T‑726/1562015TJ0726EU:T:2017:37600011133T
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 7ης Ιουνίου 2017 ( *1 )
«Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών — Συμβάσεις ακινήτων — Διαδικασία πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών — Διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού — Κτίρια για τη Στέγη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Λιουμπλιάνα — Απόρριψη της προτάσεως μετά από διερεύνηση της τοπικής αγοράς — Ανάθεση της συμβάσεως σε άλλο διαγωνιζόμενο — Παράλειψη εξετάσεως εγγράφων που επισυνάπτονται στην πρόταση — Νομικό σφάλμα — Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως»
Στην υπόθεση Τ-726/15,
Jožica Blaž Jamnik και Brina Blaž, κάτοικοι Λιουμπλιάνας (Σλοβενία), εκπροσωπούμενες από τον D. Mihevc, δικηγόρο,
προσφεύγουσες-ενάγουσες,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τις V. Naglič και P. López‑Carceller και τον B. Simon,
καθού-εναγομένου,
με αντικείμενο προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως του Κοινοβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2015, περί απορρίψεως, μετά από διερεύνηση της τοπικής αγοράς, της προτάσεως που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο του διαγωνισμού περί ακινήτων INLO.AO‑2013-051-LUX-UGIMBI-06, σχετικά με τη μελλοντική Στέγη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Λιουμπλιάνα, και της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως σε άλλο διαγωνιζόμενο και, επικουρικώς, αγωγή, δυνάμει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που οι προσφεύγουσες-ενάγουσες φέρονται να υπέστησαν,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους S. Frimodt Nielsen, πρόεδρο, I. S. Forrester και E. Perillo (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση ( 1 )
[παραλειπόμενα]
ΣΚΕΠΤΙΚΌ
Ως προς το αίτημα ακυρώσεως
[παραλειπόμενα]
Επί του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως περί απορρίψεως της προτάσεως
[παραλειπόμενα]
16
Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 101 του δημοσιονομικού κανονισμού, οι δημόσιες συμβάσεις είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτονται εγγράφως μεταξύ ενός ή περισσοτέρων οικονομικών παραγόντων και μιας ή περισσοτέρων αναθετουσών αρχών, με σκοπό την προμήθεια κινητών ή ακινήτων αγαθών, την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών, έναντι καταβολής αντιτίμου το οποίο καταβάλλεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά το ίδιο άρθρο, οι συμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις «συμβάσεις ακινήτου», οι οποίες αναφέρονται στις συμβάσεις που αφορούν ιδίως την αγορά ή μίσθωση ακινήτου. Επιπλέον, το άρθρο 102, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού διευκρινίζει ότι «[ό]λες οι δημόσιες συμβάσεις που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από τον προϋπολογισμό [της Ένωσης] πρέπει να συνάπτονται τηρουμένων των αρχών της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων». Όσον αφορά ειδικότερα τους κανόνες που διέπουν τις διαδικασίες για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, το άρθρο 102, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει ότι «[ό]λες οι διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων πραγματοποιούνται με την ευρύτερη δυνατή διαδικασία ανταγωνισμού, εκτός των περιπτώσεων προσφυγής στη διαδικασία με διαπραγμάτευση που αναφέρεται στο άρθρο 104 παράγραφος 1 στοιχείο δ) [του δημοσιονομικού κανονισμού]».
17
Όσον αφορά ειδικότερα την τελευταία αυτή διαδικασία, το άρθρο 134, παράγραφος 1, στοιχείο ηʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 1268/2012 διευκρινίζει ότι η αναθέτουσα αρχή μπορεί να προσφύγει σε διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς να προηγηθεί δημοσίευση προκήρυξης, και ανεξάρτητα από το εκτιμώμενο ύψος της συμβάσεως, «για τις συμβάσεις ακινήτων, αφού προηγηθεί διερεύνηση της τοπικής αγοράς». Στην πράξη, στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας, η αναθέτουσα αρχή έχει τη δυνατότητα να επιλέξει προηγουμένως την επιχείρηση ή τις επιχειρήσεις με τις οποίες θα αρχίσει διαπραγματεύσεις για τη σύναψη και την ανάθεση της επίμαχης συμβάσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 8ης Μαΐου 2007, Citymo κατά Επιτροπής, T‑271/04, EU:T:2007:128, σκέψη 94).
18
Από τις διατάξεις που μνημονεύονται στις σκέψεις 16 και 17 ανωτέρω προκύπτει ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας με διαπραγμάτευση κινηθείσας χωρίς να προηγηθεί δημοσίευση προκηρύξεως, η αναθέτουσα αρχή διαθέτει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεως περί της συνάψεως ή μη της επίμαχης συμβάσεως σχετικά με ακίνητο καθώς και ως προς την επιλογή του διαγωνιζομένου ή των διαγωνιζομένων στους οποίους πρέπει να ανατεθεί η σύμβαση, δεδομένου ότι η ανάθεση μιας τέτοιας συμβάσεως δεν απαιτείται στην πράξη να πραγματοποιηθεί κατ’ ανάγκην με την ευρύτερη δυνατή διαδικασία ανταγωνισμού μεταξύ των ενδιαφερομένων (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 8ης Μαΐου 2007, Citymo κατά Επιτροπής, T‑271/04, EU:T:2007:128, σκέψη 111). Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο στο στάδιο της διερεύνησης της τοπικής αγοράς το οποίο προηγείται του σταδίου της διαπραγμάτευσης της συμβάσεως αυτού καθεαυτό. Με το στάδιο αυτό, η αναθέτουσα αρχή σκοπεί, κατ’ ουσίαν, να προετοιμάσει καλύτερα την ενδεχόμενη διαπραγμάτευση της επίμαχης συμβάσεως, τηρουμένων των αρχών που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 16 ανωτέρω και ιδίως των αρχών της διαφάνειας, της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Η ευρύτατη αυτή διακριτική ευχέρεια αναγνωρίζεται, εξάλλου, στην αναθέτουσα αρχή και κατά την επιλογή και την αξιολόγηση των κριτηρίων επιλογής, οσάκις αυτή τα έχει προηγουμένως προσδιορίσει στα έγγραφα της προκήρυξης που αφορούν την επίμαχη διαδικασία με διαπραγμάτευση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 6ης Μαΐου 2013, Kieffer Omnitec κατά Επιτροπής, T‑288/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:228, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
19
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο έλεγχος του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τόσο τη διαδικασία με διαπραγμάτευση, αυτή καθεαυτήν, για την ανάθεση συμβάσεως σχετικής με ακίνητο όσο και το στάδιο διερεύνησης της τοπικής αγοράς το οποίο προηγείται αυτής πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση του ότι έχουν τηρηθεί οι κανόνες διαδικασίας που η αναθέτουσα αρχή θέλησε να εφαρμόσει καθώς και οι κανόνες περί αιτιολογίας, ότι δεν υπάρχει πλάνη περί τα πράγματα και ότι δεν υπήρξε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ή κατάχρηση εξουσίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, Ζαφειρόπουλος κατά Cedefop, T‑537/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:36, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στο πλαίσιο του ελέγχου του, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει επίσης να εξακριβώσει ότι η οικεία αναθέτουσα αρχή τήρησε τις αρχές της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως υπενθυμίζονται στο άρθρο 102 του δημοσιονομικού κανονισμού (βλ. σκέψη 16 ανωτέρω).
[παραλειπόμενα]
– Επί του δευτέρου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, το οποίο αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο
[παραλειπόμενα]
35
Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
– Επί του τρίτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως
36
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η εκτίμηση της προτάσεώς τους από το Κοινοβούλιο ενέχει πρόδηλη πλάνη, για τον λόγο, κατ’ ουσίαν, ότι, σε σχέση με την τελικώς επιλεγείσα προσφορά, η πρότασή τους ανταποκρινόταν περισσότερο στα κριτήρια εκτιμήσεως, όπως αυτά είχαν καθοριστεί στην πρόσκληση για υποβολή προτάσεων.
37
Συναφώς, καίτοι η αναθέτουσα αρχή επισήμανε, στην απόφαση περί απορρίψεως της προτάσεως, ότι η προσφορά των προσφευγουσών δεν ήταν η «πλέον συμφέρουσα», εξ αυτού δεν συνάγεται ότι η πρόταση των προσφευγουσών είχε συγκριθεί με την τελικώς επιλεγείσα προσφορά κατά τη λήξη συνολικά της διαδικασίας, εφόσον οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι οι προσφεύγουσες, των οποίων η προσφορά είχε αποκλεισθεί ήδη από το στάδιο διερεύνησης της τοπικής αγοράς ακινήτων, δεν περιλαμβάνονταν μεταξύ των πέντε υποψηφίων που επελέγησαν να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις αυτές καθεαυτές. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως πρέπει να θεωρηθεί λυσιτελής μόνο στο μέτρο που αφορά το στάδιο διερεύνησης της τοπικής αγοράς ακινήτων, κατά το οποίο η πρόταση των προσφευγουσών συγκρίθηκε πράγματι με τις λοιπές προτάσεις, συμπεριλαμβανομένης της προτάσεως που είχε υποβάλει ο μελλοντικός ανάδοχος.
38
Τούτου λεχθέντος, πρέπει να υπογραμμισθεί, καταρχάς, ότι η διαπίστωση πλάνης κατά την εκτίμηση από την αναθέτουσα αρχή των πραγματικών περιστατικών σε τέτοιο βαθμό πρόδηλης ώστε να είναι ικανή να δικαιολογήσει την ακύρωση αποφάσεως περί απορρίψεως ορισμένης προσφοράς προϋποθέτει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εναπόκειται στον προσφεύγοντα να προσκομίσει, αρκούν για την ανατροπή των εκτιμήσεων που περιέχονται στην επίμαχη απόφαση. Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από πρόδηλη πλάνη πρέπει να απορρίπτεται εάν, παρά τα στοιχεία που προσκομίζει ο προσφεύγων, η αμφισβητούμενη εκτίμηση μπορεί να γίνει δεκτή ως αληθής ή έγκυρη (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1996, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής, T‑380/94, EU:T:1996:195, σκέψη 59, και της 12ης Φεβρουαρίου 2008, BUPA κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑289/03, EU:T:2008:29, σκέψη 221).
39
Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν στην επίμαχη απόφαση έχουν εμφιλοχωρήσει σφάλματα εκτιμήσεως που, ακόμη και θεωρούμενα στο σύνολό τους, είναι ελάσσονα και ανίκανα να έχουν καθορίσει την απόφαση της διοικήσεως με συγκεκριμένο τρόπο και όχι με κάποιον άλλο (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογία, απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, AJ κατά Επιτροπής, F‑80/10, EU:F:2011:172, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
[παραλειπόμενα]
Επί του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως
66
Όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν η προσφορά ενός διαγωνιζομένου απορρίπτεται σε στάδιο που προηγείται της αποφάσεως περί αναθέσεως του αντικειμένου της συμβάσεως, οπότε δεν συγκρίνεται προς τις λοιπές προσφορές, το παραδεκτό της προσφυγής του οικείου διαγωνιζομένου κατά της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως προϋποθέτει την ακύρωση της αποφάσεως που απορρίπτει την προσφορά του (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2011, Dredging International και Ondernemingen Jan de Nul κατά EMSA, T‑8/09, EU:T:2011:461, σκέψεις 134 και 135, και της 22ας Μαΐου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑17/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:243, σκέψεις 118 και 119).
67
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η πρόταση των προσφευγουσών αποκλείσθηκε κατά το στάδιο της διερεύνησης της τοπικής αγοράς ακινήτων και ως εκ τούτου αυτές δεν εκλήθησαν να λάβουν μέρος στο στάδιο της διαπραγμάτευσης που οδήγησε στην ανάδειξη του αναδόχου. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως περί απορρίψεως της προτάσεως απορρίφθηκε, το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως είναι απαράδεκτο, καθόσον αναφέρεται σε ένα στάδιο της διαδικασίας αναθέσεως της συμβάσεως στο οποίο οι προσφεύγουσες δεν είχαν δικαίωμα προσβάσεως.
68
Επιπροσθέτως, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι προσφεύγουσες δεν προβάλλουν κατά της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως κανένα λόγο ακυρώσεως διαφορετικό σε σχέση με εκείνους που προβλήθηκαν προς αμφισβήτηση της αποφάσεως περί απορρίψεως της προτάσεως. Οι λόγοι αυτοί ακυρώσεως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μπορούν να μεταφερθούν στην περίπτωση της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως, απορρίφθηκαν στο σύνολό τους και επομένως το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως θα πρέπει, όπως ορθώς επισήμανε το Κοινοβούλιο, να απορριφθεί για τον λόγο αυτό, καθόσον οι δύο αποφάσεις συνδέονται, εν προκειμένω, στενά (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑247/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:533, σκέψη 170 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· απόφαση της 28ης Ιουνίου 2016, AF Steelcase κατά EUIPO, T‑652/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:370, σκέψη 94).
[παραλειπόμενα]
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή.
2)
Καταδικάζει τις Jožica Blaž Jamnik και Brina Blaž στα δικαστικά έξοδα.
Frimodt Nielsen
Forrester
Perillo
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Ιουνίου 2017.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η σλοβενική.
( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.
Full & Egal Universal Law Academy