ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 5ης Ιουνίου 2015 ( *1 )
«Αίτηση αναίρεσης — Διάταξη ασφαλιστικών μέτρων — Συμβάσεις δημοσίων έργων — Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 1268/2012 — Πρόσκληση για υποβολή προσφορών για την κατασκευή σταθμού παραγωγής τριπλής ενέργειας με αεριοστρόβιλο και για τη συντήρησή του — Προσφορά που τροποποιείται μετά από την αποσφράγιση των προσφορών — Απόρριψη της προσφοράς της προσφεύγουσας — Απαράδεκτο — Νομικό σφάλμα — Δεν υφίσταται»
Στην υπόθεση C‑49/15 P(R),
με αντικείμενο αίτηση αναίρεσης δυνάμει του άρθρου 57, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που υποβλήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 2015,
STC SpA, με έδρα το Forli (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους A. Marelli και G. Delucca, avvocati,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον L. Cappelletti και από τις L. Di Paolo και F. Moro,
καθής πρωτοδίκως,
CPL Concordia Soc. coop., με έδρα την Concordia Sulla Secchia (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τον A. Penta, avvocato,
παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα M. Wathelet,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Η εταιρία STC SpA (στο εξής: STC) ζητεί, με την αίτησή της, την αναίρεση της διάταξης του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης STC κατά Επιτροπής (T‑355/14 R, EU:T:2014:1046, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση της νυν αναιρεσείουσας για λήψη προσωρινών μέτρων σε σχέση με διάφορες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αφορούσαν τη διαδικασία του διαγωνισμού JRC IPR 2013 C04 0031 OC για την κατασκευή σταθμού παραγωγής τριπλής ενέργειας με αεριοστρόβιλο και για τη συντήρησή του στο Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) στην Ispra (Ιταλία) (ΕΕ 2013/S 137-237146).
Το νομικό πλαίσιο
2
Το άρθρο 112 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ L 298, σ. 1), με τίτλο «Αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας», ορίζει τα εξής:
«1. Κατά τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων, οι επαφές μεταξύ αναθέτουσας αρχής και υποψηφίων ή προσφερόντων γίνονται μόνον υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν τη διαφάνεια και την ίση μεταχείριση. Οι επαφές αυτές δεν οδηγούν στη μεταβολή των όρων της σύμβασης ή των όρων της αρχικής προσφοράς.
2. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας. Επιπλέον, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με τις επιτρεπόμενες επαφές μεταξύ αναθετουσών αρχών και προσφερόντων κατά τη διαδικασία ανάθεσης της σύμβασης, τις ελάχιστες απαιτήσεις γραπτής καταχώρισης μιας αξιολόγησης και τα ελάχιστα στοιχεία της απόφασης που λαμβάνεται από την αναθέτουσα αρχή.»
3
Το άρθρο 160 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού 966/2012 (ΕΕ L 362, σ. 1, στο εξής: κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός), με τίτλο «Επαφές μεταξύ αναθετουσών αρχών και προσφερόντων», ορίζει τα εξής:
«1. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανάθεσης σύμβασης, επιτρέπονται κατ’ εξαίρεση οι επαφές μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και των προσφερόντων υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
[...]
3. Εάν, μετά την αποσφράγιση των προσφορών, χρειαστούν διευκρινίσεις σε σχέση με κάποια προσφορά ή πρέπει να διορθωθούν προφανή σφάλματα [εκ παραδρομής] στο κείμενο της προσφοράς, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να έρθει σε επαφή με τον προσφέροντα, χωρίς, ωστόσο, η επαφή αυτή να μπορεί να οδηγήσει σε τροποποίηση του περιεχομένου της προσφοράς.
[...]»
Το ιστορικό της διαφοράς, η διαδικασία ενώπιον του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
4
Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται συνοπτικά στις σκέψεις 1 έως 6 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης ως εξής:
«1
Στις 17 Ιουλίου 2013 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρόσκληση για την υποβολή προσφορών σύμφωνα με την ανοικτή διαδικασία υπό τα στοιχεία JRC IPR 2013 C04 0031 OC, η οποία αφορούσε την κατασκευή σταθμού παραγωγής τριπλής ενέργειας με αεριοστρόβιλο και τη συντήρησή του στο Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) της Επιτροπής στην Ispra (Ιταλία). Η προθεσμία παραλαβής των προσφορών και η ημερομηνία αποσφράγισης των προσφορών καθορίστηκαν, κατόπιν δημοσίευσης διορθωτικού στην Επίσημη Εφημερίδα, για τις 15 και τις 21 Νοεμβρίου 2013 αντίστοιχα. Το έγγραφο με τίτλο “Διοικητικό παράρτημα”, το οποίο περιλαμβανόταν στην πρόσκληση για την υποβολή προσφορών, διευκρίνιζε ότι η κατακύρωση της σύμβασης θα γινόταν με βάση την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, η οποία θα καθοριζόταν με βάση το συνολικό κόστος της και την τεχνική ποιότητά της, και ότι για το συνολικό κόστος της προσφοράς η ανώτατη βαθμολογία θα ήταν 80 μονάδες και για την τεχνική ποιότητά της 20 μονάδες.
2
Στις 10 Σεπτεμβρίου 2013 πραγματοποιήθηκε ενημερωτική συνάντηση στις εγκαταστάσεις του JRC στην Ispra. Με την απάντηση που δόθηκε σε μια ερώτηση που είχε τεθεί κατά τη συνάντηση αυτή επισημάνθηκε η ύπαρξη λάθους στο έγγραφο “Προσφορά του συμβαλλομένου”, στο σημείο 2.31, σχετικά με την παροχή της υπηρεσίας “Συντήρηση FULL MAINTENANCE των εγκαταστάσεων στροβίλου-γεννήτριας για διάρκεια 24 μηνών από την παραλαβή του σταθμού παραγωγής ενέργειας”, όπου η ζητούμενη ποσότητα ήταν δύο αντί για τέσσερα. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2013 το αρχείο στο οποίο περιλαμβανόταν το έγγραφο αυτό δημοσιεύτηκε εκ νέου, διορθωμένο, στον διαδικτυακό τόπο του JRC. Όταν μετά από τη συνάντηση αυτή διαπιστώθηκε άλλο ένα λάθος στο ίδιο αυτό έγγραφο, στο σημείο 2.18, σχετικά με την παροχή της υπηρεσίας “Ηλεκτρικές εγκαταστάσεις τροφοδοσίας, υπηρεσίες του σταθμού, 1η παρτίδα (ΚΕΣ και τροφοδοσία όλου του εξοπλισμού του σταθμού)”, όπου η ζητούμενη ποσότητα ήταν ένα αντί για δύο, το αρχείο στο οποίο περιλαμβανόταν το έγγραφο “Προσφορά του συμβαλλομένου” δημοσιεύτηκε εκ νέου, διορθωμένο, στον διαδικτυακό τόπο του JRC στις 9 Οκτωβρίου 2013.
3
Η προσφορά που υπέβαλε η [STC] στις 15 Νοεμβρίου 2013 περιελάμβανε μια “πρώτη προσφορά” και δύο “εναλλακτικές προσφορές”. Η επιτροπή αξιολόγησης των προσφορών απέρριψε τις δυο εναλλακτικές προσφορές ως μη ανταποκρινόμενες στις προδιαγραφές του τεύχους δημοπράτησης. Όσον αφορά την πρώτη προσφορά, η εν λόγω επιτροπή διαπίστωσε ότι η τεχνική προσφορά της [STC] δεν περιείχε λεπτομερή κατ’ εκτίμηση προμέτρηση, όπως απαιτούνταν κατά το κεφάλαιο 12 των τεχνικών προδιαγραφών της προκήρυξης, και ότι η [STC] δεν είχε καταρτίσει την οικονομική προσφορά της βάσει της τελευταίας τροποποίησης του εγγράφου “Προσφορά του συμβαλλομένου”. Στις 30 Ιανουαρίου 2014 η Επιτροπή απέστειλε στην [STC] επιστολή με την οποία της ζήτησε να υποβάλει λεπτομερή κατ’ εκτίμηση προμέτρηση, όπως απαιτούνταν από τις τεχνικές προδιαγραφές. Όσον αφορά την οικονομική προσφορά, η Επιτροπή απέστειλε συνημμένα στην [STC] το έγγραφο “Προσφορά του συμβαλλομένου”, στο οποίο παρέθετε τις ανά μονάδα τιμές που πρότεινε η [STC] και τις πολλαπλασίαζε με τις ζητούμενες ποσότητες, όπως οι ποσότητες αυτές είχαν διορθωθεί στις 9 Οκτωβρίου 2013. Η Επιτροπή ζήτησε από την [STC] να επιβεβαιώσει την ορθότητα των υπολογισμών που προέκυπταν από τη μεταφορά των προσφερόμενων τιμών μονάδας στο διορθωμένο έγγραφο “Προσφορά του συμβαλλομένου”.
4
Η [STC] απέστειλε την απάντησή της με ηλεκτρονικό μήνυμα της 7ης Φεβρουαρίου 2014. Επειδή η επιτροπή αξιολόγησης των προσφορών έκρινε ότι οι απαντήσεις δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες της, η Επιτροπή πληροφόρησε την [STC], με επιστολή της 3ης Απριλίου 2014, ότι η προσφορά της είχε αξιολογηθεί αρνητικά. Με την ίδια επιστολή η [STC] πληροφορήθηκε ότι η εταιρία που είχε επιλεγεί για την κατακύρωση της σύμβασης ήταν η εταιρία [CPL Concordia Soc. coop., στο εξής: CPL Concordia] και ενημερώθηκε για τις μονάδες που είχε συγκεντρώσει και για τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για να πληροφορηθεί τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς.
5
Με επιστολή της 11ης Απριλίου 2014 η [STC] αμφισβήτησε την ορθότητα των εκτιμήσεων της επιτροπής αξιολόγησης, τόσο ως προς την τεχνική όσο και ως προς την οικονομική προσφορά της. Η [STC] ζήτησε επίσης να της επιτραπεί η πρόσβαση στα έγγραφα διορισμού των μελών της επιτροπής αξιολόγησης των προσφορών, στα πρακτικά της διαδικασίας αξιολόγησης, στις αιτήσεις “συμπλήρωσης” ή “διασαφήνισης” των δικαιολογητικών και στις αντίστοιχες απαντήσεις, στην τελική κατάταξη των προσφερόντων και στη βαθμολογία όλων των επιχειρήσεων που είχαν υποβάλει προσφορά, καθώς και στους αντίστοιχους λόγους αποκλεισμού τους ή επιλογής τους.
6
Με επιστολή της 15ης Απριλίου 2014 η Επιτροπή υπενθύμισε στην [STC] την επωνυμία της επιλεγείσας επιχείρησης, παρέθεσε τις συγκριτικές βαθμολογίες και τα χαρακτηριστικά της προσφοράς της [CPL Concordia] από τεχνική και οικονομική άποψη και απέστειλε στην [STC] ένα απόσπασμα της έκθεσης της επιτροπής αξιολόγησης των προσφορών.»
5
Η STC, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Μαΐου 2014, άσκησε αφενός προσφυγή ακύρωσης κατά της απόφασης της 3ης Απριλίου 2014 με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την προσφορά που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα και νυν αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του διαγωνισμού JRC IPR 2013 C04 0031 OC, κατά της απόφασης με την οποία η Επιτροπή προέβη στην κατακύρωση της σύμβασης στην CPL Concordia, κατά όλων των συναφών, προγενέστερων ή συνακόλουθων, πράξεων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ενδεχόμενη απόφαση έγκρισης της σύμβασης, καθώς και κατά της ίδιας της σύμβασης, όπως και της απόφασης της Επιτροπής να απορρίψει την αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα της διαδικασίας του διαγωνισμού (οι παραπάνω αποφάσεις και πράξεις θα αναφέρονται στο εξής από κοινού ως: επίμαχες αποφάσεις), και αφετέρου αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η Επιτροπή να ανακαλέσει την κατακύρωση και να καταρτίσει και να εκδώσει όλες τις πράξεις που είναι αναγκαίες για να συναφθεί η σύμβαση με την νυν αναιρεσείουσα ή, επικουρικά, να την αποζημιώσει, εφόσον δεν είναι δυνατή η κατά τα ανωτέρω αποκατάσταση της ζημίας.
6
Η STC, με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε κατ’ ουσία από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
—
να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης των επίμαχων αποφάσεων,
—
να της επιτρέψει, λαμβάνοντας το κατάλληλο προσωρινό μέτρο, να ασκήσει πλήρως το δικαίωμά της για πρόσβαση στα έγγραφα του διαγωνισμού και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
7
Η Επιτροπή, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε σχετικά με την παραπάνω αίτηση, ζήτησε κατ’ ουσία από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση προσωρινών μέτρων ως εν μέρει απαράδεκτη και ως συνολικά αβάσιμη και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα. Με διάταξη της 2ας Σεπτεμβρίου 2014, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου επέτρεψε στην CPL Concordia να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.
8
Στις 8 Δεκεμβρίου 2014 ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, την αίτηση προσωρινών μέτρων, επειδή δεν πληρούνταν εν προκειμένω η προϋπόθεση του εκ πρώτης όψεως βασίμου (fumus boni juris). Ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου, αφού ανέλυσε στις σκέψεις 20 έως 31 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης τον δεύτερο λόγο ακύρωσης, ο οποίος αφορούσε την οικονομική προσφορά της STC, έκρινε, με τη σκέψη 32 της εν λόγω διάταξης, ότι δεν χρειαζόταν να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων ακύρωσης, αφού εκ πρώτης όψεως προέκυπτε ότι καλώς είχε απορριφθεί η προσφορά της STC, οπότε από την εξέταση των άλλων αυτών λόγων δεν μπορούσε να προκύψει η ύπαρξη fumus boni juris.
Αιτήματα των διαδίκων
9
Η STC ζητεί κατ’ ουσία από το Δικαστήριο:
—
να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη,
—
να αναστείλει την εκτέλεση των επίμαχων αποφάσεων και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
10
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη ή, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη,
—
επικουρικά, να απορρίψει την αίτηση προσωρινών μέτρων και
—
να καταδικάσει την STC στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και στα οποία θα υποβληθεί κατά την αναιρετική διαδικασία.
11
Η CPL Concordia ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναίρεσης ως προδήλως απαράδεκτη και προδήλως αβάσιμη,
—
να επιβεβαιώσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και τις επίμαχες αποφάσεις και
—
να καταδικάσει την STC στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αίτησης αναίρεσης
12
Η STC προβάλλει τρεις λόγους αναίρεσης. Με τους τρεις λόγους αυτούς βάλλει κατά του συμπεράσματος του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου που παρατίθεται στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι δηλαδή ο δεύτερος λόγος ακύρωσης που προβλήθηκε πρωτοδίκως και αφορούσε την οικονομική προσφορά της STC δεν αποδεικνύει το εκ πρώτης όψεως βάσιμο (fumus boni juris).
13
Επιπλέον, η STC υποστηρίζει ότι η αναίρεσή της αφορά επίσης τις σκέψεις 32 έως 35 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, στις οποίες ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου παρέθεσε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι, αφού είχε απορριφθεί ο δεύτερος λόγος ακύρωσης και δεν είχε γίνει δεκτή η ύπαρξη fumus boni juris, δεν χρειαζόταν να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων ακύρωσης, δηλαδή επί του πρώτου και του τρίτου λόγου, ή επί των επιχειρημάτων της STC σχετικά με το επείγον και τη στάθμιση των συμφερόντων.
