ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 17ης Σεπτεμβρίου 2015 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Διάταξη ασφαλιστικών μέτρων — Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Διαταγή περί υποβολής σε έλεγχο — Προσβολή του επαγγελματικού απορρήτου — Άρνηση αναστολής των μέτρων έρευνας — Ανάγκη χορηγήσεως προσωρινών μέτρων — Δεν υφίσταται — Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση C‑386/15 P(R),
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 57, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 17 Ιουλίου 2015,
Alcogroup SA, με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο),
Alcodis SA, με έδρα τις Βρυξέλλες,
εκπροσωπούμενες από τους P. de Bandt, J. Dewispelaere και J. Probst, avocats,
αναιρεσείουσες,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους C. Giolito, Θ. Χριστοφόρου, V. Bottka και F. Jimeno Fernández,
καθής πρωτοδίκως,
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ,
αφού άκουσε τον πρώτο γενικό εισαγγελέα, M. Wathelet,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με την αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν, οι εταιρίες Alcogroup SA (στο εξής: Alcogroup) και Alcodis SA (στο εξής: Alcodis) ζητούν την αναίρεση της διατάξεως του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Ιουνίου 2015, Alcogroup και Alcodis κατά Επιτροπής (T‑274/15 R, EU:T:2015:389, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτησή τους για χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα, αφενός, να ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως C(2015) 1769 τελικό της Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 2015 (στο εξής: πρώτη επίδικη απόφαση), η οποία απευθύνθηκε στην Alcogroup καθώς και σε κάθε επιχείρηση την οποία αυτή ελέγχει άμεσα ή έμμεσα, συμπεριλαμβανομένης της Alcodis, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 ΣΛΕΕ] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ L 1, σ. 1), καθώς και της αποφάσεως της Επιτροπής της 8ης Μαΐου 2015 (στο εξής: δεύτερη επίδικη απόφαση), η οποία απευθύνθηκε στην Alcogroup στο πλαίσιο των ερευνών AT.A0244 – Bioéthanol (προηγουμένως AQUA VIT) – και AT.A0054 – Oil and Biofuel Markets – και, αφετέρου, να διαταχθεί η Επιτροπή να αναστείλει κάθε πράξη έρευνας στο πλαίσιο των διαδικασιών AT.40054 και AT.40244.
2
Επιβάλλεται να διευκρινιστεί εκ προοιμίου ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πριν η Επιτροπή καταθέσει παρατηρήσεις επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και σε ημερομηνία κατά την οποία η προθεσμία για την κατάθεση των παρατηρήσεων αυτών δεν είχε ακόμη εκπνεύσει. Επομένως, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη στηρίζεται αποκλειστικά στα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Αν και η Επιτροπή αμφισβητεί ορισμένα από τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, το πράττει επικουρικώς και για την περίπτωση που η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη θα αναιρεθεί. Ως εκ τούτου, για τους σκοπούς της εξετάσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, η παρούσα διάταξη λαμβάνει ως αποδεδειγμένα τα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, χωρίς να επιβεβαιώνει ούτε να αναιρεί την ακρίβειά τους.
Το ιστορικό της διαφοράς όπως παρατίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
3
Οι Alcogroup και Alcodis δραστηριοποιούνται στην παραγωγή, τη μετατροπή και την εμπορία αιθανόλης. Κατόπιν καταγγελίας που κατατέθηκε τον Μάρτιο του 2013, η Επιτροπή διενήργησε, τον Μάιο του 2013, ελέγχους στις εγκαταστάσεις επιχειρήσεως η οποία είχε αναπτύξει και έθετε στη διάθεση του κοινού μέθοδο αξιολογήσεως των τιμών της αιθανόλης καθώς και στις εγκαταστάσεις πολλών άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του αργού πετρελαίου, των προϊόντων διυλίσεως πετρελαίου και των βιοκαυσίμων. Η έρευνα αυτή, που καταχωρίσθηκε με την ένδειξη AT.40054 (Oil and Biofuel Markets), αφορούσε τόσο τη λειτουργία της μεθόδου αυτής όσο και ενδεχόμενες συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων που επιθυμούν να εκμεταλλευτούν τη μέθοδο προς όφελός τους.
4
Στο πλαίσιο της εν λόγω έρευνας η Επιτροπή απηύθυνε, στις 23 Μαΐου 2014, αίτηση παροχής πληροφοριών στην Alcodis, δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1/2003. Η Alcodis απάντησε στην αίτηση αυτή στις 14 Ιουνίου 2014.
5
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, η Επιτροπή υποχρέωσε τις Alcogroup και Alcodis να υποβληθούν σε έλεγχο δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003. Ο έλεγχος διενεργήθηκε στις εγκαταστάσεις τους από τις 7 έως τις 10 Οκτωβρίου 2014. Στο πλαίσιο και κατόπιν του ελέγχου αυτού, οι Alcogroup και Alcodis ζήτησαν τη συνδρομή των δικηγόρων τους για να διασφαλίσουν την άμυνά τους. Κατόπιν τούτου, πολλά έγγραφα καταρτίσθηκαν και αντηλλάγησαν μεταξύ των εν λόγω εταιριών και των δικηγόρων τους. Διευκρινίσθηκε ότι η αλληλογραφία αυτή και τα συνημμένα έγγραφα καλύπτονταν από το επαγγελματικό απόρρητο των δικηγόρων, ενώ κάθε έγγραφο έφερε τη μνεία, σε αγγλική γλώσσα, «legally privileged» ή αρχειοθετείτο σε φάκελο που έφερε τον τίτλο, στην ίδια γλώσσα, «legally privileged».
6
Παράλληλα με την έρευνα AT.40054, η Επιτροπή κίνησε την έρευνα AT.40244, σχετικά με ενδεχόμενες συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που έχουν ως σκοπό να συντονίσουν τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εμπορίας της βιοαιθανόλης, στην κατανομή αγορών και πελατών καθώς και στις ανταλλαγές πληροφοριών. Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, η Επιτροπή, με την πρώτη επίδικη απόφαση, υποχρέωσε τις Alcogroup και Alcodis να υποβληθούν σε έλεγχο, ο οποίος διενεργήθηκε από τις 24 έως τις 27 Μαρτίου 2015. Κατά την έναρξη του ελέγχου, οι δικηγόροι των επιχειρήσεων αυτών ζήτησαν από τους ελεγκτές της Επιτροπής να αποκλείσουν από τις έρευνές τα έγγραφα άμυνας που κατήρτισαν κατόπιν του ελέγχου που διενεργήθηκε από τις 7 έως τις 10 Οκτωβρίου 2014. Συνομολογήθηκε ότι κάθε έγγραφο που φέρει τη μνεία, σε αγγλική γλώσσα, «legally privileged» θα παρεκάμπτετο, χωρίς να εξετασθεί από τους ελεγκτές, και θα αποτελούσε αντικείμενο ελέγχου από κοινού με τους δικηγόρους των Alcogroup και Alcodis.
7
Αποδείχθηκε ωστόσο, στη συνέχεια, κατά τις Alcogroup και Alcodis, ότι οι ελεγκτές της Επιτροπής είχαν αναλύσει τα έγγραφα προκειμένου να διαπιστώσουν αν ασκούσαν επιρροή στην έρευνα και ότι είχαν επιλέξει διάφορα έγγραφα άμυνας που έφεραν τη μνεία, στην αγγλική γλώσσα, «legally privileged» προκειμένου να προβούν σε κατάσχεση. Κατόπιν των διαμαρτυριών των δικηγόρων των Alcogroup και Alcodis, τα έγγραφα αυτά απομακρύνθηκαν από τον κατάλογο των προς κατάσχεση εγγράφων και οι ελεγκτές δέχθηκαν να θέσουν τα έγγραφα που έφεραν την εν λόγω μνεία «legally privileged» σε χωριστό φάκελο και να μην τα εξετάσουν παρά μόνον παρουσία δικηγόρου των Alcogroup και Alcodis. Κατά τις εταιρίες αυτές, πάντως, οι ως άνω ελεγκτές είχαν ήδη συμβουλευθεί τα έγγραφα που είχαν καταρτισθεί ενόψει της άμυνας των δύο αυτών εταιριών κατόπιν του πρώτου ελέγχου, που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της έρευνας AT.40054.
8
Οι Alcogroup και Alcodis απηύθυναν, στις 21 Απριλίου 2015, έγγραφο στην Επιτροπή, στο οποίο ζήτησαν την άμεση αναστολή κάθε πράξεως έρευνας που τις αφορά στο πλαίσιο των διαδικασιών AT.40054 και AT.40244, περιλαμβανομένης και οποιαδήποτε έρευνας ή αναλύσεως των κατασχεθέντων εγγράφων. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε στις 8 Μαΐου 2015, με τη δεύτερη επίδικη απόφαση.
Η διαδικασία ενώπιον του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
9
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 29 Μαΐου 2015, οι Alcogroup και Alcodis άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως κατά των δύο επίδικων αποφάσεων.
10
Με χωριστό έγγραφο, που κατέθεσαν αυθημερόν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, οι Alcogroup και Alcodis υπέβαλαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία, στην ουσία, ζήτησαν από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
—
να αναστείλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 105, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου (νυν άρθρο 157, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού), την εκτέλεση των δύο επίδικων αποφάσεων έως το πέρας της δίκης επί των ασφαλιστικών μέτρων και, σε κάθε περίπτωση, έως ότου το Γενικό Δικαστήριο αποφανθεί επί της προσφυγής τους·
—
να διατάξει την Επιτροπή να αναστείλει κάθε πράξη έρευνας στο πλαίσιο των διαδικασιών AT.40054 και AT.40244, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
11
Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση αυτή ως απαράδεκτη πριν από την εκπνοή της προθεσμίας για την κατάθεση παρατηρήσεων από την Επιτροπή.
12
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του αιτήματος των Alcogroup και Alcodis, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της πρώτης επίδικης αποφάσεως ήταν απαράδεκτο, διότι, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είχε ήδη εκτελεστεί καθ’ ολοκληρίαν, η αναστολή της δεν είχε νόημα. Όσον αφορά το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της δεύτερης επίδικης αποφάσεως, επισήμανε ότι, κατ’ αρχήν, μια τέτοια αρνητική απόφαση, περί απορρίψεως υποβληθείσας στη Διοίκηση αιτήσεως, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του αιτήματος των Alcogroup και Alcodis, με αντικείμενο να διαταχθεί η Επιτροπή να αναστείλει κάθε πράξη έρευνας ή άλλη πράξη που τις αφορούσε, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου τόνισε, κατ’ ουσίαν, ότι υπερέβαινε το αντικείμενο της προσφυγής που ασκήθηκε στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας, εφόσον, εάν εχορηγείτο η αιτούμενη αναστολή, θα προεξοφλούσε τα μέτρα που θα μπορούσε να λάβει η Επιτροπή κατόπιν ενδεχόμενης αποφάσεως περί ακυρώσεως της πρώτης και της δεύτερης επίδικης αποφάσεως. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αναγκαίο να διαταχθούν εκ των προτέρων τέτοια μέτρα για να διασφαλισθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα ακυρωτικής αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση, διότι, σε περίπτωση ακυρώσεως των εν λόγω επίδικων αποφάσεων, η απομάκρυνση από τον φάκελο έρευνας κάθε παρανόμως χρησιμοποιηθέντος στοιχείου θα αρκούσε προς τον σκοπό αυτόν.
Αιτήματα των διαδίκων
13
Οι Alcogroup και Alcodis ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη·
—
να διατάξει τα προσωρινά μέτρα που ζήτησαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
14
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
—
επικουρικώς, να απορρίψει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, και
—
να καταδικάσει τις Alcogroup και Alcodis στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων εκείνων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
15
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, οι Alcogroup και Alcodis προβάλλουν τρεις λόγους. Ο πρώτος λόγος, ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του παραδεκτού των αιτήσεων που διατύπωσαν στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του αιτήματος που υπέβαλαν πρωτοδίκως, διαρθρώνεται σε τρία σκέλη με τα οποία οι αναιρεσείουσες προβάλλουν, αντιστοίχως:
—
παραμόρφωση της αιτήσεως προσωρινών μέτρων που υπέβαλαν·
—
πλάνη εκτιμήσεως του αναγκαίου χαρακτήρα των προσωρινών μέτρων που ζήτησαν στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του αιτήματος που υπέβαλαν πρωτοδίκως για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της εκδοθησομένης αποφάσεως, και
—
παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.
16
Με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι Alcogroup και Alcodis προσάπτουν στον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του παραδεκτού της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της πρώτης και της δεύτερη επίδικης αποφάσεως, αντιστοίχως.
17
Κατά τα λοιπά, οι Alcogroup και Alcodis εκθέτουν τους λόγους για τους οποίους φρονούν ότι πρέπει να διαταχθούν τα προσωρινά μέτρα που ζήτησαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
18
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Προσθέτει ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων έπρεπε να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση και ότι ορθώς ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστήριο αποφάνθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του παραδεκτού του δεύτερου σκέλους του πρωτοδίκως υποβληθέντος αιτήματος
19
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι Alcogroup και Alcodis προσάπτουν στον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου ότι διαπίστωσε, στην πρώτη φράση της σκέψεως 21 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι το δεύτερο σκέλος του πρωτοδίκως υποβληθέντος αιτήματος αποσκοπούσε, «de facto, στην επιβολή απαγορεύσεως στην Επιτροπή να συνεχίσει τις έρευνες AT.40054 και AT.40244 και να χρησιμοποιήσει, στο πλαίσιο αυτό, τις εμπιστευτικές πληροφορίες που συνέλεξε αθέμιτα [...]», ενώ, κατά τις εταιρίες αυτές, το αίτημά τους ήταν πιο περιορισμένο. Στην πραγματικότητα, ζήτησαν μόνο την αναστολή κάθε πράξεως έρευνας στο πλαίσιο των επίμαχων διαδικασιών, εν αναμονή της αποφάσεως επί της ουσίας, τούτο δε αποκλειστικά στο μέτρο που οι πράξεις τις αφορούν.
20
Συναφώς, από την ανάγνωση του συνόλου της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως προκύπτει ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου όντως έλαβε υπόψη την περιορισμένη έκταση του πρωτοδίκως υποβληθέντος αιτήματος. Ειδικότερα, η διαπίστωση αυτή απορρέει από την ανάγνωση της πρώτης φράσεως της σκέψεως 21 της διατάξεως αυτής, υπό το πρίσμα, πρώτον, της σκέψεως 12 της διατάξεως, όπου περιλαμβάνεται πιστή αποτύπωση του επίμαχου σκέλους του αιτήματος, δεύτερον, από τη σκέψη 20 της διατάξεως, όπου γίνεται υπόμνηση της προσωρινής φύσεως της αιτουμένης αναστολής και του επικουρικού χαρακτήρα των ασφαλιστικών μέτρων σε σχέση με τη διαδικασία της κύριας δίκης στην οποία εντάσσεται.
21
Επιβάλλεται να προστεθεί ότι οι Alcogroup και Alcodis εξέθεσαν, τόσο στα δικόγραφα που κατέθεσαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου όσο και στο κεφάλαιο της αιτήσεως αναιρέσεως σχετικά με τη χορήγηση των προσωρινών μέτρων που ζήτησαν, ότι κάθε πράξη έρευνας που θα διαταχθεί σε σχέση με αυτές επί τη βάσει των πληροφοριών που συνελέγησαν παρανόμως θα επιτείνει τη ζημία τους. Επομένως, ο σκοπός της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων που υπέβαλαν και, ιδίως, του δευτέρου σκέλους του πρωτοδίκως υποβληθέντος αιτήματος, ήταν πράγματι να αποφύγουν την επέλευση μιας τέτοιας ζημίας, εμποδίζοντας, προσωρινώς, την Επιτροπή να συνεχίσει τις έρευνες AT.40054 και AT.40244 όσον αφορά την ενδεχόμενη συμμετοχή τους στις παραβάσεις που αποτελούν το αντικείμενο των ερευνών αυτών, όπως ορθώς επισήμανε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου στην πρώτη φράση της σκέψεως 21 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
22
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
23
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι Alcogroup και Alcodis διατείνονται, κατ’ ουσίαν, ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, ιδίως στη σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, καθόσον εφάρμοσε, κατ’ αναλογίαν, στην υπό κρίση υπόθεση, τη συλλογιστική που διατυπώθηκε στη διάταξη Επιτροπή κατά Akzo και Akcros [C‑7/04 P(R), EU:C:2004:566], προκειμένου να εκτιμήσει την αναγκαιότητα των προσωρινών μέτρων που ζητήθηκαν για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της εκδοθησομένης αποφάσεως. Κατά τις Alcogroup και Alcodis, η παρούσα υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω διάταξη. Στην υπόθεση εκείνη, ετίθετο εν αμφιβόλω περιορισμένος αριθμός εγγράφων, οπότε η αδυναμία της Επιτροπής να χρησιμοποιήσει τα έγγραφα αυτά σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως που διέτασσε τους ελέγχους συνιστούσε επαρκή εγγύηση των δικαιωμάτων των οικείων επιχειρήσεων. Εν προκειμένω, αντιθέτως, οι ελεγκτές της Επιτροπής εσκεμμένως περιέλαβαν όλα τα έγγραφα άμυνας των Alcogroup και Alcodis εντός των ορίων του ελέγχου που διενήργησαν και έλαβαν γνώση αυτών. Θα ήταν αδύνατον για τις Alcogroup και Alcodis να αποδείξουν μεταγενέστερα και με επαρκή βεβαιότητα τη σχέση μεταξύ της εν λόγω γνώσεως των πληροφοριών που συνελέγησαν παρανόμως και ενδεχόμενων μέτρων που θα ελάμβανε η Επιτροπή σε προσεχή στάδια της έρευνας.
24
Επιβάλλεται να υπομνησθεί συναφώς ότι, μολονότι, η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη Επιτροπή κατά Akzo και Akcros [C‑7/04 P(R), EU:C:2004:566], αφορούσε περιορισμένο και μόνον αριθμό εγγράφων, η συλλογιστική που διατυπώθηκε στη διάταξη εκείνη δεν στηριζόταν στο γεγονός αυτό καθαυτό. Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 41 και 42 της εν λόγω διατάξεως, ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή έλαβε απλώς γνώση των πληροφοριών που περιλαμβάνονται σε έγγραφα που φέρονται να καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο δεν αρκούσε για την απόδειξη της ανάγκης χορηγήσεως προσωρινών μέτρων, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν είχαν αποκαλυφθεί σε τρίτους και δεν είχαν χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο διαδικασίας παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης, στη σκέψη 43 της εν λόγω διατάξεως, ότι το ενδεχόμενο να αποκτήσει η Επιτροπή πιο διευρυμένη γνώση των επίμαχων εγγράφων δεν αρκούσε για να αποδειχθεί το υποστατό σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας των οικείων εταιριών.
25
Επομένως, τα επιχειρήματα των Alcogroup και Alcodis, τα οποία στηρίζονται στο γεγονός ότι οι υπάλληλοι της Επιτροπής έλαβαν γνώση, κατά τη διάρκεια του ελέγχου, εγγράφων που καλύπτονται μεν από το επαγγελματικό απόρρητο, τα οποία όμως δεν διατηρεί στην κατοχή της η Επιτροπή μετά τον έλεγχο αυτό, κατά μείζονα λόγο δεν αρκούσαν για να αποδείξουν την ανάγκη χορηγήσεως των προσωρινών μέτρων που ζητήθηκαν προς διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της εκδοθησομένης αποφάσεως. Πράγματι, δεν υφίσταται καμία δυνατότητα να αποκαλύψει η Επιτροπή τα στοιχεία αυτά, τα οποία δεν έχει πλέον στη διάθεσή της, σε τρίτους ούτε να γίνει επίκληση των ως άνω στοιχείων προκειμένου να αποδειχθεί παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού.
26
Επιπλέον, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα με τα οποία οι Alcogroup και Alcodis υποστηρίζουν, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ότι, σε περίπτωση χρήσεως από την Επιτροπή πληροφοριών που συνελέγησαν παρανόμως, θα ήταν αδύνατον για τις εταιρίες αυτές, αντίθετα προς τα ισχύοντα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη Επιτροπή κατά Akzo και Akcros [C‑7/04 P(R), EU:C:2004:566], να αποδείξουν τη σχέση μεταξύ της χρήσεως αυτής και των ενδεχομένων μέτρων ελέγχου που θα ληφθούν μεταγενέστερα. Όπως έκρινε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, οι Alcogroup και Alcodis δεν απέδειξαν την εν λόγω αδυναμία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Επομένως, ορθώς κατέληξε, επί της βάσεως αυτής, ότι ο προβαλλόμενος κίνδυνος έπρεπε να θεωρηθεί καθαρά υποθετικός.
27
Προσήκει να προστεθεί, συναφώς, ότι ορθώς ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου διατύπωσε τη γενικότερη παρατήρηση, στη σκέψη 21 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι οι Alcogroup και Alcodis του ζητούσαν, στην πραγματικότητα, να υπερβεί τις αρμοδιότητές του, προεξοφλώντας τις συνέπειες που θα αντλούσε η Επιτροπή στην περίπτωση κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο θα ακύρωνε τις δύο επίδικες αποφάσεις. Πράγματι, υπό την επιφύλαξη των αποφάσεων που πρόκειται να εκδώσουν σε μεταγενέστερο χρόνο, ο μεν δικαστής της ουσίας της Ένωσης στο πλαίσιο της κύριας δίκης, η δε Επιτροπή σε διοικητικό επίπεδο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να ληφθούν στο μέλλον, σε περίπτωση ανάγκης, πρόσφορα μέτρα τα οποία συνίστανται, μεταξύ άλλων, στην απομάκρυνση ορισμένων εγγράφων από τον φάκελο της Επιτροπής, προκειμένου να αποκατασταθεί ενδεχόμενη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας των Alcogroup και Alcodis. Δεν μπορεί επίσης να αποκλεισθεί, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, το ενδεχόμενο να αποφασίσει η Επιτροπή να μη δώσει καμία συνέχεια στις έρευνές της AT.40054 και AT.40244 όσον αφορά τις Alcogroup και Alcodis.
28
Υπό τις συνθήκες αυτές, τα επιχειρήματα των Alcogroup και Alcodis ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ως προς την ανάγκη χορηγήσεως των προσωρινών μέτρων που ζητήθηκαν προς διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της εκδοθησομένης αποφάσεως, δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν. Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
29
Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι Alcogroup και Alcodis διατείνονται ότι η εκ μέρους του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου υπερβολικά αυστηρή ερμηνεία των προϋποθέσεων του παραδεκτού που εφαρμόζονται στις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων παραβιάζει την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Κατά τις εταιρίες αυτές, ο μόνος τρόπος εξασφαλίσεως τέτοιας προστασίας υπό τις παρούσες συνθήκες θα ήταν να διαταχθεί η αναστολή των πράξεων έρευνας που η Επιτροπή μπορούσε και εξακολουθεί να μπορεί να διενεργήσει κατόπιν του παράτυπου ελέγχου, εφόσον ενδεχόμενη μελλοντική απόφαση που δέχεται την κύρια προσφυγή των ως άνω εταιριών δεν θα μπορούσε να εξαλείψει αναδρομικώς τη ζημία που απορρέει από τις εν λόγω πράξεις έρευνας. Επομένως, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον απέρριψε ως απαράδεκτο το δεύτερο σκέλος του αιτήματος των εταιριών αυτών.
30
Εντούτοις, σύμφωνα με όσα κρίθηκαν στις σκέψεις 24 έως 28 της παρούσας διατάξεως, οι Alcogroup και Alcodis δεν απέδειξαν ούτε ότι θα υφίσταντο, σε περίπτωση λήψεως των προσωρινών μέτρων τα οποία αφορά το δεύτερο σκέλος του πρωτοδίκως υποβληθέντος αιτήματός τους, ζημία η οποία θα ήταν αδύνατον να εξαλειφθεί αναδρομικώς ούτε ότι η λήψη των μέτρων αυτών θα ήταν αναγκαία για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της εκδοθησομένης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματά τους δεν αρκούν για να αποδειχθεί ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου παραβίασε την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, καθόσον έκρινε ότι δεν ήταν εν προκειμένω αναγκαία η χορήγηση τέτοιων μέτρων.
31
Κατόπιν των προεκτεθέντων, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
32
Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της πρώτης επίδικης αποφάσεως
33
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι Alcogroup και Alcodis προσάπτουν στον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου ότι έκρινε ότι η πρώτη επίδικη απόφαση είχε ήδη πλήρως εκτελεστεί με τη διεξαγωγή του ελέγχου που διενεργήθηκε από τις 24 έως τις 27 Μαρτίου 2015 και ότι, κατά συνέπεια, κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, η ζημία την οποία επικαλέσθηκαν είχε ήδη επέλθει. Κατά τις ως άνω εταιρίες, οι ζημιογόνες επιπτώσεις της αποφάσεως αυτής δεν έληξαν όταν οι ελεγκτές της Επιτροπής εγκατέλειψαν τις εγκαταστάσεις τους, εφόσον η εν λόγω απόφαση παρείχε στο θεσμικό αυτό όργανο το δικαίωμα να διατηρήσει στην κατοχή του και να αναλύσει τα έγγραφα που κατασχέθηκαν και, επομένως, είχε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη, για τους σκοπούς της αναλύσεώς του, τις πληροφορίες που συνελέγησαν από την παράτυπη μελέτη των εγγράφων άμυνας των Alcogroup και Alcodis.
34
Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι η ζημία την οποία επικαλέσθηκαν οι Alcogroup και Alcodis για να ζητήσουν από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου την αναστολή εκτελέσεως της πρώτης επίδικης αποφάσεως απέρρεε από την εκ μέρους της Επιτροπής μελέτη των εγγράφων άμυνας των εταιριών αυτών στο πλαίσιο του ελέγχου που διενεργήθηκε από τις 24 έως τις 27 Μαρτίου 2015. Όπως όμως ορθώς επισήμανε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 16 και 17 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η ζημία αυτή επήλθε κατά τον χρόνο ακριβώς της εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής, δηλαδή κατά τη διεξαγωγή του ελέγχου.
35
Ομολογουμένως, ενδεχόμενη χρήση σε μεταγενέστερο χρόνο, για τη διαπίστωση παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, εγγράφων που κατασχέθηκαν κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τις 24 έως τις 27 Μαρτίου 2015, εξεταζομένων υπό το πρίσμα πληροφοριών που συνελέγησαν παρανόμως, θα μπορούσε να προκαλέσει πρόσθετη ζημία στις Alcogroup και Alcodis. Εντούτοις, ακόμη και αν ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου είχε διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της πρώτης επίδικης αποφάσεως, η οποία είχε εκτελεστεί με τη διεξαγωγή του ελέγχου αυτού, μια τέτοια αναστολή δεν θα εμπόδιζε την επέλευση της νέας αυτής ζημίας, εφόσον δεν θα είχε ούτε ως αντικείμενο ούτε καν ως αποτέλεσμα να απαγορεύσει στην Επιτροπή να συνεχίσει την ανάλυση των ήδη κατασχεθέντων εγγράφων.
36
Εξ αυτού συνάγεται ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του παραδεκτού της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της δεύτερης επίδικης αποφάσεως
37
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι Alcogroup και Alcodis διατείνονται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη εκδόθηκε κατά πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου έκρινε ότι η δεύτερη επίδικη απόφαση δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής εκτελέσεως, εφόσον συνιστά αρνητική απόφαση. Κατά τις εταιρίες αυτές, η ως άνω αναστολή ήταν αναγκαία για να παράσχει τη δυνατότητα χορηγήσεως των άλλων προσωρινών μέτρων που ζητήθηκαν, ειδικότερα δε της αναστολής κάθε πράξεως έρευνας στο πλαίσιο των διαδικασιών AT.40054 και AT.40244 που αποτελεί αντικείμενο του δευτέρου σκέλους του πρωτοδίκως υποβληθέντος αιτήματός τους.
38
Πρέπει να επισημανθεί ότι, κατ’ αρχήν, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αίτηση αναστολής εκτελέσεως δεν νοείται κατά αρνητικής διοικητικής πράξεως, όπως η δεύτερη επίδικη απόφαση, εφόσον η αναστολή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της καταστάσεως του αιτούντος [διατάξεις του προέδρου του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου S. κατά Επιτροπής, 206/89 R, EU:C:1989:333, σκέψη 14, και του Προέδρου του Δικαστηρίου Moccia Irme κατά Επιτροπής, C‑89/97 P(R), EU:C:1997:226, σκέψη 45]. Επομένως, η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως έκρινε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 18 και 19 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Το αντίθετο θα μπορούσε να γίνει δεκτό μόνον εάν η αναστολή αυτή ήταν ενδεχομένως αναγκαία για τη χορήγηση ενός ή περισσοτέρων από τα προσωρινά μέτρα που ζητήθηκαν, στην περίπτωση που ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων έκρινε ότι η σχετική αίτηση είναι παραδεκτή και βάσιμη.
39
Επί του τελευταίου αυτού σημείου, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε απορρίψει, με τη δεύτερη επίδικη απόφαση, διοικητική αίτηση των Alcogroup και Alcodis με αντικείμενο, κατ’ ουσίαν, τη λήψη των ίδιων προσωρινών μέτρων με αυτά που οι ως άνω εταιρίες ζήτησαν στη συνέχεια με το δεύτερο σκέλος του πρωτοδίκως υποβληθέντος αιτήματός τους, η ανάγκη αυτή θα μπορούσε να υφίσταται σε σχέση με το εν λόγω σκέλος του αιτήματος, εάν αυτό είχε κριθεί παραδεκτό και βάσιμο. Αρκεί όμως η διαπίστωση ότι όλα τα επιχειρήματα που οι Alcogroup και Alcodis προέβαλαν κατά της απορρίψεως, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, ως απαραδέκτου του δευτέρου αυτού σκέλους του αιτήματός τους επίσης απορρίφθηκαν στις σκέψεις 19 έως 32 της παρούσας διατάξεως.
40
Κατά συνέπεια, ορθώς ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση αναστολής εκτελέσεως της δεύτερης επίδικης αποφάσεως. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
41
Κατά συνέπεια, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί εξ ολοκλήρου, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετασθούν τα επιχειρήματα των Alcogroup και Alcodis σχετικά με τους λόγους για τους οποίους πρέπει, κατά την εκτίμησή τους, να χορηγηθούν τα προσωρινά μέτρα που ζήτησαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Επί των δικαστικών εξόδων
42
Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθούν οι Alcogroup και Alcodis, οι δε εταιρίες αυτές ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς, ο αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Καταδικάζει τις Alcogroup SA και Alcodis SA στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy