ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 29ης Οκτωβρίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑455/15 PPU
P
κατά
Q
[αίτηση του Varbergs tingsrätt (Σουηδία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας — Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 — Αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων — Λόγος μη αναγνωρίσεως αποφάσεως που αφορά τη γονική μέριμνα — Άρθρο 23, στοιχείο αʹ — Απόφαση που αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνωρίσεως — Άρθρο 24 — Απαγόρευση έρευνας της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως»
I – Εισαγωγή
1.
Με το υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα της 25ης Αυγούστου 2015, το οποίο περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Αυγούστου 2015, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί σχετικά με το περιεχόμενο των άρθρων 23, στοιχείο αʹ, και 24 του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 ( 2 ).
2.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του P και της Q σχετικά με την επιμέλεια της μίας εκ των δύο θυγατέρων τους.
II – Το νομικό πλαίσιο
A — Το δίκαιο της Ένωσης
3.
Το άρθρο 2 του κανονισμού 2201/2003, το οποίο τιτλοφορείται «Ορισμοί», προβλέπει:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[…]
9)
Ο όρος “δικαίωμα επιμέλειας” περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού, και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου διαμονής του.
[…]»
4.
Το άρθρο 8 του κανονισμού 2201/2003, που φέρει τον τίτλο «Γενική δικαιοδοσία», ορίζει τα εξής:
«1. Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής.
2. Η παράγραφος 1 δεν θίγει τις διατάξεις των άρθρων 9, 10 και 12.»
5.
Το άρθρο 15 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Παραπομπή σε δικαστήριο καταλληλότερο να εκδικάσει την υπόθεση», προβλέπει τα εξής:
«1. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, [το δικαστήριο] κράτους μέλους που [έχει] δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης μπορεί, εάν κρίνει ότι δικαστήριο άλλου κράτους μέλους με το οποίο το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση είναι σε θέση να κρίνει καλύτερα την υπόθεση ή μέρος της υπόθεσης και εφόσον αυτό εξυπηρετεί το ύψιστο συμφέρον του παιδιού:
α)
να αναστείλει την εκδίκαση της υποθέσεως ή μέρους αυτής και να καλέσει τα μέρη να προσφύγουν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού του άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 4, ή
β)
να καλέσει δικαστήριο ενός άλλου κράτους μέλους να ασκήσει τη δικαιοδοσία του σύμφωνα με την παράγραφο 5.
2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται
α)
ύστερα από αίτηση ενός των μερών, ή
β)
με πρωτοβουλία του δικαστηρίου, ή
γ)
ύστερα από αίτημα του δικαστηρίου ενός άλλου κράτους μέλους με το οποίο το παιδί έχει στενό σύνδεσμο, σύμφωνα με την παράγραφο 3.
Η παραπομπή δεν μπορεί όμως να γίνεται με πρωτοβουλία του δικαστηρίου ή ύστερα από αίτημα του δικαστηρίου ενός άλλου κράτους μέλους εκτός εάν γίνεται δεκτή τουλάχιστον από ένα εκ των μερών.
3. Θεωρείται ότι το παιδί έχει στενό σύνδεσμο με ένα κράτος μέλος, κατά την έννοια της παραγράφου 1, εάν
α)
αφότου επιλήφθηκε το δικαστήριο κατά την έννοια της παραγράφου 1, το παιδί έχει αποκτήσει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος, ή
β)
το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος, ή
γ)
το παιδί έχει την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους, ή
δ)
ο ένας των δικαιούχων της γονικής μέριμνας έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος, ή
ε)
η διαφορά αφορά τα μέτρα προστασίας του παιδιού που συνδέονται με τη διοίκηση, τη συντήρηση ή τη διάθεση της περιουσίας του παιδιού η οποία βρίσκεται στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους.
4. Το δικαστήριο του κράτους μέλους που έχει δικαιοδοσία να κρίνει επί της ουσίας ορίζει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να επιληφθούν τα δικαστήρια του άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 1.
Εάν τα δικαστήρια δεν επιληφθούν εντός αυτής της προθεσμίας, το δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο εξακολουθεί να ασκεί τη δικαιοδοσία του σύμφωνα με τα άρθρα 8 έως 14.
5. Το δικαστήριο αυτού του άλλου κράτους μέλους μπορεί, εφόσον αυτό, λόγω των ειδικών περιστάσεων της υποθέσεως, είναι προς το συμφέρον του παιδιού, να κηρύξει εαυτό αρμόδιο εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων αφότου επελήφθη της υποθέσεως σύμφωνα με την παράγραφο 1, στοιχείο αʹ ή βʹ. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο που έχει επιληφθεί πρώτο κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο. Σε αντίθετη περίπτωση, το δικαστήριο που έχει επιληφθεί πρώτο εξακολουθεί να ασκεί τη δικαιοδοσία του σύμφωνα με τα άρθρα 8 έως 14.
6. Τα δικαστήρια συνεργάζονται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου είτε απευθείας είτε μέσω των κεντρικών αρχών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 53.»
6.
Το άρθρο 20 του εν λόγω κανονισμού, που τιτλοφορείται «Προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα», ορίζει τα εξής:
«1. Σε επείγουσες περιπτώσεις, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν εμποδίζουν τα αρμόδια δικαστήρια κράτους μέλους να λαμβάνουν προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα σχετικά με πρόσωπα ή περιουσιακά στοιχεία που ευρίσκονται στο κράτος αυτό, τα οποία προβλέπονται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, έστω και αν το δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης.
2. Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παύουν να ισχύουν μόλις τα δικαστήρια του κράτους μέλους που έχουν διεθνή δικαιοδοσία να κρίνουν επί της ουσίας δυνάμει του παρόντος κανονισμού λάβουν τα μέτρα τα οποία θεωρούν προσήκοντα.»
7.
Το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αναγνώριση αποφάσεων», προβλέπει τα εξής:
«Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς καμία διαδικασία.»
8.
Το άρθρο 23 του κανονισμού 2201/2003, που τιτλοφορείται «Λόγοι μη αναγνώρισης αποφάσεων που αφορούν τη γονική μέριμνα», ορίζει τα εξής:
«Απόφαση που αφορά τη γονική μέριμνα δεν αναγνωρίζεται:
α)
αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης, λαμβάνοντας υπόψη το ύψιστο συμφέρον του παιδιού,
[...]».
9.
Το άρθρο 24 του κανονισμού αυτού, που τιτλοφορείται «Απαγόρευση έρευνας της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου προέλευσης», προβλέπει τα εξής:
«Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προέλευσης δεν ερευνάται. Το κριτήριο της δημόσιας τάξης […] και του άρθρου 23, στοιχείο αʹ, δεν εφαρμόζεται στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας των άρθρων 3 έως 14.»
10.
Το άρθρο 26 του εν λόγω κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Μη αναθεώρηση επί της ουσίας», ορίζει τα εξής:
«Η επί της ουσίας αναθεώρηση απόφασης αποκλείεται.»
11.
Το άρθρο 27 του ίδιου κανονισμού, το οποίο τιτλοφορείται «Αναστολή της διαδικασίας», προβλέπει τα εξής:
«1. Το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ζητείται αναγνώριση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, αν η απόφαση αυτή έχει προσβληθεί με τακτικό ένδικο μέσο.
[…]»
Β — Η Σύμβαση της Χάγης του 1980
12.
Το άρθρο 13 της Συμβάσεως για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, η οποία συνήφθη στη Χάγη στις 25 Οκτωβρίου 1980 (στο εξής: Σύμβαση της Χάγης του 1980), ορίζει τα εξής:
«Παρά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου η δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εφόσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει:
α)
ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα επιμέλειας κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή κατακράτηση αυτήν ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων, ή
β)
ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση.
Η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί επίσης να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του.
Κατά την εκτίμηση των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές οφείλουν να λάβουν υπόψη τις πληροφορίες για την κοινωνική κατάσταση του παιδιού που παρέχονται από την κεντρική αρχή ή άλλη αρμόδια υπηρεσία του κράτους της συνήθους διαμονής του.»
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
13.
Ο P και η Q είναι γονείς δύο τέκνων, της V, που γεννήθηκε το 2000, και της S, που γεννήθηκε το 2009.
14.
Ο P και η Q ήταν μαζί από το 1997, ο δε γάμος τους λύθηκε με απόφαση του Šilutės rajono apylinkės teismas (τοπικού δικαστηρίου του Šilutė, Λιθουανία) της 6ης Φεβρουαρίου 2006 ( 3 ) με την οποία ορίστηκε ότι μεν η V θα διέμενε με τη μητέρα της, αλλά ότι το δικαίωμα επιμέλειας θα το ασκούσαν οι δύο γονείς από κοινού.
15.
Η οικογένεια είχε ωστόσο εγκαταλείψει τη Λιθουανία από το 2005 για να εγκατασταθεί στη Σουηδία, όπου το 2006 οι γονείς και το παιδί εγγράφηκαν στο εκεί δημοτολόγιο. Η S γεννήθηκε στη Σουηδία το 2009. Τα δύο τέκνα μιλούν σουηδικά και πήγαν σχολείο στο Falkenberg στη Σουηδία, όπου βρίσκονταν τα περισσότερα άτομα του κύκλου των συναναστροφών τους.
16.
Στις 27 Νοεμβρίου 2013, ο P διαπίστωσε ότι η Q και τα δύο τέκνα είχαν εξαφανισθεί. Στο πλαίσιο επικοινωνίας με τις κοινωνικές υπηρεσίες του Δήμου του Falkenberg, οι οποίες άρχισαν έρευνα, η Q ισχυρίστηκε ότι η ίδια και τα τέκνα υπήρξαν θύματα εγκληματικών πράξεων εκ μέρους του P. Οι εν λόγω πράξεις καταγγέλθηκαν στην αστυνομία και η Q και τα τέκνα μεταφέρθηκαν σε ασφαλές μέρος υπό προστασία. Μετά από μερικούς μήνες, η προκαταρκτική εξέταση κατά του P τέθηκε στο αρχείο, του απαγορεύθηκε όμως η επικοινωνία με τα τέκνα του.
17.
Στις 29 Μαρτίου 2014, η Q μετακόμισε με τα δύο τέκνα της στη Λιθουανία. Ο P και η Q είχαν τότε από κοινού δικαίωμα επιμέλειας για τα δύο τέκνα τους ( 4 ), τα οποία εγγράφηκαν στις 31 Μαρτίου 2014 στο δημοτολόγιο του Δήμου του Šilutė στη Λιθουανία.
18.
Στις 8 Απριλίου 2014, η Q υπέβαλε αίτηση κατά του P ενώπιον του Šilutės rajono apylinkės teismas, ζητώντας την έκδοση, αφενός, προσωρινής αποφάσεως σχετικά με τον τόπο διαμονής και την αποκλειστική επιμέλεια της S ( 5 ) και, αφετέρου, αποφάσεως σχετικά με τη διατροφή αμφοτέρων των τέκνων.
19.
Στις 11 Απριλίου 2014, ο P άσκησε αγωγή κατά της Q ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Varbergs tingsrätt (πρωτοδικείου του Varberg), ζητώντας να του ανατεθεί προσωρινώς η αποκλειστική επιμέλεια των δύο τέκνων του.
20.
Την ίδια ημέρα, το Šilutės rajono apylinkės teismas όρισε, προσωρινώς, ότι η S θα διέμενε με τη μητέρα της.
21.
Τον Ιούνιο του 2014, ο P υπέβαλε στο Utrikesdepartementet του Βασιλείου της Σουηδίας (Υπουργείο Εξωτερικών) αίτηση επιστροφής παιδιού κατά την έννοια της Συμβάσεως της Χάγης του 1980.
22.
Στις 30 Ιουλίου 2014, ο Ρ υπέβαλε αίτηση ενώπιον του Šilutės rajono apylinkės teismas, ζητώντας ιδίως να του ανατεθεί η αποκλειστική επιμέλεια της V ( 6 ). Η αίτηση αυτή ενώθηκε προς συνεκδίκαση με την από 8 Απριλίου 2014 αίτηση της Q.
23.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2014, η Q ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως του Ρ καταθέτοντας υπόμνημα αντικρούσεως της αιτήσεώς του, με το οποίο εξέθετε ότι η V είχε νοσηλευθεί σε ιατρικό κέντρο στο Klaipėda (Λιθουανία) λόγω μετατραυματικού άγχους και από τις ιατρικές εκθέσεις προέκυπτε αρνητική αντίδρασή της σε κάθε επαφή με τον πατέρα της, Ρ.
24.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, ο Ρ ζήτησε από το ίδιο δικαστήριο να μην εξεταστεί η αίτηση της Q με την οποία ζητούσε να της ανατεθεί η επιμέλεια της S, δεδομένου ότι, κατά την άποψή του, το δικαστήριο αυτό δεν είχε δικαιοδοσία.
25.
Την 1η Αυγούστου 2014, ο Ρ υπέβαλε ενώπιον του Vilniaus apygardos teismas (περιφερειακού δικαστηρίου του Vilnius, Λιθουανία) αίτηση επιστροφής της S στο κράτος συνήθους διαμονής της, ήτοι τη Σουηδία. Στις 18 Αυγούστου 2014, η Q κατέθεσε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου υπόμνημα αντικρούσεως της αιτήσεως αυτής με το οποίο αμφισβητούσε ότι η μετακόμιση της S στη Λιθουανία ήταν παράνομη, επισήμαινε την ανυπόφορη συμπεριφορά του πατέρα προς τα ανήλικα τέκνα του και ζητούσε την απόρριψη της αιτήσεως του Ρ.
26.
Στις 4 Σεπτεμβρίου 2014, το Vilniaus apygardos teismas απέρριψε την αίτηση επιστροφής παιδιού που υπέβαλε ο P και, στις 21 Οκτωβρίου 2014, το Lietuvos apeliacinis teismas (Εφετείο της Λιθουανίας) επικύρωσε την απόφαση αυτή, η οποία στηριζόταν στο άρθρο 13 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980.
27.
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, διαβιβάστηκαν στο αιτούν δικαστήριο έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 2201/2003, μέσω της σουηδικής κεντρικής αρχής, ήτοι του Υπουργείου Εξωτερικών ( 7 ).
28.
Στις 18 Οκτωβρίου 2014, κατόπιν επ’ ακροατηρίου συζητήσεως απούσης της Q, το αιτούν δικαστήριο όρισε προσωρινώς ότι ο P είχε δικαίωμα αποκλειστικής επιμέλειας για την S.
29.
Στις 18 Φεβρουαρίου 2015 το Šilutės rajono apylinkės teismas όρισε ότι η S πρέπει να διαμένει με την Q και υποχρέωσε τον P να καταβάλλει διατροφή για αμφότερα τα τέκνα του (στο εξής: επίμαχη απόφαση). Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι ο Ρ είχε παραιτηθεί από την αίτησή του της 30ής Ιουλίου 2014 με την οποία είχε ζητήσει να του ανατεθεί η επιμέλεια της V.
30.
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι έχει δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, επειδή κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως ενώπιον του Šilutės rajono apylinkės teismas στις 8 Απριλίου 2014, και της ενώπιόν του ασκήσεως αγωγής, στις 11 Απριλίου 2014, τα δύο παιδιά είχαν τη συνήθη διαμονή τους στη Σουηδία κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως.
31.
Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ο P υποστηρίζει ότι, προκειμένου να συνεχιστεί η διαδικασία στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν πρέπει να αναγνωριστεί η επίμαχη απόφαση. Κατά την άποψή του, η άρνηση αυτή αναγνωρίσεως πρέπει να στηριχθεί στο άρθρο 23, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003. Ο Ρ συνομολογεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του κανονισμού αυτού, απαγορεύεται, κατά κανόνα, η έρευνα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως. Ωστόσο, κατά την άποψή του, η εν λόγω διάταξη δεν παραπέμπει στο άρθρο 15 του ίδιου αυτού κανονισμού, στο οποίο το Šilutės rajono apylinkės teismas θεμελίωσε τη δικαιοδοσία του. Το δικαστήριο αυτό όμως παρέβη το ως άνω άρθρο, αποφασίζοντας μονομερώς ότι έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί του παραδεκτού της αιτήσεως.
32.
Ο P υποστηρίζει επίσης ότι το Šilutės rajono apylinkės teismas συνήγαγε επιπλέον το συμπέρασμα ότι, εφόσον λιθουανικό δικαστήριο αρνήθηκε την επιστροφή του παιδιού βάσει του άρθρου 13 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, η συνήθης διαμονή αυτού του παιδιού έχει μεταφερθεί στη Λιθουανία. Τούτο έρχεται σε αντίθεση με τη σκέψη 44 της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Povse (C‑211/10 PPU, EU:C:2010:400), κατά την οποία «η παράνομη απαγωγή τέκνου δεν πρέπει, κατ’ αρχήν, να συνεπάγεται τη μεταβίβαση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο το τέκνο είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο οδηγήθηκε το τέκνο, και μάλιστα στην περίπτωση όπου, κατόπιν της απαγωγής, το τέκνο απέκτησε συνήθη κατοικία στο κράτος αυτό».
33.
Ο P, μολονότι συνομολογεί ότι η ρήτρα δημοσίας τάξεως πρέπει να ερμηνεύεται στενά, υποστηρίζει ότι υφίσταται ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως σε περίπτωση σοβαρής πλάνης του αλλοδαπού δικαστηρίου. Προβάλλει ότι το Šilutės rajono apylinkės teismas υπέπεσε σε τέτοια πλάνη, εσκεμμένως ή εξ αβλεψίας, παραβαίνοντας το άρθρο 15 του κανονισμού 2201/2003, αλλά και παραβιάζοντας τη θεμελιώδη αρχή κατά την οποία τον τελευταίο λόγο στην περίπτωση απαγωγής παιδιών έχουν τα δικαστήρια της χώρας της αρχικής διαμονής του παιδιού.
34.
Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Q υποστηρίζει ότι το άρθρο 24 του κανονισμού 2201/2003 απαγορεύει την έρευνα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου κράτους μέλους. Ο μόνος λόγος αρνήσεως της αναγνωρίσεως της επίμαχης αποφάσεως θα μπορούσε να είναι η αντίθεσή της στη δημόσια τάξη. Κατά την Q, όμως, αυτό δεν συμβαίνει, δεδομένου ότι προκύπτει σαφώς ότι ο P δεν εκπληρώνει προσηκόντως τις γονικές του υποχρεώσεις και ότι, συνεπώς, η S πρέπει να παραμείνει με τη μητέρα της. Αυτό διαπιστώθηκε σε τέσσερις διαφορετικές διαδικασίες. Εξάλλου, τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο στη Λιθουανία και δεν υπάρχει κίνδυνος για την υγεία τους ή την ανάπτυξή τους. Το Vilniaus apygardos teismas και το Lietuvos apeliacinis teismas έκριναν ότι τα δύο παιδιά μετακόμισαν νομίμως στη Λιθουανία με τη μητέρα τους. Το αιτούν δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να θέσει υπό αμφισβήτηση τις εκτιμήσεις των αρχών [μεταξύ των οποίων η τοπική υπηρεσία προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού του Šilutė (Šilutės rajono savivaldybės administracijos vaiko teisių apsaugos skyrius)] και των δικαστηρίων της Λιθουανίας.
35.
Η Q προσθέτει ότι, έως την έκδοση της επίμαχης αποφάσεως, ο P παρίστατο ενεργά στις δίκες ενώπιον των λιθουανικών δικαστηρίων και είχε κάθε δυνατότητα να προσβάλει τις αποφάσεις που εκδόθηκαν. Επιπλέον, παραιτήθηκε αυτοβούλως από την αίτηση με την οποία ζητούσε να ορισθεί ως τόπος διαμονής της V η κατοικία του και άρα συναίνεσε στο να κατοικεί η V με τη μητέρα της στη Λιθουανία. Επομένως, ζητώντας την επιμέλεια της S, ο P προσβάλλει τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα αμφοτέρων των τέκνων.
36.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Varbergs tingsrätt αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
IV – Επί της επείγουσας διαδικασίας και της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου
37.
Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να εφαρμοστεί επί της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως η επείγουσα προδικαστική διαδικασία του άρθρου 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Παραπέμποντας στην απόφαση Detiček (C‑403/09 PPU, EU:C:2009:810), το αιτούν δικαστήριο αιτιολογεί το αίτημά του επισημαίνοντας ότι μετά την απαγωγή, όπως τη χαρακτηρίζει, του εν λόγω παιδιού στις 29 Μαρτίου 2014 δεν έχει δοθεί στον P καμία ευκαιρία να το συναντήσει. Κάθε παράταση της διαδικασίας θα ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα του παιδιού και θα έβλαπτε τις σχέσεις του με τον πατέρα του. Για να αρθεί η υφιστάμενη ανασφάλεια δικαίου είναι ανάγκη να ενεργήσει ταχέως το Δικαστήριο για να καταστεί δυνατή η οριστική επίλυση της διαφοράς.
38.
Το τέταρτο τμήμα του Δικαστηρίου, αφού με άκουσε, αποφάσισε, στις 9 Σεπτεμβρίου 2015 να δεχθεί το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου να εκδικαστεί η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως με την επείγουσα διαδικασία. Το ως άνω τμήμα αποφάσισε, περαιτέρω, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 109, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να καλέσει τη Δημοκρατία της Λιθουανίας να παράσχει γραπτώς όλες τις αναγκαίες διευκρινίσεις σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Το τέταρτο τμήμα του Δικαστηρίου κάλεσε επίσης τους διαδίκους της κύριας δίκης, το Βασίλειο της Σουηδίας και τη Δημοκρατία της Λιθουανίας να απαντήσουν, κατά προτίμηση γραπτώς ή άλλως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σε ορισμένες ερωτήσεις.
39.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Ρ, το Βασίλειο της Σουηδίας ( 8 ), η Δημοκρατία της Λιθουανίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο P, η Q, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Δημοκρατία της Λιθουανίας και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 27 Οκτωβρίου 2015.
V – Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Α — Παρατηρήσεις των διαδίκων
40.
Ο Ρ επισημαίνει ότι η ιδιαιτερότητα της υποθέσεως της κύριας δίκης έγκειται στο γεγονός ότι η επίμαχη απόφαση σχετικά με την επιμέλεια της S εκδόθηκε μεν μετά από απόφαση περί μη επιστροφής, αλλά πριν το δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως αποφασίσει αν το παιδί έπρεπε να επιστρέψει ή όχι.
41.
Ο P υποστηρίζει ότι, αφενός, η παραβίαση από το Šilutės rajono apylinkės teismas των αρχών στις οποίες στηρίζεται το σύστημα κανόνων που εφαρμόζονται στις απαγωγές παιδιών και, αφετέρου, η κρίση του ότι έχει δικαιοδοσία, μολονότι το ζήτημα της επιστροφής ή μη του παιδιού εκκρεμούσε ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως δικαιολογούν τη μη αναγνώριση. Ο Ρ παραπέμπει στο απόσπασμα της αποφάσεως Povse (C‑211/10 PPU, EU:C:2010:400, σκέψη 44) το οποίο είχε επικαλεστεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ( 9 ).
42.
Ο Ρ υποστηρίζει ότι με την επίμαχη απόφαση, το Šilutės rajono apylinkės teismas δεν εκθέτει σαφώς τα στοιχεία επί των οποίων θεμελίωσε τη δικαιοδοσία του. Κατά την άποψή του, το εν λόγω δικαστήριο έχει θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του με γενικό σκεπτικό που αφορά το ύψιστο συμφέρον του παιδιού ή, εναλλακτικώς, επί εντελώς εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 15 του κανονισμού 2201/2003. Παρατηρεί ότι «[ό]ταν το άρθρο 24 ορίζει ότι το κριτήριο της δημόσιας τάξης δεν εφαρμόζεται στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας, παραπέμπει στα άρθρα 3 έως 14. Εν τέλει, δεν αμφισβητείται εν προκειμένω η εκτίμηση του λιθουανικού δικαστηρίου σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εφαρμοστεί ένα από τα άρθρα αυτά, αλλά το γεγονός ότι, μονομερώς και αντιθέτως προς την υποχρέωση να λάβει τη συγκατάθεση [του αιτούντος δικαστηρίου], έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 15 ή, εναλλακτικώς, αγνοώντας πλήρως τους προβλεπόμενους από τον κανονισμό 2201/2003 κανόνες».
43.
Ο Ρ υποστηρίζει ότι η αρχή κατά την οποία εναπόκειται στο δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως του παιδιού η οριστική επίλυση των ζητημάτων που αφορούν την επιμέλεια και την ενδεχόμενη επιστροφή του παιδιού είναι θεμελιώδης για τους κανόνες περί απαγωγής παιδιών που προβλέπονται από τον κανονισμό 2201/2003. Υποστηρίζει ότι αν δεν ήταν δυνατόν, σε μια τέτοια περίπτωση, να μην αναγνωριστεί η επίμαχη απόφαση, θα διακυβεύονταν οι ίδιες οι αρχές στις οποίες στηρίζεται το προβλεπόμενο στον κανονισμό 2201/2003 σύστημα κανόνων που εφαρμόζονται στις απαγωγές παιδιών.
44.
Η Δημοκρατία της Λιθουανίας υποστηρίζει ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 21 του κανονισμού 2201/2003, η επίμαχη απόφαση πρέπει να αναγνωριστεί στη Σουηδία. Επισημαίνει ότι το άρθρο 23 του ίδιου ως άνω κανονισμού απαριθμεί περιοριστικώς τους λόγους μη αναγνωρίσεως δικαστικών αποφάσεων που αφορούν τη γονική μέριμνα. Κατά τη Δημοκρατία της Λιθουανίας, ένας εκ των λόγων αυτών είναι η πρόδηλη αντίθεση προς τη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως, η οποία κατά το ως άνω άρθρο 23 πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του ύψιστου συμφέροντος του παιδιού. Προσθέτει ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 24 του κανονισμού 2201/2003, δεν είναι εντούτοις δυνατή η επίκληση της ρήτρας δημοσίας τάξεως για την έρευνα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως, εν προκειμένω του λιθουανικού δικαστηρίου. Επιπροσθέτως, το άρθρο 26 του ίδιου κανονισμού ορίζει ιδίως ότι, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει επί της ουσίας αναθεώρηση αποφάσεως.
45.
Η Δημοκρατία της Λιθουανίας υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, το Šilutės rajono apylinkės teismas έλαβε υπόψη στην επίμαχη απόφαση, αφενός, την απόφαση περί μη επιστροφής που εξέδωσε το Vilniaus apygardos teismas καθώς και τη διάταξη του Lietuvos apeliacinis teismas και, αφετέρου, το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 2201/2003, «που προβλέπει μεταξύ άλλων ότι το παιδί θεωρείται ότι έχει στενό σύνδεσμο με ένα κράτος μέλος […] εάν έχει την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους (δεδομένου ότι τα δύο παιδιά είναι υπήκοοι της Δημοκρατίας της Λιθουανίας)».
46.
Όσον αφορά την απόφαση περί μη επιστροφής, η Δημοκρατία της Λιθουανίας επισημαίνει ότι το Vilniaus apygardos teismas και το Lietuvos apeliacinis teismas διαπίστωσαν τη μη ύπαρξη παράνομης μετακινήσεως της S.
47.
Η Δημοκρατία της Λιθουανίας προβάλλει συνεπώς ότι, λαμβανομένων υπόψη της νομιμότητας της μετακινήσεως του παιδιού, της παρόδου σχεδόν ενός έτους από τη μετακίνηση αυτή, του γεγονότος ότι τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο και της συνδρομής άλλων ενδείξεων κοινωνικής εντάξεως, «[το Šilutės rajono apylinkės teismas] ευλόγως και ορθώς στηρίχτηκε στις περιστάσεις αυτές κρίνοντας εαυτό αρμόδιο και αποφασίζοντας ότι αποτελεί το [πλέον] κατάλληλο δικαστήριο για την εξέταση της υποθέσεως».
48.
Η Δημοκρατία της Λιθουανίας επισημαίνει επίσης ότι το Šilutės rajono apylinkės teismas έλαβε υπόψη το άρθρο 15 του κανονισμού 2201/2003 μόνο στο μέτρο που προβλέπει ένα από τα κριτήρια που καθιστούν δυνατό τον καθορισμό του καταλληλότερου δικαστηρίου για την εξέταση ορισμένης υποθέσεως και έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία μόνον αφού διαπίστωσε ότι η αναχώρηση του παιδιού από τη Σουηδία ήταν νόμιμη και ότι το ίδιο ήταν το δικαστήριο της συνήθους διαμονής του παιδιού και, άρα, είχε δικαιοδοσία κατά την έννοια του άρθρου 8 του κανονισμού 2201/2003.
49.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Οκτωβρίου 2015, το Βασίλειο της Ισπανίας επισήμανε ότι, καίτοι η παράβαση κανόνα δικαιοδοσίας δεν αρκεί αφεαυτής, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 23, στοιχείο αʹ, και 24 του κανονισμού 2201/2003, για τη μη αναγνώριση αποφάσεως, η μη αναγνώριση είναι δυνατή στην περίπτωση που η παράβαση κανόνων δικαιοδοσίας είναι πρόδηλη και η μη αναγνώριση αυτή υπηρετεί το ύψιστο συμφέρον του παιδιού.
50.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η έννοια της «δημοσίας τάξεως» πρέπει να ερμηνεύεται στενά, επειδή συνιστά εμπόδιο για την επίτευξη ενός από τους βασικούς σκοπούς του κανονισμού, ήτοι της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων, και ως εκ τούτου η επίκλησή της πρέπει να γίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ( 10 ). Εξάλλου, κατά την Επιτροπή αποκλείεται η βάσει του άρθρου 23, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003 μη αναγνώριση δικαστικής αποφάσεως για τον μοναδικό λόγο ότι η απόφαση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη, δεδομένου ότι, κατά την ίδια ως άνω διάταξη, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ύψιστο συμφέρον του παιδιού.
51.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι το άρθρο 24 του κανονισμού 2201/2003 διευκρινίζει ότι το κριτήριο δημοσίας τάξεως του άρθρου 23, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού δεν εφαρμόζεται στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας των άρθρων 3 έως 14. Υποστηρίζει συνεπώς ότι ο κανονισμός αυτός αποκλείει κάθε έρευνα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως. Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι στο άρθρο 24 δεν γίνεται παραπομπή στο άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού εξηγείται από το ότι μια τέτοια παραπομπή δεν είναι αναγκαία, δεδομένου ότι αποτελεί γενική αρχή ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως δεν ερευνάται.
52.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι μολονότι το κράτος μέλος αναγνωρίσεως δεν δικαιούται να ερευνά τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως, μπορεί εντούτοις να προβαίνει σε γενική έρευνα υπό το πρίσμα της δημοσίας τάξεως.
53.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Šilutės rajono apylinkės teismas έκρινε ότι τα παιδιά είχαν αποκτήσει συνήθη διαμονή στη Λιθουανία μετά την απόφαση περί μη επιστροφής. Υποστηρίζει ότι η κρίση αυτή είναι αμφίβολης ορθότητας, επειδή κατά την απόφαση Povse (C‑211/10 PPU, EU:C:2010:400, σκέψη 44) το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος αρνείται την επιστροφή των παιδιών δεν συνεπάγεται τη μεταβίβαση της αρμοδιότητας στα δικαστήρια του εν λόγω κράτους μέλους.
54.
Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι τα παιδιά είχαν τη συνήθη διαμονή τους στη Λιθουανία, το Šilutės rajono apylinkės teismas θεμελίωσε τη δικαιοδοσία του στο άρθρο 15 του κανονισμού 2201/2003. Κατά την Επιτροπή, είναι δυσχερής η κατανόηση της προσεγγίσεως αυτής. Ειδικότερα, αν το λιθουανικό δικαστήριο είχε πράγματι κρίνει ότι τα παιδιά είχαν τη συνήθη διαμονή τους στη Λιθουανία, θα έπρεπε να είχε θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του στο άρθρο 8 του κανονισμού 2201/2003. Επιπροσθέτως, κατά την εφαρμογή του άρθρου 15 του κανονισμού 2201/2003, το εν λόγω δικαστήριο δεν τήρησε τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπονται στο άρθρο αυτό.
55.
Κατά την Επιτροπή, μία από τις θεμελιώδεις αρχές στον ευρωπαϊκό χώρο δικαιοσύνης, η οποία ισχύει και στη Σουηδία και στη Λιθουανία, είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη, που βασίζεται στην καλόπιστη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων. Υποστηρίζει ότι η πρόδηλη και καταχρηστική μη τήρηση των κανόνων εντός του ευρωπαϊκού χώρου δικαιοσύνης μπορεί να συνιστά παράβαση κανόνα δικαίου που θεωρείται θεμελιώδης στην έννομη τάξη της Ένωσης και, ως εκ τούτου, στη σουηδική έννομη τάξη.
56.
Η Επιτροπή υποστηρίζει επιπροσθέτως ότι πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι ο Ρ είχε τη δυνατότητα να ασκήσει έφεση κατά της επίμαχης αποφάσεως στο κράτος μέλος προελεύσεως και ότι έπρεπε να είχε κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής. Κατά την Επιτροπή, η προσέγγιση αυτή συνάδει με τη γενική αρχή του κανονισμού 2201/2003 κατά την οποία κάθε εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων πρέπει να αμφισβητείται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους προελεύσεως. Η Επιτροπή υπενθυμίζει τέλος ότι πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον είναι προς το ύψιστο συμφέρον του παιδιού η εφαρμογή της ρήτρας δημοσίας τάξεως για την άρνηση της αναγνωρίσεως αποφάσεως.
57.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να καθορίσει αν, εν προκειμένω, η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης συνιστά πλημμέλεια η οποία θα μπορούσε ευλόγως να θεραπευθεί με τα μέσα παροχής έννομης προστασίας που προβλέπονται στο κράτος μέλος προελεύσεως (σε συνδυασμό με τα προβλεπόμενα στον κανονισμό 2201/2003 μέσα παροχής έννομης προστασίας) ή συντρέχει πρόδηλη και καταχρηστική παράβαση των κανόνων του εν λόγω κανονισμού που συνιστά παραβίαση των αρχών της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της καλόπιστης συνεργασίας που κατοχυρώνονται στο δίκαιο της Ένωσης.
Β — Εισαγωγικές παρατηρήσεις
58.
Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί κατά πόσον, παρά την προβλεπόμενη στο άρθρο 24 του κανονισμού 2201/2003 απαγόρευση να προβεί σε έρευνα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως, μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 23, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, να αρνηθεί να αναγνωρίσει την επίμαχη απόφαση που όρισε ότι η S πρέπει να διαμένει με τη μητέρα της ( 11 ).
59.
Πρέπει να επισημανθεί κατ’ αρχάς ότι από την παραπομπή του προδικαστικού ερωτήματος στο άρθρο 24 του κανονισμού 2201/2003 φαίνεται μάλλον ότι το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αποκλειστικά επί της δυνατότητας να μην αναγνωρίσει την επίμαχη απόφαση λόγω μη τηρήσεως εκ μέρους του Šilutės rajono apylinkės teismas των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας.
60.
Εν συνεχεία, μολονότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά το άρθρο 23, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003, που προβλέπει λόγο μη αναγνωρίσεως αποφάσεως σχετικής με τη γονική μέριμνα όταν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη, εντούτοις το αιτούν δικαστήριο ουδόλως διευκρίνισε κατά ποιον τρόπο η αναγνώριση της επίμαχης αποφάσεως θα προσέκρουε ανεπίτρεπτα στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
61.
Συγκεκριμένα, μόνον τα επιχειρήματα του Ρ ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, τα οποία παρατίθενται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ( 12 ), παρέχουν ορισμένες ενδείξεις ως προς την προβαλλόμενη προσβολή της δημοσίας τάξεως. Συναφώς, ο Ρ υποστήριξε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι η αναγνώριση της επίμαχης αποφάσεως ήταν προδήλως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη, επειδή το Šilutės rajono apylinkės teismas είχε υποπέσει σε σοβαρή πλάνη, καθόσον, εσκεμμένως ή εξ αβλεψίας, είχε παραβεί, αφενός, το άρθρο 15 του κανονισμού 2201/2003 και, αφετέρου, την προβλεπόμενη από τον κανονισμό αυτόν διαδικασία επιστροφής και ιδίως τη θεμελιώδη αρχή κατά την οποία τον τελευταίο λόγο στην περίπτωση απαγωγής παιδιών έχουν τα δικαστήρια της χώρας της αρχικής διαμονής του παιδιού κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 8, του εν λόγω κανονισμού ( 13 ).
62.
Στην παρούσα γνώμη, θα εξετάσω τα δύο αυτά ζητήματα διαδοχικώς.
Γ — Επί της προβαλλόμενης παραβάσεως των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που θεσπίζει ο κανονισμός 2201/2003 και επί της εξαιρέσεως για λόγους δημοσίας τάξεως που προβλέπει το άρθρο 23, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού
63.
Ο Ρ διατείνεται ότι η επίμαχη απόφαση δεν αναφέρει σαφώς τα στοιχεία επί των οποίων στηρίχτηκε το Šilutės rajono apylinkės teismas για να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του. Υποστηρίζει επίσης ότι η επίμαχη απόφαση μπορεί να θεωρηθεί προσωρινή απόφαση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 20 του κανονισμού 2201/2003 οπότε, σύμφωνα με την απόφαση Purrucker (C‑256/09, EU:C:2010:437), δεν παράγει αποτελέσματα εκτός της λιθουανικής επικράτειας.
64.
Το Δικαστήριο έκρινε στις σκέψεις 76 έως 78 της αποφάσεως Purrucker (C‑256/09, EU:C:2010:437) ότι κάθε απόφαση από την οποία δεν προκύπτει αν εκδόθηκε σύμφωνα με τους προβλεπόμενους από τον κανονισμό 2201/2003 κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 20 του εν λόγω κανονισμού εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής. Συναφώς, στη σκέψη 83 της ως άνω αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι το σύστημα αναγνωρίσεως και εκτελέσεως το οποίο θεσπίζει ο κανονισμός 2201/2003 δεν έχει εφαρμογή επί μέτρων που εμπίπτουν στο άρθρο 20 του κανονισμού αυτού.
65.
Φρονώ ότι η νομολογία αυτή δεν έχει εφαρμογή στις επίμαχες περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης.
66.
Συγκεκριμένα, εν αντιθέσει προς τις παρατηρήσεις του Ρ ( 14 ), από την επίμαχη απόφαση προκύπτει ότι το Šilutės rajono apylinkės teismas θεμελίωσε τη δικαιοδοσία του στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει ο κανονισμός 2201/2003. Συναφώς, η επίμαχη απόφαση μνημονεύει όχι μόνο το άρθρο 15 ( 15 ) του κανονισμού 2201/2003, αλλά επίσης ( 16 ) και τα άρθρα 8 και 9 του κανονισμού αυτού ( 17 ).
67.
Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η επίμαχη απόφαση περιέχει επαρκή στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι το Šilutės rajono apylinkės teismas θεμελίωσε τη δικαιοδοσία του στους κανόνες του κανονισμού 2201/2003, η απόφαση αυτή δεν συνιστά προσωρινή απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 20 του ως άνω κανονισμού και πρέπει ( 18 ) να αναγνωριστεί από το αιτούν δικαστήριο σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως ( 19 ) των δικαστικών αποφάσεων που έχει κατοχυρωθεί με το άρθρο 21, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, εκτός αν συντρέχει ένας εκ των λόγων μη αναγνωρίσεως αποφάσεων που αφορούν τη γονική μέριμνα οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 23 του ίδιου ως άνω κανονισμού ( 20 ).
68.
Υπό το πρίσμα των μόλις προμνησθέντων σκοπών του κανονισμού 2201/2003 και του ίδιου του γράμματος του άρθρου 23, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού που ορίζει ότι απόφαση δεν αναγνωρίζεται αν η αναγνώριση «αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης, λαμβάνοντας υπόψη το ύψιστο συμφέρον του παιδιού», φρονώ ότι η εφαρμογή της ρήτρας δημοσίας τάξεως, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 23, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, είναι νοητή μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις ( 21 ). Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός παρεκκλίνει από την αρχή της αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων που βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, και μπορεί συνεπώς να συνιστά εμπόδιο για την επίτευξη ενός από τους βασικούς σκοπούς του κανονισμού 2201/2003 ( 22 ), πρέπει να ερμηνεύεται στενά ( 23 ).
69.
Πρέπει να προστεθεί ότι, πέραν του πολύ περιορισμένου περιεχομένου της προβλεπόμενης στο άρθρο 23, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003 εξαιρέσεως, η πρώτη περίοδος του άρθρου 24 του κανονισμού αυτού επιβεβαιώνει ότι τα δικαστήρια των άλλων κρατών μελών δεν μπορούν να ελέγξουν την κρίση του πρώτου δικαστηρίου όσον αφορά τη δικαιοδοσία του. Η θεμελιώδης αυτή αρχή ( 24 ) επιβεβαιώνεται περαιτέρω από τη διευκρίνιση που διατυπώνεται στη δεύτερη περίοδο της ίδιας διατάξεως, κατά την οποία «[τ]ο κριτήριο της δημόσιας τάξης […] του άρθρου 23, στοιχείο αʹ, δεν εφαρμόζεται στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας των άρθρων 3 έως 14».
70.
Το γεγονός ότι στο άρθρο 24 του κανονισμού 2201/2003 δεν γίνεται παραπομπή στο άρθρο 15 του κανονισμού αυτού δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τη συρρίκνωση του περιεχομένου της θεμελιώδους αρχής που έχει κατοχυρωθεί με το εν λόγω άρθρο 24 κατά την οποία η δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως δεν μπορεί να αντιταχθεί στην αναγνώριση ή στην εκτέλεση αποφάσεως εκδοθείσας σε άλλο κράτος μέλος για τον λόγο και μόνον ότι το δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως δεν τήρησε τους σχετικούς με τη δικαιοδοσία κανόνες ( 25 ).
71.
Επισημαίνω ως προς το σημείο αυτό ότι αυτή η θεμελιώδης αρχή η οποία βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη που διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων εντός της Ένωσης δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση ανάλογα με τη σοβαρότητα της προβαλλόμενης μη τηρήσεως των κανόνων δικαιοδοσίας.
72.
Κατά συνέπεια, ακόμη και αν προέκυπτε ότι το Šilutės rajono apylinkės teismas δεν τήρησε τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει ο κανονισμός 2201/2003 ή τις διατάξεις του άρθρου 15 του κανονισμού αυτού, όπως διατείνεται ο Ρ και η Επιτροπή ( 26 ) (quod non, κατά τη γνώμη μου), μια τέτοια διαπίστωση δεν μπορεί να συνεπάγεται ή να καθιστά δυνατή τη μη αναγνώριση της επίμαχης αποφάσεως από το αιτούν δικαστήριο.
73.
Επιπροσθέτως, το άρθρο 26 του κανονισμού 2201/2003 ορίζει ότι, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει επί της ουσίας αναθεώρηση αποφάσεως ( 27 ). Κατά συνέπεια, το δικαστήριο του κράτους αναγνωρίσεως δεν μπορεί να αρνηθεί την αναγνώριση αποφάσεως που προέρχεται από άλλο κράτος μέλος για τον μοναδικό λόγο ότι εκτιμά ότι με την απόφαση αυτή εφαρμόστηκε εσφαλμένα το εθνικό δίκαιο ή το δίκαιο της Ένωσης ( 28 ), διότι διαφορετικά θα διακυβευόταν ο σκοπός του κανονισμού 2201/2003.
74.
Πρέπει, αντιθέτως, να γίνει δεκτό ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, τα μέσα παροχής έννομης προστασίας που προβλέπονται σε κάθε κράτος μέλος, συμπληρούμενα από τον κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ μηχανισμό προδικαστικής παραπομπής, παρέχουν επαρκή προστασία στα υποκείμενα δικαίου ( 29 ).
75.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Οκτωβρίου 2015 η Δημοκρατία της Λιθουανίας επιβεβαίωσε ότι κατά της επίμαχης αποφάσεως μπορούσε να ασκηθεί έφεση και ενδεχομένως αναίρεση. Ο δε Ρ επιβεβαίωσε, κατά την ως άνω επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι δεν είχε ασκήσει έφεση κατά της επίμαχης αποφάσεως ενώπιον των λιθουανικών δικαστηρίων. Ο Ρ συνεπώς δεν άσκησε τα ένδικα μέσα που του παρείχε το λιθουανικό δίκαιο, τούτο δε παρά την ενεργό συμμετοχή του σε πολλές διαδικασίες σχετικές με τη γονική μέριμνα και την επιστροφή των τέκνων του ( 30 ) που κινήθηκαν ενώπιον των λιθουανικών δικαστηρίων. Δεν αξιοποίησε επομένως την ευκαιρία να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Šilutės rajono apylinkės teismas ως προς την έκδοση της επίμαχης αποφάσεως.
76.
Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 23, στοιχείο αʹ, και 24 του κανονισμού 2201/2003, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της δημοσίας τάξεως του κράτους αναγνωρίσεως προκειμένου να μην αναγνωριστεί ή εκτελεστεί απόφαση εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος για τον λόγο και μόνον ότι το δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως δεν τήρησε τους σχετικούς με τη δικαιοδοσία κανόνες του κανονισμού 2201/2003.
77.
Προσθέτω ότι ακόμη και αν μπορούσε να γίνει επίκληση της δημοσίας τάξεως του κράτους μέλους αναγνωρίσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003, κανένα επιχείρημα, εξαιρουμένου του μη ευδοκιμήσαντος επιχειρήματος που στηρίζεται στην προβαλλόμενη παράβαση των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που έχει θεσπίσει ο κανονισμός αυτός και το οποίο ήδη απέρριψα, δεν προβλήθηκε για την απόδειξη της προσβολής της εν λόγω δημοσίας τάξεως.
Δ — Επί του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003 και της διαδικασίας επιστροφής
78.
Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως καθώς και από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι αντικείμενο της ενώπιόν του διαφοράς ( 31 ) είναι αποκλειστικά η επιμέλεια παιδιού, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 9, του κανονισμού 2201/2003.
79.
Ο Ρ ( 32 ), το Βασίλειο της Σουηδίας και η Δημοκρατία της Λιθουανίας, απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου, δήλωσαν επίσης ότι το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης και της διαφοράς ενώπιον του Šilutės rajono apylinkės teismas επί της οποίας εκδόθηκε η επίμαχη απόφαση συμπίπτουν. Η Q εξέφρασε επίσης την ίδια άποψη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Οκτωβρίου 2015 ( 33 ).
80.
Επισημαίνεται εντούτοις ότι το Βασίλειο της Σουηδίας τόνισε στις γραπτές παρατηρήσεις του ότι «[μ]ετά την απόρριψη στις 21 Οκτωβρίου 2014 της αιτήσεως επιστροφής των παιδιών από το Lietuvos apeliacinis teismas, διαβιβάστηκαν έγγραφα στο Varbergs tingsrätt, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 6, του κανονισμού [2201/2003], μέσω της σουηδικής κεντρικής αρχής, ήτοι του Υπουργείου Εξωτερικών. O Ρ ζήτησε να περιληφθεί η αίτησή του στην εν εξελίξει υπόθεση σχετικά με το δικαίωμα επιμέλειας. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 8, του κανονισμού [2201/2003], ανεξάρτητα από απόφαση για τη μη επιστροφή του παιδιού κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 13 της Σύμβασης της Χάγης του 1980, οιαδήποτε μεταγενέστερη απόφαση η οποία διατάσσει την επιστροφή του παιδιού και έχει εκδοθεί από δικαστήριο αρμόδιο βάσει του [εν λόγω] κανονισμού είναι εκτελεστή προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιστροφή του παιδιού».
81.
Φρονώ συνεπώς ότι δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα αν το αιτούν δικαστήριο έχει πράγματι επιληφθεί αιτήσεως επιστροφής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 8, του κανονισμού 2201/2003.
82.
Προσθέτω ότι καίτοι ο Ρ έχει πράγματι κάνει λόγο για απαγωγή του παιδιού ( 34 ), από τη σελίδα 4 της επίμαχης αποφάσεως προκύπτει ότι το Šilutės rajono apylinkės teismas έκρινε ότι η επίμαχη μετακίνηση προς τη Λιθουανία ήταν νόμιμη. Επιπλέον, κατά το Lietuvos apeliacinis teismas, το Vilniaus apygardos teismas «επισήμανε ότι από της αναχωρήσεως της S, είχε απαγορευθεί στον [Ρ] να πλησιάζει [την Q] και τις θυγατέρες του καθώς και να επικοινωνεί μαζί τους, δεδομένου ότι η ταυτότητα και ο τόπος διαμονής τους ήταν απόρρητα, όπερ ισοδυναμεί κατ’ ουσίαν με περιορισμό του δικαιώματός του επιμέλειας. Βάσει των στοιχείων αυτών, [το Vilniaus apygardos teismas] διαπίστωσε ότι δεν συνέτρεχε λόγος που να καθιστά δυνατή τη διαπίστωση παράνομης μετακινήσεως της [S] κατά την έννοια της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003». Αν όμως η μετακίνηση και, ενδεχομένως, η παραμονή της S στη Λιθουανία είναι νόμιμες, η σκέψη 44 της αποφάσεως Povse (C‑211/10 PPU, EU:C:2010:400) δεν έχει εφαρμογή ( 35 ).
83.
Προκύπτει επίσης από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία ότι, κατόπιν της διατάξεως της 4ης Σεπτεμβρίου 2014 του Vilniaus apygardos teismas με την οποία απορρίφθηκε η υποβληθείσα από τον Ρ αίτηση επιστροφής παιδιού και η οποία επικυρώθηκε από διάταξη του Lietuvos apeliacinis teismas στις 21 Οκτωβρίου 2014 ( 36 ), και παρά τη διαβίβαση αντιγράφου των αποφάσεων αυτών περί μη επιστροφής σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 2201/2003 στο αιτούν δικαστήριο στις 28 Νοεμβρίου 2014, καμία μεταγενέστερη απόφαση διατάσσουσα την επιστροφή του παιδιού δεν εκδόθηκε βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 8, του κανονισμού 2201/2003 ( 37 ). Συγκεκριμένα, το Βασίλειο της Σουηδίας δήλωσε στις γραπτές παρατηρήσεις του ότι «[τ]ο ζήτημα παρ[έμενε] ανοιχτό ενώπιον της σουηδικής κεντρικής αρχής».
84.
Επισημαίνω συναφώς ότι ένδικο βοήθημα που αφορά την ουσία της γονικής μέριμνας δεν έχει το ίδιο αντικείμενο ούτε την ίδια βάση με ένδικο βοήθημα που έχει ασκηθεί με αίτημα την επιστροφή στο κράτος μέλος προελεύσεως παιδιού που μεταφέρθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε άλλο κράτος μέλος ( 38 ).
85.
Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, μολονότι συνδέεται αναπόσπαστα με άλλα ζητήματα που ρυθμίζει ο κανονισμός 2201/2003, ιδίως με το δικαίωμα επιμέλειας, εντούτοις η κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 8, του κανονισμού 2201/2003 εκτελεστότητα αποφάσεως που διατάσσει την επιστροφή παιδιού κατόπιν αποφάσεως περί μη επιστροφής δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 2201/2003 απολαύει δικονομικής αυτοτέλειας, προκειμένου να μην καθυστερεί η επιστροφή παιδιού το οποίο μετακινήθηκε παρανόμως ( 39 ).
86.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, λαμβάνοντας υπόψη τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, τους διαφορετικούς σκοπούς των αποφάσεων περί επιμέλειας παιδιών και των αποφάσεων περί επιστροφής καθώς και την παντελή έλλειψη πληροφοριών στην ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία σχετικά με ενδεχόμενη έκδοση από σουηδικό δικαστήριο αποφάσεως επιστροφής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 8, του κανονισμού 2201/2003 ( 40 ) —τούτο δε παρά την πάροδο μηνών από την απόφαση του Lietuvos apeliacinis teismas της 21ης Οκτωβρίου 2014 περί μη επιστροφής ( 41 )—, φρονώ ότι οι παρατηρήσεις του Ρ επί της διαδικασίας επιστροφής δεν ασκούν επιρροή για την απάντηση του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος.
VI – Πρόταση
87.
Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Varbergs tingsrätt ως εξής:
Τα άρθρα 23, στοιχείο αʹ, και 24 του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000, έχουν την έννοια ότι η δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως δεν μπορεί να αντιταχθεί στην αναγνώριση ή στην εκτέλεση αποφάσεως εκδοθείσας σε άλλο κράτος μέλος για τον λόγο και μόνον ότι το δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως δεν τήρησε τους σχετικούς με τη δικαιοδοσία κανόνες του κανονισμού 2201/2003.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 338, σ. 1.
( 3 ) Από την απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2015 του Šilutės rajono apylinkės teismas προκύπτει ότι ο γάμος του Ρ και της Q λύθηκε στις 9 Μαρτίου 2006 (βλ. σημείο 29 της παρούσας γνώμης).
( 4 ) Από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει εντούτοις, υπό την επιφύλαξη επαληθεύσεως από το αιτούν δικαστήριο, ότι με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2006 (9 Μαρτίου 2006), το Šilutės rajono apylinkės teismas είχε ορίσει ότι η V θα διέμενε στην κατοικία της Q.
( 5 ) Η Q ζήτησε να οριστεί η κατοικία της ως τόπος διαμονής της S.
( 6 ) Ο Ρ ζήτησε να οριστεί ως τόπος διαμονής της V η κατοικία του.
( 7 ) Βλ. άρθρο 53 του κανονισμού 2201/2003.
( 8 ) Διευκρινίζω ότι οι παρατηρήσεις του Βασιλείου της Σουηδίας περιορίζονταν στις ερωτήσεις που του απηύθυνε το Δικαστήριο.
( 9 ) Βλ. σημείο 32 της παρούσας γνώμης.
( 10 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις Solo Kleinmotoren (C‑414/92, EU:C:1994:221, σκέψη 20)· Krombach (C‑7/98, EU:C:2000:164, σκέψη 21), καθώς και Renault (C‑38/98, EU:C:2000:225, σκέψη 26).
( 11 ) Επισημαίνεται, συναφώς, ότι το δικαίωμα επιμέλειας περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 2, σημείο 9, του κανονισμού 2201/2003, το δικαίωμα αποφάσεως καθορισμού του τόπου διαμονής του παιδιού. Βλ., επίσης, απόφαση C (C‑376/14 PPU, EU:C:2014:2268, σκέψη 63).
( 12 ) Βλ. σημεία 32 και 33 της παρούσας γνώμης.
( 13 ) Επισημαίνω ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν κάνει καμία μνεία σχετικά με τη σουηδική έννομη τάξη. Συγκεκριμένα, το ζήτημα τίθεται μόνον ως προς τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, ήτοι το άρθρο 15 του κανονισμού 2201/2003 και τη διαδικασία επιστροφής που προβλέπεται από τον κανονισμό αυτό και ιδίως στο άρθρο 11, παράγραφος 8, αυτού. Καίτοι πράγματι το άρθρο 23, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003 αφορά μόνον «τη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνωρίσεως», φρονώ ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης όταν η αναγνώριση αποφάσεως αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη της Ένωσης. Βλ., επ’ αυτού, απόφαση Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψη 48).
( 14 ) Βλ. σημείο 42 της παρούσας γνώμης.
( 15 ) Πολλοί λόγοι μπορούν να εξηγήσουν τη μνεία του άρθρου 15 του κανονισμού 2201/2003 στην επίμαχη απόφαση. Είτε το Šilutės rajono apylinkės teismas επανέλαβε απλώς τις διατάξεις που παρέθεσαν οι διάδικοι στις αγορεύσεις τους, όπως υποστηρίζει η Δημοκρατία της Λιθουανίας, είτε έκρινε ότι δεν ήταν σκόπιμο για το συμφέρον του παιδιού να παραπέμψει την υπόθεση σε σουηδικό δικαστήριο.
( 16 ) Βλ. παρατηρήσεις της Δημοκρατίας της Λιθουανίας (σημείο 48 της παρούσας γνώμης).
( 17 ) Φρονώ ότι, καίτοι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 24 του κανονισμού 2201/21003, δεν εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει την εκτίμηση του Šilutės rajono apylinkės teismas επί της δικαιοδοσίας του, εντούτοις είναι σύμφυτο με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ότι το δικαστήριο κράτους μέλους που επιλαμβάνεται αιτήσεως για την κίνηση διαδικασίας στον τομέα της γονικής μέριμνας πρέπει να ελέγχει τη δικαιοδοσία του βάσει των άρθρων 8 έως 14 του κανονισμού 2201/2003 και ότι πρέπει να προκύπτει σαφώς από την εκδιδόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο αυτό είτε είχε την πρόθεση να εφαρμόσει τους σχετικούς με τη δικαιοδοσία κανόνες άμεσης ισχύος, τους οποίους προβλέπει ο κανονισμός αυτός, είτε ότι αποφάνθηκε σύμφωνα με τα όσα ορίζουν οι εν λόγω κανόνες. Σε αντιστάθμισμα προς τούτο, όπως διευκρινίζει το άρθρο 24 του κανονισμού αυτού, τα δικαστήρια των άλλων κρατών μελών δεν δύνανται να ελέγξουν την εκτίμηση στην οποία προέβη το δικαστήριο προελεύσεως σχετικά με τη δικαιοδοσία του. Η απαγόρευση αυτή δεν αποκλείει τη δυνατότητα δικαστηρίου, όταν περιέρχεται σε αυτό μια απόφαση που δεν περιέχει στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το δικαστήριο προελεύσεως έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία, να εξετάζει αν προκύπτει από την απόφαση αυτή ότι πρόθεση του δικαστηρίου προελεύσεως ήταν να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του σε διάταξη του εν λόγω κανονισμού. Πράγματι, η εξέταση του ζητήματος αυτού δεν συνιστά έρευνα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως, αλλά έχει απλώς ως σκοπό να διαπιστωθεί επί ποιας βάσεως στήριξε τη δικαιοδοσία του το εν λόγω δικαστήριο. Βλ., επ’ αυτού, απόφαση Purrucker (C‑256/09, EU:C:2010:437, σκέψεις 73 έως 75).
( 18 ) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου ΙΙΙ, τμήμα 4, του κανονισμού 2201/2003 που αφορά την εκτελεστότητα ορισμένων αποφάσεων στις οποίες περιλαμβάνονται ορισμένες αποφάσεις που διατάσσουν την επιστροφή του παιδιού (βλ. άρθρο 21, παράγραφος 3). Στη σκέψη 65 της αποφάσεως Rinau (C‑195/08 PPU, EU:C:2008:406), το Δικαστήριο έκρινε ότι «[η] επιφύλαξη που προβλέπει το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού [αυτού], στο οποίο περιλαμβάνεται η φράση “υπό την επιφύλαξη του τμήματος 4” […] έχει ως σκοπό να διευκρινίσει ότι η δυνατότητα που παρέχει η διάταξη αυτή σε κάθε ενδιαφερόμενο να ζητεί την έκδοση αποφάσεως περί αναγνωρίσεως ή μη αναγνωρίσεως της εκδοθείσας σε κράτος μέλος αποφάσεως δεν αποκλείει τη δυνατότητα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, προσφυγής στη ρύθμιση των άρθρων 11, παράγραφος 8, 40 και 42 του [εν λόγω] κανονισμού για την περίπτωση επιστροφής κατόπιν εκδόσεως αποφάσεως περί μη επιστροφής παιδιού, δεδομένου ότι η ρύθμιση αυτή υπερέχει εκείνης των τμημάτων 1 και 2 του εν λόγω κεφαλαίου ΙΙΙ».
( 19 ) Από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2201/2003 προκύπτει ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για τη δημιουργία ενιαίου δικαστικού χώρου. Κατά την αιτιολογική σκέψη 21 του εν λόγω κανονισμού, η αναγνώριση αυτή θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Απόφαση Purrucker (C‑256/09, EU:C:2010:437, σκέψεις 70 και 71). Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψη 40). Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο στην απόφαση Purrucker (C‑256/09, EU:C:2010:437, σκέψη 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), ακριβώς αυτή η αμοιβαία εμπιστοσύνη κατέστησε δυνατή τη θέσπιση δεσμευτικού συστήματος διεθνούς δικαιοδοσίας, προς το οποίο οφείλουν να συμμορφώνονται όλα τα δικαστήρια που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003, και τη συνακόλουθη παραίτηση των κρατών μελών από τους κανόνες της εσωτερικής τους νομοθεσίας περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αλλοδαπών αποφάσεων υπέρ ενός απλουστευμένου μηχανισμού αναγνωρίσεως και εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων στο πλαίσιο διαδικασιών σχετικών με τη γονική μέριμνα.
( 20 ) Στην απόφαση Rinau (C‑195/08 PPU, EU:C:2008:406, σκέψη 50), το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, οι λόγοι της μη αναγνωρίσεως θα πρέπει να περιοριστούν στο ελάχιστο αναγκαίο όριο. Βλ., επίσης, απόφαση Povse (C‑211/10 PPU, EU:C:2010:400, σκέψη 40). Οι λόγοι για τη μη αναγνώριση αποφάσεων που αφορούν τη γονική μέριμνα απαριθμούνται ρητώς και περιοριστικώς στο άρθρο 23 του κανονισμού 2201/2003. Βλ., επ’ αυτού, απόφαση C. (C‑92/12 PPU, EU:C:2012:255, σκέψη 104).
( 21 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) που αφορά το άρθρο 34, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1), το οποίο είναι παρόμοιο με το άρθρο 23, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003. Φρονώ συνεπώς ότι η νομολογία του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 34, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ισχύει και για την ερμηνεία του άρθρου 23, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003, πάντα υπό την προϋπόθεση ότι σύμφωνα με τη διάταξη αυτή λαμβάνεται υπόψη το ύψιστο συμφέρον του παιδιού. Βλ., επίσης, άρθρο 45 του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351, σ. 1), που τέθηκε σε εφαρμογή από 10ης Ιανουαρίου 2015. Επισημαίνεται ότι, στη σκέψη 44 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι «[ε]φαρμογή της ρήτρας δημοσίας τάξεως, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 34, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, είναι νοητή μόνο στην περίπτωση που η αναγνώριση της αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος θα προσέκρουε με απαράδεκτο τρόπο στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως, επειδή θα παραβίαζε θεμελιώδη αρχή. Για να τηρηθεί η απαγόρευση της επί της ουσίας αναθεωρήσεως της αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, η παραβίαση θα πρέπει να συνίσταται σε πρόδηλη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος θεωρείται ουσιώδης στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως ή σε πρόδηλη προσβολή δικαιώματος το οποίο αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες σε αυτή την έννομη τάξη».
( 22 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις Krombach (C‑7/98, EU:C:2000:164, σκέψεις 19 και 21), καθώς και Renault (C‑38/98, EU:C:2000:225, σκέψη 26), που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 27, σημείο 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24) και με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 388, σ. 1, στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών). Συγκεκριμένα, το άρθρο 27, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών ορίζει ότι «[α]πόφαση δεν αναγνωρίζεται […] αν η αναγνώριση αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως». (Η υπογράμμιση δική μου). Σημειώνοντας ότι καίτοι εν αντιθέσει προς το άρθρο 23, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003 και το άρθρο 34, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 λείπει η λέξη «προδήλως» (όπερ ενισχύει έτι περισσότερο τη συλλογιστική μου), η νομολογία του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 27, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών μπορεί να εφαρμοστεί στην ερμηνεία του άρθρου 23, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003, πάντα υπό την προϋπόθεση ότι σύμφωνα με το άρθρο 23 αυτό θα λαμβάνεται υπόψη το ύψιστο συμφέρον του παιδιού.
( 23 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση flyLAL-Lithuanian Airlines (C‑302/13, EU:C:2014:2319, σκέψεις 46 και 47) που αφορά ιδίως το άρθρο 34, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001.
( 24 ) Βλ. απόφαση Purrucker (C‑296/10, EU:C:2010:665, σκέψη 90). Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Krombach (C‑7/98, EU:C:2000:164, σκέψη 31).
( 25 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Krombach (C‑7/98, EU:C:2000:164, σκέψη 32). Η απόφαση αυτή αφορά το άρθρο 28, τρίτο εδάφιο, δεύτερο τμήμα της περιόδου, της Συμβάσεως των Βρυξελλών το γράμμα της οποίας είναι παρόμοιο με εκείνο της δεύτερης περιόδου του άρθρου 24 του κανονισμού 2201/2003.
( 26 ) Φρονώ ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής είναι σε ορισμένα σημεία ασαφείς και αντιφατικές. Η Επιτροπή υποστηρίζει, αφενός, ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο οποιουδήποτε ελέγχου και, αφετέρου, ότι το κράτος μέλος αναγνωρίσεως μπορεί εντούτοις να προβεί σε γενικό έλεγχο υπό το πρίσμα της δημοσίας τάξεως σε περίπτωση πρόδηλης και καταχρηστικής μη τηρήσεως των κανόνων δικαιοδοσίας. Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια προσέγγιση ενέχει τον κίνδυνο να θίξει όχι μόνο τον κανονισμό 2201/2003 αλλά και το σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων εντός της Ένωσης που έχει θεσπιστεί από άλλους κανονισμούς. Ερωτηθείσα επ’ αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή προέβαλε το παράδειγμα παραβάσεως από το δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950. Μολονότι τούτο μπορεί πράγματι να θίγει τη δημόσια τάξη, ουδόλως εμπίπτει στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας. Εξάλλου, αν η Επιτροπή εκτιμά ότι αποδεικνύεται εκ προθέσεως βούληση ορισμένων εθνικών δικαστηρίων να παραβούν τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στον κανονισμό 2201/2003, το θεσμικό αυτό όργανο μπορεί να κινήσει διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους. Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψεις 53 έως 55).
( 27 ) Βλ. απόφαση C. (C‑92/12 PPU, EU:C:2012:255, σκέψη 103).
( 28 ) Συναφώς, ο δικαστής του κράτους αναγνωρίσεως δεν δύναται να ελέγξει την ορθότητα των νομικών ή πραγματικών εκτιμήσεων στις οποίες προέβη ο δικαστής του κράτους μέλους προελεύσεως. Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψη 43) η οποία αφορά το άρθρο 36 του κανονισμού 44/2001 η γραμματική διατύπωση του οποίου είναι παρόμοια με του άρθρου 26 του κανονισμού 2201/2003.
( 29 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψεις 49 και 63).
( 30 ) Η υπόθεση της κύριας δίκης προστίθεται πράγματι σε πολλές άλλες διαδικασίες κινηθείσες ενώπιον των λιθουανικών δικαστηρίων, τα οποία κάθε φορά δικαίωναν την Q. Συναφώς, η Δημοκρατία της Λιθουανίας ανέφερε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Οκτωβρίου 2015, τέσσερις διαδικασίες, ήτοι τη σχετική με την επιμέλεια της S αίτηση ενώπιον του Šilutės rajono apylinkės teismas επί της οποίας εκδόθηκε η επίμαχη απόφαση, τη διαδικασία περί επιστροφής ενώπιον του Vilniaus apygardos teismas καθώς και την έφεση ενώπιον του Lietuvos apeliacinis teismas, την αίτηση ενώπιον του Vilniaus apygardos teismas και ενώπιον του Lietuvos apeliacinis teismas, επί του προσωρινού τρόπου επικοινωνίας του Ρ με την S και, τέλος, της αιτήσεως ενώπιον του Klaipėdos apylinkės teismas (τοπικού δικαστηρίου του Klaipėda) και του Klaipėdos apygardos teismas (περιφερειακού δικαστηρίου του Klaipėda) επί της τηρήσεως του τρόπου επικοινωνίας με την S που είχε οριστεί. Κατά τη Δημοκρατία της Λιθουανίας, τουλάχιστον δεκαέξι δικαστές σε τέσσερις διαφορετικές διαδικασίες δικαίωσαν την Q βάσει του ύψιστου συμφέροντος του παιδιού.
( 31 ) Βλ. πρώτη σελίδα της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
( 32 ) Από τις γραπτές παρατηρήσεις του Ρ προκύπτει ότι, λαμβανομένων υπόψη «των διαφορετικών εθνικών ρυθμίσεων που εφαρμόζονται σε θέματα δικαιωμάτων επιμέλειας και καθορισμού του τόπου διαμονής, και δεδομένου ότι αμφότερες οι υποθέσεις αφορούν τον τόπο διαμονής της S και τη γονική μέριμνα των γονέων ως προς αυτήν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι εκκρεμείς διαδικασίες στις διαφορετικές αυτές χώρες έχουν το ίδιο αντικείμενο». Επιβεβαίωσε εκ νέου την άποψή του αυτή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Οκτωβρίου 2015.
( 33 ) Λαμβανομένης υπόψη της συμπτώσεως αυτής μεταξύ της επίμαχης διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου (κατόπιν αγωγής ασκηθείσας στις 11 Απριλίου 2014) και της διαφοράς ενώπιον του Šilutės rajono apylinkės teismas (κατόπιν αιτήσεως υποβληθείσας στις 8 Απριλίου 2014) επί της οποίας εκδόθηκε η επίμαχη απόφαση, γεννάται το ερώτημα γιατί το αιτούν δικαστήριο δεν ανέστειλε την εκδίκαση της υποθέσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 2201/2003 που ορίζει ότι, «[ε]άν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα γονικής μέριμνας ενός παιδιού, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο, αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο». Μια τέτοια προσέγγιση θα καθιστούσε δυνατή την αποφυγή παραλλήλων διαδικασιών εκκρεμών ενώπιον των δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών και της εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από αυτές (βλ. απόφαση Purrucker, C‑296/10, EU:C:2010:665, σκέψη 64).
( 34 ) Βλ. σημείο 41 της παρούσας γνώμης.
( 35 ) Βλ. σημεία 16 και 17 (για τα πραγματικά περιστατικά) και 47 (για τις παρατηρήσεις της Δημοκρατίας της Λιθουανίας) της παρούσας γνώμης.
( 36 ) Το Lietuvos apeliacinis teismas απέρριψε την ασκηθείσα από τον Ρ έφεση. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι δεν αμφισβητείτο ότι ο Ρ ήταν υπαίτιος «ανυπόφορης συμπεριφοράς αντίθετης προς τους ηθικούς κανόνες καθώς και συμπεριφοράς προς ανήλικο τέκνο δυνάμενης να δημιουργήσει κίνδυνο για την ομαλή ανάπτυξη και κοινωνική διαβίωση του παιδιού, καθώς και το ύψιστο συμφέρον του».
( 37 ) Συγκεκριμένα, μολονότι το άρθρο 11, παράγραφοι 4 έως 6, του κανονισμού 2201/2003 ορίζει ότι δικαστήριο επιληφθέν αιτήσεως επιστροφής παιδιού μπορεί, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 13 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, εντούτοις το αρμόδιο βάσει του κανονισμού αυτού δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, παρά την ύπαρξη αποφάσεως περί μη επιστροφής, μεταγενέστερη απόφαση διατάσσουσα την επιστροφή του παιδιού κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 8, του εν λόγω κανονισμού, η δε απόφαση αυτή αναγνωρίζεται ως εκτελεστή στο κράτος μέλος διαμονής του παιδιού και οι αρχές του κράτους αυτού δεν δύνανται να αντιταχθούν στην αναγνώριση αυτή.
( 38 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις Purrucker (C‑296/10, EU:C:2010:665, σκέψη 68) και C (C‑376/14 PPU, EU:C:2014:2268, σκέψη 40), καθώς και άρθρο 19 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, κατά το οποίο «[η] απόφαση περί επιστροφής του παιδιού που εκδίδεται στο πλαίσιο της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, δεν επηρεάζει την ουσία του δικαιώματος επιμελείας». Στη σκέψη 40 της αποφάσεως C. (C‑376/14 PPU, EU:C:2014:2268), το Δικαστήριο έκρινε ότι «συνεπώς, δεν υφίσταται εκκρεμοδικία μεταξύ των εν λόγω ενδίκων βοηθημάτων». Στη σκέψη 46 της αποφάσεως Povse (C‑211/10 PPU, EU:C:2010:400), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι απόφαση για ανάθεση της επιμέλειας τέκνου είναι οριστική απόφαση, εκδοθείσα βάσει πλήρους εξετάσεως όλων των σχετικών στοιχείων, με την οποία το αρμόδιο δικαστήριο αποφαίνεται επί της διευθετήσεως του ζητήματος της επιμέλειας του τέκνου που δεν υπόκειται στο εξής σε λοιπές διοικητικές ή δικαστικές αποφάσεις. Το γεγονός ότι η εν λόγω διευθέτηση της επιμέλειας του τέκνου προβλέπει περιοδική αναθεώρηση ή επανεξέταση, εντός καθορισμένης προθεσμίας ή σε σχέση με ορισμένες περιστάσεις, του ζητήματος αυτού δεν στερεί από την απόφαση τον οριστικό της χαρακτήρα. Αντιθέτως, στη σκέψη 43 της ίδιας αυτής αποφάσεως, το Δικαστήριο επισήμανε ότι σκοπός της διαδικασίας περί επιστροφής παιδιού κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003 είναι η αποτροπή της απαγωγής παιδιών μεταξύ κρατών μελών και η άμεση επιστροφή του τέκνου σε περίπτωση απαγωγής. Με την απόφαση Aguirre Zarraga (C‑491/10 PPU, EU:C:2010:828, σκέψη 45) το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαίτηση της ταχείας περατώσεως των διαδικασιών η οποία διέπει το προβλεπόμενο από τον κανονισμό 2201/2003 σύστημα επιστροφής επιτάσσει τα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται της αιτήσεως επιστροφής του παιδιού να αποφαίνονται γρήγορα.
( 39 ) Βλ., απόφαση Povse (C‑211/10 PPU, EU:C:2010:400, σκέψεις 59 και 60).
( 40 ) Πριν από την έκδοση αποφάσεως επιστροφής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 8, του κανονισμού 2201/2003, το αρμόδιο δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων εκδόθηκε η απόφαση περί μη επιστροφής. Κατά το Δικαστήριο, «[τ]ούτο δικαιολογεί τον εκτελεστό χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής, από τη στιγμή που εκδίδεται, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης επί της οποίας βασίζεται ο κανονισμός». «Επιπλέον, το σύστημα αυτό περιλαμβάνει διπλή εξέταση του ζητήματος της επιστροφής του τέκνου, εγγυώμενο με τον τρόπο αυτόν καλύτερη θεμελίωση της αποφάσεως και αυξημένη προστασία των συμφερόντων του τέκνου», βλ. απόφαση Povse (C‑211/10 PPU, EU:C:2010:400, σκέψεις 59 και 60).
( 41 ) Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι «[η] προθεσμία για την έκδοση αποφάσεως επί αιτήσεως μη επιστροφής είναι ιδιαιτέρως σύντομη». Βλ. απόφαση Rinau (C‑195/08 PPU, EU:C:2008:406, σκέψη 66).
Full & Egal Universal Law Academy