ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)
της 5ης Ιουλίου 2016 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Υπαλληλική υπόθεση — Διορισμός — Διαδικασία επιλογής και διορισμού του εκτελεστικού διευθυντή ρυθμιστικού οργανισμού — EMA — Προεπιλογή από επιτροπή προεπιλογής — Διορισμός από το διοικητικό συμβούλιο του EMA — Σύνθεση της επιτροπής προεπιλογής — Σώρευση των ιδιοτήτων του μέλους της επιτροπής προεπιλογής και του μέλους του διοικητικού συμβουλίου του EMA — Αμεροληψία»
Στην υπόθεση T‑26/15 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο τμήμα) της 13ης Νοεμβρίου 2014, Hristov κατά Επιτροπής και EMA (F‑2/12, EU:F:2014:245), για τη μερική αναίρεση της αποφάσεως αυτής,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη αρχικά από τον J. Currall και τις N. Nikolova και S. Petrova, και στη συνέχεια από τις N. Nikolova και S. Petrova,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
ο Emil Hristov, κάτοικος Σόφιας (Βουλγαρία), εκπροσωπούμενος από τους M. Ekimdzhiev, K. Boncheva και G. Chernicherska, δικηγόρους,
προσφεύγων πρωτοδίκως,
και
ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA), εκπροσωπούμενος αρχικά από τον J. Currall και τις N. Nikolova και S. Petrova, και στη συνέχεια από τις N. Nikolova και S. Petrova,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (αναιρετικό τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Jaeger, Πρόεδρο, H. Kanninen (εισηγητή) και M. van der Woude, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε βάσει του άρθρου 9 του παραρτήματος Ι του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο τμήμα) της 13ης Νοεμβρίου 2014, Hristov κατά Επιτροπής και EMA (F‑2/12, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:F:2014:245), που ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011, με την οποία η Επιτροπή είχε προτείνει στο διοικητικό συμβούλιο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΜΑ) κατάλογο των τεσσάρων υποψηφίων που προκρίθηκαν από την επιτροπή προεπιλογής και εγκρίθηκαν από τη συμβουλευτική επιτροπή διορισμών (στο εξής: απόφαση της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011).
Ιστορικό της διαφοράς
2
Το ιστορικό της διαφοράς εκτέθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως εξής:
«13
Στις 10 Δεκεμβρίου 2009, ο A, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ΕΜΑ, ορίστηκε από το διοικητικό συμβούλιο για να το εκπροσωπήσει ως παρατηρητής στην επιτροπή προεπιλογής, σύμφωνα με το σημείο 7.1 των κατευθυντηρίων γραμμών [της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με την επιλογή και τον διορισμό των διευθυντών ρυθμιστικών οργανισμών, εκτελεστικών οργανισμών και κοινών επιχειρήσεων]. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, η επιτροπή προεπιλογής συγκροτείται από τρεις υπαλλήλους του ανώτερου στελεχιακού δυναμικού της Επιτροπής, οι οποίοι πρέπει να έχουν τουλάχιστον τον ίδιο βαθμό και το ίδιο επίπεδο καθηκόντων με τον διευθυντή του ΕΜΑ.
14
Στις 15 Ιανουαρίου 2010, η Επιτροπή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης την προκήρυξη κενής θέσης του εκτελεστικού διευθυντή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA) (βαθμός AD 14) (ΕΕ C 9 A, σ. 1). Η προτεινόμενη θέση ήταν θέση συμβασιούχου υπαλλήλου βαθμού AD 14 και η προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων έληξε στις 17 Φεβρουαρίου 2010. [Ο Emil Hristov] υπέβαλε υποψηφιότητα στις 16 Φεβρουαρίου 2010.
15
Στις 31 Μαρτίου 2010, η επιτροπή προεπιλογής εξέτασε τις υποβληθείσες υποψηφιότητες, σύμφωνα με το σημείο 7.2.1 των κατευθυντηρίων γραμμών. Με την ευκαιρία αυτή, η εν λόγω επιτροπή εκτίμησε ότι δόθηκε ανεπαρκής δημοσιότητα στην προκήρυξη κενής θέσεως. Στη συνέχεια, η Επιτροπή αποφάσισε να δημοσιεύσει εκ νέου την προκήρυξη κενής θέσεως.
[…]
18
Στις 7 Οκτωβρίου 2010, συνεδρίασε το διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, στην οποία έλαβαν μέρος, μεταξύ άλλων, οι B και C, υπό την ιδιότητα, αντιστοίχως, του προέδρου και μέλους του διοικητικού συμβουλίου και του μέλους του διοικητικού συμβουλίου, ελήφθη η απόφαση να κινηθεί διαδικασία επιλογής του εκτελεστικού διευθυντή του ΕΜΑ, [η δε] απόφαση διευκρίνιζε λεπτομερώς τα διάφορα στάδια της διαδικασίας αυτής και όριζε ότι θα δημοσιευόταν στην ιστοσελίδα του ΕΜΑ.
19
Στις 30 Οκτωβρίου 2010, η Επιτροπή δημοσίευσε την επίδικη προκήρυξη κενής θέσεως. Οι υποψήφιοι έπρεπε να πληρούν τα ίδια κριτήρια συμμετοχής και επιλογής με αυτά που προέβλεπε η προηγούμενη προκήρυξη κενής θέσεως, με την εξαίρεση ενός κριτηρίου επιλογής. Πράγματι, ενώ η πρώτη προκήρυξη κενής θέσεως όριζε ότι οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν “αποδεδειγμένη πείρα στη διοίκηση προσωπικού, σε ανώτερο επίπεδο, σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον”, η επίδικη προκήρυξη απαιτεί “αποδεδειγμένη προϋπηρεσία στη διοίκηση μεγάλων ανθρώπινων συνόλων σε επίπεδο ανώτερου στελεχιακού δυναμικού[,] ενώ η αποκτηθείσα σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον πείρα συνιστά πλεονέκτημα”.
20
Ο [E. Hristov] ενημερώθηκε για τη δημοσίευση της επίδικης προκηρύξεως κενής θέσεως με ηλεκτρονικό μήνυμα του αναπληρωτή προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας ανθρωπίνων πόρων της ΓΔ “Υγεία”, της 3ης Νοεμβρίου 2010. Στο μήνυμα αυτό, ο αναπληρωτής προϊστάμενος συνέστησε στον [E. Hristov] να αποστείλει εκ νέου τα δικαιολογητικά έγγραφα που είχε επισυνάψει στην αίτηση υποψηφιότητας που υπέβαλε κατόπιν της πρώτης προκηρύξεως κενής θέσεως, προκειμένου να επικαιροποιήσει τα επαγγελματικά στοιχεία του, πράγμα το οποίο έπραξε [ο E. Hristov] με έγγραφο της 23ης Νοεμβρίου 2010, το οποίο περιήλθε στην Επιτροπή την επομένη.
[…]
22
Εν προκειμένω, η επιτροπή προεπιλογής είχε συγκροτηθεί από έναν πρόεδρο και τρία άλλα μέλη. Τα καθήκοντα του προέδρου της επιτροπής προεπιλογής είχαν ανατεθεί στον Γενικό Διευθυντή της ΓΔ “Υγεία”, η οποία, ως εποπτεύουσα τον ΕΜΑ Γενική Διεύθυνση, ήταν επιφορτισμένη με τον έλεγχο των δραστηριοτήτων του. Εκ των υπολοίπων τριών μελών, δύο ήσαν υπάλληλοι της ΓΔ “Υγεία” και το τελευταίο υπάλληλος της Γενικής Διευθύνσεως “Έρευνα και Καινοτομία”. Ο πρόεδρος της επιτροπής προεπιλογής, εν προκειμένω η D, και ο ένας εκ των δύο υπαλλήλων της ΓΔ “Υγεία” ήσαν μέλη και του διοικητικού συμβουλίου του ΕΜΑ, ως εκπρόσωποι της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 3, του κανονισμού 726/2004.
23
Στις 12 Ιανουαρίου 2011, η επιτροπή προεπιλογής εξέτασε τις 62 υποψηφιότητες που υποβλήθηκαν για τη θέση του εκτελεστικού διευθυντή του ΕΜΑ. Κατά την ολοκλήρωση της εξετάσεως αυτής, η επιτροπή προεπιλογής αποφάσισε να καλέσει σε συνέντευξη εννέα υποψηφίους, μεταξύ των οποίων και τον [E. Hristov]. Πάντως, ένας από τους εννέα ως άνω υποψηφίους αποκλείσθηκε από την επιτροπή προεπιλογής πριν από τη συνέντευξη.
24
Στις 8 Φεβρουαρίου 2011, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του [E. Hristov], καθώς και των λοιπών επτά προκριθέντων υποψηφίων, με την επιτροπή προεπιλογής. Με την ευκαιρία αυτή, η επιτροπή χρησιμοποίησε την κλίμακα αξιολογήσεως που είχε ετοιμάσει.
25
Κατόπιν των συνεντεύξεων, οι οκτώ υποψήφιοι βαθμολογήθηκαν με άριστα το 100 και κατετάγησαν κατά αύξουσα σειρά των βαθμολογιών που έλαβαν. Ο [E. Hristov] έλαβε τη χαμηλότερη βαθμολογία, δηλαδή 61 βαθμούς στους 100. Οι λοιποί επτά υποψήφιοι έλαβαν από 69 έως 85 βαθμούς με άριστα το 100.
26
Στις 7 Μαρτίου 2011, η επιτροπή προεπιλογής συνέταξε την έκθεσή της, η οποία παρείχε στοιχεία για κάθε υποψήφιο που κλήθηκε σε συνέντευξη και αποφάσισε να προτείνει τις υποψηφιότητες των τεσσάρων υποψηφίων που συγκέντρωσαν τα καλύτερα αποτελέσματα (από 75 έως 85 βαθμούς στους 100) [...]
27
Αφού παρέλαβε την έκθεση της επιτροπής προεπιλογής, η συμβουλευτική επιτροπή διορισμών της Επιτροπής (στο εξής: ΣΕΔ) εξέτασε, με τη σειρά της, τους φακέλους των 62 υποψηφιοτήτων που υποβλήθηκαν για τη θέση του εκτελεστικού διευθυντή του EΜΑ. Κατά την ολοκλήρωση της εξετάσεως αυτής, η ΣΕΔ εξέδωσε, στις 14 Μαρτίου 2011, την προηγούμενη γνώμη που προβλέπεται στο σημείο 8.2.1 των κατευθυντηρίων γραμμών. Κατά την προηγούμενη γνώμη της ΣΕΔ, μόνον οι τέσσερις υποψήφιοι που συνέστησε η επιτροπή προεπιλογής έπρεπε να κληθούν στις δοκιμασίες του κέντρου αξιολογήσεως καθώς και σε συνέντευξη με τη ΣΕΔ. Με έγγραφο της ίδιας ημερομηνίας, ο εκτελών χρέη γραμματέως της ΣΕΔ ενημέρωσε τον [E. Hristov] ότι η ΣΕΔ είχε αποφασίσει να μην αποκλίνει από τη γνώμη της επιτροπής προεπιλογής, κατά την οποία άλλοι υποψήφιοι συνεδύασαν καλύτερα από τον ίδιο ικανότητες και εμπειρία, όπως απαιτείται από την επίδικη προκήρυξη κενής θέσεως, και, κατά συνέπεια, να μην τον καλέσει σε συνέντευξη.
28
Αφού υποβλήθηκαν σε δοκιμασίες αξιολογήσεως, οι τέσσερις υποψήφιοι τους οποίους πρότεινε η επιτροπή προεπιλογής, κλήθηκαν σε συνέντευξη με τη ΣΕΔ, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 7 Απριλίου 2011. Την ίδια ημερομηνία, η ΣΕΔ εξέδωσε γνώμη με την οποία εξέφρασε την άποψη ότι οι τέσσερις υποψήφιοι που πρότεινε η επιτροπή προεπιλογής πληρούσαν τις προϋποθέσεις για την άσκηση των καθηκόντων του εκτελεστικού διευθυντή του ΕΜΑ.
29
Ο αρμόδιος για την Υγεία και την Προστασία των Καταναλωτών Επίτροπος (στο εξής: αρμόδιος θεματικά Επίτροπος) κάλεσε σε συνέντευξη τους τέσσερις υποψηφίους που πρότειναν η επιτροπή προεπιλογής και η ΣΕΔ. Στη συνέχεια, η ΓΔ “Ανθρώπινοι Πόροι και Ασφάλεια” πρότεινε στα μέλη της Επιτροπής, κατόπιν συμφωνίας με τον Πρόεδρο της Επιτροπής και τον αρμόδιο θεματικά Επίτροπο, να συστήσουν τους εν λόγω τέσσερις υποψηφίους στο διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ.
30
Στις 20 Απριλίου 2011, η Επιτροπή εξέδωσε ρητή απόφαση περί υποβολής στο διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ καταλόγου περιλαμβάνοντος τους τέσσερις προτεινόμενους από την επιτροπή προεπιλογής και τη ΣΕΔ υποψηφίους […].
31
Στις 5 Μαΐου 2011, το διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ πραγματοποίησε έκτακτη συνεδρίαση προκειμένου να επιλέξει τον νέο εκτελεστικό διευθυντή του ΕΜΑ. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, τροποποιήθηκε η διαδικασία επιλογής του εκτελεστικού διευθυντή που είχε υιοθετηθεί στις 7 Οκτωβρίου 2010 και πραγματοποιήθηκε ακρόαση των τεσσάρων υποψηφίων που πρότεινε η Επιτροπή. Επειδή δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί συμφωνία ως προς κάποιον υποψήφιο, το διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ αποφάσισε να συνεδριάσει εκ νέου τον επόμενο μήνα, προκειμένου να επιλέξει μεταξύ των τεσσάρων υποψηφίων που πρότεινε η Επιτροπή.
32
Με έγγραφο της 27ης Μαΐου 2011, που πρωτοκολλήθηκε από την Επιτροπή στις 9 Ιουνίου 2011, ο [E. Hristov] υπέβαλε ένσταση “κατά του τρόπου διεξαγωγής του διαγωνισμού [ενώπιον της Επιτροπής]”.
33
Στις 8 Ιουνίου 2011, το διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ επέλεξε, για την άσκηση των καθηκόντων του εκτελεστικού διευθυντή του ΕΜΑ, τον C.
34
Στις 13 Ιουλίου 2011, πραγματοποιήθηκε ακρόαση του C από την αρμόδια για το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια των τροφίμων επιτροπή του Κοινοβουλίου.
35
Με έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ενημέρωσε τον ΕΜΑ ότι, κατόπιν της συνεντεύξεως του C με την προαναφερθείσα επιτροπή, το Κοινοβούλιο ενέκρινε τον διορισμό του C ως νέου εκτελεστικού διευθυντή του ΕΜΑ.
36
Με απόφαση της Επιτροπής της 6ης Οκτωβρίου 2011, απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που άσκησε ο [E. Hristov] με έγγραφο της 27ης Μαΐου 2011.
37
Με απόφαση που εκδόθηκε ομοίως στις 6 Οκτωβρίου 2011, το διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ διόρισε τον C ως εκτελεστικό διευθυντή (στο εξής: απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της 6ης Οκτωβρίου 2011).
38
Με έγγραφο της 6ης Ιανουαρίου 2012, που απεστάλη την ίδια ημέρα με τηλεομοιοτυπία και ταχυδρομικώς, ο [E. Hristov] άσκησε διοικητική ένσταση ενώπιον της αρμόδιας για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχής του ΕΜΑ κατά της αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της 6ης Οκτωβρίου 2011.
39
Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Ιανουαρίου 2012, ο [E. Hristov] ζήτησε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της 6ης Οκτωβρίου 2011. Η ως άνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε με διάταξη της 20ής Μαρτίου 2012, Hristov κατά Επιτροπής και ΕΜΑ (F‑2/12 R, EU:F:2012:35).
40
Με απόφαση της αρμόδιας για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχής του ΕΜΑ, της 16ης Μαΐου 2012, απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση της 6ης Ιανουαρίου 2012.»
Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
3
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 9 Ιανουαρίου 2012, το οποίο καταχωρίστηκε με αριθμό F‑2/12, ο Emil Hristov άσκησε προσφυγή ζητώντας, αφενός, την ακύρωση, πρώτον, της αποφάσεως της επιτροπής προεπιλογής περί καταρτίσεως καταλόγου τεσσάρων υποψηφίων, στους οποίους δεν περιλαμβανόταν ο ίδιος, δεύτερον, της αποφάσεως της συμβουλευτικής επιτροπής διορισμών της Επιτροπής (στο εξής: ΣΕΔ) της 14ης Μαρτίου 2011, με την οποία εκλήθησαν σε συνέντευξη μόνον οι τέσσερις υποψήφιοι που περιλαμβάνονταν στον πίνακα της επιτροπής προεπιλογής, τρίτον, της αποφάσεως της ΣΕΔ της 7ης Απριλίου 2011 να υιοθετήσει τις προτάσεις της επιτροπής προεπιλογής, τέταρτον, της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011, πέμπτον, της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Οκτωβρίου 2011, με την οποία απορρίφθηκε η από 27 Μαΐου 2011 διοικητική του ένσταση, έκτον, της από 6 Οκτωβρίου 2011 αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου περί διορισμού του C στη θέση του εκτελεστικού διευθυντή του EMA, και αφετέρου, την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υποστηρίζει ότι υπέστη λόγω της εκδόσεως των αποφάσεων αυτών και, τέλος, τη διοργάνωση νέου «διαγωνισμού» ο οποίος θα είναι σύμφωνος με τις νόμιμες διαδικασίες.
4
Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε, ως απαράδεκτα, αφενός, το αίτημα διοργανώσεως νέου «διαγωνισμού», στο μέτρο που αποτελούσε αίτημα περί διαταγής προς θεσμικό όργανο και, αφετέρου, το αίτημα του E. Hristov να ακυρωθούν οι προπαρασκευαστικές πράξεις της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011, ήτοι η απόφαση της επιτροπής προεπιλογής περί καταρτίσεως καταλόγου τεσσάρων υποψηφίων και οι δύο αποφάσεις της ΣΕΔ, της 14ης Μαρτίου και της 7ης Απριλίου 2011 (σκέψεις 58 έως 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Έκρινε, επίσης, ότι το αίτημα περί ακυρώσεως της από 6 Οκτωβρίου 2011 αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου ήταν απαράδεκτο, καθόσον στρεφόταν κατά της Επιτροπής, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν είχε εκδοθεί από την Επιτροπή (σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
5
Εξάλλου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι η απόφαση της Επιτροπής της 6ης Οκτωβρίου 2011, περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως της 27ης Μαΐου 2011, περιείχε διευκρινίσεις σχετικά με τις προπαρασκευαστικές πράξεις της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011, καθώς και την αιτιολογία βάσει της οποίας η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση αυτή. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι όφειλε, ως εκ τούτου, να εξετάσει το αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011, όπως αυτή εξειδικεύθηκε με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2011 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως της 27ης Μαΐου 2011 (σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
6
Προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011 ο E. Hristov προέβαλε τέσσερις λόγους. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως έπρεπε να θεωρηθεί ότι στηρίζεται σε παραβίαση των κανόνων συγκροτήσεως της επιτροπής προεπιλογής, με δύο σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο αφορούσε τον ορισμό άρτιου αριθμού μελών της επιτροπής και το δεύτερο τη σώρευση των ιδιοτήτων του μέλους του διοικητικού συμβουλίου του EMA και του μέλους της επιτροπής προεπιλογής.
7
Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εξέτασε καταρχάς το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως και το έκανε δεκτό, κρίνοντας τα ακόλουθα:
«81
Στον τομέα των διαγωνισμών, έχει κριθεί ότι η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η επιτροπή του διαγωνισμού όσον αφορά τον προσδιορισμό των διαδικασιών και του λεπτομερούς περιεχομένου των προφορικών εξετάσεων στις οποίες υποβάλλει τους υποψηφίους πρέπει να αντισταθμίζεται από επιμελή τήρηση των κανόνων που διέπουν την οργάνωση των δοκιμασιών αυτών (αποφάσεις Girardot κατά Επιτροπής, T‑92/01, EU:T:2002:220, σκέψη 24, και Christensen κατά Επιτροπής, T‑336/02, EU:T:2005:115, σκέψη 38).
82
Κατά πάγια νομολογία, η επιτροπή διαγωνισμού υποχρεούται να φροντίζει να διατυπώνει τις εκτιμήσεις της επί όλων των εξεταζομένων στις προφορικές εξετάσεις υποψηφίων υπό συνθήκες ισότητας και αντικειμενικότητας (απόφαση Παντούλης κατά Επιτροπής, T‑290/03, EU:T:2005:316, σκέψη 90).
83
Μολονότι, εν προκειμένω, η επιτροπή προεπιλογής δεν είναι επιτροπή διαγωνισμού και η γνώμη της δεν είναι δεσμευτική ούτε για τη ΣΕΔ ούτε για την Επιτροπή, εντούτοις, η νομολογία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί και στην υπό κρίση υπόθεση, εφόσον η επιτροπή προεπιλογής, όπως και η επιτροπή του διαγωνισμού, είχε ως σκοπό την επιλογή των καλύτερων από όσους υπέβαλαν υποψηφιότητα μετά από προκήρυξη θέσεως και διέθετε σημαντικό περιθώριο χειρισμών κατά την οργάνωση των δοκιμασιών προεπιλογής (βλ., για μια επιτροπή επιλογής εσωτερικής προσλήψεως, απόφαση CG κατά ΕΤΕπ, F‑115/11, EU:F:2014:187, σκέψη 60).
84
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή όφειλε, βάσει των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως, να μεριμνά για την καλή οργάνωση του πρώτου σταδίου της διαδικασίας επιλογής που διεξάγεται ενώπιον της επιτροπής προεπιλογής. Επιβαλλόταν, επομένως, να διαθέτουν όλα τα μέλη της επιτροπής προεπιλογής που όρισε η Επιτροπή την απαραίτητη ανεξαρτησία, ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί η αντικειμενικότητά τους (βλ. απόφαση CG κατά ΕΤΕπ, EU:F:2014:187, σκέψη 61).
85
Εξάλλου, πρέπει να τονισθεί ότι η αρχή της χρηστής διοικήσεως, με την οποία συνδέεται η υποχρέωση του αρμοδίου θεσμικού οργάνου να εξετάζει επιμελώς και αμερολήπτως όλα τα ουσιώδη δεδομένα της συγκεκριμένης περιπτώσεως, αναγνωρίζεται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος, από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας την 1η Δεκεμβρίου 2009, έχει την ίδια νομική ισχύ με τις Συνθήκες και ορίζει στο άρθρο 41, με τίτλο “Δικαίωμα χρηστής διοικήσεως”, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης.
86
Επομένως, στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απόκειται να διαπιστώσει αν η επιτροπή προεπιλογής συστάθηκε και λειτούργησε νομοτύπως και αν τήρησε, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση αμεροληψίας, η οποία αποτελεί έναν από τους κανόνες που διέπουν τις εργασίες των επιτροπών διαγωνισμού και, κατ’ αναλογία, των επιτροπών προεπιλογής και που υπόκεινται στον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης (βλ., σχετικά με τη λειτουργία των επιτροπών διαγωνισμού, διάταξη Meierhofer κατά Επιτροπής, F‑74/07 RENV, EU:F:2011:63, σκέψη 62).
87
Eν προκειμένω, από το σημείο 7.2 των κατευθυντηρίων γραμμών προκύπτει, κατ’ αρχάς, ότι η επιτροπή προεπιλογής κινεί τη διαδικασία επιλογής εξετάζοντας βάσει σχετικού καταλόγου (check-list) αν οι υποψήφιοι πληρούν τα κριτήρια συμμετοχής και, στη συνέχεια, βάσει των κριτηρίων επιλογής που περιλαμβάνονται στην προκήρυξη κενής θέσεως, καθορίζει μια κλίμακα αξιολογήσεως, η οποία παρέχει τη δυνατότητα συγκρίσεως των προσόντων των υποψηφίων με τα προσόντα που αναζητούνται και τις ειδικές δεξιότητες που απαιτούνται στην εν λόγω προκήρυξη. Κατά το πέρας της αξιολογήσεως αυτής, η επιτροπή προεπιλογής καταρτίζει έναν αρχικό κατάλογο προεπιλεγέντων υποψηφίων που θεωρεί ότι διαθέτουν στον μεγαλύτερο βαθμό τα απαιτούμενα προσόντα και τους καλεί σε συνέντευξη. Μετά τις συνεντεύξεις, διαβιβάζει στη ΣΕΔ πλήρη έκθεση περιέχουσα στοιχεία για κάθε συνέντευξη, ποιοτική αξιολόγηση όλων των υποψηφίων, ανεξαρτήτως του αν πραγματοποιήθηκε ακρόασή τους ή όχι, καθώς και σχέδιο πίνακα των υποψηφίων που θεωρούνται ως έχοντες τα περισσότερα προσόντα. Περαιτέρω, από το άρθρο 64 του κανονισμού 726/2004 και από το σημείο 10.3 των κατευθυντηρίων γραμμών προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ είναι υποχρεωμένο να επιλέξει τον εκτελεστικό διευθυντή μεταξύ των προτεινομένων από την Επιτροπή υποψηφίων.
88
Επομένως, η επιτροπή προεπιλογής είναι αρμόδια να προτείνει πλείονες υποψηφίους στη ΣΕΔ, ενώ η λήψη αποφάσεως ως προς τον διορισμό του εκτελεστικού διευθυντή του EMA εμπίπτει στην αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου του EMA. Κατά συνέπεια, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η D και ο E, που ήσαν ταυτόχρονα μέλη της επιτροπής προεπιλογής, δηλαδή του προτείνοντος οργάνου, και μέλη του διοικητικού συμβουλίου του EMA, δηλαδή του αποφασίζοντος οργάνου, τήρησαν το καθήκον αμεροληψίας υπό το πρίσμα των σαφώς διακεκριμένων αρμοδιοτήτων της επιτροπής προεπιλογής και του διοικητικού συμβουλίου του EMA.
89
Συναφώς, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης τονίζει ότι, καίτοι το σχέδιο καταλόγου υποψηφίων που προτείνει η επιτροπή προεπιλογής δεν είναι δεσμευτικό ούτε για τη ΣΕΔ ούτε για την Επιτροπή, πάντως, το εν λόγω σχέδιο καταλόγου, όπως και η ποιοτική αξιολόγηση όλων των υποψηφίων που η επιτροπή προεπιλογής περιλαμβάνει στην έκθεσή της, έχουν συγκεκριμένη σημασία για τη συνέχεια της διαδικασίας προεπιλογής, στο μέτρο που, αφενός, η ΣΕΔ είναι υποχρεωμένη να τα λάβει υπόψη και, αφετέρου, ο αρμόδιος θεματικά επίτροπος καλεί σε ακρόαση, σύμφωνα με το σημείο 8.3 των κατευθυντηρίων γραμμών, μόνο τους υποψηφίους που προέκρινε η ΣΕΔ στην τελική γνώμη της. Κατά συνέπεια, δεν αμφισβητείται ότι η επιτροπή προεπιλογής ασκεί καθοριστική επιρροή στο περιεχόμενο του τελικού πίνακα των υποψηφίων που προτείνει η Επιτροπή στο διοικητικό συμβούλιο του EMA.
90
Ομοίως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει, κατ’ αρχάς, ότι τα μέλη της επιτροπής προεπιλογής που είναι και μέλη του διοικητικού συμβουλίου του EMA θα μπορέσουν να ψηφίσουν, κατά τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου, αυτοπροσώπως ή μέσω του αναπληρωματικού μέλους, υπέρ του διορισμού ενός εκ των υποψηφίων που προκρίνει η Επιτροπή. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει, στη συνέχεια, ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ΕΜΑ μπορούν να διαδραματίσουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια των διασκέψεων του διοικητικού συμβουλίου, ανεξαρτήτως του αν ασκούν ή όχι το δικαίωμα ψήφου, και ότι, εν πάση περιπτώσει, έχουν άμεση επαφή με τα άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
91
Υπό το πρίσμα των προηγουμένων σκέψεων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η σώρευση των ιδιοτήτων του μέλους της επιτροπής προεπιλογής και του μέλους του διοικητικού συμβουλίου του EMA μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα των προσώπων που αφορά η εν λόγω σώρευση.
92
Κατά συνέπεια, χωρίς να διατυπωθεί κρίση επί του περιεχομένου των συζητήσεων που διεξήχθησαν μεταξύ των μελών της επιτροπής προεπιλογής και των απόψεων που υποστήριξαν τα διάφορα μέλη της επιτροπής αυτής, συμπεριλαμβανομένων της D και του E, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η D και ο E, εκ του γεγονότος και μόνον ότι συμμετείχαν στην επιτροπή προεπιλογής, παρέβησαν το καθήκον αμεροληψίας. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που καθένα από τα μέλη της επιτροπής προεπιλογής πρέπει να διαθέτει την απαραίτητη ανεξαρτησία ώστε να μη διακυβεύεται η αντικειμενικότητα της επιτροπής προεπιλογής στο σύνολό της, πρέπει να θεωρηθεί ότι όντως δεν τηρήθηκε το καθήκον αμεροληψίας της επιτροπής προεπιλογής στο σύνολό της.
93
Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
94
Κατ’ αρχάς, προκειμένου για το επιχείρημα ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του EMA που είχαν οριστεί μέλη της επιτροπής προεπιλογής δεν εκπροσωπούσαν κατ’ ουδένα τρόπο το διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ εντός της επιτροπής προεπιλογής και δεν ενεργούσαν εν ονόματί του, δεδομένου ότι το διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ εκπροσωπούσε πράγματι στην επιτροπή προεπιλογής ο παρατηρητής, εν προκειμένω ο A, αρκεί η επισήμανση ότι ο [E. Hristov] δεν βάλλει κατά της συμμετοχής του Α στις εργασίες της επιτροπής προεπιλογής ως παρατηρητή. Πάντως, όπως κρίθηκε στη σκέψη 92 [ανωτέρω], το γεγονός και μόνον ότι η D και ο E, αμφότεροι μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ΕΜΑ, μετείχαν στην επιτροπή προεπιλογής συνιστά παράβαση του καθήκοντος αμεροληψίας. Άλλωστε, από τον φάκελο προκύπτει ότι η D συμμετείχε στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου του EMA της 5ης Μαΐου και της 8ης Ιουνίου 2011 που είχαν ως αντικείμενο τον διορισμό του νέου εκτελεστικού διευθυντή του EMA και ότι συμμετείχε, επομένως, στην ακρόαση των τεσσάρων υποψηφίων που προτάθηκαν με την απόφαση της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011, καθώς και στις διαβουλεύσεις που κατέληξαν στον διορισμό του C. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι ορθώς ο [E. Hristov] έθεσε εν αμφιβόλω την αμεροληψία της D κατά την άσκηση της προεδρίας των εργασιών της επιτροπής προεπιλογής.
95
Στη συνέχεια, πρέπει να απορριφθεί και το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, δεδομένου ότι δύο μόνο μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ΕΜΑ, επί των 35 μελών που το συγκροτούν, ήσαν μέλη και της επιτροπής προεπιλογής δεν μπορεί να υποστηριχθεί η άποψη ότι μέλη του διοικητικού συμβουλίου του EMA υποκατέστησαν με τη δική τους εκτίμηση την εκτίμηση της επιτροπής προεπιλογής. Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ούτε η D ούτε ο E συμμετείχαν στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου του ΕΜΑ στις 5 Μαΐου και στις 8 Ιουνίου 2011, συμμετείχαν ωστόσο στις συνεδριάσεις της επιτροπής προεπιλογής και είχαν τη δυνατότητα, ως μέλη της επιτροπής αυτής, να ασκήσουν επιρροή στην αξιολόγηση εκάστου των υποψηφίων από τα άλλα μέλη της επιτροπής προεπιλογής.
96
Προσήκει ακόμη να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο διορισμός της D και του E ως μελών της επιτροπής προεπιλογής ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένος, μάλιστα δε και αναγκαίος, στο μέτρο που αμφότεροι ήσαν εμπειρογνώμονες στον τομέα αυτόν. Πράγματι, όπως παραδέχθηκε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν ήταν αδύνατον να οριστούν ως μέλη της επιτροπής προεπιλογής εμπειρογνώμονες που δεν ήσαν μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ΕΜΑ. Εξάλλου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης παρατηρεί ότι οι κατευθυντήριες γραμμές παρέχουν τη δυνατότητα να αποτραπεί το ενδεχόμενο τα μέλη της επιτροπής προεπιλογής να είναι και μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ΕΜΑ. Πράγματι, το σημείο 7.1 των κατευθυντηρίων γραμμών, αφενός, παρέχει στην εποπτεύουσα Γενική Διεύθυνση τη δυνατότητα να επιλέξει τα μέλη της επιτροπής προεπιλογής μεταξύ πλειόνων υπαλλήλων του ανώτερου στελεχιακού δυναμικού, στο μέτρο που προβλέπει ότι η επιτροπή προεπιλογής συγκροτείται από τον Γενικό Διευθυντή ή τον αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή της εποπτεύουσας Γενικής Διευθύνσεως, από έναν διευθυντή της εποπτεύουσας Γενικής Διευθύνσεως και έναν διευθυντή άλλης Γενικής Διευθύνσεως. Περαιτέρω, η εν λόγω διάταξη προβλέπει επίσης ότι τα μέλη της επιτροπής προεπιλογής ορίζονται “[κ]αταρχήν” μεταξύ των προαναφερθέντων υπαλλήλων. Κατά συνέπεια, όταν συμβαίνει, όπως εν προκειμένω, τα πρόσωπα που απαριθμούνται στο σημείο 7.1 των κατευθυντηρίων γραμμών, δηλαδή ο Γενικός Διευθυντής, ο αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής και ένας διευθυντής της εποπτεύουσας Γενικής Διευθύνσεως, να είναι ήδη μέλη του διοικητικού συμβουλίου του οικείου ρυθμιστικού οργανισμού, είναι δυνατόν να ορισθούν μέλη της επιτροπής προεπιλογής άλλα πρόσωπα.
97
Ομοίως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι κανένας κανόνας δεν απαγορεύει στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του EMA να οριστούν μέλη της επιτροπής προεπιλογής. Πράγματι, η σώρευση των δύο αυτών ιδιοτήτων σε ένα και μόνο πρόσωπο συνιστά, όπως έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, παράβαση του καθήκοντος αμεροληψίας της επιτροπής προεπιλογής και, κατά συνέπεια, αντιβαίνει προς το άρθρο 41 του Χάρτη.
98
Τέλος, ούτε το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το άρθρο 11α του ΚΥΚ συνιστά εγγύηση της αμεροληψίας των μελών της επιτροπής προεπιλογής φαίνεται να έχει πιθανότητες ευδοκιμήσεως. Πράγματι, μολονότι, σύμφωνα με το άρθρο 11α του ΚΥΚ, ο υπάλληλος πρέπει να απέχει από τον χειρισμό κάθε υποθέσεως για την έκβαση της οποίας έχει προσωπικό συμφέρον το οποίο θα μπορούσε να θέσει εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία του και από τον φάκελο προκύπτει ότι ο A καθώς και ένα μέλος της επιτροπής προεπιλογής δεν συμμετείχαν σε συνέντευξη με έναν υποψήφιο, εντούτοις η D και ο E, παρά το άρθρο 11α του ΚΥΚ, δεν προέβαλαν αντιρρήσεις για τον ορισμό τους ως μελών της επιτροπής προεπιλογής, συμμετείχαν σε όλες τις συνεντεύξεις των υποψηφίων και, όσον αφορά την D, δεν επισήμανε, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού του διοικητικού συμβουλίου, ότι έχει συμφέρον που ενδέχεται να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την ανεξαρτησία της κατά τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου του ΕΜΑ της 5ης Μαΐου και της 8ης Ιουνίου 2011.
99
Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σκέψεων, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από τη σώρευση των ιδιοτήτων του μέλους του διοικητικού συμβουλίου του ΕΜΑ και του μέλους της επιτροπής προεπιλογής, πρέπει να κριθεί βάσιμο.»
8
Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011 έπρεπε να γίνει δεκτό, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετασθούν ούτε το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως ούτε οι λοιποί λόγοι που προβλήθηκαν προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής (σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
9
Όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της 6ης Οκτωβρίου 2011, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισήμανε ότι το διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ μπορούσε να διορίσει ως εκτελεστικό διευθυντή του ΕΜΑ μόνον έναν από τους υποψηφίους που ήταν εγγεγραμμένοι στον κατάλογο που είχε εγκριθεί με την από 20 Απριλίου 2011 απόφαση της Επιτροπής. Υπενθύμισε, επίσης, ότι η απόφαση αυτή έπρεπε να ακυρωθεί και ότι, κατά συνέπεια, έπρεπε να ακυρωθεί και η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της 6ης Οκτωβρίου 2011 (σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
10
Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε το αίτημα αποζημιώσεως, κρίνοντας ότι όποια ηθική βλάβη ενδέχεται να υπέστη ο [E. Hristov] λόγω της παρανομίας της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011 και της αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της 6ης Οκτωβρίου 2011 ικανοποιήθηκε προσηκόντως και επαρκώς με την ακύρωση των αποφάσεων αυτών (σκέψεις 105 έως 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
Διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων
11
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Ιανουαρίου 2015 η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
12
Στις 3 Απριλίου 2015 ο E. Hristov κατέθεσε υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως.
13
Στις 5 Μαΐου 2015 ο πρόεδρος του αναιρετικού τμήματος επέτρεψε στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 143, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991, να καταθέσει υπόμνημα απαντήσεως.
14
Η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως στις 12 Ιουνίου 2015 και ο E. Hristov κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως στις 28 Ιουλίου 2015.
15
Η έγγραφη διαδικασία περατώθηκε στις 28 Ιουλίου 2015.
16
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή το Γενικό Δικαστήριο (αναιρετικό τμήμα) διαπίστωσε ότι δεν είχε υποβληθεί αίτημα καθορισμού ημερομηνίας για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός της προθεσμίας των τριών εβδομάδων από της κοινοποιήσεως της περατώσεως της έγγραφης διαδικασίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 207, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 207, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία.
17
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
—
να αναπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων ακυρώσεως·
—
να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
18
Η Επιτροπή διευκρινίζει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι η αναίρεσή της βάλλει κατά των σκέψεων 81 έως 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που στηρίζουν το σημείο 1 του διατακτικού της αποφάσεως αυτής, με το οποίο ακυρώθηκε η απόφαση της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011, με την επισήμανση ότι η αναίρεση αυτή θα συνεπαγόταν κατ’ ανάγκη και την αναίρεση του σημείου 2 του διατακτικού, που ακυρώνει την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του EMA της 6ης Οκτωβρίου 2011.
19
Ο E. Hristov ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της διοικητικής διαδικασίας και στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
20
Πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή με την αίτηση αναιρέσεως, καθόσον βάλλει κατά των σκέψεων 81 έως 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ζητεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που με αυτή ακυρώνεται η απόφαση της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011, με την οποία η Επιτροπή πρότεινε στο διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ κατάλογο τεσσάρων υποψηφίων.
21
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως η Επιτροπή προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως. Ο πρώτος λόγος στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 30 και του παραρτήματος ΙΙΙ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), σε παραβίαση των αρχών της αμεροληψίας και της χρηστής διοίκησης και σε παράβαση του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε έλλειψη αιτιολογίας. Ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, οι οποίοι προβάλλονται επικουρικά, στηρίζονται σε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, και, ειδικότερα, της αρχής της αναλογικότητας, στο μέτρο που, αντιστοίχως, αφενός, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν εξέτασε αν, ελλείψει της προβληθείσας παραβάσεως, το περιεχόμενο της προσβληθείσας αποφάσεως θα ήταν διαφορετικό και, αφετέρου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν προέβη στη στάθμιση των αντικρουόμενων συμφερόντων και στον περιορισμό των αποτελεσμάτων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
22
Πρέπει να προηγηθεί η εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
23
Αυτό που προσάπτει, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης είναι ότι έκρινε ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αμεροληψίας και της χρηστής διοίκησης, στηριζόμενο απλώς σε ένα τεκμήριο μεροληψίας ως προς ένα και μόνο πρόσωπο, την D, και για τον μοναδικό λόγο ότι αυτή είχε μετάσχει στην επιτροπή προεπιλογής, ενώ ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του EMA.
24
Κατά την Επιτροπή η μεροληψία ενός προσώπου δεν μπορούσε να τεκμαρθεί αλλά θα έπρεπε να αποδειχθεί «βάσει αντικειμενικών, κατάλληλων και συγκλινόντων στοιχείων», όπως προκύπτει από τη νομολογία και, ιδίως, από την απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, CG κατά ΕΤΕπ (F‑115/11, EU:F:2014:187, σκέψη 65). Η απαίτηση αυτή, που ισχύει για μέλος επιτροπής διαγωνισμού με πραγματική αποφασιστική αρμοδιότητα, θα έπρεπε να ισχύει και για μέλος επιτροπής προεπιλογής η οποία διατυπώνει απλώς γνώμη. Τέτοια στοιχεία δεν υπάρχουν, όμως, εν προκειμένω. Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην πρωτοβάθμια δίκη ο E. Hristov ανέφερε ότι δεν γνώριζε την D και ότι δεν είχε, άρα, κακές σχέσεις μαζί της.
25
Η Επιτροπή προσθέτει ότι η σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως φαίνεται να υπονοεί ότι δύο υπάλληλοι της Επιτροπής, η D και ο E, είχαν μετάσχει στην επιτροπή προεπιλογής και ψήφισαν, αμφότεροι, στο διοικητικό συμβούλιο του EMA. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει, καθώς ο E ήταν το αναπληρωματικό μέλος που αντικαθιστούσε την D και άρα δεν θα μπορούσε να ψηφίσει στο διοικητικό συμβούλιο του EMA συγχρόνως με την D.
26
Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, το τεκμήριο μεροληψίας, που εκτίθεται στις σκέψεις 91 και 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στηρίζεται από πολλές απόψεις σε νομική πλάνη.
27
Η πρώτη πλάνη συνίσταται στο ότι στις σκέψεις 81 έως 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως η επιτροπή προεπιλογής εξομοιώθηκε με επιτροπή διαγωνισμού. Εν προκειμένω, όμως, δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για πρόσληψη υπαλλήλου, δεν έπρεπε να εφαρμοστεί ούτε το άρθρο 30 ούτε το παράρτημα III του ΚΥΚ. Για την Επιτροπή εφαρμοστέο εν προκειμένω ήταν μόνο το άρθρο 12 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς επρόκειτο για περίπτωση προσλήψεως συμβασιούχου υπαλλήλου, και το άρθρο αυτό δεν προβλέπει καμία ιδιαίτερη διαδικασία για την πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων. Η Επιτροπή δέχεται ότι η διαδικασία προσλήψεως συμβασιούχων υπαλλήλων πρέπει να είναι αντικειμενική και αμερόληπτη. Υποστηρίζει, όμως, ότι η υποχρέωση αμεροληψίας και αντικειμενικότητας που αφορά τους συμβασιούχους υπαλλήλους δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 30 ούτε στο παράρτημα ΙΙΙ του ΚΥΚ.
28
Είναι, επίσης, εσφαλμένο να εξομοιώνεται η επιτροπή προεπιλογής με επιτροπή διαγωνισμού, καθώς η επιτροπή διαγωνισμού, που ασκεί πραγματική αποφασιστική εξουσία με κάθε ανεξαρτησία και οι αποφάσεις της οποίας δεν μπορούν να τροποποιηθούν από την Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή, διαφέρει από την επιτροπή προεπιλογής, η οποία είναι αμιγώς συμβουλευτικό όργανο, οι αποφάσεις του οποίου δεν δεσμεύουν την αρχή που εκδίδει την απόφαση. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει ως προς το σημείο αυτό από έλλειψη αιτιολογίας.
29
Η Επιτροπή βάλλει στη συνέχεια κατά της σκέψεως 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η υποχρέωση αμεροληψίας εντάσσεται στην αρχή της χρηστής διοίκησης του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Κατά την Επιτροπή, η θέση που έχει μια διάταξη στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου δεν αρκεί για να εξηγηθεί για ποιον λόγο η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται στις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως. Εν πάση περιπτώσει, η παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης δεν αποτελεί εν προκειμένω κρίσιμο λόγο ακυρώσεως.
30
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μια ακόμη νομική πλάνη προκύπτει από τη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης καταρχάς δέχτηκε ορθώς ότι η γνώμη της επιτροπής προεπιλογής δεν ήταν δεσμευτική ούτε για τη ΣΕΔ ούτε για την Επιτροπή, αλλά στη συνέχεια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιτροπή προεπιλογής «ασκ[ούσε] καθοριστική επιρροή στο περιεχόμενο του τελικού πίνακα των υποψηφίων που προτείνει η Επιτροπή στο διοικητικό συμβούλιο του EMA». Η αντίφαση αυτή συνιστά νομική πλάνη, και μάλιστα παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων ή αντιφατική αιτιολογία.
31
Όσον αφορά τη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του EMA που μετείχαν στην επιτροπή προεπιλογής θα διαδραμάτιζαν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στις συζητήσεις εντός του διοικητικού συμβουλίου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η σκέψη αυτή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, καθώς το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν παρέσχε καμία σχετική εξήγηση. Επίσης, όσα διατυπώνονται στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν στηρίζονται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
32
Για όλους αυτούς τους λόγους η Επιτροπή φρονεί ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις σκέψεις 91 και 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πέραν του ότι είναι πλημμελώς αιτιολογημένο, πάσχει από πρόδηλη νομική πλάνη.
33
Ο Ε. Hristov υποστηρίζει καταρχάς ότι, στο μέτρο που, αφενός, η ύπαρξη προσωπικής συγκρούσεως μεταξύ της D και του ιδίου δεν προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και που, αφετέρου, το ζήτημα αυτό δεν εξετάστηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το πραγματικό αυτό στοιχείο που προβάλλει η Επιτροπή δεν είναι κρίσιμο για την εξέταση της ένδικης διαφοράς από το Γενικό Δικαστήριο.
34
Ο Ε. Hristov αναφέρει στη συνέχεια ότι κρίσιμη για την ένδικη διαφορά δεν είναι ούτε η διευκρίνιση της Επιτροπής ότι, σε αντίθεση προς αυτό που φαίνεται να προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο E δεν μπορούσε να ψηφίσει συγχρόνως με την D κατά τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου του EMA, δεδομένου ότι ήταν το αναπληρωματικό μέλος που την αναπλήρωνε σε περίπτωση απουσίας της. Ο E. Hristov επισημαίνει ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 90 και 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης άντλησε τα δικά του συμπεράσματα σχετικά με την παραβίαση της υποχρεώσεως αμεροληψίας, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν ο E και η D ασκούσαν το δικαίωμα ψήφου εντός του διοικητικού συμβουλίου του EMA και αν είχαν λάβει μέρος, και οι δύο συγχρόνως, στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου της 5ης Μαΐου και της 8ης Ιουνίου 2011. Εξάλλου, από τη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι μόνο η D έλαβε μέρος στις συσκέψεις του διοικητικού συμβουλίου της 5ης Μαΐου και της 8ης Ιουνίου 2011.
35
Ο E. Hristov υπενθυμίζει, επίσης, ότι η παραβίαση των αρχών της αμεροληψίας και της χρηστής διοίκησης απορρέει από το γεγονός –το οποίο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους– ότι δύο από τα τέσσερα μέλη της επιτροπής προεπιλογής ήταν συγχρόνως και μέλη του διοικητικού συμβουλίου του EMA, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχτεί ότι η σώρευση των δύο αυτών ιδιοτήτων επηρέασε τη συμπεριφορά της D και του E και τις αποφάσεις τους κατά τη διαδικασία επιλογής ούτε να ληφθεί θέση επί του περιεχομένου των συζητήσεων μεταξύ των μελών της επιτροπής προεπιλογής.
36
Ο E. Hristov υποστηρίζει, επίσης, ότι, σε αντίθεση προς όσα υποστήριξε η Επιτροπή, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στις σκέψεις 81, 82 και 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αναφέρθηκε ούτε στο άρθρο 30 ούτε στο παράρτημα ΙΙΙ του ΚΥΚ.
37
Τέλος, ο E. Hristov προσθέτει ότι αν γινόταν δεκτό, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι στο μέτρο που οι αποφάσεις των επιτροπών προεπιλογής δεν είναι δεσμευτικές, δεν απαιτείται στη διαδικασία ενώπιον της συγκεκριμένης επιτροπής να διασφαλίζονται οι συνθήκες ισότητας και αντικειμενικότητας, κάτι τέτοιο θα στερούσε κάθε νόημα από τη διαδικασία αυτή. Ο E. Hristov υπενθυμίζει, επίσης, ότι από τη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η ΣΕΔ ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη το σχέδιο καταλόγου των υποψηφίων, την αξιολόγησή τους και την έκθεση της επιτροπής προεπιλογής και ότι η επιτροπή προεπιλογής ασκούσε καθοριστική επιρροή στο περιεχόμενο του τελικού πίνακα των υποψηφίων που προτείνει η Επιτροπή στο διοικητικό συμβούλιο του EMA.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
38
Υπενθυμίζεται ότι, κατά το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής και διορισμού του εκτελεστικού διευθυντή του EMA, η D και ο E, που μετείχαν στην επιτροπή προεπιλογής και ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου του EMA, παραβίασαν την υποχρέωση αμεροληψίας στο πλαίσιο της επιτροπής προεπιλογής «εκ του γεγονότος και μόνον ότι συμμετείχαν στη συνεδρίαση της επιτροπής [αυτής]» (σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Για το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, «η σώρευση των ιδιοτήτων του μέλους της επιτροπής προεπιλογής και του μέλους του διοικητικού συμβουλίου του EMA [μπορούσε] να θέσει εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα των προσώπων που αφορά η εν λόγω σώρευση» (σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «δεν τηρήθηκε το καθήκον αμεροληψίας της επιτροπής προεπιλογής στο σύνολό της» (σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
39
Ως προς το ζήτημα αυτό επισημαίνεται ότι από τη δικογραφία ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και από τα δικόγραφα των διαδίκων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο E ήταν το αναπληρωματικό μέλος που αντικαθιστούσε την D στο διοικητικό συμβούλιο του EMA. Όπως προκύπτει, επίσης, από τη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η D ήταν αυτή που έλαβε μέρος στις διασκέψεις στο πλαίσιο των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου του EMA που οδήγησαν στον διορισμό του C.
40
Επισημαίνεται, στη συνέχεια, ότι ο E. Hristov αμφισβήτησε ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης την υποκειμενική αμεροληψία της D ή του E, κάτι που άλλωστε επιβεβαίωσαν οι δύο πλευρές ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Έτσι, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απεφάνθη μόνον επί του ζητήματος κατά πόσον η επιτροπή προεπιλογής ήταν αντικειμενικά αμερόληπτη λόγω της σωρεύσεως αρμοδιοτήτων της D και του E.
41
Στο Γενικό Δικαστήριο απόκειται, επομένως, να κρίνει αν το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας ότι η D και ο E δεν ήταν αμερόληπτοι και, κατά συνέπεια, ότι δεν ήταν αμερόληπτη συνολικά η επιτροπή προεπιλογής, εκ του γεγονότος και μόνον ότι ήταν μέλη της επιτροπής προεπιλογής και συγχρόνως ήταν μέλη, τακτικό και αναπληρωματικό αντίστοιχα, του διοικητικού συμβουλίου του EMA.
42
Προς τούτο πρέπει να εξετασθεί αν ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο όσα εκτέθηκαν στις σκέψεις 83 έως 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες στηρίχθηκε το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης για να καταλήξει στο συμπέρασμα, στη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι παραβιάστηκε η υποχρέωση αμεροληψίας από την επιτροπή προεπιλογής στο σύνολό της.
43
Πρώτον, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή στηριζόμενη στις σκέψεις 81 έως 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν αιτιολόγησε την υποχρέωση αμεροληψίας και αντικειμενικότητας των μελών της επιτροπής προεπιλογής βάσει των διατάξεων του άρθρου 30 και του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ. Συγκεκριμένα, ούτε από τις σκέψεις 81 έως 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ούτε από την ενότητα «Νομικό πλαίσιο» της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στην προκειμένη περίπτωση στηρίχθηκε στις ανωτέρω διατάξεις.
44
Δεύτερον, δεν ευσταθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης «εξομοίωσε» την επιτροπή προεπιλογής με επιτροπή διαγωνισμού δεχόμενο ότι η νομολογία σχετικά με τις επιτροπές διαγωνισμού εφαρμοζόταν και για τις επιτροπές προεπιλογής. Διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ανέφερε ρητά, στη σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «η επιτροπή προεπιλογής δεν είναι επιτροπή διαγωνισμού». Έκρινε, όμως, ότι η επιτροπή προεπιλογής, όπως και η επιτροπή διαγωνισμού, έχει ως σκοπό την επιλογή των καλύτερων υποψηφίων και διαθέτει σημαντική διακριτική ευχέρεια κατά την οργάνωση των δοκιμασιών προεπιλογής και ότι, ως εκ τούτου, βάσει των αρχών της χρηστής διοίκησης και της ίσης μεταχειρίσεως, η Επιτροπή όφειλε να μεριμνά για την καλή οργάνωση της διαδικασίας επιλογής που διεξάγεται ενώπιον της επιτροπής προεπιλογής, απαιτώντας όλα τα μέρη της επιτροπής προεπιλογής να διαθέτουν την απαιτούμενη ανεξαρτησία ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί η αντικειμενικότητά τους (σκέψεις 83 και 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
45
Η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίζει ούτε ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους οι απαιτήσεις ανεξαρτησίας και αντικειμενικότητας που ισχύουν για τις επιτροπές διαγωνισμού εφαρμόζονται και για τις επιτροπές προεπιλογής. Οι εξηγήσεις αυτές προκύπτουν τόσο από τη σκέψη 83 όσο και από τις σκέψεις 84 και 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
46
Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η Επιτροπή δεν προβάλλει κανένα νομικό επιχείρημα ικανό να κλονίσει όσα εκτίθενται στις σκέψεις 83 και 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Αρκείται στην επισήμανση ότι η επιτροπή διαγωνισμού, που ασκεί πραγματική αποφασιστική εξουσία, δεν μπορεί να συγκριθεί με την επιτροπή προεπιλογής, που αποτελεί ένα αμιγώς συμβουλευτικό όργανο. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν απέκρυψε, όμως, τη διαφορά αυτή, διευκρινίζοντας στη σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι «η επιτροπή προεπιλογής δεν είναι επιτροπή διαγωνισμού και η γνώμη της δεν είναι δεσμευτική ούτε για τη ΣΕΔ ούτε για την Επιτροπή», η δε Επιτροπή δεν αποδεικνύει με ποιον τρόπο το επιχείρημα αυτό θα μπορούσε να αναιρέσει την ανάγκη να μεριμνά προκειμένου τα μέλη της επιτροπής προεπιλογής να ενεργούν με κάθε ανεξαρτησία και με κάθε αντικειμενικότητα.
47
Τρίτον, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν αιτιολογεί την εφαρμογή, στην υπό κρίση υπόθεση, της υποχρεώσεως αντικειμενικότητας επικαλούμενο τη θέση που καταλαμβάνει η υποχρέωση αυτή στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου. Ως προς το ζήτημα αυτό παρατηρείται ότι στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπενθυμίζει απλώς ότι η αρχή της χρηστής διοίκησης, με την οποία συνδέεται η υποχρέωση αμεροληψίας των θεσμικών οργάνων, κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ο οποίος, από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, έχει την ίδια νομική ισχύ με τις Συνθήκες. Εξάλλου, τούτο δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή.
48
Τέταρτον, ως προς το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης «δεν αποτελεί γνωστό λόγο ακυρώσεως», διαπιστώνεται ότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εξέτασε το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου που είχε προβάλει ο E. Hristov ενώπιόν του ιδίως υπό το πρίσμα της υποχρεώσεως αμεροληψίας, και δεν στηρίχθηκε απλώς στην αρχή της χρηστής διοίκησης.
49
Πέμπτον, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν υπέπεσε σε αντίφαση αναφέροντας, αφενός, ότι το σχέδιο καταλόγου υποψηφίων που προτείνει η επιτροπή προεπιλογής δεν είναι δεσμευτικό ούτε για τη ΣΕΔ ούτε για την Επιτροπή και δεχόμενο, αφετέρου, ότι η επιτροπή προεπιλογής ασκεί «καθοριστική επιλογή» στο περιεχόμενο του τελικού πίνακα των υποψηφίων που προτείνει η Επιτροπή στο διοικητικό συμβούλιο του EMA. Παρότι δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι το σχέδιο καταλόγου υποψηφίων που υποβάλλεται από την επιτροπή προεπιλογής στη ΣΕΔ δεν είναι δεσμευτικό, υπό την έννοια ότι, όπως αναφέρει η Επιτροπή, η ΣΕΔ και η Επιτροπή μπορούν να περιλάβουν διαφορετικούς υποψηφίους από αυτούς τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στο σχέδιο καταλόγου, εντούτοις, όπως προκύπτει από τα σημεία 8.2.1 και 8.3 των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με την επιλογή και τον διορισμό των διευθυντών ρυθμιστικών οργανισμών, εκτελεστικών οργανισμών και κοινών επιχειρήσεων, που αναφέρονται στη σκέψη 9 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και από τη σκέψη 89 της αποφάσεως αυτής, το σχέδιο καταλόγου έχει «συγκεκριμένη σημασία για τη συνέχεια της διαδικασίας [προ]επιλογής» στο μέτρο που, αφενός, η ΣΕΔ είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη τον κατάλογο αυτό και, αφετέρου, ο αρμόδιος επίτροπος, δηλαδή ο επίτροπος που είναι αρμόδιος για την Υγεία και για την Προστασία των Καταναλωτών, καλεί σε ακρόαση μόνο τους υποψηφίους που προέκρινε η ΣΕΔ στην τελική γνώμη της.
50
Επομένως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι αντιφατική. Παρότι, όμως, το Δικαστήριο Δημοσίας Διοίκησης ορθώς έκρινε ότι το σχέδιο καταλόγου υποψηφίων που κατήρτισε η επιτροπή προεπιλογής είχε συγκεκριμένη σημασία για τη συνέχεια της διαδικασίας επιλογής, δεν απέδειξε ότι η συμμετοχή της D, ως τακτικού μέλους, και του E, ως αναπληρωματικού μέλους για την D, στο διοικητικό συμβούλιο του EMA επηρέασε την ελευθερία τους να ενεργούν με κάθε αντικειμενικότητα και με κάθε ανεξαρτησία στο πλαίσιο της επιτροπής προεπιλογής με αποτέλεσμα να προκαλείται εύλογη αμφιβολία ως προς την αμεροληψία της επιτροπής. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν αποδείχθηκε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ότι η συμμετοχή της D στο διοικητικό συμβούλιο του EMA είχε «πρακτική σημασία» ως προς τον ρόλο της εντός της επιτροπής προεπιλογής.
51
Ως προς το ζήτημα αυτό υπενθυμίζεται ότι για να κριθεί η νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011 υπό το πρίσμα της υποχρεώσεως αμεροληψίας της επιτροπής προεπιλογής, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έπρεπε να αναχθεί στον χρόνο κατά τον οποίο η επιτροπή προεπιλογής πρότεινε τις υποψηφιότητες των τεσσάρων υποψηφίων που έλαβαν τα καλύτερα αποτελέσματα.
52
Κατά το στάδιο, όμως, αυτό της διαδικασίας επιλογής των υποψηφίων η οποία θα κατέληγε στον διορισμό του εκτελεστικού διευθυντή του EMA το γεγονός ότι η D και ο E ήταν μέλη, τακτικό και αναπληρωματικό αντίστοιχα, του διοικητικού συμβουλίου του EMA δεν μπορούσε αφεαυτό να γεννήσει αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία τους ως μελών της επιτροπής προεπιλογής. Μόνο το γεγονός της συμμετοχής στην επιτροπή προεπιλογής και συγχρόνως στο διοικητικό συμβούλιο του EMA δεν είναι ικανό να στηρίξει αφεαυτού τεκμήριο μεροληψίας των μελών της επιτροπής προεπιλογής ως προς τη διαδικασία ενώπιον της επιτροπής αυτής.
53
Υπογραμμίζεται δε ότι εν προκειμένω δεν τίθεται το ζήτημα της αμεροληψίας του διοικητικού συμβουλίου του EMA και ιδίως το ζήτημα κατά πόσον η D και ο E μπορούσαν να μετέχουν στη λήψη αποφάσεως σχετικά με τον διορισμό του εκτελεστικού διευθυντή του EMA ενώ είχαν συμμετάσχει σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας του διορισμού.
54
Εξάλλου, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αιτιολογία που παρατέθηκε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που αφορά την υποθετική συμπεριφορά των μελών της επιτροπής προεπιλογής κατά τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου του EMA, δεν ασκεί κάποια επιρροή στο πλαίσιο εξετάσεως της νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011.
55
Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εσφαλμένα έκρινε, αφενός, ότι η D και ο E, μέλος και αναπληρωματικό μέλος αντίστοιχα του διοικητικού συμβουλίου του EMA, είχαν παραβιάσει την υποχρέωση αμεροληψίας εκ του γεγονότος και μόνο ότι μετείχαν στην επιτροπή προεπιλογής και, αφετέρου, ότι κατά συνέπεια δεν είχε τηρηθεί το καθήκον αμεροληψίας της επιτροπής προεπιλογής στο σύνολό της.
56
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, χωρίς να χρειάζεται να εξετασθούν οι λοιποί λόγοι και τα λοιπά επιχειρήματα που προβλήθηκαν από την Επιτροπή στην αίτηση αναιρέσεως.
57
Κατά συνέπεια, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, στο μέτρο που ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011.
Επί των συνεπειών της μερικής αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
58
Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος Ι του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Γενικό Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και αποφαίνεται το ίδιο επί της διαφοράς. Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, όταν η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση.
59
Εν προκειμένω, στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απόκειται να κρίνει αν εξακολουθεί να συντρέχει λόγος να εξετασθούν τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν από τον E. Hristov στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, πέραν όσων το οδήγησαν στο συμπέρασμα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως ήταν βάσιμο.
60
Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν εξέτασε ούτε το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως ούτε τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε ο E. Hristov.
61
Κατά συνέπεια, η απόφαση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο θα πρέπει να αντλήσει τις συνέπειες τυχόν παρανομίας της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011 επί της νομιμότητας της αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου του EMA της 6ης Οκτωβρίου 2011.
Επί των δικαστικών εξόδων
62
Δεδομένου ότι η υπόθεση αναπέμπεται στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, το Γενικό Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (αναιρετικό τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Αναιρεί εν μέρει την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο τμήμα) της 13ης Νοεμβρίου 2014, Hristov κατά Επιτροπής και EMA (F‑2/12), στο μέτρο που η απόφαση αυτή ακύρωσε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011, με την οποία η Επιτροπή πρότεινε στο διοικητικό συμβούλιο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΜΑ) κατάλογο των τεσσάρων υποψηφίων που προκρίθηκαν από την επιτροπή προεπιλογής και εγκρίθηκαν από τη συμβουλευτική επιτροπή διορισμών.
2)
Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, προκειμένου να αποφανθεί εκείνο επί του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2011, με την οποία η Επιτροπή πρότεινε στο διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΑ κατάλογο των τεσσάρων υποψηφίων που προκρίθηκαν από την επιτροπή προεπιλογής και εγκρίθηκαν από τη συμβουλευτική επιτροπή διορισμών, βάσει των αιτιάσεων και των λόγων που προβλήθηκαν από τον Emil Hristov, επί των οποίων δεν απεφάνθη το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Jaeger
Kanninen
Van der Woude
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Ιουλίου 2016.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.
Full & Egal Universal Law Academy