ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 11ης Δεκεμβρίου 2017 ( *1 )
«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως εικονιστικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης QUILAPAYÚN – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Παγκοίνως γνωστό σήμα – Άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001] – Δικαιούχος του σήματος»
Στην υπόθεση T‑249/15,
JT, κάτοικος Παρισίων (Γαλλία), εκπροσωπούμενος από τον A. Mena Valenzuela, δικηγόρο,
προσφεύγων,
κατά
Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από την E. Zaera Cuadrado,
καθού,
άλλοι διάδικοι κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO
Eduardo Carrasco Pirard, κάτοικος Σαντιάγο (Χιλή) και οι λοιποί διάδικοι κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα ( 1 ),
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του δευτέρου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 13ης Μαρτίου 2015 (υπόθεση R 354/2014‑2), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ, αφενός, του JT και, αφετέρου, του Ε. Carrasco Pirard και των λοιπών διαδίκων κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Kanninen (εισηγητή), πρόεδρο, J. Schwarcz και Κ. Ηλιόπουλο, δικαστές,
γραμματέας: J. Palacio González, κύριος διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Ιουλίου 2015,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Δεκεμβρίου 2015,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Απριλίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2010, ο Eduardo Carrasco Pirard και οι λοιποί διάδικοι κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα (στο εξής: αιτούντες) υπέβαλαν στο EUIPO αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε [αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1)].
2
Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το εξής εικονιστικό σημείο:
3
Οι υπηρεσίες και τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16 και 41 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην εξής περιγραφή:
–
κλάση 9: «Συσκευές και όργανα επιστημονικά, ναυτικά, τοπογραφικά, φωτογραφικά, κινηματογραφικά, οπτικά, στάθμισης, μέτρησης, σήμανσης, ελέγχου (επιθεώρησης), βοήθειας και διδασκαλίας· συσκευές και όργανα για τη μεταφορά, τη διανομή, τη μετατροπή, τη συσσώρευση, τη ρύθμιση ή τον έλεγχο του ηλεκτρικού ρεύματος· συσκευές για την εγγραφή, τη μετάδοση, την αναπαραγωγή ήχου και εικόνας· μέσα αποθήκευσης μαγνητικών δεδομένων, δίσκοι εγγραφών· αυτόματοι πωλητές και μηχανισμοί τιθέμενοι σε κίνηση με την εισαγωγή νομίσματος ή κέρματος· ταμειακές μηχανές, αριθμομηχανές (υπολογιστικές μηχανές), εξοπλισμός για την επεξεργασία δεδομένων και ηλεκτρονικοί υπολογιστές· συσκευές πυρόσβεσης»·
–
κλάση 16: «Χαρτί, χαρτόνι και είδη απ’ αυτά τα υλικά μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· έντυπη ύλη· υλικό βιβλιοδεσίας· φωτογραφίες· χαρτικά είδη· κόλλες για χαρτικά ή οικιακές χρήσεις· υλικά για καλλιτέχνες· χρωστήρες (πινέλα)· γραφομηχανές και είδη γραφείου (εκτός των επίπλων)· παιδαγωγικό ή εκπαιδευτικό υλικό (εκτός συσκευών)· πλαστικά υλικά συσκευασίας (μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις)· τυπογραφικά στοιχεία· στερεότυπα (κλισέ)»·
–
κλάση 41: «Εκπαίδευση· επιμόρφωση (επαγγελματική κατάρτιση)· ψυχαγωγία· αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες».
4
Η αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιεύθηκε στο Δελτίο Κοινοτικών Σημάτων αριθ. 181/2010, της 27ης Σεπτεμβρίου 2010.
5
Στις 27 Δεκεμβρίου 2010, o προσφεύγων, JT, άσκησε ανακοπή, δυνάμει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 46 του κανονισμού 2017/1001), κατά της καταχωρίσεως του ζητούμενου σήματος για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που παρατίθενται στη σκέψη 3 ανωτέρω.
6
Η ανακοπή στηριζόταν στα εξής προγενέστερα σήματα:
–
το κάτωθι εικονιζόμενο παγκοίνως γνωστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση σήμα, στο μέτρο που καλύπτει την υπηρεσία «μουσικό συγκρότημα», η οποία εμπίπτει στην κλάση 41:
–
το κάτωθι εικονιζόμενο γαλλικό σήμα που καταχωρίστηκε στις 22 Ιουνίου 1998 με αριθμό 98738516, στο μέτρο που καλύπτει προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 9, 16 και 41:
–
το κάτωθι εικονιζόμενο διεθνές σήμα που καταχωρίστηκε στις 24 Δεκεμβρίου 2002 με αριθμό 801761, στο μέτρο που καλύπτει προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 9, 16 και 41:
7
Η ανακοπή στηριζόταν στους λόγους του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 2017/1001).
8
Με απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2013, το τμήμα ανακοπών, στηριζόμενο μόνο στο προγενέστερο παγκοίνως γνωστό σήμα, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή απορρίπτοντας την αίτηση καταχωρίσεως για «μέσα αποθήκευσης μαγνητικών δεδομένων, δίσκους εγγραφών» που εμπίπτουν στην κλάση 9, και για «ψυχαγωγία· αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες» που εμπίπτουν στην κλάση 41. Εκτίμησε ότι τα στοιχεία που είχε προσκομίσει ο ανακόπτων αποδείκνυαν ότι το προγενέστερο μη καταχωρισμένο σήμα ήταν παγκοίνως γνωστό ως ονομασία μουσικού συγκροτήματος και ότι είχε χρησιμοποιηθεί αδιαλείπτως στην Ένωση και, ιδίως, στην Ισπανία. Έκρινε, επίσης, ότι, αφενός, η υπαγόμενη στην κλάση 41 «ψυχαγωγία» που αφορούσε τα αντιπαρατιθέμενα σήματα και, αφετέρου, τα υπαγόμενα στην κλάση 9 «μέσα αποθήκευσης μαγνητικών δεδομένων, δίσκοι εγγραφών» και οι υπαγόμενες στην κλάση 41 «αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες», που αφορούσαν το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, ήταν παρόμοια με τις υπηρεσίες που κάλυπτε το προγενέστερο σήμα. Κατά συνέπεια, δεδομένων της ταυτότητας των αντιπαρατιθεμένων σημείων και της ταυτότητας ή ομοιότητας των εν λόγω υπηρεσιών και προϊόντων, το τμήμα ανακοπών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των σημάτων για τα συγκεκριμένα προϊόντα και τις συγκεκριμένες υπηρεσίες.
9
Στις 29 Ιανουαρίου 2014, οι αιτούντες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του EUIPO δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρα 66 έως 71 του κανονισμού 2017/1001) κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
10
Με απόφαση της 13ης Μαρτίου 2015 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ανακοπών και απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της. Διευκρίνισε ότι η ανακοπή θα εξεταζόταν μόνο βάσει του προγενέστερου παγκοίνως γνωστού σήματος, διότι το καταχωρισμένο γαλλικό σήμα με αριθμό 98738516 και, ακολούθως, το καταχωρισμένο διεθνές σήμα με αριθμό 801761 είχαν ακυρωθεί. Διαπίστωσε, επίσης, ότι όχι μόνον δεν αποδείχθηκε από τον προσφεύγοντα ότι ήταν ο «πραγματικός δικαιούχος» του προγενέστερου παγκοίνως γνωστού σήματος, αλλά και ότι περαιτέρω οι αιτούντες προέβαλαν ότι οι ίδιοι ήταν δικαιούχοι του σήματος αυτού. Το τμήμα προσφυγών προσέθεσε ότι δεν έχει εκ του κανονισμού 207/2009 καμία αρμοδιότητα να προσδιορίσει τον δικαιούχο του προγενέστερου μη καταχωρισμένου παγκοίνως γνωστού σήματος, ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
11
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Μαΐου 2015, ο προσφεύγων ζήτησε δικαστική αρωγή. Με διάταξη της 29ης Οκτωβρίου 2015, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου δέχθηκε το αίτημα δικαστικής αρωγής του προσφεύγοντος.
12
Με έγγραφο της 6ης Αυγούστου 2015, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε στον προσφεύγοντα ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής αρωγής, είχε γίνει δεκτό το αίτημά του να μη δημοσιοποιηθεί το όνομά του και τον ρώτησε εάν επιθυμούσε να τηρηθεί η ανωνυμία του και στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Κατόπιν συμφωνίας του προσφεύγοντος, ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε, στις 28 Αυγούστου 2015, να τηρηθεί ανωνυμία και στην υπό κρίση υπόθεση.
13
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
–
να απορρίψει την αίτηση καταχωρίσεως σήματος για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9 και 41.
14
Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή·
–
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επιχειρήματα των διαδίκων
15
Προς στήριξη της προσφυγής, ο προσφεύγων προβάλλει έναν μόνο λόγο που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001], σε συνδυασμό με το άρθρο 6α, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, της 20ής Μαρτίου 1883, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί (στο εξής: Σύμβαση των Παρισίων).
16
Ο προσφεύγων υποστηρίζει, πρώτον, ότι από το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, προκύπτει ότι, για την άσκηση ανακοπής κατά αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος, πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις, δηλαδή πρέπει, αφενός, το σήμα στο οποίο στηρίζεται η ανακοπή να είναι παγκοίνως γνωστό στη συγκεκριμένη εδαφική περιοχή κατά το χρονικό σημείο καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος και, δεύτερον, να υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως στην αντίληψη του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα λόγω του ταυτόσημου ή της ομοιότητας των δύο σημάτων και λόγω του ταυτόσημου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προσδιορίζουν αυτά τα δύο σήματα. Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, αυτές οι δύο προϋποθέσεις πληρούνται εν προκειμένω.
17
Ο προσφεύγων παραθέτει, εξάλλου, την απόφαση του Oficina Española de Patentes y Marcas (Ισπανικού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και Σημάτων) το οποίο αρνήθηκε να καταχωρίσει υπέρ του προσφεύγοντος το εθνικό σήμα QUILAPAYÚN, την απόφαση του Instituto nacional de propiedad industrial (INAPI, Εθνικού Ινστιτούτου Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, Χιλή) και βεβαίωση της Sociedad chilena del derecho de autor (SCD, Χιλιανής Εταιρίας Δικαιωμάτων του Δημιουργού), προς στήριξη του επιχειρήματος ότι το ζητούμενο σήμα δεν μπορούσε να καταχωριστεί για τους αιτούντες στο μέτρο που το σημείο QUILAPAYÚN συνδέεται με κοινότητα ατόμων στην οποία ανήκουν τόσο ο ίδιος όσο και οι αιτούντες.
18
Συνεπώς, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το τμήμα ανακοπών ερμήνευσε ορθώς τις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού και το άρθρο 6α της Συμβάσεως των Παρισίων, αρνούμενο να καταχωρίσει το ζητούμενο σήμα μόνον υπέρ των αιτούντων, με την αιτιολογία ότι υπήρχε προγενέστερο παγκοίνως γνωστό σήμα στην Ένωση και ιδίως στην Ισπανία, του οποίου δικαιούχος είναι ο προσφεύγων. Συναφώς, ο προσφεύγων αναφέρει ότι είναι ο μόνος που συνέχισε να διατηρεί εμπορικές, επιχειρηματικές και καλλιτεχνικές σχέσεις χρησιμοποιώντας το σημείο QUILAPAYÚN.
19
Ο προσφεύγων προσθέτει ότι το σήμα QUILAPAYÚN καταχωρίστηκε στη Γαλλία το 1998 πριν από την ακύρωση της καταχωρίσεώς του το 2003 από τα γαλλικά δικαστήρια. Συναφώς, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι τα γαλλικά δικαστήρια υπέπεσαν σε σοβαρή πλάνη εκτιμήσεως ακυρώνοντας την καταχώριση του εθνικού σήματος και ότι η απόφαση αυτή αφορά, εν πάση περιπτώσει, μόνον τη γαλλική επικράτεια.
20
Ο προσφεύγων επισημαίνει επίσης ότι, το 2002, καταχώρισε το σήμα QUILAPAYÚN στον Παγκόσμιο Οργανισμό Διανοητικής Ιδιοκτησίας (στο εξής: ΠΟΔΙ) και ότι η συγκεκριμένη καταχώριση παρέμεινε σε ισχύ έως τις 24 Δεκεμβρίου 2012, χωρίς οι αιτούντες να αντιταχθούν στην καταχώριση αυτή.
21
Οι καταχωρίσεις των σημάτων QUILAPAYÚN στη Γαλλία και στον ΠΟΔΙ αποδεικνύουν τη βούληση του προσφεύγοντος να προστατεύσει το σημείο QUILAPAYÚN πριν ακόμη οι αιτούντες ιδρύσουν νέο μουσικό συγκρότημα το 2003.
22
Στο μέτρο που δεν υπάρχει ρύθμιση περί συνδικαιούχων σήματος ή ονομασίας και δεδομένου ότι το μουσικό συγκρότημα που διηύθυνε ο προσφεύγων συνέχισε, και μετά την αποχώρηση των αιτούντων από αυτό, να παράγει μουσική με την ονομασία QUILAPAYÚN βάσει ιδίως μιας υφιστάμενης «συμφωνίας κυρίων», οι αιτούντες, που ίδρυσαν νέο μουσικό συγκρότημα το 2003, δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιούν το σημείο QUILAPAYÚN ώστε να αποφευχθεί τυχόν πρόκληση συγχύσεως στο κοινό και στα μέσα ενημερώσεως.
23
Ο προσφεύγων υποστηρίζει, επίσης, ότι οι αιτούντες, πριν ιδρύσουν νέο συγκρότημα το 2003, ασχολούνταν με δραστηριότητες άσχετες προς τη μουσική, ζούσαν σε πολύ διαφορετικά μέρη του κόσμου, συναντιόνταν κυρίως κατά τη διάρκεια των διακοπών σε μεμονωμένες συναυλίες αξιοποιώντας την εξασφαλισμένη παρουσία του κοινού στο πλαίσιο άλλων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, εμφανίζονταν μαζί σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς ακόμη και με τα παιδιά τους, και δεν είχαν δημιουργήσει κανένα σημαντικό έργο υπό την ονομασία Quilapayún.
24
Αντιθέτως, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, πέραν των αποκλειστικών σχέσεών του με δισκογραφική εταιρία υπό την ονομασία Quilapayún και των εμπορικών, επιχειρηματικών και καλλιτεχνικών σχέσεων που διατηρούσε χρησιμοποιώντας το σημείο QUILAPAYÚN, από τα διάφορα προσκομισθέντα αποκόμματα του τύπου προκύπτει η αδιάλειπτη χρήση του προγενέστερου σήματος, τουλάχιστον στην Ισπανία, καθώς και ότι το σήμα αυτό είναι παγκοίνως γνωστό. Ο προσφεύγων είναι το μοναδικό μέλος του αρχικού συγκροτήματος που έχει ταξιδέψει ανά τον κόσμο, κυρίως στην Ευρώπη και στη Χιλή, επί 40 και πλέον έτη αδιαλείπτως υπό την ονομασία Quilapayun. Έχει, επίσης, κυκλοφορήσει τρεις δίσκους (CD) μεταξύ του 1988 και του 2003 καθώς και δύο συλλογές που έτυχαν ευρείας αποδοχής από το κοινό και τους κριτικούς. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών, οι αιτούντες δεν μετείχαν στο συγκρότημα.
25
Καταρχάς, το EUIPO επισημαίνει ότι ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί την προσβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που δέχεται ότι το προγενέστερο γαλλικό και το προγενέστερο διεθνές σήμα δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως έρεισμα της ανακοπής.
26
Περαιτέρω, το EUIPO υποστηρίζει ότι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την άσκηση ανακοπής δεν είναι μόνον οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 8 του κανονισμού 207/2009. Ο ανακόπτων πρέπει να πληροί και τις προϋποθέσεις του κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1995, L 303, σ. 1) [νυν άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2017/1430 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 2017, για τη συμπλήρωση του κανονισμού 207/2009 και για την κατάργηση των κανονισμών 2868/95 και (ΕΚ) 216/96 (ΕΕ 2017, L 205, σ. 1)], και του άρθρου 41, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 [νυν άρθρου 46, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2017/1001], βάσει των οποίων ο ανακόπτων πρέπει να αποδεικνύει ότι έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή. Ως εκ τούτου, ο ανακόπτων δεν όφειλε μόνο να αποδείξει ότι το προγενέστερο σήμα ήταν παγκοίνως γνωστό, αλλά και ότι ο ίδιος ήταν δικαιούχος του σήματος αυτού.
27
Το EUIPO διαπιστώνει, επίσης, ότι οι αιτούντες δεν αμφισβήτησαν ότι το προγενέστερο σήμα είναι παγκοίνως γνωστό.
28
Το EUIPO υποστηρίζει, επίσης, ότι τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος προς απόδειξη της ιδιότητάς του ως δικαιούχου του προγενέστερου σήματος εστιάζουν στο πόσο γνωστό είναι το σήμα, με παραπομπή σε αποφάσεις εθνικών γραφείων σημάτων και εθνικών δικαστηρίων, και με αναφορά στις εμπορικές, επιχειρηματικές και καλλιτεχνικές σχέσεις που διατηρούσε ο προσφεύγων για να διασφαλίσει τη χρήση του σημείου QUILAPAYÚN και στις καταχωρίσεις στις οποίες προέβη για την προστασία του σημείου αυτού.
29
Το EUIPO υποστηρίζει ότι ούτε ο προσφεύγων ούτε οι αιτούντες είναι αποκλειστικοί δικαιούχοι του σημείου QUILAPAYÚN. Τόσον οι αποφάσεις των εθνικών γραφείων σημάτων και των εθνικών δικαστηρίων όσο και η παρατιθέμενη από τον προσφεύγοντα νομολογία καταδεικνύουν, αντιθέτως, ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να επικαλεστεί κανένα αποκλειστικό δικαίωμα επί του προγενέστερου σήματος. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, το EUIPO επισήμανε ότι το ζήτημα των συνδικαιούχων του προγενέστερου σήματος δεν είχε τεθεί ενώπιον του EUIPO και ότι ήταν πολύ αργά για να προβληθεί τούτο για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
30
Τα έγγραφα που προσκόμισε ο προσφεύγων δεν αποδεικνύουν τη συναίνεση των αιτούντων να είναι ο προσφεύγων αποκλειστικός δικαιούχος του προγενέστερου σήματος. Οι εμπορικές, επιχειρηματικές και καλλιτεχνικές σχέσεις που διατηρούσε ο προσφεύγων για να διασφαλίσει τη συνέχεια της χρήσεως του προγενέστερου σήματος δεν αποδεικνύουν, καθαυτές, ότι έχει την ιδιότητα του αποκλειστικού δικαιούχου του σήματος αυτού. Τα σήματα που καταχωρίστηκαν και αντιστοιχούσαν στο σημείο QUILAPAYÚN ακυρώθηκαν στο σύνολό τους και οι αιτήσεις καταχωρίσεως του σημείου αυτού απορρίφθηκαν όλες.
31
Κατά το EUIPO, το τμήμα προσφυγών ορθώς, συνεπώς, αποφάσισε να απορρίψει την ανακοπή ως αβάσιμη, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του κανόνα 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95 (νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, και άρθρο 7 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2017/1430).
32
Τέλος, το EUIPO προσθέτει ότι, καθόσον οι αιτούντες μπορούν να χρησιμοποιούν το σήμα ακόμη και χωρίς να έχουν δικαίωμα καταχωρίσεώς του, κάθε επιχείρημα σχετικό με την κοινή χρήση του σήματος είναι άνευ σημασίας. Κατά την άποψη του EUIPO, το μόνο ζήτημα επί του οποίου έπρεπε να αποφανθεί το τμήμα προσφυγών ήταν εάν ο προσφεύγων ήταν δικαιούχος αποκλειστικών δικαιωμάτων επί του προγενέστερου σήματος ώστε να μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του ζητούμενου σήματος. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, η ανακοπή δεν μπορούσε παρά να απορριφθεί, χωρίς εντούτοις τούτο να προδικάζει το κύρος της καταχωρίσεως του ζητούμενου σήματος από τους αιτούντες. Κατά το EUIPO, μόνον τα δικαστήρια είναι αρμόδια να αποφανθούν ποιος έχει την ιδιότητα του δικαιούχου και ποιος έχει δικαίωμα υποβολής αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο μέτρο που το άρθρο 101, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 129, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001) δεν προβλέπει τη δυνατότητα διεκδικήσεως της ιδιότητας του δικαιούχου σήματος, εφαρμοστέο στην περίπτωση αυτή είναι το εθνικό δίκαιο.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
33
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 207/2009 ορίζει τα εξής:
«1. Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το [ζη]τούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση:
α)
εάν ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τα οποία ζητείται το σήμα ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα,
β)
εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.»
34
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009, ως «προγενέστερα σήματα» ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα σήματα τα οποία, κατά την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, ενδεχομένως, την ημερομηνία της προτεραιότητας που προβάλλεται σε υποστήριξη της αιτήσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήταν παγκοίνως γνωστά σε κράτος μέλος κατά την έννοια του άρθρου 6α της Συμβάσεως των Παρισίων.
35
Το άρθρο 41, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 ορίζει ότι κατά της καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, στην περίπτωση του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, «από τους δικαιούχους των προγενέστερων σημάτων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 8, παράγραφος 2».
36
Ο κανόνας 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95 ορίζει τα εξής:
«[…] ο ανακόπτων πρέπει […] να υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη, εγκυρότητα και έκταση της προστασίας του προγενέστερου σήματος ή του προγενέστερου δικαιώματος, καθώς επίσης και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το δικαίωμά του να ασκήσει την ανακοπή. Ειδικότερα, ο ανακόπτων παρέχει τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία:
[…]
β)
εάν η ανακοπή αφορά σήμα που είναι παγκοίνως γνωστό κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού [207/2009], αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το γεγονός ότι το εν λόγω σήμα είναι παγκοίνως γνωστό στο σχετικό έδαφος.»
37
Δυνάμει του κανόνα 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95, εάν ο ανακόπτων δεν αποδείξει την ύπαρξη, την εγκυρότητα και την έκταση της προστασίας του προγενέστερου σήματος ή προγενέστερου δικαιώματος, καθώς και το δικαίωμά του να ασκήσει ανακοπή, η ανακοπή απορρίπτεται ως αβάσιμη.
38
Από τις διατάξεις που παρατίθενται στις σκέψεις 33 έως 37 ανωτέρω προκύπτει ότι, για την άσκηση ανακοπής, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009, στηριζόμενης σε παγκοίνως γνωστό σήμα, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού, ο ανακόπτων οφείλει να αποδείξει ότι το σήμα είναι παγκοίνως γνωστό σε κράτος μέλος, κατά την έννοια του άρθρου 6α της Συμβάσεως των Παρισίων και ότι είναι δικαιούχος του σήματος αυτού.
39
Εν προκειμένω, ο προσφεύγων άσκησε ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του ζητούμενου σήματος, η οποία στηριζόταν σε τρία προγενέστερα σήματα (βλ. σκέψη 6 ανωτέρω). Το τμήμα ανακοπών και το τμήμα προσφυγών εξέτασαν την ανακοπή μόνο στο μέτρο που στηριζόταν στο μη καταχωρισμένο παγκοίνως γνωστό σήμα, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους και πρέπει να γίνει δεκτό λαμβανομένης υπόψη της ακυρώσεως του γαλλικού σήματος και της συνακόλουθης διαγραφής του διεθνούς σήματος.
40
Όσον αφορά την προϋπόθεση ότι το προγενέστερο σήμα πρέπει να είναι παγκοίνως γνωστό, το τμήμα προσφυγών υπέμνησε την εκτίμηση του τμήματος ανακοπών ότι το προγενέστερο σήμα είναι παγκοίνως γνωστό στην Ένωση και ιδίως στην Ισπανία, κάτι το οποίο δεν αμφισβητείται από τους αιτούντες.
41
Η εξέταση στην οποία προέβη το τμήμα προσφυγών αφορούσε μόνον το ζήτημα εάν ο προσφεύγων ήταν δικαιούχος του προγενέστερου σήματος και, συνεπώς, εάν είχε δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του ζητούμενου σήματος. Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι ήταν ο «πραγματικός» δικαιούχος του προγενέστερου σήματος, ιδίως καθόσον και οι αιτούντες διεκδικούσαν την ιδιότητα των δικαιούχων του σήματος αυτού. Εν κατακλείδι, το τμήμα προσφυγών προσάπτει στον προσφεύγοντα ότι δεν απέδειξε ότι ήταν «αποκλειστικός» δικαιούχος του προγενέστερου σήματος, όπως επιβεβαίωσε και το EUIPO με το υπόμνημα αντικρούσεώς του καθώς και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
42
Συναφώς πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι για να αποδειχθεί ποιος είναι ο δικαιούχος μη καταχωρισμένου σήματος, όπως εν προκειμένω ο δικαιούχος του προγενέστερου σήματος, πρέπει να πληρούνται ειδικές προϋποθέσεις. Ο προσφεύγων δεν μπορεί, για παράδειγμα, να προσκομίσει πιστοποιητικό καταθέσεως ή καταχωρίσεως του σήματος στο οποίο στηρίζεται η ανακοπή προκειμένου να αποδείξει ότι είναι δικαιούχος του σήματος αυτού. Οφείλει να αποδείξει ότι, διά της χρήσεως του προγενέστερου μη καταχωρισμένου σήματος, απέκτησε δικαιώματα επ’ αυτού [βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2012, Tilda Riceland Private κατά ΓΕΕΑ – Siam Grains (BASmALI), T‑304/09, EU:T:2012:13, σκέψη 17].
43
Εξάλλου, κατόπιν ερωτήσεως του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι οι κανόνες που αφορούν τη διαδικασία ανακοπής δεν προέβλεπαν ότι ήταν αναγκαίο να αποδειχθεί ποιος είναι ο δικαιούχος του προγενέστερου παγκοίνως γνωστού σήματος διά της προσκομίσεως επίσημου εγγράφου από το οποίο να προκύπτει ότι ορισμένο πρόσωπο είναι δικαιούχος του σήματος αυτού, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο σήμα δεν είχε καταχωριστεί. Προέβαλε, αντιθέτως, ότι είχε αποδείξει την εκ μέρους του χρήση του προγενέστερου παγκοίνως γνωστού σήματος κατά τρόπο ικανό να θεμελιώσει τη σύνδεσή του με το εν λόγω σήμα.
44
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το τμήμα προσφυγών δεν εξέτασε αυτές τις αποδείξεις χρήσεως ή μεταχειρίσεως του προγενέστερου σήματος από τον προσφεύγοντα. Περιορίστηκε απλώς στη διαπίστωση ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι ήταν δικαιούχος του προγενέστερου σήματος και ότι, άλλωστε, και οι αιτούντες την καταχώριση σήματος είχαν υποστηρίξει ότι ήταν δικαιούχοι του προγενέστερου σήματος.
45
Συνεπώς, κατά το τμήμα προσφυγών, στο μέτρο που ο προσφεύγων δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι ήταν αποκλειστικός δικαιούχος του προγενέστερου σήματος, λαμβανομένων υπόψη των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων και του ότι και οι αιτούντες υποστήριζαν ότι ήταν δικαιούχοι του σήματος, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να ασκήσει ανακοπή, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009.
46
Εντούτοις, από καμία από τις διατάξεις που παρατίθενται στις σκέψεις 33 έως 37 ανωτέρω δεν προκύπτει ότι ο ανακόπτων που ασκεί ανακοπή δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 οφείλει να αποδείξει ότι είναι ο «αποκλειστικός» δικαιούχος του προγενέστερου μη καταχωρισμένου παγκοίνως γνωστού σήματος, στο οποίο στηρίζει την ανακοπή του. Από τις διατάξεις του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009, του κανόνα 19, παράγραφος 2, και του κανόνα 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95 συνάγεται ότι ο ανακόπτων οφείλει να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει επαρκή δικαιώματα επί του προγενέστερου μη καταχωρισμένου παγκοίνως γνωστού σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009, για να μπορεί να θεωρηθεί δικαιούχος του σήματος αυτού, πράγμα το οποίο ουδόλως σημαίνει ότι πρέπει να αποδείξει ότι είναι ο αποκλειστικός δικαιούχος του.
47
Ο κανόνας 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95 (νυν άρθρο 2, παράγραφος 1, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2017/1430) ορίζει εξάλλου ότι, «[ε]άν ένα προγενέστερο σήμα ή/και προγενέστερο δικαίωμα έχει περισσότερους από ένα δικαιούχο (συνιδιοκτησία), η ανακοπή είναι δυνατό να ασκηθεί από οιονδήποτε/οιουσδήποτε εξ αυτών ή όλους μαζί», τούτο δε, όπως επιβεβαίωσε το EUIPO κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, παρέχει σε κάθε συνδικαιούχο προγενέστερου σήματος τη δυνατότητα να ασκήσει ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του ζητούμενου σήματος.
48
Πρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι, αν επιβαλλόταν να υφίσταται αποκλειστικό δικαίωμα επί του προγενέστερου σήματος, ούτε ο προσφεύγων ούτε οι αιτούντες την καταχώριση του σήματος θα μπορούσαν να ασκήσουν ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του σημείου QUILAPAYÚN από οποιονδήποτε τρίτο, εκτός εάν η ανακοπή αυτή ασκούνταν από όλους μαζί από κοινού, εφόσον όλοι διεκδικούν δικαίωμα επί του σημείου αυτού.
49
Η εκ μέρους του προσφεύγοντος κτήση δικαιωμάτων επί του προγενέστερου μη καταχωρισμένου σήματος του παρέχει το δικαίωμα να αντιταχθεί στην καταχώριση του ζητούμενου σήματος, ανεξαρτήτως εάν και άλλοι, όπως οι αιτούντες, απέκτησαν δικαιώματα επί του σήματος αυτού λόγω του ότι και αυτοί έχουν κάνει χρήση του σήματος.
50
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απαιτώντας από τον προσφεύγοντα να αποδείξει ότι ήταν αποκλειστικός δικαιούχος του προγενέστερου σήματος, χωρίς να εξετάσει εάν τυχόν αρκούσε το γεγονός ότι ήταν συνδικαιούχος του.
51
Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να ανατραπεί από το επιχείρημα του EUIPO ότι ο προσφεύγων προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι ήταν συνδικαιούχος του προγενέστερου σήματος. Πρέπει να υπομνησθεί ότι το τμήμα ανακοπών δέχθηκε την ανακοπή του προσφεύγοντος χωρίς να εξετάσει ποιος ήταν δικαιούχος του προγενέστερου σήματος. Εξάλλου, καθόσον η απόφαση του τμήματος ανακοπών ήταν υπέρ του προσφεύγοντος, ο προσφεύγων δεν προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής. Βεβαίως, όπως επισήμανε το EUIPO κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στην προσφυγή που άσκησαν κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών ενώπιον του τμήματος προσφυγών, οι αιτούντες την καταχώριση του σήματος αμφισβήτησαν την ιδιότητα του προσφεύγοντος ως δικαιούχου του προγενέστερου σήματος. Μολονότι, στο υπόμνημα αντικρούσεώς του ενώπιον του τμήματος προσφυγών, ο προσφεύγων όντως δεν επικαλέστηκε τον κανόνα 15 του κανονισμού 2868/95, εντούτοις, δεν απέκλεισε και το ενδεχόμενο να έχει το προγενέστερο σήμα περισσότερους συνδικαιούχους. Ο προσφεύγων επισήμανε συναφώς ότι, δεν υπήρχε μεν ρητή απόφαση σχετικά με τους «συνδικαιούχους του σήματος», ωστόσο υπήρχαν παράλληλα δύο μουσικά συγκροτήματα, καθένα εκ των οποίων διεκδικούσε για λογαριασμό του το σημείο QUILAPAYÚN. Υπό τις συνθήκες αυτές, το EUIPO δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι επίκληση της έννοιας του συνδικαιούχου έγινε για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου [βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Nanu-Nana Joachim Hoepp κατά EUIPO – Fink (NANA FINK), T‑39/16, EU:T:2017:263, σκέψεις 16 και 25].
52
Επομένως, ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί. Εξάλλου, όσον αφορά το αίτημα του προσφεύγοντος, με το οποίο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση καταχωρίσεως του ζητούμενου σήματος για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9 και 41, πρέπει να υπομνησθεί ότι η εξουσία μεταρρυθμίσεως που αναγνωρίζεται στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 65, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001) δεν σημαίνει ότι τούτο έχει την εξουσία να αποφαίνεται επί ζητήματος ως προς το οποίο δεν έχει ακόμη αποφανθεί το εν λόγω τμήμα. Επομένως, η άσκηση της εξουσίας μεταρρυθμίσεως πρέπει, καταρχήν, να περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο, έχοντας ελέγξει την κρίση του τμήματος προσφυγών, είναι σε θέση να προσδιορίσει βάσει των αποδειχθέντων πραγματικών και νομικών στοιχείων την απόφαση που όφειλε να είχε λάβει το τμήμα προσφυγών (απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ, C‑263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψη 72). Συναφώς πρέπει να επισημανθεί ότι το τμήμα προσφυγών στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση μόνο στο γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι ήταν αποκλειστικός δικαιούχος του προγενέστερου σήματος, χωρίς να εξετάσει αν τυχόν αρκούσε να είναι συνδικαιούχος του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εξετάσει, εν προκειμένω, τα επιχειρήματα που αφορούν την εκ μέρους του προσφεύγοντος κτήση δικαιωμάτων επί του προγενέστερου μη καταχωρισμένου σήματος. Το αίτημα μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως που υπέβαλε ο προσφεύγων βάσει της επιχειρηματολογίας αυτής πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
53
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
54
Εν προκειμένω ο προσφεύγων, του οποίου το αίτημα έγινε δεκτό, δεν υπέβαλε αίτημα ως προς τα δικαστικά έξοδα.
55
Επομένως, πρέπει να οριστεί ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 13ης Μαρτίου 2015 (υπόθεση R 354/2014‑2).
2)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Kanninen
Schwarcz
Ηλιόπουλος
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Δεκεμβρίου 2017.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
( 1 ) Το παράρτημα που περιέχει τα ονόματα των λοιπών διαδίκων κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO προσαρτάται μόνο στο αντίγραφο της αποφάσεως που κοινοποιείται στους διαδίκους.
Full & Egal Universal Law Academy