14
Καταρχάς πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό της τελευταίας αυτής επιχειρηματολογίας και στη συνέχεια να συνεξεταστούν οι τρεις λόγοι αναίρεσης.
Επί του παραδεκτού της επιχειρηματολογίας σχετικά με το επείγον και τη στάθμιση των συμφερόντων και σχετικά με την απόρριψη των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν πρωτοδίκως στο πλαίσιο του πρώτου και του τρίτου λόγου ακύρωσης σε σχέση με το fumus boni juris
15
Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου ορίζει ότι οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν «το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υπόθεσης, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται». Έτσι, η αναστολή εκτέλεσης και τα άλλα προσωρινά μέτρα μπορούν να διατάσσονται από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, αν αποδεικνύεται ότι εκ πρώτης όψεως η λήψη τους δικαιολογείται από πραγματική και νομική άποψη (fumus boni juris) και ότι είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι, για να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη των συμφερόντων του αιτούντος, είναι αναγκαίο να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της απόφασης επί της κύριας υπόθεσης. Οι προϋποθέσεις αυτές τίθενται σωρευτικώς, οπότε οι αιτήσεις προσωρινών μέτρων πρέπει να απορρίπτονται, όταν δεν πληρούται έστω και μία από αυτές. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, εφόσον είναι αναγκαίο, στη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων [διάταξη Επιτροπή κατά Pilkington Group, C‑278/13 P(R), EU:C:2013:558, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
16
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία γίνεται δεκτό ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επίμαχα σημεία της απόφασης ή της διάταξης της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν συγκεκριμένα το αίτημα αυτό. Δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή η αίτηση αναίρεσης η οποία, χωρίς καν να περιλαμβάνει επιχειρήματα που να αποσκοπούν ειδικώς στον προσδιορισμό του νομικού σφάλματος που ενέχει ενδεχομένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιορίζεται στην επανάληψη των λόγων ακύρωσης και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Πράγματι, αυτή η αίτηση αναίρεσης συνιστά στην πραγματικότητα απλώς και μόνον αίτηση επανεξέτασης της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πράγμα που εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου [διάταξη Goldstein κατά Επιτροπής, C‑148/96 P(R), EU:C:1996:307, σκέψεις 23 και 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ. επίσης απόφαση Nordspedizionieri di Danielis Livio κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑62/05 P, EU:C:2007:607, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
17
Από τη νομολογία που παρατέθηκε παραπάνω στη σκέψη 15 προκύπτει ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου ορθώς έκρινε, με τη σκέψη 35 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι έπρεπε να απορρίψει την αίτηση προσωρινών μέτρων χωρίς να εξετάσει τα ζητήματα του επείγοντος και της στάθμισης των συμφερόντων, αφού δεν πληρούνταν η προϋπόθεση του fumus boni juris. Εξάλλου, καθόσον η STC επαναλαμβάνει απλώς στο πλαίσιο της αναίρεσης τα επιχειρήματα που ανέπτυξε πρωτοδίκως σε σχέση με τα ζητήματα αυτά, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, σύμφωνα με τη νομολογία που υπενθυμίστηκε παραπάνω στη σκέψη 16.
18
Όσον αφορά την απόρριψη των επιχειρημάτων σχετικά με το fumus boni juris που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου και του τρίτου λόγου ακύρωσης που προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η STC παρατηρεί, με την αίτηση αναίρεσης, ότι «το Γενικό Δικαστήριο δέχεται ότι η κατά την κρίση του μη ύπαρξη fumus boni juris το απαλλάσσει από την υποχρέωση να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων ακύρωσης που έχουν προβληθεί». Με βάση τα δεδομένα αυτά, η εταιρία αυτή δηλώνει ότι «δεν παραιτείται από αυτούς τους λόγους ακύρωσης, εμμένει επ’ αυτών και βάλλει κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου να μην τους εξετάσει» και «ζητεί από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, δηλαδή είτε από το ίδιο το Δικαστήριο είτε, κατόπιν αναπομπής, από το Γενικό Δικαστήριο, να δεχτεί τους λόγους ακύρωσης αυτούς». Συναφώς η STC παραθέτει, προς υπενθύμιση, τα επιχειρήματα που ανέπτυξε πρωτοδίκως προς στήριξη των λόγων ακύρωσης αυτών.
19
Υπενθυμίζεται ευθύς εξαρχής ότι, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η STC, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε τα επιχειρήματα σχετικά με το fumus boni juris που είχαν διατυπωθεί ενώπιόν του στο πλαίσιο του πρώτου και του τρίτου λόγου ακύρωσης.
20
Ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου, αν και βέβαια δεν εξέτασε τα επιχειρήματα αυτά επί της ουσίας, εντούτοις στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης εξέθεσε τον λόγο για τον οποίο η εξέταση αυτή δεν ήταν αναγκαία, αποφαινόμενος ότι, «αφού η προσφορά της [STC] απορρίφθηκε ορθώς, εκ πρώτης όψεως, κατ’ εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας, από την εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης αποκλείεται προφανώς να προκύψει η ύπαρξη fumus boni juris».
21
Η STC, αναφέροντας απλώς, στην αίτηση αναίρεσης, ότι βάλλει κατά των σχετικών σημείων του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης και ότι δεν παραιτείται από τους λόγους ακύρωσης που προέβαλε πρωτοδίκως και επαναλαμβάνοντας απλώς επίσης την επιχειρηματολογία που διατύπωσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεν διατυπώνει κανέναν λόγο ή επιχείρημα ικανό να θέσει εν αμφιβόλω την ορθότητα της απόρριψης από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου των επιχειρημάτων σχετικά με το fumus boni juris που ανέπτυξε η STC στο πλαίσιο του πρώτου και του τρίτου λόγου ακύρωσης που είχε προβάλει ενώπιόν του. Συγκεκριμένα, η STC δεν παραθέτει, στην αίτηση αναίρεσης, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι είναι παράνομη η κρίση του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου ότι η απόρριψη των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακύρωσης αρκούσε ως έρεισμα για την απόρριψη των ανάλογων επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των δύο αυτών άλλων λόγων ακύρωσης.
22
Υπό τις συνθήκες αυτές, σύμφωνα με τη νομολογία που υπενθυμίστηκε παραπάνω στη σκέψη 16, η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των τριών λόγων αναίρεσης
Επιχειρήματα των διαδίκων
23
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης στηρίζεται κατ’ ουσία στον ισχυρισμό ότι υπήρξε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ως προς το περιεχόμενο του προφανούς σφάλματος εκ παραδρομής που ενείχε η οικονομική προσφορά της STC και ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η Επιτροπή ενήργησε καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Κατά την STC, το σφάλμα εκ παραδρομής που ενείχε η οικονομική προσφορά της δεν αφορά τις ανά μονάδα τιμές αλλά τις απαιτούμενες ποσότητες για ορισμένες παροχές υπηρεσιών, καθόσον η αναιρεσείουσα υπέβαλε την προσφορά της με βάση ένα κείμενο του εγγράφου «Προσφορά του συμβαλλομένου» που δεν ίσχυε πλέον. Υπό τις συνθήκες αυτές, η μόνη δυνατή διόρθωση ήταν να κληθεί η αναιρεσείουσα να δηλώσει η ίδια τις τιμές μονάδας που πρότεινε ενόψει των νέων ποσοτήτων. Η Επιτροπή δεν είχε καμία αρμοδιότητα να συμπληρώσει η ίδια, αντί για την STC, το έγγραφο «Προσφορά του συμβαλλομένου» και να παρέμβει έτσι στη διαμόρφωση του τελικού κόστους της προσφοράς.
24
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι είναι νομικά εσφαλμένη η απόφανση του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με το ότι το δικαίωμα τροποποίησης της οικονομικής προσφοράς του μετέχοντος στον διαγωνισμό, ώστε να διορθωθεί προφανές λάθος εκ παραδρομής στην προσφορά αυτή, έχει ο ίδιος ο διαγωνιζόμενος και όχι η αναθέτουσα αρχή. Με δεδομένο ότι η Επιτροπή είχε τροποποιήσει τις απαιτούμενες ποσότητες, έπρεπε να έχει δοθεί στην STC η δυνατότητα να δηλώσει νέα τιμή μονάδας, σε συνάρτηση με τις ποσότητες αυτές. Η STC υποστηρίζει ότι οι προτεινόμενες τιμές μονάδας δεσμεύουν τους προσφέροντες μόνο σε σχέση με τις ποσότητες που δηλώνονται με την προσφορά και τονίζει ότι ο αριθμός μονάδων με τους οποίους βαθμολογείται η οικονομική προσφορά εξαρτάται από το συνολικό κόστος της προσφοράς.
25
Ο τρίτος λόγος αναίρεσης στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι είναι νομικά εσφαλμένη η απόφανση του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου ότι ήταν παράνομη η τροποποίηση από την STC των τιμών μονάδας που είχε υποβάλει με την προσφορά της, τροποποίηση που έγινε μετά από την τροποποίηση των απαιτούμενων ποσοτήτων για ορισμένες παροχές.
26
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την CPL Concordia, ισχυρίζεται ότι οι τρεις λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι ή, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμοι.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
27
Υπενθυμίζεται ευθύς εξαρχής ότι, όπως τόνισε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου με τη σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, το άρθρο 160, παράγραφος 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού επιτρέπει τη διόρθωση των προφανών σφαλμάτων που έχουν γίνει εκ παραδρομής στο κείμενο της προσφοράς, διόρθωση που μπορεί να γίνεται κατά τη φάση της διαδικασίας μετά την αποσφράγιση των προσφορών κατόπιν μόνο πρωτοβουλίας της αναθέτουσας αρχής και υπό την προϋπόθεση ότι η επαφή μεταξύ αναθέτουσας αρχής και προσφέροντος δεν οδηγεί σε τροποποίηση του περιεχομένου της προσφοράς. Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 112 του κανονισμού 966/2012, η παράγραφος 1 του οποίου ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι επαφές αυτές γίνονται υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν τη διαφάνεια και την ίση μεταχείριση.
28
Επομένως, ο σκοπός του άρθρου 160, παράγραφος 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού είναι να επιτρέπεται η διόρθωση των εκ παραδρομής σφαλμάτων που έχουν κάνει οι υποβάλλοντες προσφορά κατά την κατάρτιση των προσφορών τους και να αποφεύγεται παράλληλα το ενδεχόμενο να παρέχουν στον προσφέροντα οι επαφές που πραγματοποιούνται μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και του ίδιου, με σκοπό τη διόρθωση τέτοιων εκ παραδρομής σφαλμάτων, ορισμένο πλεονέκτημα που συνίσταται στη δυνατότητα τροποποίησης της προσφοράς αυτής σε χρονικό σημείο κατά το οποίο οι λοιποί προσφέροντες δεν έχουν τέτοια δυνατότητα.
29
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή, με την επιστολή της 30ής Ιανουαρίου 2014, κάλεσε την STC να διορθώσει την προσφορά της, δυνάμει της ανωτέρω διάταξης, στην οποία άλλωστε παρέπεμπε η εν λόγω επιστολή.
30
Δεν αμφισβητείται άλλωστε ούτε ότι το έγγραφο «Προσφορά του συμβαλλομένου», το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά στις 17 Ιουλίου 2013, περιείχε, στα σημεία 2.18 και 2.31, δύο σφάλματα, όσον αφορά τις απαιτούμενες ποσότητες για ορισμένες παροχές. Η STC ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι έπρεπε να της έχει δοθεί η δυνατότητα να τροποποιήσει, με την απάντησή της στην επιστολή της Επιτροπής της 30ής Ιανουαρίου 2014, τις τιμές μονάδας που είχε προτείνει με την αρχική προσφορά της της 15ης Νοεμβρίου 2013, ώστε να μπορέσει να λάβει υπόψη τα σφάλματα αυτά.
31
Εντούτοις, με τη σκέψη 2 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης διαπιστώθηκε, πράγμα άλλωστε που δεν αμφισβητεί ούτε η STC, ότι το αρχείο στο οποίο περιλαμβανόταν το έγγραφο «Προσφορά του συμβαλλομένου» δημοσιεύτηκε διορθωμένο στον διαδικτυακό τόπο του JRC στις 9 Οκτωβρίου 2013, δηλαδή περισσότερο από έναν μήνα πριν από τις 15 Νοεμβρίου 2013, ημερομηνία λήξης της προθεσμίας για την υποβολή των προσφορών και ημερομηνία κατά την οποία υποβλήθηκε η προσφορά της STC.
32
Επομένως, τα εκ παραδρομής σφάλματα που όφειλε να διορθώσει η STC σε απάντηση της επιστολής της 30ής Ιανουαρίου 2014 δεν συμπίπτουν με τα σφάλματα στα οποία είχε υποπέσει η Επιτροπή κατά την κατάρτιση του αρχικού κειμένου της πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών και τα οποία είχαν διορθωθεί εγκαίρως. Από τα πραγματικά περιστατικά που έχουν διαπιστωθεί με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, και συγκεκριμένα με τις σκέψεις 2, 3 και 24 της διάταξης αυτής, προκύπτει ότι τα σφάλματα που έπρεπε να διορθωθούν οφείλονταν μάλλον στο ότι η STC δεν είχε λάβει υπόψη στην προσφορά της, την οποία υπέβαλε στις 15 Νοεμβρίου 2013, τις τροποποιήσεις που είχαν επέλθει στις 9 Οκτωβρίου 2013 στις ποσότητες που απαιτούνταν για τη συντήρηση και για τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις τροφοδοσίας.
33
Όπως ορθά παρατήρησε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, η STC υπέπεσε συνεπώς, κατά την κατάρτιση της προσφοράς της, σε σφάλματα εκ παραδρομής, υπό την έννοια του άρθρου 160, παράγραφος 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, διότι βασίστηκε στις εσφαλμένες ποσότητες που προβλέπονταν για τις παροχές αυτές στην αρχικώς δημοσιευθείσα πρόσκληση προς υποβολή προσφορών.
34
Τα σφάλματα αυτά βέβαια, όπως ισχυρίζεται η STC, αφορούσαν τις απαιτούμενες ποσότητες για τις παροχές αυτές και όχι τις ίδιες τις προτεινόμενες τιμές μονάδας. Εντούτοις, όπως ορθά τόνισε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου με τις σκέψεις 25 έως 27 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, τα εν λόγω σφάλματα είχαν άμεσες επιπτώσεις στην οικονομική προσφορά της STC, διότι επηρέασαν τον υπολογισμό του συνολικού ποσού της προσφοράς με βάση τις τιμές αυτές.
35
Δεδομένου ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου, αφού επισήμανε ότι τα σφάλματα που έπρεπε να διορθωθούν και στα οποία είχε υποπέσει όχι η αναθέτουσα αρχή, αλλά ο προσφέρων, αφορούσαν τις απαιτούμενες ποσότητες για ορισμένες παροχές, προσδιόρισε ορθώς τις επιπτώσεις τους επί του συνολικού κόστους της προσφοράς, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η STC στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναίρεσης σχετικά με παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ως προς το περιεχόμενό του προφανών εκ παραδρομής σφαλμάτων που είχαν επιπτώσεις στην οικονομική προσφορά της εταιρίας αυτής.
36
Συγκεκριμένα, από τα επιχειρήματα αυτά δεν συνάγεται ότι ο τρόπος με τον οποίο αξιολογήθηκαν τα σφάλματα αυτά με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη συνιστά παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας.
37
Κατά τα λοιπά, τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η STC στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναίρεσης σχετικά με το ότι δεν ελήφθη υπόψη ότι η Επιτροπή ενήργησε καθ’ υπέρβαση εξουσίας πρέπει να συνεξεταστούν με τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η εταιρία αυτή στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναίρεσης. Με όλα τα επιχειρήματα αυτά η STC ισχυρίζεται κατ’ ουσία ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου παρανόμως έκρινε ότι ο δεύτερος λόγος ακύρωσης που προβλήθηκε ενώπιόν του δεν αποδεικνύει την ύπαρξη fumus boni juris, παρά τα νομικά σφάλματα στα οποία είχε υποπέσει η Επιτροπή και λόγω των οποίων το εν λόγω όργανο κατέληξε σε αρνητική αξιολόγηση της προσφοράς της STC, η οποία κοινοποιήθηκε στην εταιρία αυτή στις 3 Απριλίου 2014. Τα σφάλματα αυτά αφορούν, κατά την αναιρεσείουσα, την εφαρμογή εν προκειμένω της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται για τη διόρθωση των προφανών εκ παραδρομής σφαλμάτων που ενέχει η προσφορά κάποιου από τους μετέχοντες σε διαγωνισμό.
38
Συναφώς η STC ισχυρίζεται ορθώς, στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ότι μόνο ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να προσδιορίζει το περιεχόμενο της προσφοράς του. Συγκεκριμένα, το άρθρο 160, παράγραφος 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού επιτρέπει μεν στην αναθέτουσα αρχή να λαμβάνει την πρωτοβουλία επαφών με τον προσφέροντα, με σκοπό να του δώσει τη δυνατότητα διόρθωσης της προσφοράς του, αλλά δεν της παρέχει την εξουσία να τροποποιήσει την προσφορά αυτή για λογαριασμό του προσφέροντος.
39
Εν προκειμένω, όπως ορθώς δέχτηκε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου με τη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, η Επιτροπή ήλθε όντως σε επαφή με την STC, προκειμένου να της δώσει τη δυνατότητα, σύμφωνα με το άρθρο 160, παράγραφος 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, να διορθώσει τα προφανή εκ παραδρομής σφάλματα που είχαν διαπιστωθεί.
40
Όπως προκύπτει από τη σκέψη 3 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, η Επιτροπή διαβίβασε βέβαια στην STC, με την επιστολή της 30ής Ιανουαρίου 2014, το έγγραφο «Προσφορά του συμβαλλομένου», όπως είχε πλέον διαμορφωθεί και όπου αναφέρονταν οι τιμές μονάδας και το συνολικό κόστος της διορθωμένης προσφοράς. Εντούτοις, όταν η STC δήλωσε, με το ηλεκτρονικό μήνυμα της 7ης Φεβρουαρίου 2014, ότι δεν συμφωνούσε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις και ότι ενέμενε αντίθετα στο συνολικό ποσό της προσφοράς της, τροποποιώντας επομένως τις αρχικές τιμές μονάδας, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τη δήλωση αυτή της εταιρίας. Πράγματι, όπως επισήμανε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου με τη σκέψη 4 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, με βάση ακριβώς αυτή την απάντηση στην επιστολή της της 30ής Ιανουαρίου 2014 η Επιτροπή έλαβε στη συνέχεια την απόφαση να απορρίψει την προσφορά της STC, όπως η προσφορά αυτή είχε τροποποιηθεί από την εταιρία αυτή, απόφαση που περιλαμβάνεται στην επιστολή της Επιτροπής της 3ης Απριλίου 2014.
41
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, δεν τροποποίησε την προσφορά της STC υποκαθιστάμενη στην εταιρία αυτή και ότι, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η STC, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου δεν αποφάνθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, ότι θα ήταν νόμιμη μια τέτοια τροποποίηση. Όπως δέχτηκε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, η Επιτροπή δεν υπερέβη, εκ πρώτης όψεως, τα όρια της εξουσίας που έχει να έρχεται σε επαφή με τους υποβάλλοντες προσφορά, αφού απλώς πρότεινε στην STC τη διόρθωση των ποσοτήτων για ορισμένες παροχές που αναγράφονταν στην προσφορά της.
42
Η STC ισχυρίζεται επίσης ότι η εκτίμηση του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου σε σχέση με την ύπαρξη του fumus boni juris είναι νομικά εσφαλμένη, όσον αφορά το ζήτημα αν η Επιτροπή καλώς απέρριψε την προσφορά της STC με την αιτιολογία ότι η εταιρία αυτή είχε τροποποιήσει, αντί να διορθώσει, το περιεχόμενο της οικονομικής προσφοράς της.
43
Συναφώς υπενθυμίζεται ότι, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω στη σκέψη 28, η διόρθωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 160, παράγραφος 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, των εκ παραδρομής σφαλμάτων που έχουν κάνει οι υποβάλλοντες προσφορά κατά την κατάρτιση των προσφορών τους δεν πρέπει να τους δίνει τη δυνατότητα τροποποίησης της προσφοράς τους και να τους παρέχει έτσι ένα αδικαιολόγητο πλεονέκτημα.
44
Κατά συνέπεια, δεν επιτρέπεται, κατά το άρθρο 160, παράγραφος 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, καμία τροποποίηση της οικονομικής προσφοράς που δεν συνίσταται στην απλή διόρθωση ενός προφανούς εκ παραδρομής σφάλματος ή δεν συνάγεται αυτόματα από τέτοια διόρθωση. Η αναθέτουσα αρχή δηλαδή δεν μπορεί να παρέχει, μετά την αποσφράγιση των προσφορών, σε έναν μόνο προσφέροντα τη δυνατότητα να τροποποιήσει το περιεχόμενο της προσφοράς του, ειδάλλως θα παραβιαζόταν η αρχή της ίσης μεταχείρισης και το γράμμα της εν λόγω διάταξης.
45
Κατά την STC, η διόρθωση των τιμών μονάδας στην οποία αναφέρεται το ηλεκτρονικό της μήνυμα της 7ης Φεβρουαρίου 2014 έπρεπε να επιτραπεί, διότι δεν μετέβαλλε το συνολικό κόστος της προσφοράς της. Ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου τόνισε πάντως ορθά, αφενός με τη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε η STC με το μήνυμα αυτό ισοδυναμούν με διπλασιασμό του ποσού της προσφοράς της, όσον αφορά την τιμή των παροχών για τις οποίες οι ζητούμενες ποσότητες μειώθηκαν στο μισό, και αφετέρου με τη σκέψη 29 της εν λόγω διάταξης ότι το συνολικό κόστος της προσφοράς υπολογιζόταν αυτόματα με βάση τις ζητούμενες ποσότητες και τις τιμές μονάδας, τις οποίες και μόνο είναι υποχρεωμένοι να αναγράφουν οι προσφέροντες στο έγγραφο «Προσφορά του συμβαλλομένου».
46
Με δεδομένες τις διαπιστώσεις αυτές και με βάση αυτά που έγιναν δεκτά ανωτέρω στη σκέψη 44, καλώς επίσης ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου τόνισε, με τη σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης της ύπαρξης fumus boni juris, ότι δεν επιτρεπόταν να δοθεί στην STC, μετά τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης των προσφορών, η δυνατότητα αύξησης των ανά μονάδα τιμών της σε συνάρτηση με τις ζητούμενες ποσότητες και, με τη σκέψη 29 της εν λόγω διάταξης, ότι οι τιμές αυτές αποτελούσαν προφανώς μια ουσιαστική παράμετρο της προσφοράς. Η διόρθωση της προσφοράς της STC που θα συνίστατο σε τροποποίηση των αρχικώς υποβληθεισών τιμών μονάδας θα ήταν δηλαδή πιθανό να παράσχει στην εταιρία αυτή αδικαιολόγητο πλεονέκτημα έναντι των άλλων προσφερόντων και θα μπορούσε επομένως να αντιβαίνει στο άρθρο 160, παράγραφος 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
47
Υπό τις συνθήκες αυτές, ορθώς ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου δέχτηκε, με τις σκέψεις 25 και 30 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι η μόνη δυνατή διόρθωση, χωρίς καμία παράνομη τροποποίηση της προσφοράς, φαινόταν εκ πρώτης όψεως να είναι η εφαρμογή των τιμών μονάδας που αναγράφονταν στην αρχική προσφορά της 15ης Νοεμβρίου 2013 στις νέες ποσότητες που απαιτούνταν κατά την πρόσκληση προς υποβολή προσφορών, όπως η πρόσκληση αυτή είχε τροποποιηθεί στις 9 Οκτωβρίου 2013. Ορθώς επίσης ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου παρατήρησε, στις σκέψεις 25 και 27 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι η Επιτροπή νομίμως, εκ πρώτης όψεως, είχε προτείνει τη διόρθωση αυτή, σύμφωνα με την εξουσία που είχε, ενώ η STC, εμμένοντας στο συνολικό κόστος της προσφοράς της παρά τη μεταβολή των απαιτούμενων ποσοτήτων, τροποποίησε το περιεχόμενο της προσφοράς αυτής.
48
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της STC ότι είχε το δικαίωμα, αντίθετα από ό,τι δέχτηκε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, να διορθώσει, όπως έπραξε με το ηλεκτρονικό μήνυμα της 7ης Φεβρουαρίου 2014, τις τιμές μονάδας που είχε υποβάλει με την αρχική προσφορά της.
49
Επομένως, κανείς από τους λόγους αναίρεσης δεν επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι είναι παράνομη η απόφανση του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου ότι, με βάση τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν ενώπιόν του και υπό την επιφύλαξη της εξέτασης της υπόθεσης επί της ουσίας, ο δεύτερος λόγος ακύρωσης δεν αποδείκνυε το εκ πρώτης όψεως βάσιμο (fumus boni juris).
50
Κατά συνέπεια, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί εξ ολοκλήρου, χωρίς να είναι αναγκαίο να ληφθεί απόφαση επί του παραδεκτού του αιτήματος της STC να ανασταλεί η εκτέλεση των επίμαχων αποφάσεων. Μολονότι δηλαδή το αίτημα αυτό δεν προβλήθηκε επικουρικά, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ζήτημα αυτό θα ετίθετο μόνο σε περίπτωση εξαφάνισης της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης.
Επί των δικαστικών εξόδων
51
Το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προβλέπει ότι, όταν η αίτηση αναίρεσης είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Αφού η STC ηττήθηκε, η εταιρία αυτή πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής και της CPL Concordia.
Για τους λόγους αυτούς, ο αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
2)
Καταδικάζει την STC SpA στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy