενες διατάξεις της οδηγίας, οι επιδιωκόμενοι από αυτήν σκοποί και η υποχρέωση που η οδηγία επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να ελέγχουν αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρητρών σε συμβάσεις με καταναλωτές, χωρίς να απαιτείται σχετικό αίτημα του καταναλωτή, την έννοια ότι επιτρέπουν στον εθνικό δικαστή[,] σε διαδικασίες όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 250, παράγραφος 1, σημείο 7, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή στη διαδικασία «εξωδικαστικής αναγκαστικής πωλήσεως», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 129 του νόμου περί υποθηκών, να μην εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο σε περίπτωση που αυτό δεν επιτρέπει τον εν λόγω αυτεπάγγελτο δικαστικό έλεγχο, λαμβανομένης υπόψη της σαφήνειας των διατάξεων της οδηγίας και της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να ελέγχουν αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών σε διαφορές που αφορούν συμβάσεις με καταναλωτές;
4.
Αντιτίθενται οι παρατιθέμενες διατάξεις της οδηγίας και οι επιδιωκόμενοι από αυτήν σκοποί σε εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 129 του νόμου περί υποθηκών, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1/2013[,] το οποίο προβλέπει ως μοναδικό αποτελεσματικό μέσο προστασίας των δικαιωμάτων των καταναλωτών που κατοχυρώνει η οδηγία, αναφορικά με τις εξωδικαστικές διαδικασίες εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως που αφορούν καταναλωτές, απλώς και μόνο τη δυνατότητα του συμβολαιογράφου να επιστήσει την προσοχή των καταναλωτών στην ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών· ή τη δυνατότητα του οφειλέτη–καταναλωτή κατά του οποίου στρέφεται η εξωδικαστική αναγκαστική εκτέλεση να προβάλλει αντιρρήσεις κατά της εκτελέσεως στο πλαίσιο διακριτής δίκης πριν την κατακύρωση από τον συμβολαιογράφο του ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο της αναγκαστικής εκτελέσεως;
5.
Αντιτίθενται οι παρατιθέμενες διατάξεις της οδηγίας και οι επιδιωκόμενοι από αυτήν σκοποί σε εθνική διάταξη όπως το άρθρο 129 του νόμου περί υποθηκών, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1/2013, και [τα] άρθρα 234 έως 236 της κανονιστικής πράξεως περί υποθηκών, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα 290/1992, η οποία προβλέπει εξωδικαστική διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκων απαιτήσεων από δάνεια συναφθέντα μεταξύ επαγγελματιών και καταναλωτών στο πλαίσιο της οποίας αποκλείεται παντελώς ο αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος καταχρηστικών ρητρών;
(1) Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ L 95, σ. 29).
Full & Egal Universal Law Academy