ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 30ής Μαρτίου 2017 ( 1 )
«ΕΓΤΠΕ — Τμήμα εγγυήσεων — ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ — Δαπάνες που αποκλείονται από τη χρηματοδότηση — Κανονισμός (EK) 1782/2003 — Κανονισμός (EK) 796/2004 — Καθεστώς στρεμματικών ενισχύσεων — Έννοια των μονίμων βοσκοτόπων — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Αναλογικότητα — Δημοσιονομική διόρθωση κατ’ αποκοπήν — Αφαίρεση προηγούμενης διορθώσεως»
Στην υπόθεση T‑112/15,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους Ι. Χαλκιά, Γ. Κανελλόπουλο, τις Ε. Λευθεριώτου και A.‑Ευ. Βασιλοπούλου, στη συνέχεια από τον Γ. Κανελλόπουλο, τις Ε. Λευθεριώτου και Α.‑Ευ. Βασιλοπούλου,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τον Δ. Τριανταφύλλου και την Α. Μαρκουλλή, στη συνέχεια από τον Δ. Τριανταφύλλου,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ για την ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως 2014/950/ΕΕ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2014, για τον αποκλεισμό ορισμένων δαπανών από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ 2014, L 369, σ. 71),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία, πρόεδρο, M. Kancheva και N. Półtorak (εισηγήτρια), δικαστές,
γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Σεπτεμβρίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Μεταξύ 26ης και 29ης Σεπτεμβρίου 2008 και μεταξύ 23ης και 27ης Φεβρουαρίου 2009, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διενέργησε τις έρευνες AA/2008/012/GR και AA/2009/031/GR όσον αφορά τις δαπάνες της Ελληνικής Δημοκρατίας, αντιστοίχως, για στρεμματικές ενισχύσεις και για μέτρα αγροτικής αναπτύξεως στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, καθώς και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ).
2
Με έγγραφα της 21ης Νοεμβρίου 2008 και της 13ης Μαΐου 2009, η Επιτροπή απέστειλε τις παρατηρήσεις της στην Ελληνική Δημοκρατία. Η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε, αντιστοίχως, στις 21 Ιανουαρίου 2009 και στις 13 Ιουλίου 2009.
3
Στις 8 Απριλίου 2010, πραγματοποιήθηκε διμερής σύσκεψη. Στις 2 Ιουνίου 2010, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία τα συμπεράσματά της, στα οποία η τελευταία απάντησε στις 2 Αυγούστου 2010.
4
Με έγγραφο της 31ης Μαΐου 2013, η Επιτροπή πληροφόρησε την Ελληνική Δημοκρατία ότι ενέμενε στη θέση της σχετικά με το καθαρό ποσό διορθώσεως των 104758550,31 ευρώ που είχε την πρόθεση να επιβάλει στην τελευταία και σχετικά με τους λόγους οι οποίοι δικαιολογούσαν τις εκ μέρους της διορθώσεις.
5
Η Ελληνική Δημοκρατία προσέφυγε ενώπιον του οργάνου συμβιβασμού με έγγραφο της 11ης Ιουλίου 2013, με το οποίο αμφισβήτησε μεταξύ άλλων το ποσό των προτεινόμενων διορθώσεων.
6
Με την από 31 Ιανουαρίου 2014 γνώμη του, το όργανο συμβιβασμού, μολονότι διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα συμβιβασμού των αντίθετων θέσεών τους, κάλεσε τα μέρη να έλθουν σε περαιτέρω επαφή με σκοπό την προσέγγιση των αντικρουόμενων απόψεών τους.
7
Στις 26 Μαρτίου 2014, η Επιτροπή έλαβε την τελική της θέση, κατόπιν της γνώμης του οργάνου συμβιβασμού, διαπιστώνοντας ελλείψεις στη λειτουργία του Συστήματος Αναγνωρίσεως Αγροτεμαχίων και του Συστήματος Γεωγραφικών Πληροφοριών (στο εξής: ΣΑΑ-ΣΓΠ) όσον αφορά τους διασταυρωτικούς και τους διοικητικούς ελέγχους, ελλείψεις στους επιτόπιους ελέγχους, καθώς και εσφαλμένους υπολογισμούς των πληρωμών και των κυρώσεων. Εξάλλου, η Επιτροπή υπογράμμισε τον επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα των ελλείψεων αυτών. Το τελικό ποσό της διορθώσεως που επιβλήθηκε στην Ελληνική Δημοκρατία ανερχόταν σε 86007771,11 ευρώ.
8
Στις 19 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση 2014/950/ΕΕ, για τον αποκλεισμό ορισμένων δαπανών από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2014, L 369, σ. 71) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
9
Με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή επέβαλε, όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία, διορθώσεις κατ’ αποκοπήν για το έτος αιτήσεων 2008 στον τομέα των στρεμματικών ενισχύσεων συνολικού ύψους 61012096,85 ευρώ, από τα οποία αφαίρεσε 2135439,32 ευρώ. Η Επιτροπή επέβαλε επίσης διορθώσεις για το έτος αιτήσεων 2008 στον τομέα της αγροτικής αναπτύξεως συνολικού ύψους 10504391,90 ευρώ, από τα οποία αφαίρεσε 2588231,20 ευρώ. Τα προκύπτοντα ποσά του σχετικού δημοσιονομικού αντίκτυπου είναι, αντιστοίχως, 58876657,53 ευρώ και 7916160,70 ευρώ.
10
Η Επιτροπή δικαιολόγησε την επιβολή των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων ως ακολούθως, όπως εκτίθεται στη συνοπτική έκθεση που επισυνάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (στο εξής: συνοπτική έκθεση):
—
όσον αφορά το ΣΑΑ-ΣΓΠ: οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν την άποψη ότι το σύστημα αυτό δεν ήταν σύμφωνο προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 20 του κανονισμού (EK) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2019/93, (EK) 1452/2001, (EK) 1453/2001, (EK) 1454/2001, (EK) 1868/94, (EK) 1251/1999, (EK) 1254/1999, (EK) 1673/2000, (ΕΟΚ) 2358/71 και (EK) 2529/2001 (ΕΕ 2003, L 270, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε· ειδικότερα:
—
είχαν διαπιστωθεί σφάλματα σχετικά με τα όρια των αγροτεμαχίων αναφοράς και τη μέγιστη επιλέξιμη έκτασή τους, καθόσον τα στοιχεία αυτά ήταν ανακριβή· ειδικότερα, τα εν λόγω σφάλματα διαπιστώθηκαν σε σχέση με τις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι οι οποίες, σύμφωνα με τους ελέγχους, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες για ενίσχυση βάσει του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημεία 2 και 2α, του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό 1782/2003 (ΕΕ 2004, L 141, σ. 18), όπως τροποποιήθηκε· κατά συνέπεια, οι γεωργοί δεν ήταν ορθώς ενημερωμένοι για την επιλεξιμότητα των αγροτεμαχίων που προτίθενταν να δηλώσουν· εξάλλου, οι διασταυρωτικοί έλεγχοι προς αποφυγή της αδικαιολόγητης πολλαπλής χορηγήσεως ενισχύσεως για το ίδιο αγροτεμάχιο δεν ήταν ικανοποιητικοί, εκτός αν είχε διενεργηθεί επιτόπιος έλεγχος που να εντοπίζει την εσφαλμένη τοποθεσία των αγροτεμαχίων και την επιλεξιμότητά τους·
—
από το έτος 2009, χρησιμοποιείτο ένα νέο πληροφοριακό στοιχείο στο ΣΑΑ-ΣΓΠ για τις δηλώσεις και τους διασταυρωτικούς ελέγχους· εντούτοις, τα αποτελέσματα των διασταυρωτικών ελέγχων δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προς εκτίμηση του κινδύνου για το Ταμείο για το έτος 2008· πράγματι, το 2008, οι γεωργοί δήλωναν τα αγροτεμάχιά τους με βάση το παλαιό ΣΑΑ-ΣΓΠ· αν όμως το σύστημα είχε λειτουργήσει ορθώς το 2008, ένα μέρος των αγροτεμαχίων αυτών θα είχε απορριφθεί ως μη επιλέξιμο, ένα σημαντικό δε ποσοστό αφορούσε τους μόνιμους βοσκοτόπους τους οποίους οι ελληνικές αρχές θεωρούσαν ως επιλέξιμους και για τους οποίους η Επιτροπή είχε ήδη δηλώσει σε προηγούμενη επικοινωνία της ότι δεν ήταν επιλέξιμοι λόγω μη τηρήσεως των εφαρμοστέων νομικών διατάξεων·
—
για το έτος αιτήσεων 2008, οι επιτόπιοι έλεγχοι δεν ικανοποιούσαν τις απαιτήσεις των άρθρων 23 και 30 του κανονισμού 796/2004· ειδικότερα:
—
όσον αφορά τους βοσκοτόπους: η έλλειψη μετρήσεως των βοσκοτόπων κρίθηκε ιδιαίτερα ανησυχητική· σε πολλές περιπτώσεις, οι επιλέξιμες επιφάνειες καλύπτονταν από ξυλώδη φυτά, άλλα δε αγροτεμάχια καλύπτονταν εν μέρει από ποώδη κτηνοτροφικά φυτά, οπότε δεν ικανοποιούσαν τα κριτήρια των μονίμων βοσκοτόπων του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004· οι δηλωθείσες επιφάνειες βρίσκονταν συχνά σε απομακρυσμένες περιοχές, χωρίς ορατά όρια [και μη] εύκολα προσβάσιμες· διαπιστώθηκε ότι οι ελεγκτές δεν είχαν προβεί σε μέτρηση των επιφανειών σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 30 του κανονισμού 796/2004· ενώ η Ελληνική Δημοκρατία είχε επανειλημμένα επισημάνει ότι οι αμφισβητούμενες εκτάσεις χρησιμοποιούνταν πάντοτε ως βοσκότοποι χωρίς να αμφισβητηθεί η επιλεξιμότητά τους από την Επιτροπή, οι εν λόγω επιφάνειες ήταν επίσης μη επιλέξιμες έναντι των κανόνων που ίσχυαν πριν από το 2006, ενώ και η Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) Γεωργίας είχε επίσης αμφισβητήσει την επιλεξιμότητά τους (έρευνα AP/2001/06)·
—
όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους με τηλεπισκόπηση: η ακολουθηθείσα διαδικασία δεν ήταν σύμφωνη προς τις απαιτήσεις· κατά συνέπεια, καταβλήθηκαν ενισχύσεις για αγροτεμάχια μη επιλέξιμα δυνάμει του άρθρου 44, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 και του άρθρου 2 του κανονισμού 796/2004·
—
όσον αφορά τους κλασικούς επιτόπιους ελέγχους: οι «εκ νέου μετρήσεις» κατέδειξαν διαφορές, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύονται συστηματικές αδυναμίες στη λειτουργία του είδους αυτού ελέγχων, με εξαίρεση τους βοσκοτόπους· το 2008, ενόψει της εφαρμογής του νέου ΣΑΑ-ΣΓΠ, η Ελληνική Δημοκρατία δεν καταχώρισε στο εν λόγω σύστημα τις συντεταγμένες των αγροτεμαχίων που υπόκεινται σε κλασικούς επιτόπιους ελέγχους· κατά συνέπεια, δεν υφίστατο καμία απεικόνιση σε σχετικά σχέδια που να παρέχει τη δυνατότητα εντοπισμού των πολλαπλών δηλώσεων·
—
τα διαπιστωθέντα κενά συνιστούσαν διαρκείς ελλείψεις στη διενέργεια των βασικών και των επικουρικών ελέγχων και δημιουργούσαν κίνδυνο για το Ταμείο όσον αφορά τις στρεμματικές ενισχύσεις· εξάλλου τα κενά αυτά διαπιστώνονταν κατ’ επανάληψη·
—
τα διαπιστωθέντα κενά είχαν συνέπειες επί των συμπληρωματικών συνδεδεμένων στρεμματικών ενισχύσεων.
11
Η Επιτροπή, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων που αφορούν τις ελλείψεις του ΣΑΑ-ΣΓΠ και τους επιτόπιους ελέγχους, επέβαλε διορθώσεις κατανεμόμενες ως ακολούθως:
—
για τους γεωργούς που δηλώνουν μόνο βοσκοτόπους, επιβλήθηκε κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 % λόγω της προβληματικής καταστάσεως του ΣΑΑ και των επιτόπιων ελέγχων, η οποία είναι ενδεικτική του υψηλού ποσοστού σφαλμάτων και, επομένως, σημαντικών παρατυπιών· μολονότι, κατά την Επιτροπή, σύμφωνα με το έγγραφο VI/5330/97, της 23ης Δεκεμβρίου 1997, με τίτλο «Υπολογισμός των οικονομικών συνεπειών κατά την κατάρτιση της αποφάσεως σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ – Τομέας Εγγυήσεων» (στο εξής: έγγραφο VI/5330/97), δικαιολογείται διόρθωση ύψους 25 %, λαμβανομένης ωστόσο υπόψη της «επιδράσεως περιθωρίου», θεωρήθηκε καταλληλότερη κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 %·
—
για τους γεωργούς που δεν δήλωναν βοσκοτόπους, επιβλήθηκε κατ’ αποκοπήν διόρθωση ύψους 2 % λαμβανομένης υπόψη της «επιδράσεως περιθωρίου», της βελτιώσεως των κλασικών επιτόπιων ελέγχων και του γεγονότος ότι, στην εν λόγω κατηγορία γεωργών, το επίπεδο διαπιστωθεισών παρατυπιών ήταν χαμηλότερο και ότι οι κλασικοί επιτόπιοι έλεγχοι συνιστούσαν σημαντικό μέρος των ελέγχων·
—
για τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις, επιβλήθηκε κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 % επειδή επηρεάστηκαν αρνητικά από τη μη έγκαιρη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων, ενώ δεν υφίσταται συναφώς «επίδραση περιθωρίου»·
—
για όλα τα μέτρα αγροτικής αναπτύξεως με βάση την έκταση, επιβλήθηκε κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 %.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
12
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Μαρτίου 2015, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε την παρούσα προσφυγή.
13
Κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
14
Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας κατά το άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να προσκομίσει δύο έγγραφα. Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
15
Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016. Κατά την ως άνω επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ελληνική Δημοκρατία κατέθεσε ορισμένα έγγραφα, που περιλαμβάνονταν ήδη στη δικογραφία.
16
Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της με το οποίο αποκλείονται από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στον τομέα των στρεμματικών ενισχύσεων κατά το έτος αιτήσεων 2008 και αντιστοιχούν σε 10 % του συνολικού ποσού των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν για ενισχύσεις σε βοσκοτόπους, σε 5 % του συνολικού ποσού των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν για τις συμπληρωματικές συνδεδεμένες ενισχύσεις και σε 5 % του συνολικού ποσού των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν για την αγροτική ανάπτυξη.
17
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
18
Προς στήριξη της προσφυγής της η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο, αναγόμενο στην κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση 10 % για τις στρεμματικές ενισχύσεις, προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, ανεπαρκής αιτιολογία και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας καθώς και υπέρβαση από την Επιτροπή των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας. Με τον δεύτερο λόγο, αναγόμενο στην κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση 5 % για τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις, προβάλλεται πλάνη περί τα πράγματα, ανεπαρκής αιτιολογία και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Με τον τρίτο λόγο, αναγόμενο στη δημοσιονομική διόρθωση 5 % για τις ενισχύσεις του δεύτερου πυλώνα της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ), σχετικό με την αγροτική ανάπτυξη, προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί τα πράγματα και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
19
Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, τα ευρωπαϊκά γεωργικά ταμεία χρηματοδοτούν μόνον τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της Ένωσης στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2013, Πολωνία κατά Επιτροπής, T‑241/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:96, σκέψη 20).
20
Όταν η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει τα ταμεία με ορισμένες δαπάνες λόγω παραβιάσεων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης για τις οποίες ευθύνεται κράτος μέλος, δεν οφείλει να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό την ανεπάρκεια των διενεργηθέντων από τις εθνικές διοικητικές αρχές ελέγχων ή το παράτυπο των αριθμητικών στοιχείων που αυτές διαβίβασαν, αλλά να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία για τη σοβαρή και εύλογη αμφιβολία που διατηρεί ως προς τους ελέγχους αυτούς ή τα αριθμητικά αυτά στοιχεία. Ο υπέρ της Επιτροπής μετριασμός αυτός του βάρους αποδείξεως εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος μέλος είναι σε θέση να συλλέξει και να ελέγξει καλύτερα τα αναγκαία για την εκκαθάριση των λογαριασμών των ευρωπαϊκών γεωργικών ταμείων δεδομένα και, ως εκ τούτου, σ’ αυτό εναπόκειται να προσκομίσει τα πλέον λεπτομερή και πλήρη αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το υποστατό των ελέγχων ή των αριθμητικών στοιχείων και, ενδεχομένως, την ανακρίβεια των ισχυρισμών της Επιτροπής (αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2001, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑247/98, EU:C:2001:4, σκέψεις 7 έως 9, και της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψη 21).
21
Συνεπώς, πρέπει να εξακριβωθεί αν η Ελληνική Δημοκρατία απέδειξε την ανακρίβεια των εκτιμήσεων της Επιτροπής ή την έλλειψη κινδύνου ζημίας ή παρατυπιών σε βάρος του Ταμείου κατ’ εφαρμογήν ενός αξιόπιστου και αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου (απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψεις 22· βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2005, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑300/02, EU:C:2005:103, σκέψη 95).
22
Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των σκέψεων πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι ακυρώσεως τους οποίους προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της προσφυγής της, όσον αφορά τις τρεις κατηγορίες των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων που επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επί του λόγου σχετικά με τη δημοσιονομική διόρθωση 10 % όσον αφορά τις στρεμματικές ενισχύσεις
23
Όσον αφορά την κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 % σχετικά με τις στρεμματικές ενισχύσεις, η Ελληνική Δημοκρατία εγείρει τρεις αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλεται, αντιστοίχως, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, που δίδει τον ορισμό του βοσκοτόπου, έλλειψη αιτιολογίας και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Επί της πρώτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004
24
Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κατά βάση, ότι ο ορισμός των «μονίμων βοσκοτόπων», στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει τις εκτάσεις που καλύπτονται από θάμνους και ξυλώδη φυτά, χαρακτηριστικό των μεσογειακών βοσκοτόπων.
25
Προκαταρκτικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού (EK) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 2005, L 209, σ. 1), η Επιτροπή απορρίπτει τη χρηματοδότηση από την Ένωση δαπανών που δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης. Εξ αυτού προκύπτει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να επιδιώκει τον σκοπό του νομοθέτη εντός των ορίων που καθορίζονται από τους συναφείς κανονισμούς και ότι η στήριξη των γεωργικών εισοδημάτων δεν παρέχεται κατά διακριτική ευχέρεια, αλλά μόνον όταν είναι σύμφωνη προς τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις εφαρμοστέες ρυθμίσεις.
26
Kαθόσον οι διάδικοι διαφωνούν επί της ερμηνείας των «μονίμων βοσκοτόπων» που είναι επιλέξιμοι για ενίσχυση στο πλαίσιο της ισχύουσας κανονιστικής ρυθμίσεως όσον αφορά το έτος αιτήσεων 2008, πρέπει καταρχάς να προσδιοριστούν οι εφαρμοστέοι κανόνες σχετικά με τον ορισμό των «μονίμων βοσκοτόπων» και η ερμηνεία τους και, στη συνέχεια, να εξεταστεί αν η Επιτροπή έσφαλε επιβάλλοντας την επίμαχη κατ’ αποκοπήν διόρθωση βάσει των σχετικών διαπιστώσεων.
27
Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι, για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων καταβολής της ενισχύσεως, το άρθρο 43 του κανονισμού 1782/2003, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, προέβλεπε δικαίωμα ενισχύσεως ανά εκτάριο, ο δε αριθμός των εκταρίων περιελάμβανε, κατά την παράγραφο 2, στοιχείο βʹ, του εν λόγω άρθρου, όλες τις κτηνοτροφικές εκτάσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Οι τελευταίες ορίζονταν στην παράγραφο 3 του άρθρου 43 του κανονισμού 1782/2003 ως περιλαμβάνουσες την «έκταση της εκμετάλλευσης που διατίθεται […] για την εκτροφή ζώων», αποκλειομένων, ιδίως, των κτιρίων, των δασών, των λιμνών και των μονοπατιών.
28
Κατά το άρθρο 44, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, κάθε δικαίωμα στην καταβολή ενισχύσεως που συνδέεται με επιλέξιμο για ενίσχυση εκτάριο γεννούσε δικαίωμα για τη λήψη ενισχύσεως. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ως επιλέξιμο εκτάριο νοείτο «κάθε γεωργική έκταση της εκμετάλλευσης που καλύπτεται από αρόσιμη γη και μόνιμους βοσκοτόπους, εκτός από […] δάση ή εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για μη γεωργικές δραστηριότητες».
29
Επομένως, το σύστημα που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1782/2003, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, επιφύλασσε τις στρεμματικές ενισχύσεις μόνο για τις γεωργικές εκτάσεις, με άλλες λέξεις, για κάθε έκταση καλλιεργούμενη με σκοπό τη γεωργική παραγωγή, προς αποφυγή του ενδεχομένου χορηγήσεως της ενισχύσεως για εκτάσεις που δεν χρησιμοποιούνται πράγματι για γεωργική δραστηριότητα.
30
Δεύτερον, οι μόνιμοι βοσκότοποι ορίζονταν στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, όπως ίσχυε το 2008, ως «η γη που χρησιμοποιείται για την ανάπτυξη αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών με φυσικό τρόπο (αυτοφυή) ή μέσω καλλιέργειας (σπαρμένα) και δεν έχει περιληφθεί στην εναλλαγή καλλιεργειών της εκμετάλλευσης για διάστημα πενταετίας ή μεγαλύτερο».
31
Επιπλέον, κατά το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2α, του κανονισμού 796/2004, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ως «αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά» νοούνταν «όλα τα ποώδη φυτά που παραδοσιακά απαντούν στους φυσικούς βοσκότοπους ή συνήθως περιλαμβάνονται στα μείγματα σπόρων προς σπορά βοσκοτόπων ή λιβαδιών στο κράτος μέλος (είτε χρησιμοποιούνται για τη βοσκή ζώων είτε όχι)».
32
Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ως «γεωτεμάχιο στο οποίο υπάρχουν δένδρα θεωρείται αγροτεμάχιο για την εφαρμογή των καθεστώτων ενίσχυσης βάσει της έκτασης εφόσον οι γεωργικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 51 του κανονισμού 1782/2003 […] ή, κατά περίπτωση, η προβλεπόμενη παραγωγή μπορούν να πραγματοποιηθούν με συνθήκες αντίστοιχες με εκείνες των γεωτεμαχίων της ίδιας περιοχής, στα οποία δεν υπάρχουν δένδρα».
33
Επιβάλλεται εξαρχής η διαπίστωση ότι ο ορισμός των «μονίμων βοσκοτόπων» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004 δεν ανέφερε ρητώς ως «μονίμους βοσκοτόπους» παρά μόνον τις γαίες που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή αγρωστωδών και άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών.
34
Ως εκ τούτου, μολονότι τα λοιπά φυτά πέραν των αγρωστωδών και των άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών δεν αποκλείονται ρητώς από τον εν λόγω ορισμό, ο ορισμός αυτός ενέχει έμμεση διάκριση μεταξύ, αφενός, των αγρωστωδών και των ποωδών κτηνοτροφικών φυτών και, αφετέρου, κατ’ αντιδιαστολή προς τα τελευταία, όλων των μη ποωδών φυτών, ήτοι των ξυλωδών. Πράγματι, από την έκφραση «ανάπτυξη αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών» συνάγεται ότι μόνον τα αγρωστώδη και τα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά έπρεπε, καταρχήν, να θεωρούνται επιλέξιμα για την ενίσχυση βάσει του εν λόγω ορισμού.
35
Συνεπώς, όσον αφορά τις ενισχύσεις για τους βοσκοτόπους, το κριτήριο που προκρίνει ο κανονισμός 796/2004 προκειμένου να βεβαιώνεται ότι δεν καταβάλλονται ενισχύσεις για εκτάσεις χωρίς γεωργική δραστηριότητα ήταν το είδος βλαστήσεως στην κάθε έκταση. Πράγματι, αν κυριαρχούσαν στις επίμαχες εκτάσεις άλλα φυτά πέραν των ποωδών, τούτο ήταν ενδεικτικό της εγκαταλείψεως της γεωργικής δραστηριότητας στις εκτάσεις αυτές, εν προκειμένω της χρήσεώς τους ως βοσκοτόπων. Με τον τρόπο αυτόν, το να λογίζονται ως «μόνιμοι βοσκότοποι» μόνον οι εκτάσεις που καλύπτονταν με αγρωστώδη και ποώδη κτηνοτροφικά φυτά, τα οποία χρησιμοποιούνται ως φυσική ζωοτροφή, αποσκοπούσε στην αποτροπή του κινδύνου χορηγήσεως ενισχύσεων για εκτάσεις που χρησιμοποιούνταν για μη γεωργικές δραστηριότητες και δεν χρησιμοποιούνταν πραγματικά για κτηνοτροφικούς σκοπούς. Το πολύ, μπορούσε κατ’ εξαίρεση να παραβλεφθεί η σε περιορισμένο βαθμό ύπαρξη ξυλώδους βλαστήσεως (δένδρα και θάμνοι), εφόσον όμως αυτή δεν αποτελούσε κίνδυνο για την ανάπτυξη ποωδών φυτών και, επομένως, για την αποτελεσματική εκμετάλλευση των αγροτεμαχίων ως βοσκοτόπων.
36
Κατά συνέπεια, τόσο από το γράμμα του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004 όσο και από τους σκοπούς και το γενικό πλαίσιο στο οποίο αυτός εντάσσεται προκύπτει ότι ο όρος «μόνιμοι βοσκότοποι» έχει την έννοια ότι τα δάση και τα αγροτεμάχια που καλύπτονταν από ξυλώδη φυτά αποκλείονταν, καταρχήν, από την ενίσχυση.
37
Περαιτέρω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) της Επιτροπής δημοσιεύει έναν οδηγό προοριζόμενο να δώσει στα κράτη μέλη κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τους καλύτερους τρόπους τηρήσεως των ισχυουσών νομικών διατάξεων σχετικά με την ΚΓΠ.
38
Κατά το κείμενο του εφαρμοζόμενου το 2008 οδηγού που προσκόμισε η Επιτροπή ανταποκρινόμενη σε μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας:
«οι υπηρεσίες της Επιτροπής έχουν τη γνώμη ότι ως “δάση” πρέπει να λογίζονται οι εκτάσεις ενός αγροτεμαχίου των οποίων η δασοκάλυψη (περιλαμβανομένων των θάμνων κ.λπ.) εμποδίζει την ανάπτυξη υπόροφης βλαστήσεως κατάλληλης για βόσκηση· κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, εκτάσεις με δένδρα στο εσωτερικό ενός αγροτεμαχίου, με πυκνότητα μεγαλύτερη από 50 δένδρα ανά εκτάριο, πρέπει να λογίζονται κατά κανόνα ως μη επιλέξιμες[· μ]πορούν να υπάρξουν εξαιρέσεις, τις οποίες δικαιολογούν προηγουμένως τα κράτη μέλη, για κατηγορίες δένδρων μικτών καλλιεργειών, όπως οι οπωρώνες, και για οικολογικούς/περιβαλλοντικούς λόγους· […] όσον αφορά θάμνους, βράχους κ.λπ., οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τέτοια στοιχεία μπορούν να λογίζονται ως μέρος αγροτεμαχίου πρέπει να προσδιορίζονται βάσει των συνήθων κανόνων του οικείου κράτους μέλους ή της οικείας περιφέρειας.»
39
Από το απόσπασμα του εν λόγω οδηγού προκύπτει ότι η περιορισμένη ύπαρξη δένδρων, μικρότερη των 50 δένδρων ανά εκτάριο, δεν απέκλειε τη δυνατότητα χορηγήσεως ενισχύσεως για αγροτεμάχια, εφόσον τούτο δεν εμπόδιζε την αποτελεσματική γεωργική εκμετάλλευσή τους. Κατά τον οδηγό, ήταν επίσης δυνατή η πρόβλεψη άλλων εξαιρέσεων από τον αποκλεισμό δένδρων και άλλων ξυλωδών φυτών, υπό την προϋπόθεση να είναι καθορισμένες και έχουν εκ των προτέρων δικαιολογηθεί.
40
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, όσον αφορά την κατ’ αποκοπήν διόρθωση που επιβλήθηκε στις ενισχύσεις σχετικά με τους βοσκοτόπους, η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της στις ακόλουθες διαπιστώσεις. Στο πρώτο έγγραφο που απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία, με ημερομηνία 21 Νοεμβρίου 2008, η Επιτροπή επισήμανε ότι από τους επιτόπιους ελέγχους που είχαν διενεργηθεί κατά τη διάρκεια των εν λόγω ερευνών είχε προκύψει ότι ορισμένες επιλέξιμες για ενίσχυση εκτάσεις δεν πληρούσαν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που προέβλεπαν το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 και το άρθρο 2 του κανονισμού 796/2004. Η Επιτροπή παρέθεσε τα ακόλουθα παραδείγματα:
—
642-526-7231-031B: από τα 18 δηλωμένα/εγκεκριμένα εκτάρια, μόνον το 10 % μπορούσαν να θεωρηθούν ως επιλέξιμα· το αγροτεμάχιο όπως είναι σχεδιασμένο στον χάρτη δεν μπορούσε να εντοπιστεί στον δημοτικό βοσκότοπο·
—
665-522-0095-039B: 35 δηλωμένα/εγκεκριμένα εκτάρια· ένα μέρος του δηλωθέντος από τον γεωργό αγροτεμαχίου ήταν αμμώδης παραθαλάσσια έκταση με ελάχιστα αγρωστώδη, εν μέρει διαρρυθμισθέν ως πίστα δοκιμών· οι ελληνικές αρχές είχαν δεχθεί την έκταση ως βοσκότοπο, διότι τη διέσχιζαν ζώα, πράγμα το οποίο δεν κρίθηκε ως αποδεκτό κριτήριο·
—
585-559-2915-001B: δηλωθέν/εγκεκριμένο για 3,1 εκτάρια· ολόκληρο το αγροτεμάχιο είχε έκταση 38,4 εκτάρια, εκ των οποίων τα 37,7 λογίζονταν ως επιλέξιμος βοσκότοπος από τον δήμο· το αποτελούν δημοτικό βοσκότοπο αγροτεμάχιο δεν μπορούσε να εντοπιστεί· βάσει μιας φωτογραφίας υποβληθείσας στο τέλος της σχετικής αποστολής, τουλάχιστον το ήμισυ της όλης εκτάσεως καλυπτόταν από πυκνά δενδρύλλια ή από δάσος·
—
522-528-2317-401B: δηλωθέν/εγκεκριμένο για 20 εκτάρια· το όλο αγροτεμάχιο είχε έκταση 33,69 εκτάρια, εκ των οποίων τα 32,75 λογίζονταν από τον δήμο ως επιλέξιμος βοσκότοπος· η σχετική έκταση καλυπτόταν πλήρως από δένδρα και ήταν στην πραγματικότητα δάσος· οι αρχές ισχυρίζονταν ότι ζώα μπορούσαν να εισχωρήσουν στην έκταση αυτή· στο νέο ΣΑΑ-ΣΓΠ, η έκταση ερμηνεύεται ως δάσος βάσει ορθοφωτογραφιών·
—
513-526-3201-401B: δηλωθέν/εγκεκριμένο για 7 εκτάρια· το όλο αγροτεμάχιο είχε έκταση 9,3 εκτάρια, εκ των οποίων τα 8,8 εκτάρια λογίζονταν από τον δήμο ως επιλέξιμος βοσκότοπος· η έκταση ήταν στην πραγματικότητα βουνοπλαγιά καλυπτόμενη κατά 80 % από πυκνά δένδρα και δενδρύλλια· στο νέο ΣΑΑ-ΣΓΠ, η έκταση λογίζεται ως κατά 100 % επιλέξιμη βάσει ορθοφωτογραφιών, πράγμα το οποίο εκτιμήθηκε ως ανακριβές· δίπλα από την έκταση βρίσκεται ένας βοσκότοπος και ο γεωργός που την είχε δηλώσει βοσκούσε τα ζώα στον πραγματικό βοσκότοπο εκτός της ως άνω εκτάσεως·
—
512-526-9460-402B: δηλωθέν/εγκεκριμένο για 18 εκτάρια· το όλο αγροτεμάχιο είχε έκταση 42 εκτάρια, εκ των οποίων τα 41,2 λογίζονταν από τον δήμο ως επιλέξιμος βοσκότοπος· η έκταση βρισκόταν σε μια βουνοπλαγιά με μεγάλη κλίση, καλυπτόμενη από δένδρα/δενδρύλλια και θάμνους· στο νέο ΣΑΑ-ΣΓΠ, η έκταση ερμηνεύεται ως δάσος βάσει ορθοφωτογραφιών.
41
Από τη μεταγενέστερη επικοινωνία μεταξύ Επιτροπής και Ελληνικής Δημοκρατίας προκύπτει ότι οι ελληνικές αρχές δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν τις ελλείψεις που εντόπισε η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή διαπίστωσε, στη συνοπτική έκθεση, ότι, για τους «γεωργ[ούς] που δηλώνουν μόνο βοσκοτόπους[,] η κατάσταση [ήταν] ενδεικτική της ύπαρξης υψηλού ποσοστού σφαλμάτων και συνεπώς εκτεταμένων παρατυπιών». Η συνοπτική έκθεση σημειώνει, επιπροσθέτως, ότι, σε πολλές περιπτώσεις, τα επιλέξιμα αγροτεμάχια δεν καλύπτονταν από ποώδη φυτά, αλλά από ξυλώδη, ενίοτε μόνο μέρη των αγροτεμαχίων καλύπτονταν από ποώδη φυτά, οπότε δεν πληρούσαν τα κριτήρια των μονίμων βοσκοτόπων βάσει του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004. Εξάλλου, κατά τη συνοπτική έκθεση, ήταν αρκετά σύνηθες δηλωθείσες εκτάσεις να βρίσκονται σε απομακρυσμένες (κοινόχρηστες) περιοχές, οι οποίες δεν ήταν πάντοτε οριοθετημένες ούτε εύκολα προσβάσιμες. Διαπιστώθηκε, συνεπώς, ότι οι ελεγκτές δεν προέβαιναν σε μέτρηση των εκτάσεων των δηλωθέντων αγροτεμαχίων σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού 796/2004, καθόσον, ενίοτε, ελεγχόταν μόνον ένα σημείο αναφοράς, χωρίς να προσδιορίζεται πραγματικά η έκταση.
42
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι διαπιστωθείσες από τις υπηρεσίες της Επιτροπής παρατυπίες μπορούσαν να αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες που αυτή είχε όσον αφορά τις ενισχύσεις για τους βοσκοτόπους, σύμφωνα με την παρατιθέμενη στη σκέψη 20 ανωτέρω νομολογία.
43
Η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την ανακρίβεια των εκτιμήσεων της Επιτροπής και που να θέτει υπό αμφισβήτηση την απόφαση περί επιβολής κατ’ αποκοπήν διορθώσεως στο πλαίσιο των μονίμων βοσκοτόπων, σύμφωνα με την παρατιθέμενη στη σκέψη 21 ανωτέρω νομολογία.
44
Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κατά βάση, ότι δεν είναι λογικός, ούτε μπορεί να υποστηριχθεί βασίμως, ο αποκλεισμός των «μεσογειακών» βοσκοτόπων από τις ενισχύσεις της ΚΓΠ και προβάλλει, προς στήριξη όσων ισχυρίζεται, μια σειρά επιχειρημάτων για να αποδείξει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα επιβάλλοντας την επίμαχη κατ’ αποκοπήν διόρθωση, καθόσον οι εκτάσεις που καλύπτονταν από ξυλώδη φυτά που χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά ως βοσκήσιμη έκταση για τα ζώα της μεσογειακής ζώνης έπρεπε να γίνουν δεκτές ως βοσκότοποι όσον αφορά τη χορήγηση της ενισχύσεως
45
Πρέπει εξαρχής να παρατηρηθεί ότι, με την αιτίαση αυτή, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα του ορισμού των «μονίμων βοσκοτόπων» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004.
46
Εξάλλου πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η ΚΓΠ είχε πάντοτε ως σκοπό την ενίσχυση των μεσογειακών βοσκοτόπων, που αποτελούν σημαντικό μέρος του ελληνικού, του γαλλικού, του ιταλικού, του ισπανικού και του πορτογαλικού εδάφους. Επιπλέον, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, ο αποκλεισμός των μεσογειακών βοσκοτόπων από τον ορισμό των «μονίμων βοσκοτόπων» είναι αντίθετος προς τις διατάξεις της Ένωσης στον τομέα της περιβαλλοντικής προστασίας.
47
Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία περιορίζεται στο να προβάλλει, αορίστως, ότι η ΚΓΠ είχε πάντοτε ως σκοπό τη στήριξη των μονίμων μεσογειακών βοσκοτόπων, στηρίζοντας τα επιχειρήματά της μόνο με μια αόριστη αναφορά στην απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑632/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:934), χωρίς να εξηγεί ως προς τι η απόφαση αυτή ασκεί επιρροή.
48
Όσον αφορά τον προβαλλόμενο σκοπό της ΚΓΠ σχετικά με τη στήριξη των μονίμων μεσογειακών βοσκοτόπων, πρέπει να σημειωθεί, καταρχάς, ότι ο εν λόγω σκοπός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των σκοπών της ΚΓΠ που εκτίθενται στο άρθρο 39 ΣΛΕΕ ούτε απορρέει από τις διατάξεις του κανονισμού 1782/2003, ο οποίος προέβλεπε μόνον, στην αιτιολογική σκέψη 4, ότι, «επειδή οι μόνιμοι βοσκότοποι έχουν θετική επίδραση στο περιβάλλον, ενδείκνυται η θέσπιση μέτρων για την ενθάρρυνση της διατήρησης των υφιστάμενων μόνιμων βοσκοτόπων προκειμένου να αποφευχθεί η μαζική τους μετατροπή σε αρόσιμες εκτάσεις».
49
Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ενώ η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις της Ένωσης στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, δεν προσδιορίζει τις διατάξεις που υποτίθεται ότι παραβιάζονται.
50
Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, στις μεσογειακές χώρες, εμπίπτουν στην έννοια των «μονίμων βοσκοτόπων» οι εκτάσεις που καλύπτονται από αυτοφυή βλάστηση, ποώδη ή ξυλώδη, και οι οποίες προορίζονται για βόσκηση από τα αγροτικά ζώα. Η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται επίσης το πάγιο αίτημα των κτηνοτρόφων του ευρωπαϊκού νότου σχετικά με την αποδοχή της επιλεξιμότητας των μεσογειακών βοσκοτόπων στο πλαίσιο της ΚΓΠ, ανεξαρτήτως της βλαστήσεώς τους.
51
Πρέπει να σημειωθεί ότι, καταρχάς, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς μια υποτιθέμενη εθνική αντίληψη ως προς την έννοια των βοσκοτόπων, κατά την οποία θεωρούνται ως εκτάσεις για κτηνοτροφική χρήση εκείνες στις οποίες επικρατεί η ξυλώδης βλάστηση, διότι ο ισχύων κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών ορισμός της Ένωσης προέβλεπε ότι ήταν αποδεκτή μόνον η περιθωριακή παρουσία ξυλωδών φυτών (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 5ης Ιουλίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑86/08, EU:T:2012:345, σκέψη 68).
52
Στη συνέχεια, προς στήριξη του επιχειρήματός της το οποίο βασίζεται στο πάγιο αίτημα αναγνωρίσεως της επιλεξιμότητας των μεσογειακών βοσκοτόπων στο πλαίσιο της ΚΓΠ, η Ελληνική Δημοκρατία περιορίζεται σε παραπομπή σε μια σειρά παραρτημάτων που ανατρέχουν, όσον αφορά το παλαιότερο από αυτά, στο έτος 2011, χωρίς να επεξηγεί ή να προσδιορίζει τα κρίσιμα για την υπόθεση σημεία τους.
53
Ωστόσο, από το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι τα νομικά και πραγματικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται μια προσφυγή πρέπει να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικά, από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής και ότι συνεπώς δεν αρκεί το δικόγραφο αυτό να παραπέμπει σε τέτοια στοιχεία περιλαμβανόμενα σε παράρτημά του. Ομοίως, δεν εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να αναζητεί και να εντοπίζει στα παραρτήματα τους ισχυρισμούς που θα μπορούσε να θεωρήσει ότι αποτελούν τη βάση της προσφυγής, δεδομένου ότι αυτά επιτελούν απλώς λειτουργία αποδεικτικών και διευκρινιστικών στοιχείων (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 94, 97 και 100). Επομένως, η συνολική παραπομπή στα παραρτήματα που επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
54
Πρέπει εντούτοις να σημειωθεί ότι οι εργασίες μεταρρυθμίσεως της ΚΓΠ 2014-2020 άρχισαν τον Απρίλιο του 2010 με πρόσκληση σε δημόσια συζήτηση σχετικά με το μέλλον της ΚΓΠ, τους σκοπούς της και τις αρχές που θα πρέπει να τη διέπουν. Στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 2011, η Επιτροπή κατέθεσε ένα σύνολο νομοθετικών προτάσεων που κατέληξαν στην έκδοση, μεταξύ άλλων, του κανονισμού (ΕΕ) 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί θεσπίσεως κανόνων για άμεσες ενισχύσεις στους γεωργούς βάσει καθεστώτων στήριξης στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 637/2008 και του κανονισμού (ΕΚ) 73/2009 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 608). Ο εν λόγω κανονισμός επεξέτεινε τον ορισμό των «μονίμων βοσκοτόπων» στις εκτάσεις που καλύπτονται από ξυλώδη φυτά. Κατά συνέπεια, είναι δυνατό να συναχθεί βάσει του περιεχομένου των εγγράφων επί των οποίων επιχειρεί να στηριχθεί η Ελληνική Δημοκρατία ότι αυτά συντάχθηκαν και δημοσιεύθηκαν στο πλαίσιο συντονισμένων ενεργειών με σκοπό να επηρεάσουν την επιλογή του νομοθέτη σχετικά με την επίμαχη διάταξη όσον αφορά τους μονίμους βοσκοτόπους. Ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι τα παραρτήματα που επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία μπορούν να είναι κρίσιμα στο πλαίσιο αμφισβητήσεως, μη εγειρομένης εν προκειμένω, της νομιμότητας του κανονισμού 796/2004, κατά το μέρος που αυτός αποκλείει από τον ορισμό των μονίμων βοσκοτόπων τους μονίμους μεσογειακούς βοσκοτόπους, δεν στηρίζουν πάντως λυσιτελώς μια ευρεία ερμηνεία της επίμαχης εν προκειμένω διατάξεως.
55
Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι οι επίμαχες εκτάσεις ήταν πάντοτε βοσκότοποι, χωρίς η επιλεξιμότητά τους να έχει αμφισβητηθεί από την Επιτροπή.
56
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να επιβαρύνει τα ευρωπαϊκά γεωργικά ταμεία με τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από κράτος μέλος βάσει μιας αντικειμενικώς εσφαλμένης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, η οποία όμως στηρίχθηκε σε καλοπίστως δοθείσα ερμηνεία του δικαίου αυτού, εκτός αν η εσφαλμένη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης μπορεί να αποδοθεί σε θεσμικό όργανο της Ένωσης (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2009, Ισπανία κατά Επιτροπής, T‑369/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:213, σκέψη 67).
57
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να συναχθεί ότι το 2008 η εκ μέρους της ερμηνεία της έννοιας των βοσκοτόπων μπορούσε να αποδοθεί σε συμπεριφορά της Επιτροπής. Περιορίζεται στο να επαναλάβει το επιχείρημα, το οποίο αμφισβητεί η Επιτροπή, που στηρίζεται στη μη αμφισβήτηση της επιλεξιμότητας των παραδοσιακά χρησιμοποιούμενων για βόσκηση εκτάσεων, επιχείρημα το οποίο είχε ήδη προβάλει κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, χωρίς ωστόσο να καταθέσει αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξή του. Συναφώς, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι, σύμφωνα με τους κανόνες που ίσχυαν πριν από το 2006, οι εν λόγω εκτάσεις λογίζονταν ως μη επιλέξιμες και ότι η Επιτροπή αμφισβητούσε την επιλεξιμότητά τους. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί παρά να απορριφθεί.
58
Τέταρτον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η ερμηνεία της επίμαχης έννοιας που προτείνει επιρρωννύεται, αφενός, από τις συστάσεις της Επιτροπής οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση για την εκπόνηση, το 2012, ενός ελληνικού σχεδίου δράσεως σχετικά με την εκτίμηση της επιλεξιμότητας των βοσκοτόπων με φωτοερμηνεία δορυφορικών εικόνων των αγροτεμαχίων και, αφετέρου, από την τροποποίηση του ορισμού αυτού που επήλθε με τον κανονισμό 1307/2013.
59
Όσον αφορά την τροποποίηση του ορισμού των «μονίμων βοσκοτόπων» με τον κανονισμό 1307/2013, διαπιστώνεται ότι, με το επιχείρημά της, η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται μεταγενέστερη νομοθεσία προς στήριξη της εκ μέρους της ερμηνείας της εφαρμοστέας εν προκειμένω νομοθεσίας.
60
Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι οι κρίσιμες διατάξεις του νέου κανονισμού 1307/2013 έχουν εφαρμογή από 1ης Ιανουαρίου 2015, χωρίς να έχει προβλεφθεί αναδρομική εφαρμογή. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λαμβανομένου υπόψη του ότι εναπέκειτο στον νομοθέτη της Ένωσης, που διαθέτει, κατά την άσκηση της εξουσίας του, ευρύ περιθώριο εκτιμήσεων, να αξιολογήσει την κατάσταση και, ενδεχομένως, να αποφασίσει για τη σκοπιμότητα της τροποποιήσεως της ισχύουσας διατάξεως, δεν προκύπτει από την τροποποίηση και μόνον του επίμαχου ορισμού ότι το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004 πρέπει να ερμηνευθεί με γνώμονα την επελθούσα τροποποίηση (βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Απριλίου 2006, Deutsche Bahn κατά Επιτροπής, T‑351/02, EU:T:2006:104, σκέψη 112). Κατά συνέπεια, η ως άνω αιτίαση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως αβάσιμη.
61
Όσον αφορά τις συστάσεις και το σχέδιο δράσεως του 2012, από ένα απόσπασμα των εν λόγω συστάσεων, προσκομισθέν από την Ελληνική Δημοκρατία, προκύπτει ότι, αν ο αριθμός των δένδρων ανά εκτάριο βοσκοτόπου ήταν μικρότερος από 50, το σύνολο του αγροτεμαχίου λογιζόταν ως αμιγής βοσκότοπος. Αν, αντιθέτως, ο αριθμός των δένδρων ανά εκτάριο του αγροτεμαχίου αναφοράς ήταν μεγαλύτερος από 50, όλο το αγροτεμάχιο έπρεπε να λογίζεται ότι δεν είναι βοσκότοπος. Σχετικά με τα αγροτεμάχια με διάσπαρτους θάμνους, γινόταν η ακόλουθη κατάταξη:
—
όταν η επιλέξιμη ως βοσκότοπος επιφάνεια εκτιμάτο με φωτοερμηνεία σε ποσοστό 0 % έως 25 %, εθεωρείτο ότι το 0 % της συνολικής επιφάνειας ήταν επιλέξιμο,
—
όταν η επιλέξιμη ως βοσκότοπος επιφάνεια εκτιμάτο με φωτοερμηνεία σε ποσοστό από 25 % έως 50 %, εθεωρείτο ότι το 37,5 % της συνολικής επιφάνειας ήταν επιλέξιμο,
—
όταν η επιλέξιμη ως βοσκότοπος επιφάνεια εκτιμάτο με φωτοερμηνεία σε ποσοστό από 50 % έως 75 %, εθεωρείτο ότι το 62,5 % της συνολικής επιφάνειας ήταν επιλέξιμο,
—
όταν η επιλέξιμη ως βοσκότοπος επιφάνεια εκτιμάτο με φωτοερμηνεία σε ποσοστό από 75 % έως 100 %, εθεωρείτο ότι το 100 % της συνολικής επιφάνειας ήταν επιλέξιμο.
62
Οι εν λόγω συστάσεις στηρίζονταν στο εφαρμοσθέν το 2012 κείμενο του οδηγού το οποίο είχε δημοσιεύσει το JRC, προοριζόμενο να παράσχει στα κράτη μέλη κατευθυντήριες οδηγίες για τους καλύτερους τρόπους τηρήσεως των ισχυουσών νομικών διατάξεων σχετικά με την ΚΓΠ (βλ. σκέψεις 37 έως 39 ανωτέρω). Κατά το απόσπασμα του εν λόγω οδηγού, που επισυνάπτεται στις ως άνω συστάσεις και είναι ταυτόσημο προς το κείμενο που ίσχυε το 2008:
«[Ο]ι υπηρεσίες της Επιτροπής έχουν τη γνώμη ότι ως “δάση” πρέπει να λογίζονται εκτάσεις στο πλαίσιο ενός αγροτεμαχίου με δασοκάλυψη (περιλαμβανομένων των θάμνων κ.λπ.) που εμποδίζουν την ανάπτυξη υπόροφης βλαστήσεως κατάλληλης για βόσκηση· κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, εκτάσεις με δένδρα στο εσωτερικό ενός αγροτεμαχίου, με πυκνότητα μεγαλύτερη από 50 δένδρα ανά εκτάριο, πρέπει να λογίζονται κατά κανόνα ως μη επιλέξιμες[· μ]πορούν να υπάρξουν εξαιρέσεις, τις οποίες δικαιολογούν προηγουμένως τα κράτη μέλη, για κατηγορίες δένδρων μικτών καλλιεργειών, όπως οι οπωρώνες, και για οικολογικούς/περιβαλλοντικούς λόγους· […] όσον αφορά δασικές εκτάσεις, βράχους κ.λπ., οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τέτοιες εκτάσεις μπορούν να λογίζονται ως μέρος γεωργικού αγροτεμαχίου πρέπει να προσδιορίζονται βάσει των συνήθων κανόνων του οικείου κράτους μέλους ή της οικείας περιφέρειας.»
63
Σε αντίθεση με το κείμενο που ίσχυε το 2008, το κείμενο του 2012 διευκρίνιζε ότι, προς εκτίμηση της επιλέξιμης επιφάνειας στο πλαίσιο ενός αγροτεμαχίου μονίμου βοσκοτόπου, τα κράτη μέλη μπορούσαν να χρησιμοποιούν έναν συντελεστή μειώσεως, με μία από τις ακόλουθες μορφές: «‑ ένα σύστημα prorata […]».
64
Από τη δικογραφία και από τις πληροφορίες τις οποίες παρέσχε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι το σχέδιο δράσεως που στηρίχθηκε στις συστάσεις της Επιτροπής, και στο οποίο αναφέρεται η Ελληνική Δημοκρατία, βρισκόταν στο στάδιο της καταρτίσεώς του το 2012, ενόψει της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1307/2013, ο οποίος τροποποίησε τον ορισμό των «μονίμων βοσκοτόπων». Εντούτοις, ουδόλως προκύπτει από τη δικογραφία ότι το εν λόγω σχέδιο δράσεως και οι συστάσεις, στις οποίες αυτό στηρίζεται, εφαρμόζονταν πριν από το έτος καταρτίσεως του σχεδίου, δηλαδή το 2012. Επομένως, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι το σχέδιο δράσεως και οι εν λόγω συστάσεις μπορούν να στηρίξουν μια ευρεία ερμηνεία της έννοιας των βοσκοτόπων, δεχόμενη τη χορήγηση ενισχύσεως για εκτάσεις που καλύπτονταν από ξυλώδη φυτά πέραν των 50 δένδρων ανά εκτάριο, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να επικαλεστεί την κατάρτιση του εν λόγω σχεδίου δράσεως και τις συστάσεις για να αμφισβητήσει την επιβολή της επίμαχης κατ’ αποκοπήν διορθώσεως η οποία στηρίζεται στις διαπιστώσεις που πραγματοποιήθηκαν για το έτος αιτήσεων 2008.
65
Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε την ανακρίβεια των εκτιμήσεων της Επιτροπής.
66
Τέλος, ως εκ περισσού διαπιστώνεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν στην εφαρμογή των κανόνων περί των βοσκοτόπων και στη λειτουργία του συστήματος ελέγχων του ΣΑΑ-ΣΓΠ, περί των οποίων γίνεται λόγος στις σκέψεις 40 και 41 ανωτέρω, οι επίμαχες εκτάσεις δεν θα ήταν επιλέξιμες είτε ο εφαρμοσθείς ορισμός ήταν σύμφωνος προς το γράμμα του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004 είτε η Επιτροπή είχε ακολουθήσει την ερμηνεία που απορρέει από το σχέδιο δράσεως του 2012 ή ακόμα και αυτή που υιοθέτησε με τον κανονισμό 1307/2013.
67
Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η πρώτη αιτίαση της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του ορισμού των «μονίμων βοσκοτόπων» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004.
Επί τη δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας
68
Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, μη δεχόμενη να λάβει υπόψη τα στοιχεία τα οποία επικαλέστηκε η προσφεύγουσα προς στήριξη της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ορισμού των βοσκοτόπων, σε συνάρτηση με το ευρύτερο πλαίσιο των σκοπών της ΚΓΠ, δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της.
69
Πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι απλώς και μόνον το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν δέχθηκε τις θέσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν συνεπάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει έλλειψη αιτιολογίας.
70
Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποτελεί ουσιώδη τύπο ο οποίος πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι το τελευταίο εμπίπτει στην επί της ουσίας νομιμότητα της επίδικης πράξεως. Κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως, από αυτήν δε να διαφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εκδίδει την πράξη, ώστε οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, το δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του (απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, C‑159/01, EU:C:2004:246, σκέψη 65).
71
Οι αποφάσεις της Επιτροπής σε υποθέσεις εκκαθαρίσεως των λογαριασμών των ταμείων εκδίδονται βάσει συνοπτικής εκθέσεως, καθώς και κατόπιν επικοινωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2002, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, C‑132/99, EU:C:2002:168, σκέψη 39). Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτιολογία αποφάσεως που αρνείται να επιβαρύνει τα ταμεία με ένα μέρος των δηλωθεισών δαπανών πρέπει να θεωρείται επαρκής όταν το κράτος-αποδέκτης έχει συνεργαστεί στενά στη διαδικασία εκδόσεως της αποφάσεως αυτής και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το Ταμείο με το επίδικο ποσό (αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C‑263/98, EU:C:2001:455, σκέψη 98, και της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψη 94).
72
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε μετάσχει στη διαδικασία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι το ζήτημα της μη επιλεξιμότητας των δηλωθεισών εκτάσεων επειδή αυτές δεν ήταν σύμφωνες προς τον ορισμό των «μονίμων βοσκοτόπων» του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004 είχε ρητώς θιγεί στην αρχική ανταλλαγή εγγράφων, στο πλαίσιο της διαδικασίας συμβιβασμού και στην τελική θέση της Επιτροπής, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που αντάλλαξαν η Επιτροπή και η Ελληνική Δημοκρατία, από τη γνώμη του οργάνου συμβιβασμού και από τη συνοπτική έκθεση.
73
Από τα έγγραφα της Επιτροπής της 21ης Νοεμβρίου 2008 και της 31ης Μαΐου 2013, καθώς και από τη γνώμη του οργάνου συμβιβασμού και τη συνοπτική έκθεση που επισυνάφθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει σαφώς ότι η Ελληνική Δημοκρατία γνώριζε τις παρατυπίες που δικαιολόγησαν τις επιβληθείσες διορθώσεις. Πράγματι, οι υπηρεσίες της Επιτροπής αμφισβήτησαν ρητώς τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές αρχές προσδιόριζαν την έκταση των επιλέξιμων προς ενίσχυση βοσκοτόπων, στηριζόμενες σε παραδείγματα παρατυπιών, ενώ επίσης διαπίστωσαν και απαρίθμησαν ελλείψεις στη λειτουργία του ΣΑΑ-ΣΓΠ και στη διεξαγωγή των επιτόπιων ελέγχων.
74
Τέλος, στη συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή κατέληξε στο ακόλουθο συμπέρασμα:
«[Γ]ια τους γεωργ[ούς] που δηλώνουν μόνο βοσκοτόπους: η κατάσταση [ήταν] ενδεικτική της ύπαρξης υψηλού ποσοστού σφαλμάτων και συνεπώς εκτεταμένων παρατυπιών[· ω]ς εκ τούτου, σύμφωνα με το έγγραφο VI/5330/97, [σελίδες 11 και 12,] δικαιολογείται η επιβολή διόρθωσης 25 %[· ω]στόσο, αν ληφθεί υπόψη ότι πολλοί γεωργοί κατέχουν πολύ περισσότερη γη από ό,τι δικαιώματα (επίδραση περιθωρίου) (μόνον ένα μέρος των μονίμων βοσκοτόπων που δηλώθηκαν χρησιμοποιούνταν για την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων λήψεως ενισχύσεως), […] ένα κατ’ αποκοπήν ποσοστό ύψους 10 % φαίνεται καταλληλότερο
75
Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία έλαβε ενεργό μέρος στη διαδικασία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή εκτιμούσε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το Ταμείο με το επίδικο ποσό και η Επιτροπή ρητώς ανέφερε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας τους λόγους της κατ’ αποκοπήν διορθώσεως ύψους 10 % της καταβληθείσας στην Ελληνική Δημοκρατία το 2008 ενισχύσεως στο πλαίσιο των στρεμματικών ενισχύσεων σχετικά με τους μονίμους βοσκοτόπους.
76
Από τις ανωτέρω διαπιστώσεις προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αιτιολογημένη σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, η παρούσα αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
Επί της τρίτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
77
Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το ποσοστό 10 % που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας και δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το 5 %.
78
Κατά τη νομολογία, δημοσιονομική διόρθωση αποφασιζόμενη από την Επιτροπή, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες τις οποίες η ίδια εξέδωσε επί του θέματος, αποσκοπεί στην αποφυγή επιβαρύνσεως των ταμείων με ποσά τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση σκοπού επιδιωκόμενου από την οικεία κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί κύρωση (βλ. απόφαση της 31ης Μαρτίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑214/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:130, σκέψη 136 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Έτσι, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι με τα καθοριζόμενα στις κατευθυντήριες οδηγίες κατ’ αποκοπήν ποσοστά καθίσταται δυνατή η τήρηση του δικαίου της Ένωσης και συγχρόνως η αποτελεσματική διαχείριση των πόρων της Ένωσης, καθώς και η αποφυγή της εκ μέρους της Επιτροπής ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειάς της κατά τρόπο που να συνεπάγεται για τα κράτη μέλη υπέρμετρες και δυσανάλογες διορθώσεις (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑181/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:331, σκέψη 234).
79
Υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά το ύψος της δημοσιονομικής διορθώσεως, η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί την επιβάρυνση των ευρωπαϊκών γεωργικών ταμείων ακόμη και με το σύνολο των δαπανών αν διαπιστώσει ότι δεν υφίστανται επαρκείς μηχανισμοί ελέγχου (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑33/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:195, σκέψη 140). Εντούτοις, η Επιτροπή οφείλει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, η οποία απαιτεί οι πράξεις των θεσμικών οργάνων να μη βαίνουν πέραν των ορίων αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την πραγματοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού (αποφάσεις της 17ης Μαΐου 1984, Denkavit Nederland, 15/83, EU:C:1984:183, σκέψη 25, και της 19ης Ιουνίου 1997, Air Inter κατά Επιτροπής, T‑260/94, EU:T:1997:89, σκέψη 144).
80
Κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται μεν στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη παραβιάσεως των κανόνων της Ένωσης, πλην όμως, εφόσον αποδειχθεί η παραβίαση αυτή, το κράτος μέλος είναι εκείνο που οφείλει να αποδείξει ότι η Επιτροπή υπέπεσε ενδεχομένως σε πλάνη ως προς τις οικονομικές συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από την παράβαση (αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 2008, Ισπανία κατά Επιτροπής, T‑266/04, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:37, σκέψη 105, και της 5ης Ιουλίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑86/08, EU:T:2012:345, σκέψη 196).
81
Όσον αφορά το είδος διορθώσεως που επιβλήθηκε εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με γνώμονα τις κατευθυντήριες οδηγίες της Επιτροπής που προβλέπονται στο έγγραφο VI/5330/97, όταν δεν είναι εφικτή η ακριβής αποτίμηση των απωλειών που υπέστη η Ένωση, επιτρέπεται η εκ μέρους της Επιτροπής επιβολή κατ’ αποκοπήν διορθώσεως (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, C‑346/00, EU:C:2003:474, σκέψη 53).
82
Κατά το έγγραφο VI/5330/97, όταν η εφαρμογή του συστήματος ελέγχου είναι εντελώς ανύπαρκτη ή παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις και υπάρχουν ενδείξεις εκτεταμένων ανωμαλιών και αμέλειας στην αντιμετώπιση των παράτυπων ή δολίων πρακτικών, πρέπει να επιβάλλεται διόρθωση ύψους 25 % των δαπανών δεδομένου ότι υπάρχει κίνδυνος ιδιαίτερα υψηλών απωλειών για το Ταμείο.
83
Όταν ένας ή περισσότεροι από τους βασικούς ελέγχους δεν διενεργούνται ή διενεργούνται πλημμελώς ή με περιορισμένη συχνότητα, με αποτέλεσμα να μην επαρκούν για τον προσδιορισμό της επιλεξιμότητας της αιτήσεως ή για την πρόληψη των παρατυπιών, δικαιολογείται ποσοστό διορθώσεως 10 % δεδομένου ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος σημαντικών απωλειών για τα ευρωπαϊκά γεωργικά ταμεία.
84
Όσον αφορά τις ελλείψεις που διαπίστωσε η Επιτροπή, πρέπει να σημειωθεί προκαταρκτικώς ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί το υποστατό τους, αλλά περιορίζεται στο να αμφισβητήσει την έκταση της επιβληθείσας διορθώσεως, δηλαδή το ποσοστό 10 %.
85
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή του συστήματος ελέγχου δεν ήταν εντελώς ανύπαρκτη. Επομένως, σύμφωνα με τα κριτήρια περί των οποίων γίνεται λόγος στη σκέψη 82 ανωτέρω, πρέπει να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή ορθώς εκτίμησε ότι, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστωθεισών ελλείψεων, η εφαρμογή του συστήματος ελέγχου ήταν ιδιαίτερα ελλιπής.
86
Από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε διαπιστώσει αδυναμίες στο ΣΑΑ-ΣΓΠ συνεπαγόμενες ουσιώδεις ανακρίβειες των ορίων και των μέγιστων αποδεκτών εκτάσεων των αγροτεμαχίων αναφοράς. Κατά συνέπεια, οι διασταυρωτικοί έλεγχοι που διεξάγονταν προς αποφυγή της αδικαιολόγητης πολλαπλής χορηγήσεως ενισχύσεως για το ίδιο αγροτεμάχιο δεν ήταν ικανοποιητικοί, εκτός αν είχαν διενεργηθεί επιτόπιοι έλεγχοι που εντόπισαν την εσφαλμένη τοποθεσία των αγροτεμαχίων και καθόρισαν τη μη επιλεξιμότητά τους.
87
Ειδικότερα, η Επιτροπή διαπίστωσε σημαντικά προβλήματα σχετικά με τις δηλωθείσες ως μονίμους βοσκοτόπους εκτάσεις που η μεν Ελληνική Δημοκρατία θεωρούσε επιλέξιμες, η Επιτροπή όμως επανειλημμένως είχε απορρίψει λόγω μη συμφωνίας προς τις εφαρμοστέες διατάξεις.
88
Οι διάδικοι διαφωνούν σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού των «επιλέξιμων για ενίσχυση βοσκοτόπων». Εντούτοις, από την ανάλυση στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως του υπό κρίση λόγου προκύπτει ότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο ερμηνείας του ορισμού των «μονίμων βοσκοτόπων» που ακολουθήθηκε εν προκειμένω, εν πάση περιπτώσει οι διαπιστωθείσες παρατυπίες θα οδηγούσαν την Επιτροπή να προβεί στην κατ’ αποκοπήν διόρθωση την οποία επέβαλε.
89
Ειδικότερα, η Επιτροπή σημείωσε στη συνοπτική έκθεση ότι, κατόπιν της επικαιροποιήσεως του ΣΑΑ-ΣΓΠ, ένα μέρος των δηλωθεισών το 2008 εκτάσεων είχε απαλειφθεί από το σύστημα από το έτος 2009. Αν όμως το ΣΑΑ-ΣΓΠ είχε λειτουργήσει ορθώς το 2008, αυτό το μέρος των εκτάσεων δεν θα είχε κριθεί επιλέξιμο. Η εν λόγω έλλειψη αφορούσε μεγάλο ποσοστό των εσφαλμένως θεωρούμενων ως επιλέξιμων εκτάσεων στο πλαίσιο της ενισχύσεως για τους μονίμους βοσκοτόπους βάσει εσφαλμένου ορισμού.
90
Επιπλέον, το 2008, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το ΣΑΑ-ΣΓΠ δεν λειτουργούσε ορθώς, καθόσον, ενόψει της λειτουργίας ενός νέου ΣΑΑ-ΣΓΠ το 2009, η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε καταχωρίσει στο εν λόγω σύστημα τις συντεταγμένες των αγροτεμαχίων που υπόκεινταν στους κλασικούς επιτόπιους ελέγχους. Κατά συνέπεια, δεν υφίστατο καμία απεικόνιση σε σχετικά σχέδια που να παρέχει τη δυνατότητα εντοπισμού των πολλαπλών δηλώσεων. Κατά τους κανόνες όμως του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τα ταμεία, εναπόκειται στα κράτη μέλη να οργανώσουν ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου και εποπτείας. Η απαίτηση αυτή συνεπάγεται ότι τα όρια των αγροτεμαχίων αναφοράς και η μέγιστη αποδεκτή για την ενίσχυση έκτασή τους πρέπει να καθορίζονται επακριβώς και συγκεκριμένα. Πράγματι, οι σχετικές πληροφορίες είναι ουσιώδεις προς εξασφάλιση της αξιοπιστίας των διασταυρωτικών διοικητικών ελέγχων, ώστε να μπορούν να διενεργούνται οι επιτόπιοι έλεγχοι και οι γεωργοί να διαθέτουν ορθές πληροφορίες προκειμένου να υποβάλλουν ορθές δηλώσεις (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, Βουλγαρία κατά Επιτροπής, T‑335/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:262, σκέψη 29).
91
Περαιτέρω, όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους, η Επιτροπή διαπίστωσε στη συνοπτική έκθεση ότι αυτοί δεν πραγματοποιούνταν σύμφωνα με τα ισχύοντα το 2008 πρότυπα.
92
Πρώτον, όσον αφορά την ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η απουσία μετρήσεως των βοσκοτόπων ήταν ιδιαίτερα ανησυχητική. Πράγματι, πέραν της μη συμφωνίας των εκτάσεων προς τον ορισμό των «μονίμων βοσκοτόπων» που απορρέει από το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, οι δηλωθείσες εκτάσεις βρίσκονταν συχνά σε απομακρυσμένες περιοχές, χωρίς ορατά όρια και μη εύκολα προσβάσιμες· διαπιστώθηκε ότι οι ελεγκτές δεν είχαν προβεί σε μέτρηση των εκτάσεων σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 30 του κανονισμού 796/2004, καθόσον, ενίοτε, ελεγχόταν μόνον ένα σημείο αναφοράς, χωρίς να προσδιορίζεται πραγματικά η έκταση.
93
Δεύτερον, όσον αφορά τους ελέγχους με τηλεπισκόπηση, η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν ήταν σύμφωνη προς τις προβλεπόμενες απαιτήσεις. Πράγματι, οι οικονομικοί έλεγχοι αποκάλυψαν ότι ο κωδικός T‑4 (αγροτεμάχιο καλυπτόμενο από νέφη) χρησιμοποιείτο υπερβολικά συχνά για αγροτεμάχια αμφίβολης επιλεξιμότητας. Συναφώς, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των ελληνικών αρχών επί των τεχνικών προδιαγραφών, κατά τις οποίες οι κωδικοί αυτοί δεν έπρεπε να δίδονται σε αγροτεμάχια των οποίων η επιλεξιμότητα, κατόπιν φωτοερμηνείας με χρήση υπολογιστών, κατέστη αμφίβολη.
94
Τρίτον, όσον αφορά τους κοινούς επιτόπιους ελέγχους, η Επιτροπή επισήμανε στη συνοπτική έκθεση ότι, για το σύνολο των αγροτεμαχίων, το 2008, οι συντεταγμένες που αποτελούσαν το αντικείμενο των ελέγχων αυτών δεν είχαν καταχωριστεί, καθιστώντας αδύνατο τον εντοπισμό των πολλαπλών δηλώσεων.
95
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, όσον αφορά τις δαπάνες που συνδέονται με τους βοσκοτόπους, η Επιτροπή διαπίστωσε ελλείψεις στο σύστημα ελέγχου σχετικά με την εκ μέρους των ελληνικών αρχών αποδοχή, προς χορήγηση της ενισχύσεως για τους βοσκοτόπους, εκτάσεων μη σύμφωνων προς τους ισχύοντες κανόνες. Η διαπίστωση αυτή της Επιτροπής δεν μπορεί να ανατραπεί ακόμα και αν ληφθεί υπόψη μια ευρεία ερμηνεία του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004. Έτσι, οι ελλείψεις αυτές του συστήματος ελέγχου, μαζί με όλες τις λοιπές διαπιστωθείσες ελλείψεις τις οποίες δεν αμφισβητεί η Ελληνική Δημοκρατία, συνιστούν ιδιαίτερα ελλιπή εφαρμογή του συστήματος ελέγχου, συνεπαγόμενη υψηλό επίπεδο σφαλμάτων, ενδεικτικό γενικευμένων παρατυπιών, οι οποίες προκάλεσαν κατά πάσα πιθανότητα εξαιρετικά υψηλές απώλειες στο Ταμείο (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2005, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑175/03, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2005:643, σκέψη 79). Εντούτοις, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τον μικρότερο κίνδυνο απωλειών για το Ταμείο ο οποίος απορρέει από την «επίδραση περιθωρίου», στο πλαίσιο της οποίας μόνον ένα μέρος των δηλωθεισών εκτάσεων λαμβάνεται υπόψη για την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων καταβολής ενισχύσεως.
96
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή ορθώς επέβαλε, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα, κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 % στις ως άνω δαπάνες.
97
Κανένα επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν κλονίζει το συμπέρασμα αυτό.
98
Πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται τις βελτιώσεις που επήλθαν στους κλασικούς ελέγχους, χωρίς ωστόσο να στηρίζει το επιχείρημά της ή να διευκρινίζει για ποιες βελτιώσεις πρόκειται.
99
Συναφώς, όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι η Επιτροπή όντως διαπίστωσε ένα συνεχώς υψηλό επίπεδο των επιτόπιων ελέγχων (μεγαλύτερο του 10 %) των γεωργών κατά τα έτη αιτήσεων 2007 και 2008, πράγμα το οποίο έλαβε υπόψη για τον υπολογισμό των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων. Επιβάλλεται όμως επίσης η διαπίστωση ότι, όσον αφορά την ποιότητα του συστήματος των επιτόπιων ελέγχων, στη συνοπτική έκθεση η Επιτροπή προσήψε στην Ελληνική Δημοκρατία κενά και ελλείψεις, χωρίς ωστόσο να διαπιστώσει βελτιώσεις όσον αφορά τους βοσκοτόπους.
100
Έτσι, δεδομένου ότι δεν υφίστανται στοιχεία που να παρέχουν τη δυνατότητα να εξακριβωθούν όσα προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία, το επιχείρημα σχετικά με τις διαπιστωθείσες βελτιώσεις πρέπει να απορριφθεί.
101
Δεύτερον, όσον αφορά την εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 2011, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2011, L 102, σ. 33), με την οποία η Επιτροπή επέβαλε στην Ελληνική Δημοκρατία ποσοστό διορθώσεως 5 % για το έτος 2007 βάσει των ίδιων διαπιστώσεων με εκείνες που περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με προηγούμενο έτος αιτήσεων δεν αρκούν για να κλονίσουν τις διαπιστώσεις της Επιτροπής που αφορούν το επίμαχο έτος αιτήσεων, εφόσον οι τελευταίες μπορούν να δικαιολογήσουν τα συμπεράσματα και την επιβληθείσα κατ’ αποκοπήν διόρθωση. Εξάλλου, στη συνοπτική έκθεση η Επιτροπή τόνισε ότι οι διαπιστωθείσες ελλείψεις σημειώνονταν επανειλημμένως.
102
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ότι οι εκτάσεις των μονίμων βοσκοτόπων μειώθηκαν σε 1,5 εκατομμύριο εκτάρια, παρά την εφαρμογή από το 2012 του ευρύτερου ορισμού των «μονίμων βοσκοτόπων», που περιλάμβανε την ξυλώδη βλάστηση. Ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή ότι η εν λόγω μείωση κατά 50 % των επιλέξιμων εκτάσεων, αντί για την προβλεπόμενη αύξησή τους κατόπιν της διευρύνσεως του επίμαχου ορισμού, καταδεικνύει την έκταση του αρχικού προβλήματος σχετικά με τις δηλώσεις οι οποίες αφορούσαν τις εκτάσεις που δεν καλύπτονταν, εν πάση περιπτώσει, από τον, διευρυμένο έστω, ορισμό των βοσκοτόπων.
103
Ενώ όμως η διαφορά μεταξύ των εκτάσεων των βοσκοτόπων που γεννούν δικαιώματα καταβολής ενισχύσεως και των εκτάσεων των βοσκοτόπων που πράγματι δηλώθηκαν, την οποία προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία, ελήφθη δεόντως υπόψη, καθόσον για τον λόγο αυτόν επήλθε μείωση της επιβληθείσας κατ’ αποκοπήν διορθώσεως σε 10 % χάρη στον συνυπολογισμό της «επιδράσεως περιθωρίου», εξακολουθεί να είναι άσχετη προς το πρόβλημα των αρχικών δηλώσεων που διαπιστώθηκε το 2008. Πράγματι, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίζει ότι, ακόμα και αν λαμβανόταν υπόψη η μείωση των επιλέξιμων εκτάσεων σε 1,5 εκατομμύριο εκτάρια, πάλι δεν προκύπτει κανένας κίνδυνος για το Ταμείο. Το γεγονός ότι οι εκτάσεις των βοσκοτόπων που θεμελιώνουν δικαιώματα για στρεμματική ενίσχυση αντιπροσωπεύουν μόλις ένα κλάσμα των εκτάσεων των δηλωθέντων βοσκοτόπων δεν αναιρεί τις ανακρίβειες που διαπιστώθηκαν στη λειτουργία του ΣΑΑ-ΣΓΠ και στους βασικούς ελέγχους, στο πλαίσιο των οποίων οι ως άνω εκτάσεις, για τις οποίες χορηγήθηκε ενίσχυση, δεν ήταν πάντοτε πλήρως επιλέξιμες προς τούτο, διότι δεν ανταποκρίνονταν τις απαιτήσεις του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004 (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψη 204).
104
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπόρεσε να αποδείξει την ανακρίβεια των εκτιμήσεων της Επιτροπής ή την έλλειψη κινδύνου ζημίας ή παρατυπιών σε βάρος του Ταμείου, έναντι των σοβαρών και εύλογων αμφιβολιών που διατηρούσε η Επιτροπή όσον αφορά τη λειτουργία του ΣΑΑ-ΣΓΠ και τους ελέγχους.
105
Επομένως, ορθώς έκρινε η Επιτροπή ότι οι ελλείψεις του ΣΑΑ-ΣΓΠ και τα κενά στους βασικούς ελέγχους απέρρεαν από την εφαρμογή ενός ιδιαίτερα ελλιπούς συστήματος ελέγχου, με υψηλό επίπεδο σφάλματος και ενδεικτικό γενικευμένων παρατυπιών. Λαμβανομένου υπόψη του μικρότερου κινδύνου για το Ταμείο, που απορρέει από την «επίδραση περιθωρίου», επέβαλε, δικαίως, δημοσιονομική διόρθωση 10 %.
106
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί η παρούσα αιτίαση και, επομένως, το σύνολο του λόγου που αφορά την κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 % που επιβλήθηκε για τους βοσκοτόπους.
Επί του λόγου που αφορά τη διόρθωση 5 % η οποία επιβλήθηκε για τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις
107
Στο πλαίσιο του λόγου περί της δημοσιονομικής διορθώσεως 5 % σχετικά με τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις, η Ελληνική Δημοκρατία εγείρει αιτιάσεις με τις οποίες προβάλλεται, αντιστοίχως, πλάνη περί τα πράγματα, ανεπαρκής αιτιολογία και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
108
Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί, ότι, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου, η Ελληνική Δημοκρατία περιορίζεται σε απαρίθμηση, κατά την εξαγγελία του λόγου, των ως άνω αιτιάσεων, αναπτύσσοντας, έπειτα από την απαρίθμηση αυτή, επιχειρηματολογία η οποία είναι ασαφής και, εν μέρει, ατεκμηρίωτη όσον αφορά τις αρχές που φέρεται ότι παραβιάστηκαν. Ωστόσο, από τα δικόγραφά της, προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει, κατά βάση, προσβολή των διαδικαστικών εγγυήσεων στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Επί της πρώτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται προσβολή των διαδικαστικών εγγυήσεων στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας
109
Στο πλαίσιο της αιτιάσεως αυτής η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί να διαπιστωθεί ότι η ίδια στερήθηκε τη διαδικαστική εγγύηση περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 και στο άρθρο 11 του κανονισμού (EK) 885/2006 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1290/2005 σχετικά με τη διαπίστευση των οργανισμών πληρωμών και άλλων οργανισμών και την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2006, L 171, σ. 90), επειδή η Επιτροπή παρέλειψε να της αντιτάξει εγκαίρως το εκπρόθεσμο των ελέγχων.
110
Πρέπει να υπομνησθεί ότι η τελική και αμετάκλητη απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών πρέπει να λαμβάνεται μετά από ειδική κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη πρέπει να απολαύουν όλων των απαιτούμενων εγγυήσεων προκειμένου να εκθέσουν την άποψή τους (απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑245/97, EU:C:2000:687, σκέψη 47).
111
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή υποχρεούται να τηρεί, στο πλαίσιο των σχέσεων με τα κράτη μέλη, τους όρους που η ίδια έχει επιβάλει στον εαυτό της μέσω εκτελεστικών κανονισμών. Πράγματι, η μη τήρηση των όρων αυτών, ανάλογα με τη σοβαρότητά τους, μπορεί να καταστήσει άνευ αντικειμένου τη διαδικαστική εγγύηση που παρέχει στα κράτη μέλη το άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Ιουνίου 2009, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑50/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:206, σκέψη 27).
112
Επιπλέον, το άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005, αφενός, και το άρθρο 11 του κανονισμού 885/2006, αφετέρου, αφορούν το ίδιο στάδιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, ήτοι την αποστολή της πρώτης ανακοινώσεως από την Επιτροπή στο κράτος μέλος, κατόπιν των ελέγχων που αυτή διενήργησε (βλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2015, Γαλλία κατά Επιτροπής, T‑259/13, μη δημοσιευθείσα, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αναίρεση, EU:T:2015:250, σκέψη 100 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
113
Το άρθρο 11 του κανονισμού 885/2006 καθορίζει τα διάφορα στάδια που πρέπει να ακολουθούνται κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών. Ειδικότερα, το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού διευκρινίζει το περιεχόμενο της πρώτης γραπτής ανακοινώσεως με την οποία η Επιτροπή κοινοποιεί το πόρισμα των ελέγχων της στα κράτη μέλη προτού τα καλέσει σε διάλογο. Κατά τη διάταξη αυτή, η πρώτη ανακοίνωση πρέπει να διευκρινίζει το αποτέλεσμα των ελέγχων της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και να εκθέτει τα διορθωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν για τη μελλοντική συμμόρφωση με τους σχετικούς κανόνες της Ένωσης (απόφαση της 24ης Μαρτίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑184/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:120, σκέψη 40).
114
Πρέπει να υπομνησθεί, εξάλλου, ότι έχει κριθεί ότι η γραπτή ανακοίνωση περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 885/2006 πρέπει να είναι τέτοια ώστε το κράτος μέλος να λάβει πλήρη γνώση των επιφυλάξεων της Επιτροπής, ούτως ώστε η ανακοίνωση αυτή να εκπληρώνει την προειδοποιητική λειτουργία της (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 17ης Ιουνίου 2009, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑50/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:206, σκέψη 39).
115
Επομένως, με την πρώτη ανακοίνωση κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 885/2006, η Επιτροπή πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο αρκούντως συγκεκριμένο το αντικείμενο της έρευνας που διεξήγαγαν οι υπηρεσίες της και τις ελλείψεις που διαπιστώθηκαν κατά την εν λόγω έρευνα, καθόσον οι ελλείψεις αυτές είναι ικανές να προβληθούν αργότερα ως αποδεικτικό στοιχείο περί των σοβαρών και εύλογων αμφιβολιών της όσον αφορά τους ελέγχους εκ μέρους των εθνικών διοικητικών αρχών ή τα αριθμητικά στοιχεία που αυτές διαβίβασαν και, με τον τρόπο αυτόν, να δικαιολογήσουν τις δημοσιονομικές διορθώσεις που θα επιβληθούν με την τελική απόφαση περί αποκλεισμού από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ορισμένων δαπανών του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους στο πλαίσιο του Ταμείου (απόφαση της 17ης Ιουνίου 2009, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑50/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:206, σκέψη 40).
116
Κατά συνέπεια, προκειμένου να εκπληρώνει την προειδοποιητική λειτουργία της, ιδίως με γνώμονα το άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005, η ανακοίνωση την οποία προβλέπει το άρθρο 11 του κανονισμού 885/2006 πρέπει να προσδιορίζει εξαρχής κατά τρόπο αρκούντως συγκεκριμένο όλες τις παρατυπίες που προσάπτονται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και οι οποίες στηρίζουν, τελικά, την επιβαλλόμενη δημοσιονομική διόρθωση. Μόνο μια τέτοια ανακοίνωση είναι ικανή να διασφαλίσει ότι ο παραλήπτης λαμβάνει πλήρη γνώση των επιφυλάξεων της Επιτροπής και μπορεί να αποτελέσει εναρκτήριο γεγονός για τον υπολογισμό της προθεσμίας των 24 μηνών την οποία προβλέπει το άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 (αποφάσεις της 3ης Μαΐου 2012, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑24/11 P, EU:C:2012:266, σκέψη 31, και της 30ής Απριλίου 2015, Γαλλία κατά Επιτροπής, T‑259/13, μη δημοσιευθείσα, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αναίρεση, EU:T:2015:250, σκέψη 106).
117
Σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία, πρέπει να εξεταστεί αν η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 11 του κανονισμού 885/2006 και είναι, κατά συνέπεια, η προσήκουσα κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διατάξεως.
118
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τέτοια περίπτωση συντρέχει εν προκειμένω. Πράγματι, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ερευνών με το έγγραφο της 21ης Νοεμβρίου 2008, καθώς και με το έγγραφο της 31ης Μαΐου 2013 που συντάχθηκε βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 885/2006, το θεσμικό αυτό όργανο ρητώς εξέθεσε το πρόβλημα των καθυστερήσεων στη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων, αναφέροντας ότι οι καθυστερήσεις επηρέασαν την ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων όσον αφορά τις στρεμματικές ενισχύσεις. Κατά συνέπεια, τα κενά που προέκυπταν από τη χαμηλή ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων λόγω της καθυστερημένης διενέργειάς τους προσδιορίζονταν σαφώς στην τελική θέση της Επιτροπής (βλ. το έγγραφο της 26ης Μαρτίου 2014).
119
Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι τόσο η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων όσο και η ανακοίνωση που απευθύνθηκε στην Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο της διαδικασίας συμβιβασμού προσδιόριζαν, κατά την έννοια της ανωτέρω νομολογίας, την προσαπτόμενη στο κράτος μέλος καθυστερημένη διενέργεια των ελέγχων στην οποία στηρίχθηκε εν προκειμένω η δημοσιονομική διόρθωση όσον αφορά τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις.
120
Λαμβανομένου υπόψη ότι η αιτίαση σχετικά με τις καθυστερήσεις στη διενέργεια των ελέγχων οι οποίες επηρέασαν την ποιότητά τους και οι οποίες ήταν ικανές να προκαλέσουν ζημία στο Ταμείο και να δικαιολογήσουν την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως είχε γνωστοποιηθεί στην Ελληνική Δημοκρατία δύο τουλάχιστον φορές κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί βασίμως να ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωσή της να θέσει υπό διμερή διαβούλευση κάθε αποτέλεσμα ελέγχου ικανό να αποτελέσει λόγο αυξημένης διορθώσεως.
121
Επομένως, η πρώτη αιτίαση της Ελληνικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
122
Στο πλαίσιο της αιτιάσεως αυτής, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων σχετικά με τις λοιπές εκτάσεις πλην των βοσκοτόπων, αλλά και των βελτιώσεων που διαπιστώθηκαν σε σχέση με την προγενέστερη περίοδο, η διόρθωση πρέπει να περιοριστεί σε 2 % το πολύ.
123
Πρέπει, καταρχάς, να σημειωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί τις καθυστερήσεις στην πραγματοποίηση των κλασικών επιτόπιων ελέγχων.
124
Από το παράρτημα 2 του προμνησθέντος εγγράφου VI/5330/97 προκύπτει ότι οι ελλείψεις στη λειτουργία του ΣΑΑ-ΣΓΠ και οι ελλείψεις των επιτόπιων ελέγχων αφορούν βασικούς ελέγχους (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, Βουλγαρία κατά Επιτροπής, T‑335/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:262, σκέψη 92).
125
Επίσης από το έγγραφο VI/5330/97 προκύπτει ότι, όταν διενεργούνται όλοι οι βασικοί έλεγχοι, αλλά όχι στον αριθμό, στη συχνότητα ή με την αυστηρότητα που απαιτείται από τους κανονισμούς και ευλόγως συνάγεται ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν προσφέρουν το αναμενόμενο επίπεδο διασφαλίσεως της κανονικότητας των αιτήσεων πληρωμής, πρέπει να επιβάλλεται διόρθωση ύψους 5 %, καθόσον υφίσταται σημαντικός κίνδυνος ζημιών για το Ταμείο.
126
Όπως σημειώθηκε στο πλαίσιο της εξετάσεως της τρίτης αιτιάσεως του πρώτου λόγου και της πρώτης αιτιάσεως του δευτέρου λόγου, η Επιτροπή διαπίστωσε στη συνοπτική έκθεση ελλείψεις σχετικά με το ΣΑΑ-ΣΓΠ, το οποίο περιελάμβανε ουσιαστικά ανακριβείς πληροφορίες περί των ορίων και των μέγιστων επιλέξιμων εκτάσεων των αγροτεμαχίων. Μολονότι οι ελλείψεις αυτές αφορούν ειδικά τους βοσκοτόπους, τέτοιες ελλείψεις διαπιστώθηκαν εντούτοις για όλα τα είδη αγροτεμαχίων.
127
Περαιτέρω, όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους, η Επιτροπή διαπίστωσε στη συνοπτική έκθεση ότι αυτοί δεν διενεργούνταν σύμφωνα με τα ισχύοντα το 2008 πρότυπα, ενώ αυτό ήταν ουσιώδους σημασίας για την ορθή εξακρίβωση της επιλεξιμότητας της δηλούμενης εκτάσεως και, με τον τρόπο αυτόν, για τη διασφάλιση της τηρήσεως των άρθρων 23 και 30 του κανονισμού 796/2004. Όσον αφορά τους ελέγχους με τηλεπισκόπηση, η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν ήταν σύμφωνη προς τις σχετικές απαιτήσεις. Πράγματι, οι οικονομικοί έλεγχοι αποκάλυψαν ότι ο κωδικός T‑4 (αγροτεμάχιο καλυπτόμενο από νέφη) χρησιμοποιείτο υπερβολικά συχνά για αγροτεμάχια αμφίβολης επιλεξιμότητας. Όσον αφορά τους κοινούς επιτόπιους ελέγχους, η Επιτροπή επισήμανε ότι το 2008, όσον αφορά το σύνολο των αγροτεμαχίων, οι συντεταγμένες που αποτελούσαν το αντικείμενο των ελέγχων αυτών δεν είχαν καταχωρισθεί, καθιστώντας με τον τρόπο αυτόν αδύνατο τον εντοπισμό των πολλαπλών δηλώσεων.
128
Όσον αφορά ειδικότερα τους κλασικούς επιτόπιους ελέγχους, η Επιτροπή σημείωσε στη συνοπτική έκθεση ότι, έστω και αν από τις «εκ νέου μετρήσεις» προέκυπταν διαφορές, οι διαφορές αυτές δεν αρκούσαν για να στηρίξουν το συμπέρασμα ότι υφίσταντο συστηματικές ελλείψεις στη διενέργεια των εν λόγω ελέγχων.
129
Τέλος, η Επιτροπή ανέφερε ότι, όσον αφορά τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις, οι καθυστερήσεις είχαν αρνητικές συνέπειες για τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων.
130
Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα διαπιστωθέντα κενά στοιχειοθετούσαν μια διαρκή ανωμαλία στη λειτουργία των βασικών και των επικουρικών ελέγχων. Ειδικότερα, διαπίστωσε ότι, για το επίμαχο έτος, οι ελλείψεις όσον αφορά το ΣΑΑ-ΣΓΠ δεν είχαν διορθωθεί σε σχέση με το προηγούμενο έτος αιτήσεων (2007).
131
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, όσον αφορά τις στρεμματικές ενισχύσεις, η Επιτροπή ορθώς επέβαλε κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 %, σύμφωνα με όσα προβλέπονταν στο έγγραφο VI/5330/97.
132
Η Ελληνική Δημοκρατία εκθέτει ότι οι βελτιώσεις που επήλθαν στους κλασικούς επιτόπιους ελέγχους και η συνεχής βελτίωση του ΣΑΑ-ΣΓΠ διαλύουν τις σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες που διατυπώνει η Επιτροπή και οι οποίες, κατά την τελευταία, δικαιολογούν την εφαρμογή συντελεστή διορθώσεως 5 % για τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις. Επιπλέον, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή όφειλε να εφαρμόσει συντελεστή 2 % για τις ενισχύσεις που χορηγούνταν για άλλες εκτάσεις πέραν των βοσκοτόπων.
133
Ωστόσο, το επιχείρημα ότι η διατήρηση των σχετικών ευλόγων και σοβαρών αμφιβολιών παρά τις επελθούσες βελτιώσεις στο ΣΑΑ-ΣΓΠ δεν ήταν δικαιολογημένη πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, από το σημείο 4 του δικογράφου της προσφυγής και από το παράρτημα 4 της προσφυγής προκύπτει ότι οι σχετικές με το ΣΑΑ-ΣΓΠ βελτιώσεις τις οποίες προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχαν τεθεί σε εφαρμογή κατά τη διάρκεια του έτους αιτήσεων 2008. Ειδικότερα, οι μεταγενέστερες βελτιώσεις του ΣΑΑ-ΣΓΠ δεν μπορούν να κλονίσουν τις διαπιστώσεις ελλείψεων κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψη 206).
134
Εξάλλου, οι διαπιστωθείσες βελτιώσεις στο σύστημα των κλασικών επιτόπιων ελέγχων δεν αρκούν, αφεαυτών, για να κλονίσουν την εκτίμηση του κινδύνου για το Ταμείο στην οποία προέβη η Επιτροπή βάσει του συνόλου των ανωτέρω απαριθμούμενων ελλείψεων που διαπιστώθηκαν για το επίμαχο έτος.
135
Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι, για τη στάθμιση του κινδύνου για το Ταμείο, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη το είδος των συμπληρωματικών στρεμματικών ενισχύσεων και να εφαρμόσει τον συντελεστή 2 % τον οποίο επέβαλε για τις ενισχύσεις που χορηγούνταν για άλλες εκτάσεις πέραν των βοσκοτόπων.
136
Πράγματι, πέραν του ότι η Ελληνική Δημοκρατία περιορίζεται στο να επισημάνει, προς στήριξη του επιχειρήματός της, τον δευτερεύοντα χαρακτήρα των στρεμματικών ενισχύσεων, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι η μείωση του συντελεστή της διορθώσεως από 5 % σε 2 % που επιβλήθηκε για τις ενισχύσεις για άλλες εκτάσεις πέραν των βοσκοτόπων (αρόσιμες γαίες) προκύπτει από την «επίδραση περιθωρίου». Όπως όμως υποστήριξε η Επιτροπή, δεν μπορεί να υπάρξει η ίδια μείωση λόγω της «επιδράσεως περιθωρίου» για τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις, για τις οποίες δεν υπάρχει η εν λόγω «επίδραση περιθωρίου». Πράγματι, για το είδος αυτό ενισχύσεων, που συνδέονται με την παραγωγή, δεν υφίστανται «δικαιώματα ενισχύσεως», καθόσον οι ενισχύσεις θεμελιώνονται σε επιλέξιμες εκτάσεις των οποίων ο αριθμός μπορεί να είναι μικρότερος από τις συνολικές εκτάσεις που δηλώνει ο γεωργός. Ειδικότερα, σε περίπτωση συμπληρωματικών στρεμματικών ενισχύσεων, μόνον η πράγματι καλλιεργούμενη δηλωθείσα έκταση θεμελιώνει αντίστοιχη ενίσχυση.
137
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί η παρούσα αιτίαση και, επομένως, το σύνολο του λόγου που αφορά τη διόρθωση 5 % σχετικά με τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις.
Επί του λόγου που αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 5 % σχετικά με τις ενισχύσεις για την αγροτική ανάπτυξη
138
Στο πλαίσιο του λόγου που αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 5 % σχετικά με τις ενισχύσεις για την αγροτική ανάπτυξη, η Ελληνική Δημοκρατία εγείρει αιτιάσεις με τις οποίες προβάλλεται, αντιστοίχως, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί τα πράγματα και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι επιβλήθηκε διπλή διόρθωση για τον ίδιο λόγο.
139
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο του παρόντος λόγου, η Ελληνική Δημοκρατία εκ νέου περιορίζεται σε απαρίθμηση των εν λόγω αιτιάσεων, παραθέτοντας μετά την ως άνω απαρίθμηση μια επιχειρηματολογία ασαφή και, εν μέρει, ατεκμηρίωτη όσον αφορά τις αρχές που φέρεται ότι παραβιάστηκαν. Ωστόσο, η ασάφεια αυτή, όσο προβληματική κι αν είναι, δεν εμποδίζει την Επιτροπή να προβάλει επιχειρήματα αντικρούσεως ούτε το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2011, Sachsa Verpackung κατά Επιτροπής, T‑79/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:674, σκέψη 21). Πράγματι, από τα δικόγραφά της, προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία εγείρει, κατ’ ουσίαν, μία αιτίαση με την οποία προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας και μία αιτίαση με την οποία προβάλλεται επιβολή διπλής διορθώσεως για τον ίδιο λόγο όσον αφορά το μέτρο υπ’ αριθ. 214 του προγράμματος αγροτικής αναπτύξεως.
Επί της πρώτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται έλλειψη συμπληρωματικής αιτιολογίας
140
Πρώτον, όπως προαναφέρθηκε, οι αποφάσεις της Επιτροπής στον τομέα της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών των ταμείων εκδίδονται βάσει συνοπτικής εκθέσεως, καθώς και κατόπιν επικοινωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2002, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, C‑132/99, EU:C:2002:168, σκέψη 39). Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτιολογία αποφάσεως που αρνείται να επιβαρύνει το Ταμείο με ένα μέρος των δηλωθεισών δαπανών πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία επεξεργασίας της αποφάσεως αυτής και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το Ταμείο με το σχετικό ποσό (αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C‑263/98, EU:C:2001:455, σκέψη 98, και της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψη 94).
141
Δεύτερον, κατά το άρθρο 73 του κανονισμού (EK) 1698/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2005, L 277, σ. 1), προς εξασφάλιση, στο πλαίσιο της κοινής διαχειρίσεως, της χρηστής οικονομικής διαχειρίσεως σύμφωνα με το άρθρο 274 ΕΚ, η Επιτροπή λαμβάνει τα μέτρα και εκτελεί τους ελέγχους που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1290/2005.
142
Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1290/2005, η Επιτροπή μεριμνά, ιδίως, για την ύπαρξη και την εύρυθμη λειτουργία στα κράτη μέλη συστημάτων διαχειρίσεως και ελέγχου.
143
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, χωρίς η Ελληνική Δημοκρατία να το αμφισβητεί, οι επίμαχες εν προκειμένω ενισχύσεις για την αγροτική ανάπτυξη είναι στρεμματικές ενισχύσεις συνδεόμενες με τη δηλούμενη γεωργική έκταση.
144
Επομένως, το ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου έχει εφαρμογή στα συστήματα άμεσης στηρίξεως, όπως και στα μέτρα αγροτικής αναπτύξεως που λαμβάνονται βάσει του αριθμού των εκταρίων.
145
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί η σημασία, περί της οποίας έγινε λόγος ανωτέρω, την οποία έχει η θέσπιση του ΣΑΑ-ΣΓΠ για τη λειτουργία του καθεστώτος στρεμματικών ενισχύσεων. Πράγματι, ο προσδιορισμός των αγροτεμαχίων αποτελεί βασικό στοιχείο της ορθής εφαρμογής ενός καθεστώτος που συνδέεται με την έκταση. Η έλλειψη αξιόπιστου συστήματος προσδιορισμού των αγροτεμαχίων ενέχει αφ’ εαυτής υψηλό κίνδυνο ζημίας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑214/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:130, σκέψη 57, και της 5ης Ιουλίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑86/08, EU:T:2012:345, σκέψη 122).
146
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε μετάσχει στη διαδικασία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι η Επιτροπή επισήμανε τις ελλείψεις της λειτουργίας του ΣΑΑ-ΣΓΠ και των επιτόπιων ελέγχων στην αρχική της επικοινωνία, στο πλαίσιο της διαδικασίας συμβιβασμού και στην τελική θέση της, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που αντάλλαξαν η Επιτροπή και η Ελληνική Δημοκρατία, από τη γνώμη του οργάνου συμβιβασμού και από τη συνοπτική έκθεση. Οι διαπιστωθείσες ελλείψεις αφορούσαν όλα τα είδη στρεμματικών ενισχύσεων.
147
Από τα έγγραφα της Επιτροπής της 21ης Νοεμβρίου 2008 και της 31ης Μαΐου 2013, καθώς και από την τελική της θέση προκύπτει σαφώς ότι η Ελληνική Δημοκρατία γνώριζε τις παρατυπίες που δικαιολογούσαν τις επιβληθείσες διορθώσεις. Πράγματι, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ρητώς επισήμαναν στις ελληνικές αρχές τις δυσλειτουργίες όσον αφορά το ΣΑΑ-ΣΓΠ και τους επιτόπιους ελέγχους.
148
Τέλος, στη συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «[γ]ια όλα τα μέτρα του [δεύτερου] πυλώνα με βάση την έκταση, λαμβάνοντας υπόψη τον συνδυασμό των διαπιστώσεων και σύμφωνα με τις διατάξεις του εγγράφου VI/5330/97, προτείνεται κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 %».
149
Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία έλαβε ενεργό μέρος στη διαδικασία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή εκτιμούσε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το Ταμείο με το επίδικο ποσό, η δε Επιτροπή ρητώς ανέφερε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας τους λόγους επιβολής της σχετικής κατ’ αποκοπήν διορθώσεως.
150
Συναφώς, είναι άνευ σημασίας το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας, το οποίο εξάλλου είναι ατεκμηρίωτο, ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη, για την εκτίμηση του κινδύνου που συνιστούσαν οι διαπιστωθείσες πλημμέλειες, την αύξηση των επιτόπιων ελέγχων που επιβαλλόταν στο πλαίσιο της εφαρμογής του ως άνω μέτρου αγροτικής αναπτύξεως. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το επιχείρημα αυτό είναι αποδεδειγμένο, η αύξηση των επιτόπιων ελέγχων δεν μπορεί να αντισταθμίσει τις πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν κατά τη διενέργειά τους (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψη 205).
151
Επιπλέον, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 133 ανωτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι, προβάλλοντας τη σταθερή βελτίωση του ΣΑΑ-ΣΓΠ, η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρεται στις βελτιώσεις που επήλθαν από το έτος 2009 κατόπιν σχετικού σχεδίου δράσεως, βελτιώσεις οι οποίες σημειώθηκαν μετά το έτος 2008, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι αποδεικνύονται, δεν μπορούν να κλονίσουν τις ανωτέρω παρατηρήσεις. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η πρώτη αιτίαση με την οποία προβάλλεται έλλειψη συμπληρωματικής αιτιολογίας.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται φερόμενη επιβολή διπλής διορθώσεως για τον ίδιο λόγο
152
Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η διόρθωση σχετικά με τις ενισχύσεις για την αγροτική ανάπτυξη πρέπει να ακυρωθεί διότι επιβλήθηκε για δεύτερη φορά όσον αφορά το μέτρο αγροτικής αναπτύξεως υπ’ αριθ. 214.
153
Ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται καταρχάς ότι, κατά τις κατευθυντήριες οδηγίες που ακολούθησε η Επιτροπή, όπως προβλέπονται στο έγγραφο VI/5330/97, όταν στο ίδιο σύστημα διαπιστώνονται πλείονες ελλείψεις, οι διορθώσεις κατ’ αποκοπήν δεν επιβάλλονται σωρευτικά, αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνον η σοβαρότερη έλλειψη, ως ένδειξη των κινδύνων που ενέχει το σύστημα ελέγχου στο σύνολό του.
154
Όπως διευκρινίστηκε με το υπόμνημα απαντήσεως και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί τον τρόπο υπολογισμού της επιβληθείσας εν προκειμένω διορθώσεως.
155
Πράγματι, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, παρά τη μείωση κατά 2318055,75 ευρώ, η Επιτροπή επέβαλε διπλή διόρθωση για τον ίδιο λόγο για τον οποίο είχε προηγουμένως επιβληθεί άλλη διόρθωση. Ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία φρονεί ότι η ως άνω μείωση δεν λαμβάνει υπόψη το σύνολο της διορθώσεως που επιβλήθηκε δυνάμει της εκτελεστικής αποφάσεως 2013/214/ΕΕ της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2013, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2013, L 123, σ. 11). Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι αδυνατεί να αντιληφθεί τη μέθοδο υπολογισμού του ποσού των 2318055,75 ευρώ, το οποίο μόνον ελήφθη υπόψη ως διόρθωση επιβληθείσα δυνάμει της εκτελεστικής αποφάσεως 2013/214, ενώ η τελευταία αυτή διόρθωση ανέρχεται σε 3328030,09 ευρώ.
156
Καταρχάς, από τη συνοπτική έκθεση στην οποία παραπέμπει η εκτελεστική απόφαση 2013/214 προκύπτει ότι οι ελλείψεις στους ελέγχους τις οποίες διαπίστωσε η Επιτροπή αφορούσαν την τήρηση ορισμένων δεσμεύσεων, καθώς και την πληρότητα των εκθέσεων ελέγχου και την ιχνηλασιμότητα, όσον αφορά, ιδίως, ένα μέτρο ενισχύσεως για την αγροτική ανάπτυξη με τον αριθμό 214, για το έτος αιτήσεων 2008. Αντιθέτως, οι διαπιστωθείσες πλημμέλειες δεν αφορούσαν το εμβαδόν (τα μέγιστα αποδεκτά όρια των εκτάσεων) των αγροτεμαχίων, που ελέγχθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας η οποία οδήγησε στην προσβαλλόμενη εν προκειμένω απόφαση, στο πλαίσιο, ιδίως, του ίδιου μέτρου ενισχύσεως για την αγροτική ανάπτυξη με τον αριθμό 214.
157
Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι οι δύο διαδοχικές κατ’ αποκοπήν διορθώσεις επιβλήθηκαν για διαφορετικές ελλείψεις και πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν με τις δύο διαδοχικές έρευνες που διενήργησε η Επιτροπή στο πλαίσιο του ίδιου μέτρου ενισχύσεως για την αγροτική ανάπτυξη. Συναφώς, η Επιτροπή εξέθεσε, τόσο με τη γραπτή απάντησή της στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι ήταν υποχρεωμένη να μειώσει το ποσό της επίμαχης διορθώσεως προκειμένου να αποφύγει τη σώρευση διορθώσεων, υποστηρίζει όμως ότι η μείωση κατά 2318055,75 ευρώ είναι, συναφώς, ορθή.
158
Όσον αφορά την εκτελεστική απόφαση 2013/214, από το μέρος του παραρτήματός της το οποίο αφορά τη θέση του προϋπολογισμού 6711 προκύπτει ότι η Επιτροπή επέβαλε, αφενός, κατ’ αποκοπήν διόρθωση 2 % για το έτος 2009 για ελλείψεις σχετικά με τους επιτόπιους ελέγχους όσον αφορά τον δεύτερο πυλώνα της ΚΓΠ, ύψους 959020,82 ευρώ, και, αφετέρου, κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 % για το έτος 2009 για ελλείψεις σχετικά με τους επιτόπιους ελέγχους όσον αφορά τον δεύτερο πυλώνα της ΚΓΠ, ύψους 2369009,27 ευρώ. Το συνολικό ποσό της επιβληθείσας διορθώσεως για το έτος 2009 για ελλείψεις σχετικά με τους επιτόπιους ελέγχους όσον αφορά την αγροτική ανάπτυξη (δεύτερος πυλώνας της ΚΓΠ) ανερχόταν σε 3328030,09 ευρώ.
159
Όσον αφορά, περαιτέρω, τα ποσά των διορθώσεων που επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, από το μέρος του παραρτήματος της εν λόγω αποφάσεως που αφορά τη θέση προϋπολογισμού 6711 προκύπτει ότι η Επιτροπή επέβαλε κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 % για ελλείψεις σχετικά με το ΣΑΑ και τους επιτόπιους ελέγχους όσον αφορά την αγροτική ανάπτυξη (δεύτερος πυλώνας της ΚΓΠ). Κατά το ίδιο παράρτημα, το αρχικό ποσό αυτής της διορθώσεως ανήλθε σε 5007867,36 ευρώ, από το οποίο η Επιτροπή αφαίρεσε 2318055,75 ευρώ για την προηγουμένως επιβληθείσα διόρθωση δυνάμει της εκτελεστικής αποφάσεως 2013/214. Λαμβανομένης υπόψη της αφαιρέσεως αυτής, ο δημοσιονομικός αντίκτυπος της επίμαχης διορθώσεως ανέρχεται σε 2689811,61 ευρώ.
160
Όσον αφορά την προμνησθείσα μείωση κατά 2318055,75 ευρώ, από τις εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως και το υπόμνημα ανταπαντήσεως προκύπτει ότι το ποσό των 2318055,75 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό της προηγούμενης διορθώσεως η οποία αφαιρέθηκε από την επίμαχη εν προκειμένω διόρθωση, είχε περιληφθεί, για το έτος αιτήσεων 2008, στο ποσό της κατ’ αποκοπήν διορθώσεως 2369009,27 ευρώ, που αφορούσε τα δύο έτη αιτήσεων, ήτοι το 2008 και το 2009.
161
Ερωτηθείσα επί του τρόπου υπολογισμού του ποσού των 2318055,75 ευρώ που αφαιρέθηκε από την επίμαχη διόρθωση, η Επιτροπή εξήγησε με την απάντησή της στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας και, στη συνέχεια, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η προηγούμενη διόρθωση, καταλογισθείσα στο οικονομικό έτος 2009 και αφορώσα το έτος 2008, ανερχόταν σε 3745694,27 ευρώ επί συνολικού ποσού δαπανών 134518285,02 ευρώ. Κατά τις εξηγήσεις της Επιτροπής, η διόρθωση αυτή αφορούσε ωστόσο όλα τα μέτρα αγροτικής αναπτύξεως (που προσδιορίζονται με τον κωδικό που λήγει σε 001). Για την ίδια περίοδο, κατά την Επιτροπή, οι άμεσες πληρωμές ανήλθαν σε 83247820,42 ευρώ. Επομένως, κατά την Επιτροπή, η σχέση μεταξύ των αμέσων πληρωμών που συνδέονται με την επιφάνεια και του συνόλου των δαπανών περιβαλλοντικής αναπτύξεως ήταν της τάξεως του 61 %.
162
Η Επιτροπή εκθέτει στη συνέχεια ότι, δεδομένου ότι, για να αποφύγει διπλή διόρθωση, έπρεπε να αφαιρέσει μόνον το ποσό της προηγούμενης διορθώσεως σχετικά με τις ενισχύσεις για την αγροτική ανάπτυξη που αντιστοιχούσε στο ποσοστό το οποίο αντιπροσώπευαν οι στρεμματικές ενισχύσεις, εφάρμοσε στην προηγούμενη διόρθωση το ποσοστό 61 % με βάση τη σχέση περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 161 ανωτέρω. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτόν, κατέληξε στο ποσό των 2318055,75 ευρώ, το οποίο και αφαίρεσε.
163
Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή προς στήριξη του τρόπου υπολογισμού της μειώσεως κατά 2318055,75 ευρώ δεν δικαιολογούν πάντως τον τρόπο αυτόν. Πράγματι, τα ποσά που περιλαμβάνονται στους πίνακες τους οποίους προσκόμισε η Επιτροπή στο παράρτημα VIα του υπομνήματος αντικρούσεως δεν είναι σύμφωνα προς τα ποσά των πινάκων τους οποίους προσκόμισε η Επιτροπή σε παράρτημα της απαντήσεώς της στο μέτρο οργανώσεως διαδικασίας. Ειδικότερα, αφενός, στα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή, οι βάσεις υπολογισμού των επιβληθεισών διορθώσεων δεν συμφωνούν και, αφετέρου, η Επιτροπή δεν μπόρεσε τελικώς να εξηγήσει την προέλευση του ποσού των 134518285,02 ευρώ και του ποσού της προηγούμενης μειώσεως που καταλογίστηκε το οικονομικό έτος 2009 για το έτος αιτήσεων 2008 ύψους 3745694,27 ευρώ, που δεν προκύπτουν από κανένα άλλο έγγραφο της δικογραφίας. Ομοίως, η Επιτροπή δεν μπόρεσε τελικώς να εξηγήσει την επιρροή που ασκούν τα αριθμητικά αυτά στοιχεία στον υπολογισμό της επίμαχης μειώσεως και στην αποτροπή της διπλής διορθώσεως μεταξύ της εκτελεστικής αποφάσεως 2013/214 και της προσβαλλομένης αποφάσεως.
164
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι οι «άμεσες ενισχύσεις» στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή στην απάντησή της στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας εμπίπτουν στον πρώτο πυλώνα της ΚΓΠ. Τόσο όμως η επίμαχη διόρθωση όσο και η προηγούμενη διόρθωση που επιβλήθηκε δυνάμει της εκτελεστικής αποφάσεως 2013/214, που υποτίθεται ότι αφαιρέθηκε, αφορούν την αγροτική ανάπτυξη (δεύτερος πυλώνας της ΚΓΠ). Εξ αυτού προκύπτει ότι η απάντηση της Επιτροπής στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας είναι διφορούμενη και ασαφής, καθόσον εκθέτει ότι ο εσφαλμένος υπολογισμός των εκτάσεων επηρεάζει τόσο τις άμεσες ενισχύσεις όσο και τις ενισχύσεις για την αγροτική ανάπτυξη, χωρίς όμως να διευκρινίζει με ποιον τρόπο τούτο δικαιολογεί τις εξηγήσεις που ακολουθούν.
165
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, από την απαιτούμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να διαφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ούτως ώστε οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούσαν τη λήψη του μέτρου, το δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του (βλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2016, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑384/14, EU:T:2016:298, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
166
Πλην όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει μόνον τα ποσά της επιβληθείσας διορθώσεως και της μειώσεως, χωρίς καμία ένδειξη ικανή να εξηγήσει τον υπολογισμό τους. Επιπροσθέτως, όπως εκτίθεται στη σκέψη 163 ανωτέρω, η συλλογιστική που οδήγησε την Επιτροπή στο να εκτιμήσει ότι η μείωση κατά το ποσό των 2318055,75 ευρώ είναι επαρκής για να ληφθεί υπόψη η προηγούμενη διόρθωση, η οποία επιβλήθηκε δυνάμει της εκτελεστικής αποφάσεως 2013/214, παραμένει διφορούμενη και εξακολουθεί να εμφανίζει κενά.
167
Επομένως, με γνώμονα τη νομολογία που υπομνήσθηκε ανωτέρω στη σκέψη 169, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τη μη σώρευση των διορθώσεων. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να γίνει δεκτός και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσού της διορθώσεως 5007867,36 ευρώ, της μειώσεως κατά 2318055,75 ευρώ και του δημοσιονομικού αντίκτυπου των 2689811,61 ευρώ σχετικά με τις δαπάνες που αφορούν τις ενισχύσεις για την αγροτική ανάπτυξη (δεύτερος πυλώνας) και που καταλογίστηκαν στο πλαίσιο του έτους 2009 για τις ελλείψεις του ΣΑΑ και των επιτόπιων ελέγχων σε σχέση με το έτος αιτήσεων 2008.
168
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, αφενός, πρέπει να ακυρωθεί λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αποκλείει από τη χρηματοδότηση της Ένωσης τις δαπάνες στις οποίες προέβη η Ελληνική Δημοκρατία στον τομέα της αγροτικής αναπτύξεως ΕΓΤΑΑ – άξονας 2 (2007-2013, μέτρα που συνδέονται με την επιφάνεια), για το οικονομικό έτος 2009, λόγω των ελλείψεων σχετικά με το ΣΑΑ και τους επιτόπιους ελέγχους (δεύτερος πυλώνας, έτος αιτήσεων 2008), και, αφετέρου, να απορριφθεί η προσφυγή κατά τα λοιπά.
Επί των δικαστικών εξόδων
169
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Πάντως, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ένας διάδικος φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και μέρος των εξόδων του αντιδίκου.
170
Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν ζήτησε την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.
171
Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέλειψε να υποβάλει αίτημα σχετικό με τα δικαστικά έξοδα και ότι η προσφυγή έγινε μερικώς μόνον δεκτή, η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδά της, καθώς και στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την εκτελεστική απόφαση 2014/950/ΕΕ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2014, για τον αποκλεισμό ορισμένων δαπανών από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), όσον αφορά τα ποσά της διορθώσεως ύψους 5007867,36 ευρώ, της μειώσεως κατά 2318055,75 ευρώ και του δημοσιονομικού αντίκτυπου ύψους 2689811,61 ευρώ, προκειμένου περί των δαπανών στις οποίες προέβη η Ελληνική Δημοκρατία στον τομέα της αγροτικής αναπτύξεως ΕΓΤΑΑ – άξονας 2 (2007-2013, μέτρα που συνδέονται με την επιφάνεια), για το φορολογικό έτος 2009, λόγω ελλείψεων του συστήματος αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων (ΣΑΑ) και των επιτόπιων ελέγχων (δεύτερος πυλώνας, έτος αιτήσεων 2008).
2)
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3)
Η Ελληνική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Γρατσίας
Kancheva
Półtorak
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Μαρτίου 2017.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
Δ. Γρατσίας
Περιεχόμενα
Ιστορικό της διαφοράς
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Επί του λόγου σχετικά με τη δημοσιονομική διόρθωση 10 % όσον αφορά τις στρεμματικές ενισχύσεις
Επί της πρώτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004
Επί τη δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας
Επί της τρίτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
Επί του λόγου που αφορά τη διόρθωση 5 % η οποία επιβλήθηκε για τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις
Επί της πρώτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται προσβολή των διαδικαστικών εγγυήσεων στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας
Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
Επί του λόγου που αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 5 % σχετικά με τις ενισχύσεις για την αγροτική ανάπτυξη
Επί της πρώτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται έλλειψη συμπληρωματικής αιτιολογίας
Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται φερόμενη επιβολή διπλής διορθώσεως για τον ίδιο λόγο
Επί των δικαστικών εξόδων
( 1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy