22.2.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 68/22
Αναίρεση που άσκησε στις 2 Δεκεμβρίου 2015 ο Toni Klement κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) στις 24 Σεπτεμβρίου 2015 στην υπόθεση T-211/14, Toni Klement κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
(Υπόθεση C-642/15 P)
(2016/C 068/30)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείων: Toni Klement (εκπρόσωπος: J. Weiser, Rechtsanwalt)
Αναιρεσίβλητο: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
Αιτήματα
Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2015 στην υπόθεση T-211/14·
—
να καταδικάσει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Ο αναιρεσείων προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως:
1.
Πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι το επίμαχο σήμα έχει χρησιμοποιηθεί αποκλειστικώς σε συνδυασμό με το πρόσθετο λεκτικό στοιχείο «Bullerjan». Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι συντρέχει περίπτωση παραμορφώσεως αποδεικτικών στοιχείων, σε σχέση με την κρίση επί του διακριτικού χαρακτήρα του πρόσθετου στοιχείου «Bullerjan». Το Γενικό Δικαστήριο χαρακτήρισε ως (απλώς) συνήθη τον διακριτικό χαρακτήρα του πρόσθετου στοιχείου. Κατά τον αναιρεσείοντα, η διαπίστωση ότι επρόκειτο για (απλώς) συνήθη διακριτικό χαρακτήρα επ’ ουδενί στηριζόταν στα υφιστάμενα αποδεικτικά στοιχεία, αφού αυτά δεν παρείχαν ενδείξεις ως προς την έκταση, τη διάρκεια και την ένταση της χρήσεως του λεκτικού στοιχείου «Bullerjan», που είναι και το ίδιο καταχωρισμένο ως σήμα.
2.
Δεύτερον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε αντιφάσεις στο πλαίσιο της αιτιολογήσεως της διαπιστώσεώς του ότι το επίμαχο σήμα έχει αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, προέβαλε συναφώς ως αιτιολογία ότι το σήμα αυτό έχει «ασυνήθιστη μορφή», αλλά, ταυτοχρόνως, δέχθηκε ότι και άλλες εταιρίες κατασκευάζουν φούρνους παρόμοιας μορφής. Μια άλλη αντίφαση έγκειται, κατά τον αναιρεσείοντα, στη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι ενώ, από τη μία πλευρά, το επίμαχο σήμα έχει αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα ανεξαρτήτως της λειτουργικότητάς του, από την άλλη πλευρά, ο διακριτικός αυτός χαρακτήρας δεν αναιρείται από το γεγονός ότι και άλλοι φούρνοι έχουν σχεδόν ολόιδια μορφή, για τον λόγο ότι η έντονη αυτή ομοιότητα εξηγείται στο πλαίσιο της προσπάθειας επιτεύξεως συγκεκριμένου τεχνικού αποτελέσματος. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο προέβαλε αντιφατική αιτιολογία ως προς τα δύο αυτά σημεία, με συνέπεια η κρίση του να ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.
3.
Τρίτον, ο αναιρεσείων κάνει λόγο για διάφορα νομικά σφάλματα του Γενικού Δικαστηρίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα (1). Πρώτον, όταν εξέτασε τον διακριτικό χαρακτήρα του επίμαχου σήματος, όπως απαιτεί το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα, το Γενικό Δικαστήριο δεν ακολούθησε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εκτίμηση της υπάρξεως τέτοιου χαρακτήρα στις περιπτώσεις τρισδιάστατων σημάτων. Αντιθέτως προς τα όσα επιτάσσει η νομολογία του Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη στην απαιτούμενη σύγκριση του επίμαχου σήματος με τις μορφές που συνήθως έχουν οι φούρνοι. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ζήτημα αν η μορφή του επίμαχου σήματος είχε λειτουργικό χαρακτήρα ήταν άνευ σημασίας ως προς την κρίση επί του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος αυτού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο όμως παραβίασε, κατά την άποψη πάντοτε του αναιρεσείοντος, την αρχή ότι, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες οι οποίοι ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο δεν τήρησε τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη χρήση που πρέπει να γίνεται προκειμένου να διατηρούνται σε ισχύ τα δικαιώματα του δικαιούχου καταχωρισμένου σήματος το αποτελεί ένα εκ τα ων επιμέρους στοιχείων σύνθετου σήματος. Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι αρκεί το σήμα που συνιστά επιμέρους στοιχείο άλλου σύνθετου σήματος να αναγνωρίζεται επίσης ως ένδειξη προελεύσεως. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο αθέτησε την υποχρέωση την οποία υπέχει, τόσο από το σαφές γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου, να ελέγχει πάντοτε κατά πόσον έχει αλλοιωθεί ο διακριτικός χαρακτήρας του καταχωρισμένου σήματος. Κατά τον αναιρεσείοντα, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει το ζήτημα αυτό.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (EE L 78, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy