ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 6ης Οκτωβρίου 2015 ( * )
«Αίτηση αναίρεσης — Παρέμβαση — Συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς»
Στην υπόθεση C‑418/15 P(I),
με αντικείμενο αίτηση αναίρεσης δυνάμει του άρθρου 57 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 29 Ιουλίου 2015,
Cap Actions SNCM, με έδρα τη Μασσαλία (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από την C. Bonnefoi, avocate,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
η Société nationale maritime Corse Méditerranée (SNCM), με έδρα τη Μασσαλία,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους V. Di Bucci και B. Stromsky,
καθής πρωτοδίκως,
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ,
αφού άκουσε τον M. Wathelet, πρώτο γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Η Cap Actions SNCM (στο εξής: Cap Actions), η οποία είναι επενδυτικό αμοιβαίο κεφάλαιο μέσω του οποίου οι μισθωτοί της εταιρίας Société nationale maritime Corse Méditerranée (SNCM) κατέχουν το 9 % του κεφαλαίου της εταιρίας αυτής, ζητεί, με την αίτηση αναίρεσης που έχει υποβάλει, την εξαφάνιση της διάταξης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Ιουλίου 2015, SNCM κατά Επιτροπής (T‑1/15, EU:T:2015:489, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της να παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας στην πρωτοβάθμια διαδικασία επί της υπόθεσης T‑1/15, προσφεύγουσας που ζητούσε την ακύρωση της απόφασης 2014/882/ΕΕ της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 2013, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις αριθ. SA 16237 (C58/02) (πρώην N 118/02) που εφάρμοσε η Γαλλία υπέρ της SNCM (ΕΕ 2014, L 357, σ. 1, στο εξής: επίδικη απόφαση της Επιτροπής).
2
Επιπλέον, η Cap Actions ζητεί από το Δικαστήριο να δεχτεί την αίτηση παρέμβασής της.
3
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της αίτησης αναίρεσης στις 7 Σεπτεμβρίου 2015.
Επί της αίτησης αναίρεσης
4
Σύμφωνα με το άρθρο 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον αποδεικνύει ότι έχει συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του συγκεκριμένου δικαιοδοτικού οργάνου.
5
Κατά πάγια νομολογία, η έννοια του «συμφέροντος για την επίλυση της διαφοράς», κατά το εν λόγω άρθρο 40, δεύτερο εδάφιο, πρέπει να ορίζεται βάσει αυτού καθεαυτό του αντικειμένου της διαφοράς και να εκλαμβάνεται ως άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την τύχη που επιφυλάσσεται σε αυτά καθεαυτά τα αιτήματα και όχι ως συμφέρον σε σχέση με τους προβαλλόμενους λόγους ή ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, με τον όρο «επίλυση της διαφοράς» νοείται η τελική κρίση που θα αποτυπωθεί στο διατακτικό της δικαστικής απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί (βλ. διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά EnBW, C‑365/12 P, EU:C:2013:83, σκέψη 7 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
6
Συναφώς, πρέπει να εξετάζεται ιδίως αν ο υποβάλλων αίτηση παρέμβασης θίγεται ευθέως από την προσβαλλόμενη πράξη και αν έχει βέβαιο συμφέρον για την έκβαση της διαφοράς (βλ. διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑33/14 P, EU:C:2015:135, σκέψη 7 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Το συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς δεν μπορεί καταρχήν να θεωρηθεί αρκούντως άμεσο παρά μόνο όταν η επίλυση αυτή μπορεί να μεταβάλει τη νομική κατάσταση του αιτούντος την παρέμβαση [βλ. επ’ αυτού διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου National Power και PowerGen κατά Επιτροπής, C‑151/97 P(I) και C‑157/97 P(I), EU:C:1997:307, σκέψη 61, Schenker κατά Air France και Επιτροπής, C‑589/11 P(I), EU:C:2012:332, σκέψεις 14 και 15, και Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑33/14 P, EU:C:2015:135, σκέψεις 4 και 11].
7
Η Cap Actions ισχυρίζεται, με την αίτηση αναίρεσης, ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Η Cap Actions προβάλλει κατ’ ουσίαν πέντε λόγους αναίρεσης, οι οποίοι στηρίζονται στους ακόλουθους ισχυρισμούς:
—
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κατά την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του ότι πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης της Επιτροπής δεν είχε επαναληφθεί η επίσημη διαδικασία έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ κατόπιν της ακύρωσης από το Γενικό Δικαστήριο, με την απόφαση Corsica Ferries France κατά Επιτροπής (T‑565/08, EU:T:2012:415), της απόφασης 2009/611/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 2008, σχετικά με τα μέτρα C 58/02 (πρώην N 118/02) που προτίθεται να εφαρμόσει η Γαλλία προς όφελος της [SNCM] (ΕΕ 2009, L 225, σ. 180).
—
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, καθόσον έκρινε ότι το γεγονός ότι η Cap Actions εκπροσωπεί το συλλογικό συμφέρον των μισθωτών που είναι μέτοχοι της SNCM δεν αρκεί εξ ορισμού για να θεμελιώσει, κατά το άρθρο 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, άμεσο και ενεστώς συμφέρον της Cap Actions για την επίλυση της διαφοράς που είχε υποβληθεί στην κρίση του.
—
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης, καθόσον έκρινε ότι η Cap Actions δεν είχε αποδείξει ότι η διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης που εκκρεμούσε σε εθνικό επίπεδο θα αναστελλόταν σε περίπτωση ακύρωσης της επίδικης απόφασης της Επιτροπής.
—
Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, καθόσον εξομοίωσε τα συμφέροντα του κύριου μετόχου, της Transdev, η οποία επιθυμεί να αποσυρθεί από τις θαλάσσιες μεταφορές, με τα συμφέροντα των μισθωτών που είναι μέτοχοι και εκπροσωπούνται από την Cap Actions και επιδιώκουν την προστασία της περιουσίας τους και των θέσεων εργασίας τους.
—
Πέμπτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης, καθόσον έκρινε ότι το συμφέρον της Cap Actions για την επίλυση της διαφοράς που είχε υποβληθεί στην κρίση του δεν διαφοροποιείται από το συμφέρον της SNCM.
8
Καταρχάς πρέπει να εξεταστεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ση συνέχεια πρέπει να συνεξεταστούν ο δεύτερος και ο πέμπτος λόγος, με τους οποίους εγείρεται κατ’ ουσία το ίδιο νομικό ζήτημα, και τέλος θα πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος.
Επί του πρώτου λόγου αναίρεσης
9
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η Cap Actions υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να έχει λάβει υπόψη του, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το γεγονός ότι πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης της Επιτροπής δεν είχε επαναληφθεί η επίσημη διαδικασία έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ κατόπιν της ακύρωσης από το Γενικό Δικαστήριο, με την απόφαση Corsica Ferries France κατά Επιτροπής (T‑565/08, EU:T:2012:415), της απόφασης 2009/611.
10
Το αποτέλεσμα του ότι το γεγονός αυτό δεν ελήφθη υπόψη ήταν ότι διαρρήχθηκε η ισότητα στην πρόσβαση στις ένδικες διαδικασίες στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, όσον αφορά δύο αιτήσεις παρέμβασης, και συγκεκριμένα αφενός την αίτηση της Corsica Ferries France (στο εξής: Corsica Ferries), η οποία είχε ζητήσει να παρέμβει στην υπόθεση T‑1/15 υπέρ της Επιτροπής, και αφετέρου την αίτηση της Cap Actions, η οποία είχε ζητήσει να παρέμβει στην ίδια υπόθεση υπέρ της SNCM. Η Cap Actions τονίζει συναφώς ότι στη σκέψη 9 της διάταξης SNCM κατά Επιτροπής (T‑1/15, EU:T:2015:487), με την οποία επιτράπηκε η παρέμβαση της Corsica Ferries, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο γεγονός ότι η εταιρία αυτή, η οποία είναι ανταγωνίστρια της SNCM, είχε μετάσχει ενεργά στη διοικητική διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον της Επιτροπής. Η Cap Actions ισχυρίζεται ότι η ίδια δεν είχε τη δυνατότητα αυτή λόγω της άρνησης της Επιτροπής να επαναλάβει την επίσημη διαδικασία έρευνας κατόπιν της ακύρωσης της απόφασης 2009/611, παρά τα σχετικά αιτήματα της Γαλλικής Δημοκρατίας και της SNCM.
11
Συναφώς υπενθυμίζεται ότι, αν οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν πρόβαλαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ενώ είχαν στη διάθεσή τους τα αναγκαία για την προβολή του ισχυρισμού αυτού στοιχεία και ο ισχυρισμός αυτός δεν αφορά την αιτιολογία που έχει παραθέσει το Γενικό Δικαστήριο στην απόφασή του, τούτο θα τους παρείχε τη δυνατότητα να υποβάλουν στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα στις αναιρετικές διαδικασίες είναι περιορισμένη, διαφορά με περιεχόμενο ευρύτερο της διαφοράς που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο (βλ. επ’ αυτού αποφάσεις Langnese-Iglo κατά Επιτροπής, C‑279/95 P, EU:C:1998:447, σκέψη 55, και Pêra-Grave κατά ΓΕΕΑ, C‑249/14 P, EU:C:2015:459, σκέψη 24).
12
Η επιχειρηματολογία της Cap Actions, η οποία συνοψίστηκε ανωτέρω στη σκέψη 10, στηρίζεται στην αντίληψη ότι θα είχε μετάσχει στην επίσημη διαδικασία έρευνας, αν η διαδικασία αυτή είχε επαναληφθεί κατόπιν της ακύρωσης της απόφασης 2009/611 από το Γενικό Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, αλλά και με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ L 83, σ. 1), δικαίωμα να υποβάλουν παρατηρήσεις κατά την επίσημη διαδικασία έρευνας έχουν οι ενδιαφερόμενοι, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 108, παράγραφος 2. Επομένως, η Cap Actions ισχυρίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου, εμμέσως πλην σαφώς, ότι είχε την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους κατά την επίσημη διαδικασία έρευνας που αφορούσε τις ενισχύσεις σχετικά με τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη απόφαση της Επιτροπής.
13
Επιβάλλεται εντούτοις η διαπίστωση ότι η Cap Actions δεν επικαλέστηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αυτή την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, η Cap Actions δεν μπορεί να επικαλεστεί παραδεκτώς την ιδιότητα αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου για να ζητήσει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης.
14
Η Cap Actions ισχυρίζεται βέβαια ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υπήρξε θύμα άνισης μεταχείρισης, καθόσον με τη διάταξη SNCM κατά Επιτροπής (T‑1/15, EU:T:2015:487) επιτράπηκε στην Corsica Ferries να παρέμβει στην υπόθεση T‑1/15 υπέρ της Επιτροπής, κυρίως λόγω της ενεργού συμμετοχής της στην επίσημη διαδικασία έρευνας που αφορούσε τις ενισχύσεις σχετικά με τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη απόφαση της Επιτροπής.
15
Το γεγονός όμως ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχτηκε μια αίτηση παρέμβασης στη δίκη, βάσει των επιχειρημάτων που διατύπωσε ο αιτών ενώπιον του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου, δεν έχει σημασία για την έκβαση της αίτησης παρέμβασης στην ίδια δίκη την οποία έχει υποβάλει ένα τρίτο πρόσωπο, εφόσον η κατάσταση του τρίτου αυτού προσώπου είναι διαφορετική και το πρόσωπο αυτό πρόβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαφορετικά επιχειρήματα προς στήριξη της αίτησής του σε σχέση με αυτόν ο οποίος υπέβαλε την αίτηση παρέμβασης που έγινε δεκτή.
16
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επί του δεύτερου και του πέμπτου λόγου αναίρεσης
17
Η Cap Actions υπενθυμίζει, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ο οποίος βάλλει κατά της σκέψης 11 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μισθωτών της SNCM που κατέχουν μετοχές της εταιρίας αυτής και των οποίων η αξία επηρεάζεται άμεσα από την επίδικη απόφαση της Επιτροπής. Επομένως, οι εν λόγω μισθωτοί έχουν, ως μέτοχοι, άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου. Η παρέμβαση της Cap Actions θα είχε ως συνέπεια την αποφυγή της άσκησης πληθώρας ατομικών παρεμβάσεων και για τον λόγο αυτό άλλωστε το Δικαστήριο ερμηνεύει ευρέως, κατά την Cap Actions πάντα, το δικαίωμα παρέμβασης των σωματείων και των ενώσεων προσώπων, όπως προκύπτει από τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου National Power και PowerGen κατά Επιτροπής [C‑151/97 P(I) και C‑157/97 P(I), EU:C:1997:307, σκέψη 66]. Κατά την Cap Actions, το Γενικό Δικαστήριο, αποφαινόμενο, παρά τα πραγματικά αυτά στοιχεία, ότι η ίδια δεν έχει άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς, υπέπεσε σε νομικό σφάλμα.
18
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 14 έως 16 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, η Cap Actions αμφισβητεί την ορθότητα της διαπίστωσης του Γενικού Δικαστηρίου ότι δεν προσκόμισε κανένα συγκεκριμένο και αποδεδειγμένο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το συμφέρον της διαφοροποιείται από το συμφέρον της SNCM. Η Cap Actions τονίζει ότι έχει αυτοτελή οντότητα και νομική προσωπικότητα έναντι της SNCM και ότι το συμφέρον της συνίσταται στην προάσπιση των περιουσιακών δικαιωμάτων των μισθωτών-μετόχων, τους οποίους εκπροσωπεί. Η Cap Actions παρατηρεί ότι οι μισθωτοί-μέτοχοι αυτοί υφίστανται άμεσα τη μείωση της αξίας των μετοχών τους λόγω των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον των οργάνων της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στην SNCM, όπως είναι η ένδικη διαφορά στην υπόθεση T‑1/15, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και στην οποία ζητεί να παρέμβει η Cap Actions.
19
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα οικονομικά συμφέροντα των μισθωτών-μετόχων, τα οποία επιδιώκει να προασπίσει η Cap Actions, όπως και τα συμφέροντα που έχει η ίδια ως νομικό πρόσωπο, ενδέχεται να επηρεαστούν σε μεγάλο βαθμό από την έκβαση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και στην οποία κύριος διάδικος είναι η SNCM. Πράγματι, η λύση που θα δοθεί στη διαφορά αυτή μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη χρηματοοικονομική κατάσταση της SNCM, άρα και την αξία των μετοχών που κατέχει η Cap Actions για λογαριασμό των μισθωτών-μετόχων.
20
Το γεγονός όμως ότι τα οικονομικά και χρηματικά συμφέροντα των μετόχων μιας εταιρίας, η οποία είναι ένας από τους κύριους διαδίκους σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και τα συμφέροντα του επενδυτικού αμοιβαίου κεφαλαίου μέσω του οποίου ορισμένοι επενδυτές κατέχουν μετοχές της εν λόγω εταιρίας, πρόκειται να επηρεαστούν, σε μεγάλο έστω βαθμό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεσος επηρεασμός των συμφερόντων των μετόχων αυτών και του αμοιβαίου κεφαλαίου αυτού, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατέθηκε ανωτέρω στις σκέψεις 5 και 6, καθόσον δεν μεταβάλει τη νομική κατάστασή τους. Συγκεκριμένα, τα συμφέροντα αυτά συγχέονται με τα συμφέροντα της ίδιας της εταιρίας που αποτελεί κύριο διάδικο στην επίμαχη ένδικη διαφορά και επηρεάζονται έμμεσα μόνο από τη λύση που θα δοθεί στη διαφορά αυτή, δηλαδή λόγω των συνεπειών που θα έχει η λύση αυτή για τον εν λόγω κύριο διάδικο (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου AITEC κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑97/92, C‑105/92 και C‑106/92, EU:C:1993:954, σκέψη 15).
21
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο, αποφαινόμενο ότι τα συμφέροντα που επικαλέστηκε η Cap Actions ενώπιόν του δεν επηρεάζονται άμεσα από την έκβαση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του και δεν ανταποκρίνονται συνεπώς στις απαιτήσεις του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα ούτε στη σκέψη 11 ούτε στις σκέψεις 14 έως 16 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης.
22
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν.
Επί του τρίτου λόγου αναίρεσης
23
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος βάλλει κατά της σκέψης 12 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, η Cap Actions ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης, καθόσον έκρινε ότι η Cap Actions δεν είχε αποδείξει ότι η εκκρεμής διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης θα αναστελλόταν σε περίπτωση ακύρωσης της επίδικης απόφασης της Επιτροπής. Η Cap Actions εμμένει στο γεγονός ότι η έκβαση της διαδικασίας αυτής εξαρτάται από την έκβαση των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον των οργάνων της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στην SNCM, όπως είναι η ένδικη διαφορά στην υπόθεση T‑1/15, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Πράγματι, οι διαφορές αυτές ήταν ο λόγος για τον οποίο ο κύριος μέτοχος της SNCM, η δημόσια επιχείρηση Transdev, κίνησε τη διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης. Κατά την Cap Actions, αν δεν εκκρεμούσαν οι διαφορές αυτές, το έλλειμμα της SNCM θα είχε κανονικά απορροφηθεί κατόπιν αναδιάρθρωσης της επιχείρησης.
24
Συναφώς, προκύπτει από τα άρθρα 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Όταν το Γενικό Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 256, έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που έχει συναγάγει το Γενικό Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Bavaria κατά Επιτροπής, C‑445/11 P, EU:C:2012:828, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
25
Εν προκειμένω το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 12 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι η SNCM εμπλέκεται σε πολλές διαδικασίες που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι επομένως τα ποσά που αφορά η επίδικη απόφαση της Επιτροπής αποτελούν απλώς ένα μέρος των ποσών που καλείται να αποδώσει, στην παρούσα φάση, ο λήπτης της ενίσχυσης. Με βάση ακριβώς τις διαπιστώσεις αυτές το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης που εκκρεμούσε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων θα αναστελλόταν σε περίπτωση ακύρωσης της επίδικης απόφασης της Επιτροπής.
26
Η Cap Actions όμως ισχυρίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου απλώς ότι, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε στο Γενικό Δικαστήριο, ο κύριος μέτοχος, η Transdev, αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων λόγω των διαφορών που εκκρεμούν σε επίπεδο Ένωσης σχετικά με κρατικές ενισχύσεις. Με τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορεί να αποδειχθεί η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεων ως προς τα πραγματικά περιστατικά στις οποίες στηρίζεται η σκέψη 12 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης.
27
Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Cap Actions, αμφισβητώντας την ορθότητα των εκτιμήσεων στις οποίες προέβη ως προς τα πραγματικά περιστατικά το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 12 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, χωρίς όμως να αποδεικνύει ότι η ανακρίβεια του περιεχομένου των εκτιμήσεων αυτών προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, προβάλλει επιχειρήματα που είναι απαράδεκτα.
28
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τέταρτου λόγου αναίρεσης
29
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος βάλλει κατά της σκέψης 13 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, η Cap Actions ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, καθόσον εξομοίωσε τα συμφέροντα του κύριου μετόχου, που είναι η Transdev και όχι το ίδιο τα Γαλλικό Δημόσιο, με τα συμφέροντα των μισθωτών-μετόχων, οι οποίοι εκπροσωπούνται από την Cap Actions. Η Cap Actions ισχυρίζεται ότι η Transdev επιθυμεί να αποσυρθεί από τις θαλάσσιες μεταφορές, ενώ οι μισθωτοί-μέτοχοι επιδιώκουν την προστασία της περιουσίας τους και των θέσεων εργασίας τους. Επομένως, η Cap Actions έχει ίδιο συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο αποκλίνει από το συμφέρον του κύριου μετόχου.
30
Όπως έγινε δεκτό ανωτέρω στη σκέψη 20, τα οικονομικά και χρηματικά συμφέροντα των μετόχων μιας εταιρίας συγχέονται καταρχήν με τα συμφέροντα της ίδιας της εταιρίας που είναι κύριος διάδικος σε μια δίκη. Οι μέτοχοι των οποίων τα συμφέροντα εκπροσωπεί εν προκειμένω η Cap Actions είναι βέβαια συγχρόνως μισθωτοί της SNCM, αλλά πρέπει να τονιστεί ότι η Cap Actions, όπως η ίδια δηλώνει ρητά με την αίτηση αναίρεσης, εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους ως μετόχων.
31
Ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 13 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα που υπενθυμίζεται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη της παρούσας διάταξης, το γεγονός ότι ένας μειοψηφών μέτοχος μιας εταιρίας έχει συμφέροντα που αποκλίνουν από τα συμφέροντα του κύριου μετόχου της ίδιας εταιρίας και, επομένως, αποκλίνουν ενδεχομένως από τα συμφέροντα της ίδιας της εταιρίας, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο μειοψηφών αυτός μέτοχος έχει διαφορετικό συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς, στην οποία η εν λόγω εταιρία είναι ένας από τους κύριους διαδίκους, από ό,τι η εταιρία αυτή. Ο μειοψηφών μέτοχος πάντως, για να μπορεί να επικαλεστεί την παρέκκλιση αυτή, πρέπει να προβάλει συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν, ενόψει του αντικειμένου της διαφοράς, ότι τα συμφέροντα αυτά για την επίλυση της εν λόγω διαφοράς πράγματι αποκλίνουν.
32
Εν προκειμένω όμως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 13 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι η Cap Actions δεν προσκόμισε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να αποδεικνύει τέτοια απόκλιση συμφερόντων. Σύμφωνα με τη νομολογία που υπενθυμίστηκε ανωτέρω στη σκέψη 24, η Cap Actions, αμφισβητώντας την ορθότητα αυτής της εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών χωρίς να αποδεικνύει ότι η ανακρίβεια του περιεχομένου της προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, προβάλλει επιχειρήματα που είναι απαράδεκτα.
33
Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
34
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους αναίρεσης που προέβαλε η Cap Actions προς στήριξη της αίτησής της δεν έγινε δεκτός.
Επί των δικαστικών εξόδων
35
Το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προβλέπει ότι, όταν η αίτηση αναίρεσης δεν γίνεται δεκτή, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου αυτού Κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Cap Actions στα δικαστικά έξοδα, η οποία και ηττήθηκε, η Cap Actions πρέπει να υποχρεωθεί να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.
Για τους λόγους αυτούς, ο αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
2)
Η Cap Actions SNCM φέρει, πέρα από τα δικαστικά της έξοδα, και τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
(υπογραφές)
( * ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy