ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 28ης Απριλίου 2017 ( *1 )
«Πρόσβαση στα έγγραφα — Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 — Έγγραφα σχετικά με διαδικασία λόγω παραβάσεως — Έγγραφα καταρτισθέντα από κράτος μέλος — Αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα απευθυνόμενη στο κράτος μέλος — Διαβίβαση της αιτήσεως προσβάσεως στην Επιτροπή — Άρνηση παροχής προσβάσεως — Αρμοδιότητα της Επιτροπής — Έγγραφο προερχόμενο από θεσμικό όργανο — Άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001»
Στην υπόθεση Τ-264/15,
Gameart sp. z o.o., με έδρα το Bielsko-Biała (Πολωνία), εκπροσωπούμενη από τον P. Hoffman, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την J. Hottiaux και τους A. Buchet και M. Κωνσταντινίδη,
καθής,
υποστηριζόμενης από
τη Δημοκρατία της Πολωνίας, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna και τις M. Kamejsza και M. Pawlicka,
από
το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον D. Warin και την A. Pospíšilová Padowska,
και από
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τους J.‑B. Laignelot, K. Pleśniak και E. Rebasti, στη συνέχεια δε από τους J.‑B. Laignelot και E. Rebasti,
παρεμβαίνοντες,
με αντικείμενο αίτημα δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 18ης Φεβρουαρίου 2015, καθόσον με αυτήν απορρίφθηκε η αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα που έχει καταρτίσει η Δημοκρατία της Πολωνίας, η οποία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή από τη Δημοκρατία της Πολωνίας δυνάμει του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Kanninen, πρόεδρο, J. Schwarcz (εισηγητή) και Κ. Ηλιόπουλο, δικαστές,
γραμματέας: L. Grzegorczyk, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 30ής Νοεμβρίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η προσφεύγουσα, Gameart sp. z o.o., είναι επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα της ψυχαγωγίας και εδρεύουσα στην Πολωνία.
2
Στις 10 Νοεμβρίου 2014, η προσφεύγουσα υπέβαλε, βάσει των polskie przepisy o dostępie do informacji publicznej (διατάξεων του πολωνικού δικαίου για την πρόσβαση στις δημόσιες πληροφορίες), στο πολωνικό υπουργείο Εξωτερικών (στο εξής: ΥΠΕΞ) αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα σχετικά με τις διαδικασίες που είχε κινήσει η Επιτροπή όσον αφορά την παραβίαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω του πολωνικού νόμου της 19ης Νοεμβρίου 2009 για τα τυχηρά παίγνια.
3
Ειδικότερα, αφενός, η προσφεύγουσα ζήτησε πρόσβαση στα αντίγραφα των εγγράφων που η Επιτροπή είχε απευθύνει στη Δημοκρατία της Πολωνίας στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών. Αφετέρου, ζήτησε πρόσβαση στα ευρισκόμενα στην κατοχή του ΥΠΕΞ αντίγραφα των εγγράφων που είχε απευθύνει η Δημοκρατία της Πολωνίας στην Επιτροπή σχετικά με τις ίδιες διαδικασίες (στο εξής: επίδικα έγγραφα).
4
Στις 18 Νοεμβρίου 2014, το ΥΠΕΞ διαβίβασε την αίτηση της προσφεύγουσας στην Επιτροπή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δυνάμει του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
5
Στις 19 Νοεμβρίου 2014, το ΥΠΕΞ ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι η αίτησή της αφορούσε έγγραφα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ότι υπέκειτο στις διατάξεις του κανονισμού 1049/2001 και ότι, κατά συνέπεια, δυνάμει του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, είχε διαβιβάσει την αίτησή της στην Επιτροπή προκειμένου να την εξετάσει.
6
Στις 15 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα, βασιζόμενη στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, η οποία άπτεται της προστασίας των σκοπών επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου, καθώς και στο γεγονός ότι η διαδικασία σχετικά με την παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από τη Δημοκρατία της Πολωνίας ήταν ακόμα εν εξελίξει.
7
Στις 2 Ιανουαρίου 2015, η προσφεύγουσα υπέβαλε στην Επιτροπή επιβεβαιωτική αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001. Στην εν λόγω αίτηση η προσφεύγουσα προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή ήταν αναρμόδια να λάβει απόφαση επί της αιτήσεώς της προσβάσεως στα επίδικα έγγραφα, τα οποία κατ’ αυτήν δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001. Προέβαλε, ιδίως, ότι το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα επίδικα έγγραφα, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη αφορά μόνον τα έγγραφα τα οποία προέρχονται από θεσμικά όργανα της Ένωσης.
8
Με απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2015 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή απέρριψε την επιβεβαιωτική αίτηση και, επίσης, αρνήθηκε την παροχή προσβάσεως στα επίδικα έγγραφα βασιζόμενη εκ νέου στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, καθώς και στο γεγονός ότι η διαδικασία σχετικά με την παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από τη Δημοκρατία της Πολωνίας ήταν ακόμα εν εξελίξει.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
9
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8 Μαΐου 2015, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
10
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8, στις 11 και στις 18 Σεπτεμβρίου 2015 αντιστοίχως, η Δημοκρατία της Πολωνίας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησαν να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής στην παρούσα διαδικασία.
11
Με διατάξεις της 19ης Οκτωβρίου 2015, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτές τις αιτήσεις παρεμβάσεως.
12
Κατόπιν αλλαγής της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο τέταρτο τμήμα, στο οποίο, κατά συνέπεια, ανατέθηκε η υπό κρίση υπόθεση.
13
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον με αυτήν επιβεβαιώνεται η άρνηση παροχής προσβάσεως στα επίδικα έγγραφα,
—
επικουρικώς, να διαπιστώσει ότι, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001 δεν δύναται να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
14
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή και
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του εννόμου συμφέροντος
15
Η Επιτροπή, χωρίς τυπικώς να προτείνει ένσταση απαραδέκτου, προβάλλει ότι η προσφεύγουσα ενδέχεται να μην έχει έννομο συμφέρον.
16
Συναφώς, υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν βάλλει κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον συνιστά άρνηση προσβάσεως στα επίδικα έγγραφα, αλλά απλώς θέτει εν αμφιβόλω την αρμοδιότητα της Επιτροπής προς έκδοση της εν λόγω αποφάσεως. Επομένως, η άρνηση παροχής προσβάσεως δεν συνιστά καθεαυτή, κατά την Επιτροπή, δυσμενή πράξη για την προσφεύγουσα και δεν επηρεάζεται από τυχόν ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά την Επιτροπή, εάν το Γενικό Δικαστήριο τελικώς κρίνει ότι η ίδια δεν ήταν αρμόδια να εξετάσει το σύνολο της αιτήσεως που της είχε διαβιβασθεί από τις πολωνικές αρχές, τούτο δεν θα μετέβαλλε τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας, δεδομένου ότι τυχόν ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν θα της παρείχε πρόσβαση στα επίδικα έγγραφα και δεν θα υποχρέωνε τις πολωνικές αρχές να της τα γνωστοποιήσουν.
17
Η προσφεύγουσα αντιτάσσει ότι, από την οπτική γωνία των πολωνικών αρχών, η διαδικασία που κινήθηκε κατόπιν της αιτήσεως που υπέβαλε στις εν λόγω αρχές, βάσει της πολωνικής νομοθεσίας, περατώθηκε με την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, παρεμποδίστηκε η πρόσβασή της στα επίδικα έγγραφα. Εξάλλου, προσθέτει ότι, εάν η αίτησή της δεν είχε διαβιβασθεί στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 1049/2001, το ΥΠΕΞ θα έπρεπε να την είχε εξετάσει βάσει του πολωνικού δικαίου περί της προσβάσεως στις δημόσιες πληροφορίες και να της έχει παράσχει πρόσβαση στα επίδικα έγγραφα, δεδομένου ότι το πολωνικό δίκαιο δεν προβλέπει τη δυνατότητα αρνήσεως γνωστοποιήσεως δημοσίων πληροφοριών λόγω της υπάρξεως εν εξελίξει διαδικασίας ενώπιον των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.
18
Επισημαίνεται ότι, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε εαυτήν αρμόδια να επιληφθεί της αιτήσεως προσβάσεως στα επίδικα έγγραφα δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 1049/2001.
19
Αληθεύει, βεβαίως, ότι, εάν η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρωθεί εν μέρει λόγω αναρμοδιότητας της Επιτροπής, όπως ζητεί η προσφεύγουσα, η τελευταία δεν θα αποκτήσει πρόσβαση στα επίδικα έγγραφα. Τούτο όμως δεν συνεπάγεται ότι η προσφεύγουσα δεν έχει συμφέρον να ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
20
Συγκεκριμένα, πρώτον, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο προσφεύγων μπορεί να διατηρεί το έννομο συμφέρον του για ακύρωση πράξεως θεσμικού οργάνου της Ένωσης, προς αποτροπή του ενδεχομένου επαναλήψεως της προβαλλόμενης πλημμέλειας στο μέλλον. Αυτό το έννομο συμφέρον απορρέει από το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, βάσει του οποίου το όργανο που εξέδωσε την ακυρωθείσα πράξη οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του δικαστή της Ένωσης. Πάντως, αυτό το έννομο συμφέρον υφίσταται μόνον αν η προβαλλόμενη πλημμέλεια είναι δυνατόν να επαναληφθεί στο μέλλον ανεξαρτήτως των περιστάσεων της υποθέσεως στο πλαίσιο της οποίας ασκήθηκε η προσφυγή (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής, C-362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψεις 50 έως 52, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, LPN κατά Επιτροπής, T-29/08, EU:T:2011:448, σκέψη 60).
21
Αυτό συμβαίνει και εν προκειμένω. Αφενός, ο προβαλλόμενος από την προσφεύγουσα παράνομος χαρακτήρας της αποφάσεως βασίζεται σε ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 1049/2001, στην οποία υπάρχει ο κίνδυνος η Επιτροπή να εμμείνει και επ’ αφορμή εξετάσεως νέας αιτήσεως. Αφετέρου, η προσφεύγουσα ενδέχεται να υποβάλει στο μέλλον ανάλογες αιτήσεις προσβάσεως, όπως την καλεί η Επιτροπή να πράξει στα δικόγραφά της. Κατά συνέπεια, υφίσταται αρκούντως συγκεκριμένος κίνδυνος, ανεξάρτητος από τις περιστάσεις της προκείμενης υποθέσεως, να επαναληφθεί, στο μέλλον, σε ανάλογες περιπτώσεις, η ίδια προβαλλόμενη παρανομία εις βάρος της προσφεύγουσας.
22
Επί του τελευταίου αυτού ζητήματος, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι η προσφεύγουσα μπορούσε, ανεξαρτήτως της προσβαλλομένης αποφάσεως, να απευθυνθεί εκ νέου στις πολωνικές αρχές προκειμένου να τους ζητήσει πρόσβαση στα επίδικα έγγραφα. Εντούτοις, όπως ορθώς υποστηρίζει και η προσφεύγουσα, ενώ θα ήταν πράγματι δυνατόν αυτή να υποβάλει νέα αίτηση προσβάσεως στα επίδικα έγγραφα, τίποτα δεν θα εμπόδιζε τις πολωνικές αρχές, εάν δεν έχει ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να διαβιβάσουν και τη νέα αίτηση στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 1049/2001 και την Επιτροπή να την απορρίψει εκ νέου με την ίδια αιτιολογία που παρέθεσε και στην προσβαλλόμενη απόφαση.
23
Δεύτερον, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι η μόνη απόφαση που έχει κοινοποιηθεί στην προσφεύγουσα έως σήμερα και είναι δυσμενής για αυτήν, καθόσον δεν της παρέχει τη ζητηθείσα πρόσβαση και περατώνει τη διαδικασία που κινήθηκε ενώπιον των πολωνικών αρχών, όπως κατ’ ουσίαν αναγνωρίζει και η Δημοκρατία της Πολωνίας στο υπόμνημά της παρεμβάσεως. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, η Δημοκρατία της Πολωνίας δήλωσε ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως θα ασκούσε πίεση στο εθνικό όργανο να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία και να εξετάσει την αίτηση της προσφεύγουσας υπό το πρίσμα της εθνικής νομοθεσίας.
24
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφεύγουσα έχει συμφέρον να ζητεί τη μερική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επί της ουσίας
25
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο προβάλλει αναρμοδιότητα της Επιτροπής, υπό το πρίσμα του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001. Με τον δεύτερο λόγο προβάλλει παράβαση του άρθρου 4, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς διαβούλευση με το κράτος από το οποίο προέρχονται τα επίδικα έγγραφα και παρά το γεγονός ότι το κράτος αυτό δεν αντιτίθεται στη γνωστοποίησή τους. Με τον τρίτο λόγο προβάλλει παράβαση του άρθρου 296 ΣΛΕΕ, λόγω της ελλείψεως προσήκουσας αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, και με τον τέταρτο λόγο, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001 είναι άκυρο. Εξάλλου, στο υπόμνημά της απαντήσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει και έναν πέμπτο λόγο, ο οποίος αντλείται από προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως και από παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001.
26
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως υποδιαιρείται σε δύο σκέλη.
27
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1049/2001 δεν εφαρμόζεται στα επίδικα έγγραφα, καθόσον η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικώς τα έγγραφα τα οποία προέρχονται από θεσμικά όργανα της Ένωσης. Κατά την προσφεύγουσα, είναι άνευ σημασίας εν προκειμένω ότι τα εν λόγω έγγραφα βρίσκονται εις χείρας και της Επιτροπής, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, διότι η ίδια δεν υπέβαλε αίτηση προσβάσεως στην Επιτροπή. Κατά την προσφεύγουσα, η διαβίβαση αιτήσεως προσβάσεως από κράτος μέλος στην Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001, δεν απονέμει αφ’ εαυτής αρμοδιότητα στην Επιτροπή οσάκις η αίτηση δεν αφορά έγγραφα προερχόμενα από την ίδια.
28
Η Επιτροπή, η Δημοκρατία της Πολωνίας, καθώς και το Συμβούλιο αμφισβητούν το βάσιμο αυτού του σκέλους.
29
Πρώτον, η Επιτροπή παραδέχεται ότι το ΥΠΕΞ δεν υποχρεούτο, βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού 1049/2001, να της υποβάλει την αίτηση προσβάσεως στα επίδικα έγγραφα και θα μπορούσε, βασιζόμενο στην εθνική νομοθεσία, να είχε αποφασίσει αυτοτελώς εάν τα έγγραφα μπορούσαν ή όχι να δοθούν στην προσφεύγουσα. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 5 του κανονισμού 1049/2001, υποχρέωση του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε αίτηση προσβάσεως σε έγγραφα που έχει στην κατοχή του να διαβουλευθεί με το θεσμικό όργανο της Ένωσης ή να του υποβάλει την αίτηση συντρέχει μόνο στην περίπτωση που τα έγγραφα αυτά προέρχονται από το εν λόγω θεσμικό όργανο. Εντούτοις, δεδομένου ότι, αφενός, η αίτηση προσβάσεως αφορούσε τόσο έγγραφα προερχόμενα από την Επιτροπή όσο και τα επίδικα έγγραφα και, αφετέρου, ότι το ΥΠΕΞ διαβίβασε στην Επιτροπή το σύνολο της αιτήσεως, η τελευταία αποφάσισε να απαντήσει επί του συνόλου της εν λόγω αιτήσεως.
30
Δεύτερον, η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι τα επίδικα έγγραφα είναι «έγγραφα εις χείρας θεσμικού οργάνου» υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 3 και του άρθρου 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1049/2001, συνδυαστικώς εξεταζομένων. Κατά την Επιτροπή, προκύπτει σαφώς από την αιτιολογική σκέψη 10 και από το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, ότι «όλα τα έγγραφα τα οποία ευρίσκονται [εις χείρας] των θεσμικών οργάνων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων τα οποία προέρχονται από τα κράτη μέλη, οπότε η πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα διέπεται κατ’ αρχήν από τις διατάξεις αυτού, ιδίως εκείνες οι οποίες προβλέπουν ουσιαστικής φύσεως εξαιρέσεις από το δικαίωμα προσβάσεως» (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Σουηδία κατά Επιτροπής, C-64/05 P, EU:C:2007:802, σκέψη 67). Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι αυτές είναι οι διατάξεις και η νομολογία που παραδοσιακώς επικαλείται οσάκις απορρίπτει στο σύνολό τους αιτήσεις τρίτων οι οποίοι ζητούν πρόσβαση σε έγγραφα καταρτισθέντα από κράτος μέλος και από την Επιτροπή, στο πλαίσιο διαδικασίας παραβάσεως. Εξ αυτού του λόγου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ασφαλώς υπήρχε νομικό έρεισμα βάσει του οποίου εδικαιούτο να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τα επίδικα έγγραφα.
31
Πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει τα εξής:
«1. Κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την έδρα του σε ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα των θεσμικών οργάνων, υπό την επιφύλαξη των αρχών, όρων και περιορισμών που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.
[…]
3. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε όλα τα έγγραφα εις χείρας θεσμικού οργάνου, δηλαδή σε όσα συντάσσονται ή παραλαμβάνονται από αυτό και βρίσκονται στην κατοχή του, σε όλους τους τομείς δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4. Με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 9, παρέχεται στο κοινό πρόσβαση στα έγγραφα είτε ύστερα από γραπτή αίτηση, είτε απευθείας σε ηλεκτρονική μορφή ή μέσω μητρώου εγγράφων […]».
32
Το άρθρο 5 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει τα εξής:
«Όταν ένα κράτος μέλος παραλαμβάνει αίτηση για έγγραφο που βρίσκεται στην κατοχή του, προερχόμενο από θεσμικό όργανο, εκτός αν είναι σαφές ότι το έγγραφο θα δοθεί ή όχι, διαβουλεύεται με το σχετικό θεσμικό όργανο προκειμένου να ληφθεί απόφαση η οποία δεν θα θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού.
Ένα κράτος μέλος μπορεί αντ’ αυτού να παραπέμψει το αίτημα στο θεσμικό όργανο».
33
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, «[η] αίτηση προσβάσεως σε έγγραφο διατυπώνεται με οποιαδήποτε γραπτή μορφή […] και με επαρκή ακρίβεια ούτως ώστε το θεσμικό όργανο να μπορέσει να προσδιορίσει το έγγραφο. Ο αιτών δεν υποχρεούται να δικαιολογήσει την αίτηση».
34
Όσον αφορά την προβαλλόμενη αρμοδιότητα της Επιτροπής βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού 1049/2001, επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή θεσπίζει μηχανισμό συντονισμού μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των κρατών μελών οσάκις υποβάλλεται στα τελευταία αίτηση προσβάσεως σε έγγραφα τα οποία έχουν στην κατοχή τους και τα οποία προέρχονται από θεσμικό όργανο.
35
Πλην των περιπτώσεων που προβλέπονται ειδικώς από αυτή τη διάταξη και των περιπτώσεων όπου τούτο υπαγορεύεται από τις απαιτήσεις που απορρέουν από την προβλεπόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, οι αιτήσεις προσβάσεως σε έγγραφα τα οποία βρίσκονται εις χείρας των εθνικών αρχών εξακολουθούν να διέπονται, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία παρόμοια έγγραφα προέρχονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, από τους εφαρμοστέους στις εν λόγω αρχές εθνικούς κανόνες, χωρίς δυνατότητα υποκαταστάσεώς τους με τις διατάξεις του κανονισμού 1049/2001 (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Σουηδία κατά Επιτροπής, C‑64/05 P, EU:C:2007:802, σκέψη 70).
36
Σημειώνεται ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1049/2001 δεν προβλέπει τη δυνατότητα διαβιβάσεως στην Επιτροπή αιτήσεως προσβάσεως σε έγγραφα προερχόμενα από κράτος μέλος. Πράγματι, προκύπτει ρητώς από το γράμμα της διατάξεως αυτής ότι το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται στα έγγραφα «που προέρχονται» από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.
37
Επομένως, η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να επιληφθεί της αιτήσεως προσβάσεως στα επίδικα έγγραφα που της διαβίβασε το ΥΠΕΞ δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 1049/2001.
38
Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από τα αντίθετα επιχειρήματα της Επιτροπής και των παρεμβαινόντων.
39
Πρώτον, η Δημοκρατία της Πολωνίας προβάλλει ότι η αρμοδιότητα της Επιτροπής να εξετάσει την αίτηση προσβάσεως στα επίδικα έγγραφα απορρέει από το πνεύμα του άρθρου 5 του κανονισμού 1049/2001.
40
Ειδικότερα, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, τα έγγραφα που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως είναι «μικτές» πράξεις, διότι το περιεχόμενο των εγγράφων που καταρτίζονται από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας συνδέεται στενώς προς το περιεχόμενο των εγγράφων που καταρτίζονται από το οικείο κράτος μέλος και, συνεπώς, η γνωστοποίηση του περιεχομένου των πρώτων συνεπάγεται, ταυτοχρόνως, τη γνωστοποίηση του περιεχομένου των δεύτερων και το αντίστροφο. Ως εκ τούτου, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, τα καταρτιζόμενα σε αυτό το πλαίσιο έγγραφα από κράτος μέλος δύνανται να θεωρηθούν έγγραφα προερχόμενα από την Επιτροπή υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 1049/2001.
41
Εξάλλου, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1049/2001, καθώς και από τη νομολογία, η έννοια του «εγγράφου» αφορά, κατ’ ουσίαν, όχι το υπόθεμα αλλά την πληροφορία που περιέχεται σε αυτό.
42
Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι η ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 1049/2001 στην οποία προβαίνει η Δημοκρατία της Πολωνίας, η οποία δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στον κανονισμό 1049/2001, είναι ασυμβίβαστη προς το γράμμα της εν λόγω διατάξεως (βλ. σκέψη 36 ανωτέρω). Επομένως, αυτή η ερμηνεία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
43
Δεύτερον, η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Συμβούλιο προβάλλουν ότι η Επιτροπή ήταν αρμόδια να επιληφθεί της αιτήσεως προσβάσεως στα επίδικα έγγραφα βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας.
44
Εντούτοις, η αρχή αυτή, η οποία, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού 1049/2001, διέπει τη σχέση μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών, δεν δύναται να θεμελιώσει αφ’ εαυτής την αρμοδιότητα της Επιτροπής να εξετάσει αίτηση προσβάσεως όπως η επίμαχη εν προκειμένω, ελλείψει οποιασδήποτε νομικής βάσεως προβλεπόμενης στον κανονισμό 1049/2001.
45
Πρέπει να προστεθεί ότι ορισμένα επιχειρήματα τα οποία προβάλλει η ίδια η Επιτροπή αντιφάσκουν προς το ανωτέρω επιχείρημα.
46
Ειδικότερα, η Επιτροπή προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι το ΥΠΕΞ θα μπορούσε, βασιζόμενο στην εθνική νομοθεσία, να είχε αποφασίσει αυτοτελώς εάν τα έγγραφα τα οποία υποβλήθηκαν από τις πολωνικές αρχές στην Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως μπορούσαν ή όχι να χορηγηθούν στην προσφεύγουσα.
47
Εξάλλου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δεσμεύει τις πολωνικές αρχές να υιοθετήσουν τη δική της άποψη. Ορθώς λοιπόν προβάλλει η Επιτροπή ότι η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τα υπομνήματα που υποβάλλονται ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης, από την οποία προκύπτει ότι, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων όπου η γνωστοποίηση εγγράφου θα μπορούσε να θίξει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, οι διάδικοι είναι ελεύθεροι να κοινοποιούν τα υπομνήματά τους σε τρίτους (απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, API κατά Επιτροπής, T-36/04, EU:T:2007:258, σκέψη 88· διάταξη της 3ης Απριλίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, C-376/98, EU:C:2000:181, σκέψη 10), μπορεί να εφαρμοστεί και στις πράξεις οι οποίες καταρτίζονται στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας όπως η επίμαχη εν προκειμένω.
48
Τρίτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή και οι παρεμβαίνοντες, κατά το οποίο η Επιτροπή ήταν αρμόδια να εξετάσει την αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα που προέρχονται από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, δεδομένου ότι βρίσκονταν εις χείρας της Επιτροπής υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001.
49
Συναφώς, επισημαίνεται εξαρχής ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την αρμοδιότητα της Επιτροπής να εξετάζει αιτήσεις προσβάσεως σε έγγραφα προερχόμενα από τις πολωνικές αρχές τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της, στην περίπτωση που οι εν λόγω αιτήσεις υποβληθούν απευθείας στην Επιτροπή. Είναι σαφές ότι τέτοια έγγραφα βρίσκονται εις χείρας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ούτε το γεγονός ότι, καταρχήν, η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί την παροχή προσβάσεως σε τέτοια έγγραφα, εφόσον αφορούν εν εξελίξει διαδικασία λόγω παραβάσεως.
50
Εντούτοις πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως προβάλλει και η προσφεύγουσα και εν αντιθέσει προς όσα διατείνονται, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή και οι παρεμβαίνοντες, το γεγονός ότι τέτοια έγγραφα βρίσκονται εις χείρας θεσμικού οργάνου της Ένωσης υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 δεν παρέχει εξουσία στην Επιτροπή να επιλαμβάνεται, αυτεπαγγέλτως ή εξάπαντος, επί αιτήσεως προσβάσεως σε αυτά και, εν ανάγκη, να αρνείται την πρόσβαση σε αυτά.
51
Πράγματι, όπως ορθώς υποστηρίζει και η προσφεύγουσα, για να είναι η Επιτροπή αρμόδια προς έκδοση αποφάσεως παρέχουσα ή απορρίπτουσα την πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται εις χείρας της, πρέπει να λάβει αίτηση προσβάσεως στο εν λόγω έγγραφο δεόντως υποβληθείσα, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 4, και του άρθρου 6 του κανονισμού 1049/2001, από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του ως άνω κανονισμού, ή δεόντως διαβιβασθείσα από κράτος μέλος υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 του ως άνω κανονισμού. Όμως εν προκειμένω διαπιστώνεται ότι δεν υπεβλήθη δεόντως τέτοια αίτηση ούτε από την προσφεύγουσα ούτε από τη Δημοκρατία της Πολωνίας.
52
Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι, αντιθέτως προς όσα προβάλλουν ιδίως η Επιτροπή, το Συμβούλιο ή η Δημοκρατία της Πολωνίας, το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως, να λειτουργήσει ως νομικό έρεισμα αποφάσεως απορρίπτουσας την πρόσβαση στα επίδικα έγγραφα.
53
Τέταρτον, είναι απορριπτέο το επιχείρημα κατά το οποίο, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή δεσμευόταν από τη διαβίβαση του εγγράφου από το ΥΠΕΞ. Πράγματι, πρέπει να επισημανθεί ότι δεν έχει κανένα νομικό έρεισμα η άποψη ότι η Επιτροπή δεσμεύεται από την απόφαση κράτους μέλους να της διαβιβάσει αίτηση προσβάσεως σε έγγραφα μη προερχόμενα από την ίδια, δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 1049/2001, διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. Όπως ορθώς υπογραμμίζει η προσφεύγουσα, καίτοι μπορεί πράγματι να υποστηριχθεί η άποψη ότι η απόφαση κράτους μέλους να διαβιβάσει την αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα που του υποβάλλεται είναι δεσμευτική, καθόσον η Επιτροπή δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει ως μη γενόμενη, ωστόσο δεν είναι δυνατόν να κριθεί ότι τέτοια διαβίβαση παρέχει αφ’ εαυτής την εξουσία στην Επιτροπή να εκδώσει απόφαση επί της ουσίας, ήτοι να απορρίψει ή να εγκρίνει την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.
54
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, κρίνεται ότι η Επιτροπή, η οποία δεν ήταν αρμόδια να επιληφθεί της αιτήσεως προσβάσεως στα επίδικα έγγραφα, παρέβη το άρθρο 5 του κανονισμού 1049/2001.
55
Επομένως γίνεται δεκτό το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, ακυρώνεται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών σκελών και λόγων που προέβαλε η προσφεύγουσα.
Επί των δικαστικών εξόδων
56
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της προσφεύγουσας. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Επομένως, η Δημοκρατία της Πολωνίας, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 18ης Φεβρουαρίου 2015, καθόσον η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση προσβάσεως στα καταρτισθέντα από τη Δημοκρατία της Πολωνίας έγγραφα που της είχε διαβιβασθεί από το εν λόγω κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
3)
Η Δημοκρατία της Πολωνίας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Kanninen
Schwarcz
Ηλιόπουλος
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Απριλίου 2017.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.
Full & Egal Universal Law Academy