ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 17ης Νοεμβρίου 2015 ( * )
«Προδικαστική παραπομπή — Άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου — Οδηγία 79/7/ΕΟΚ — Άρθρο 4, παράγραφος 1 — Ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζόμενων — Εργαζόμενοι υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως, κατά κύριο λόγο γυναικείου φύλου — Εθνική ρύθμιση που προβλέπει ανώτατο ποσό της παροχής ανεργίας — Ρύθμιση που υπολογίζει το ποσό αυτό βάσει της αναλογίας του χρόνου εργασίας των εργαζόμενων υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως και του χρόνου εργασίας των εργαζόμενων πλήρους απασχολήσεως»
Στην υπόθεση C‑137/15,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Autónoma del País Vasco (Ανώτατο Δικαστήριο της Αυτόνομης Κοινότητας της Χώρας των Βάσκων, Ισπανία) με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Μαρτίου 2015, στο πλαίσιο της δίκης
María Pilar Plaza Bravo
κατά
Servicio Público de Empleo Estatal Dirección Provincial de Álava,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Toader, πρόεδρο τμήματος, A. Prechal (εισηγήτρια) και E. Jarašiūnas, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον L. Banciella Rodríguez‑Miñón και την A. Gavela Llopis,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις S. Pardo Quintillán και A. Szmytkowska, καθώς και από τον D. Martin,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, κατά το άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της M. P. Plaza Bravo και της Servicio Público de Empleo Estatal Dirección Provincial de Álava (Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχολήσεως, Περιφερειακή Διεύθυνση της Álava, στο εξής: SPE) σχετικά με το ύψος των παροχών ανεργίας που έλαβε η πρώτη.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Κατά το άρθρο της 2, η οδηγία 79/7 έχει εφαρμογή, μεταξύ άλλων, επί των εργαζόμενων των οποίων η δραστηριότητα έχει διακοπεί λόγω μη ηθελημένης ανεργίας. Περαιτέρω, η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου της 3, μεταξύ άλλων, στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία από την ανεργία.
4
Το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας προβλέπει στην παράγραφο 1:
«Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
—
το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
—
την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
—
τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.»
Το δίκαιο της Ισπανίας
5
Το άρθρο 211 του γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως (Ley General de la Seguridad Social), ο οποίος εγκρίθηκε με το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/94, της 20ής Ιουνίου 1994 (BOE αριθ. 154, της 29ης Ιουνίου 1994, σ. 20658, στο εξής: LGSS), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των περιστατικών της κύριας δίκης, ορίζει:
«1. Το βασικό ποσό της παροχής ανεργίας συνίσταται στον μέσο όρο της βάσεως καταβολής εισφορών για τον κίνδυνο αυτόν κατά τη διάρκεια των τελευταίων 180 ημερών [εργασίας].
[...]
2. Το ποσό της παροχής ανεργίας καθορίζεται εφαρμόζοντας στο βασικό ποσό της παροχής ανεργίας τα ακόλουθα ποσοστά: το 70 % κατά τις πρώτες εκατόν ογδόντα ημέρες και το 50 % από την εκατοστή ογδοηκοστή πρώτη ημέρα και μετά.
3. Το ανώτατο ποσό της παροχής ανεργίας ορίζεται στο 175 % του δημόσιου δείκτη εισοδημάτων πολλαπλών σκοπών [indicador público de rentas de efectos múltiples, στο εξής: IPREM], με εξαίρεση τους εργαζόμενους με ένα ή περισσότερα συντηρούμενα τέκνα, για τους οποίους το ανώτατο ποσό ορίζεται αντίστοιχα στο 200 % ή το 225 % του [IPREM.].
Το κατώτατο ποσό παροχής ανεργίας ορίζεται στο 107 % ή το 80 % του [IPREM], αναλόγως του αν ο εργαζόμενος έχει ή δεν έχει συντηρούμενα τέκνα.
Σε περίπτωση ανεργίας λόγω απώλειας εργασίας μερικής ή πλήρους απασχολήσεως, τα ανώτατα και κατώτατα ποσά της παροχής που προβλέπουν οι ως άνω παράγραφοι καθορίζονται με βάση τον [IPREM], ο οποίος υπολογίζεται σε συνάρτηση με τον μέσο όρο των δεδουλευμένων ωρών κατά την περίοδο των τελευταίων 180 ημερών στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου, και ο εν λόγω μέσος όρος σταθμίζεται με βάση τις ημέρες πλήρους ή μερικής απασχολήσεως σε κάθε θέση εργασίας κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
Ο [IPREM] που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου είναι ο ισχύων κατά τον χρόνο της γένεσης του δικαιώματος, επαυξημένος κατά ένα έκτο.
[...]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
6
Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εργαζόταν από τις 30 Μαρτίου 1977 ως καμαριέρα σε ξενοδοχείο που ανήκε σε ξενοδοχειακή αλυσίδα. Η προσφεύγουσα είχε συνάψει με την εταιρία σύμβαση εργασίας μερικής απασχολήσεως αορίστου χρόνου σύμφωνα με την οποία ο χρόνος εργασίας της αντιστοιχούσε στο 60 % του χρόνου εργασίας του εργαζόμενου πλήρους απασχολήσεως. Η προσφεύγουσα κατέβαλλε τις ασφαλιστικές εισφορές της στο Γενικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφαλίσεως της Ισπανίας.
7
Στις 9 Μαΐου 2013, η προσφεύγουσα απολύθηκε στο πλαίσιο ομαδικών απολύσεων που έγιναν σε πολλές εγκαταστάσεις της εν λόγω αλυσίδας ξενοδοχείων για οικονομικούς λόγους ή για λόγους σχετικούς με την οργάνωση ή την παραγωγή και οι οποίες αφορούσαν συνολικά 359 εργαζόμενους, από τους οποίους οι 317 ήταν γυναίκες και οι 42 άνδρες.
8
Μετά την καταγγελία της συμβάσεώς της, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υπέβαλε αίτηση για χορήγηση παροχής ανεργίας ανταποδοτικού χαρακτήρα, η οποία της χορηγήθηκε από τη SPE στις 15 Μαΐου 2013, με έναρξη καταβολής στις 10 Μαΐου 2013 και για χρονικό διάστημα 720 ημερών. Το αρχικό ποσό των 21,74 ευρώ ημερησίως που της χορηγήθηκε υπολογίσθηκε σε δύο στάδια.
9
Κατά το πρώτο στάδιο, η ημερήσια παροχή ανεργίας υπολογίσθηκε πολλαπλασιάζοντας την ημερήσια βάση υπολογισμού με το ποσοστό 70 % που προβλέπεται στο άρθρο 211, παράγραφος 2, του LGSS. Η εν λόγω ημερήσια βάση προέκυψε διαιρώντας διά 30 τον μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών που έλαβε η προσφεύγουσα κατά τις 180 τελευταίες ημέρες εργασίας, δηλαδή 1554,52 ευρώ. Η ημερήσια παροχή ανερχόταν επομένως σε 36,27 ευρώ.
10
Κατά το δεύτερο στάδιο, το ποσό της ημερήσιας παροχής μειώθηκε στο ανώτατο ποσό που προβλέπεται στο άρθρο 211, παράγραφος 3, του LGSS. Πρώτον, εφόσον η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν είχε συντηρούμενο τέκνο, το ανώτατο μηνιαίο ποσό της παροχής ανεργίας καθορίστηκε πολλαπλασιάζοντας τον μηνιαίο IPREM για το έτος 2013, που ανερχόταν σε 532,51 ευρώ, επαυξημένο κατά ένα έκτο, με το ποσοστό 175 %. Το γινόμενο της ως άνω πράξεως ανερχόταν σε 1087,20 ευρώ. Ακολούθως, το ποσό αυτό διαιρέθηκε με το 30 για εξαχθεί το ανώτατο ημερήσιο ποσό της παροχής ανεργίας. Τέλος, στο εν λόγω ανώτατο ημερήσιο ποσό, ανερχόμενο σε 36,24 ευρώ, εφαρμόσθηκε συντελεστής 60 %, που αντιστοιχούσε στον χρόνο μερικής απασχολήσεως της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, που αντιστοιχούσε στο 60 % του χρόνου πλήρους εργασίας. Από τον ως άνω υπολογισμό προέκυψε το ποσό των 21,74 ευρώ που αναφέρεται στη σκέψη 8 της παρούσας διατάξεως.
11
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης άσκησε διοικητική προσφυγή ζητώντας να μην εφαρμοστεί ο εν λόγω συντελεστής. Η εν λόγω διοικητική προσφυγή απορρίφθηκε με απόφαση της SPE της 3ης Ιουλίου 2013. Με απόφαση της 30ής Ιουνίου 2014, το Juzgado de lo social no 3 de Vitoria-Gasteiz (δικαστήριο εργατικών διαφορών υπ’ αριθ. 3 της Vitoria-Gasteiz) επικύρωσε την απόφαση αυτή, βάσει του άρθρου 211, παράγραφος 3, του LGSS.
12
Το αιτούν δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής, εξηγεί, εισαγωγικά, ότι για τις θέσεις μερικής απασχολήσεως στην Ισπανία προσλαμβάνονται, ως επί το πλείστον, γυναίκες. Το γνωστό αυτό και αδιαμφισβήτητο γεγονός επιρρωννύεται επίσης από την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού που διεξήγαγε το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής (Instituto Nacional de Estadística) τον Δεκέμβριο του 2014, από την οποία προκύπτει ότι ο αριθμός των γυναικών που εργάζονται υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως στην Ισπανία αποτελεί το 25,3 % του συνόλου των εργαζόμενων γυναικών, δηλαδή μία στις τέσσερις, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην περίπτωση των ανδρών εργαζόμενων είναι μόνον 7,8 %, δηλαδή λιγότερο από ένας στους δώδεκα.
13
Κατά το εν λόγω δικαστήριο, η εφαρμογή του άρθρου 211, παράγραφος 3, του LGSS έχει ως αποτέλεσμα τη δυσμενή μεταχείριση των εργαζόμενων υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως σε σχέση με τους εργαζόμενους πλήρους απασχολήσεως, καθόσον η εν λόγω διάταξη θεσπίζει ένα ανώτατο ποσό παροχής ανεργίας καθοριζόμενο βάσει του IPREM, το οποίο υπολογίζεται σε συνάρτηση με τον μέσο όρο των δεδουλευμένων ωρών κατά την περίοδο των τελευταίων 180 ημερών εργασίας.
14
Προκειμένου να καταστεί σαφής η διαφορετική αυτή μεταχείριση, το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι εργαζόμενος υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως χωρίς συντηρούμενο τέκνο, όπως η προσφεύγουσα στην υπόθεση της κύριας δίκης, του οποίου ο χρόνος εργασίας του τις τελευταίες 180 ημέρες πριν την καταγγελία της συμβάσεώς του αντιστοιχεί στο 60 % του χρόνου εργασίας του εργαζόμενου πλήρους απασχολήσεως και λαμβάνει κατά μέσο όρο μηνιαίες αποδοχές, βάσει των οποίων καταβάλλει εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως, ύψους 1554,52 ευρώ, και ο οποίος χάνει τη μοναδική απασχόλησή του έχοντας προϋπηρεσία 36 ετών, λαμβάνει ως παροχή ανεργίας ανταποδοτικού χαρακτήρα το ποσό των 652,20 ευρώ μηνιαίως (21,74 ευρώ x 30 μέρες), ενώ ο εργαζόμενος πλήρους απασχολήσεως με ανάλογη οικογενειακή κατάσταση ο οποίος έχει τις ίδιες αποδοχές και καταβάλλει ισόποσες εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως θα λάβει 1087,20 ευρώ (36,24 ευρώ x 30 μέρες).
15
Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ο επίμαχος στην κύρια δίκη κανόνας που προβλέπεται στο άρθρο 211, παράγραφος 3, του LGSS δεν δικαιολογείται λόγω αντικειμενικών συνθηκών και συνιστά παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου. Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει, ιδίως, ότι οι εργαζόμενοι πλήρους απασχολήσεως και οι εργαζόμενοι υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως συμβάλλουν ισόποσα στη χρηματοδότηση της προστασίας από τον κίνδυνο της ανεργίας, αναλόγως του ύψους των αποδοχών που λαμβάνουν, ενώ το ύψος των παροχών που δικαιούνται διαφέρει κατά πολύ. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση θίγει κυρίως τις γυναίκες. Αυξάνεται δε όσο μεγαλύτερος είναι ο συντελεστής της διάρκειας εργασίας υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως.
16
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Autónoma del País Vasco αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
17
Κατά το άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν ερώτημα που υποβάλλεται με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι ταυτόσημο με ερώτημα επί του οποίου το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, όταν η απάντηση σε τέτοιο ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία ή όταν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απάντηση που προσήκει στο υποβληθέν με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ερώτημα, το Δικαστήριο, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
18
Η εν λόγω δικονομική διάταξη πρέπει να εφαρμοσθεί στην υπό κρίση υπόθεση.
19
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι το δίκαιο της Ένωσης σέβεται την αρμοδιότητα των κρατών μελών να οργανώνουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως και ότι, ελλείψει εναρμονίσεως στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, εντούτοις, κατά την άσκηση της ως άνω αρμοδιότητας, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση Cachaldora Fernández, C‑527/13, EU:C:2015:215, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
20
Επομένως, το δίκαιο της Ένωσης δεν θίγει, κατ’ αρχήν, την επιλογή του Ισπανού νομοθέτη να καθορίσει, με διάταξη όπως αυτή του άρθρου 211, παράγραφος 3, του LGSS, ανώτατα και κατώτατα ποσά της παροχής ανεργίας και να εφαρμόσει στα ποσά αυτά συντελεστή μερικής απασχολήσεως. Ωστόσο, πρέπει να εξετασθεί αν, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η επιλογή αυτή συνάδει με την οδηγία 79/7 (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Cachaldora Fernández, C‑527/13, EU:C:2015:215, σκέψη 26).
21
Επιβάλλεται η διαπίστωση, εισαγωγικά, ότι εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν ενέχει δυσμενή διάκριση στηριζόμενη άμεσα στο φύλο, εφόσον εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στους εργαζόμενους όσο και στις εργαζόμενες. Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν συνιστά διάκριση η οποία στηρίζεται εμμέσως στο κριτήριο αυτό.
22
Όσον αφορά το ζήτημα εάν ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ενέχει, όπως παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο, έμμεση διάκριση, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου έμμεση διάκριση υφίσταται όταν η εφαρμογή ενός εθνικού μέτρου, το οποίο έχει εντούτοις ουδέτερη διατύπωση, θέτει στην πράξη σε δυσμενέστερη θέση πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών (απόφαση Cachaldora Fernández, C‑527/13, EU:C:2015:215, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
23
Στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να τονιστεί ότι η εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου στηρίζεται στη διπλή παραδοχή ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη, δηλαδή το άρθρο 211, παράγραφος 3, του LGSS, αφορά την ομάδα των εργαζόμενων υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως, η οποία αποτελείται, στη μεγάλη της πλειοψηφία, από γυναίκες.
24
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής και όπως επισημαίνει και η Ισπανική Κυβέρνηση, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη δεν έχει εφαρμογή σε όλους τους εργαζόμενους υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως, αλλά μόνο στους εργαζόμενους στους οποίους, λαμβανομένων υπόψη των αποδοχών που έλαβαν κατά την περίοδο των τελευταίων 180 ημερών εργασίας, έχουν εφαρμογή τα ανώτατα ή κατώτατα ποσά της παροχής ανεργίας. Επομένως, από τα γενικά στατιστικά δεδομένα για την ομάδα των εργαζόμενων υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως, συνολικώς εκτιμώμενα, δεν αποδεικνύεται ότι η διάταξη αυτή επηρεάζει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Cachaldora Fernández, C‑527/13, EU:C:2015:215, σκέψη 30).
25
Ομοίως, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι υφίστανται στατιστικά δεδομένα για την ομάδα των εργαζόμενων που θίγονται ειδικώς από την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη, από τα οποία θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι η διάταξη αυτή επηρεάζει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών.
26
Περαιτέρω, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όπως παρατήρησαν η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, τα ανώτατα ποσά της παροχής ανεργίας που προβλέπονται στο άρθρο 211, παράγραφος 3, του LGSS, τα οποία αφορά ειδικότερα η υπόθεση της κύριας δίκης, ενδέχεται να περιάγουν σε δυσμενέστερη θέση εξίσου, αν όχι περισσότερο, τους εργαζόμενους πλήρους απασχολήσεως, εφόσον τα ποσά αυτά καθορίζονται βάσει του IPREM, ο οποίος εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους.
27
Εξάλλου, το γεγονός ότι τα εν λόγω ανώτατα ποσά αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με την αρχή pro rata temporis, προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο μειωμένος χρόνος εργασίας του εργαζόμενου υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως σε σχέση με τον εργαζόμενο πλήρους απασχολήσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθεαυτό, ως αντίθετο στο δίκαιο της Ένωσης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Österreichischer Gewerkschaftsbund, C‑476/12, EU:C:2014:2332, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28
Κατά τα λοιπά, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, η εν λόγω προσαρμογή σύμφωνα με την αρχή pro rata temporis μπορεί να διασφαλίσει το ίδιο ανώτατο ποσό παροχής ανεργίας για κάθε δεδουλευμένη ώρα και να λειτουργήσει, ως εκ τούτου, υπέρ της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
29
Κατόπιν των προεκτεθέντων, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη δεν μπορεί, βάσει των στοιχείων που περιγράφονται στην απόφαση περί παραπομπής, να θεωρηθεί ότι περιάγει σε δυσμενή θέση κατά κύριο λόγο μια ορισμένη κατηγορία εργαζόμενων, εν προκειμένω τους εργαζόμενους υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως και, κατά μείζονα λόγο, τις γυναίκες. Η διάταξη αυτή δεν μπορεί επομένως να χαρακτηρισθεί ως μέτρο το οποίο ενέχει έμμεση διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.
30
Συνεπώς, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 δεν αντιτίθεται, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, σε εθνική διάταξη βάσει της οποίας, για τον υπολογισμό των παροχών πλήρους ανεργίας που λαμβάνει εργαζόμενος λόγω απώλειας της μοναδικής θέσεως εργασίας υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως που διέθετε, εφαρμόζεται επί του ανώτατου προβλεπόμενου από τον νόμο ποσού των παροχών ανεργίας συντελεστής μερικής απασχολήσεως, ο οποίος αντιστοιχεί στην αναλογία του χρόνου εργασίας του εργαζόμενου υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως και του χρόνου εργασίας παρεμφερούς εργαζόμενου πλήρους απασχολήσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
31
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν αντιτίθεται, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, σε εθνική διάταξη βάσει της οποίας, για τον υπολογισμό των παροχών πλήρους ανεργίας που λαμβάνει εργαζόμενος λόγω απώλειας της μοναδικής θέσεως εργασίας υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως που διέθετε, εφαρμόζεται επί του ανώτατου προβλεπόμενου από τον νόμο ποσού των παροχών ανεργίας συντελεστής μερικής απασχολήσεως, ο οποίος αντιστοιχεί στην αναλογία του χρόνου εργασίας του εργαζόμενου υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως και του χρόνου εργασίας παρεμφερούς εργαζόμενου πλήρους απασχολήσεως.
(υπογραφές)
( * ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy